Ιωάννη Φιλιππίδη ν. K Y THEODOROU INVESTMENTS CONSTRUCTION LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3456/10., 30 Μαρτίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3456/
- Μεταξύ: Ιωάννη Φιλιππίδη Ενάγοντα, Και
- K & Y THEODOROU INVESTMENTS & CONSTRUCTION LTD
- Γιάννου Θεοδώρου Εναγομένων Αίτηση ημερ. 3/2/2011 για προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία: 30 Μαρτίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή/Ενάγοντα: κος Μ. Παπαθανασίου και κος Παστελίδης. Για Καθ΄ ης η αίτηση/Εναγόμενη αρ. 1: κα Γ. Ζαχαρίου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγων αξιώνει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2: ¾ Δήλωση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι η Συμφωνία Πώλησης Διαμερίσματος ημερομηνίας 9/3/2010 μεταξύ των διαδίκων τερματίσθηκε νόμιμα από τον Ενάγοντα εξ υπαιτιότητας των Εναγομένων. ¾ Απόφαση για καταβολή από τους Εναγόμενους στον Ενάγοντα ποσού €180.000 ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή ως αντάλλαγμα το οποίο απέτυχε και/ή ως αθέμιτο πλουτισμό. ¾ Απόφαση για καταβολή από τους Εναγομένους στον Ενάγοντα ποσού €1800 ως αποζημιώσεις για την περίοδο από 30/6/2010 οπότε θα έπρεπε οι Εναγόμενοι να παραδώσουν με βάση τη Συμφωνία των διαδίκων το επίδικο διαμέρισμα μέχρι την ημέρα τερματισμού της Συμφωνίας και/ή αποζημιώσεις για μη έγκαιρη παράδοση του διαμερίσματος και/ή ως διαφυγόντα κέρδη και/ή ως ενοικιαστική αξία του διαμερίσματος για την εν λόγω περίοδο και/ή δυνάμει των όρων της Συμφωνίας των διαδίκων. ¾ Αποζημιώσεις και/ή Γενικές Αποζημιώσεις. ¾ Παραδειγματικές και/ή Τιμωρητικές Αποζημιώσεις. Το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα του Ενάγοντα κατεχωρήθη στις 8/12/
- Στις 3/2/2011 κατεχωρήθη η υπό κρίση Αίτηση μονομερώς με την οποία ο Ενάγων ζητούσε από το Δικαστήριο διάταγμα που να απαγορεύει στην Εναγόμενη εταιρεία αρ. 1 από του να πωλήσει και/ή μεταβιβάσει και/ή υποθηκεύσει και/ή με οποιονδήποτε τρόπο αποξενώσει ή επιβαρύνει την ακίνητη περιουσία που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα της, στοιχεία της οποίας καταγράφονται στην παρά. (Α) της Αίτησης, μέχρι πλήρους εκδικάσεως της παρούσας υπόθεσης. Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν εδικαιολογείτο η εξέταση της υπό κρίση Αίτησης στην απουσία της άλλης πλευράς και έδωσε οδηγίες για επίδοση της Αίτησης. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η υπό κρίση Αίτηση στηρίζεται στα Άρθρα 4, 5 και 9 του ΚΕΦ. 6, στο Άρθρο 32 του Ν.14/60 και Δ.48, θ.θ. 1-3, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στους κανόνες επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε, από Ένορκη Δήλωση του Ενάγοντα η οποία, έχει, όπως μπορεί να συνοψισθεί, ως εξής: Στις 9/3/2010 δυνάμει γραπτής Συμφωνίας Πώλησης διαμερίσματος μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 1, η Εναγόμενη 1 του πώλησε και ο Ενάγων αγόρασε ένα διαμέρισμα - στοιχεία του οποίου δίδονται στην παρά. 4 της Ένορκης Δήλωσης - το οποίο τελούσε υπό ανέγερση. Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α η Συμφωνία Πώλησης. Σύμφωνα με τον όρο 3.1 της γραπτής Συμφωνίας η τιμή πώλησης του εν λόγω διαμερίσματος ανήρχετο σε ποσό €156.522 πλέον 15% ΦΠΑ, δηλαδή, συνολικά €180.000, ποσό το οποίο ο Ενάγων έχει ήδη καταβάλει στην Εναγόμενη πριν από την υπογραφή της μεταξύ τους Συμφωνίας. Περαιτέρω, ήταν ουσιώδης όρος της εν λόγω συμφωνίας πώλησης ότι η Εναγόμενη υποχρεούτο όπως παραδώσει το διαμέρισμα στον Ενάγοντα στις 30/6/
- Αμέσως μετά την υπογραφή της Συμφωνίας ο Ενάγων παρατήρησε ότι οι οικοδομικές εργασίες δεν προχωρούσαν με αποτέλεσμα να ρωτά τον Διευθυντή της Εναγόμενης - Εναγόμενο 2 - τι συμβαίνει και ο τελευταίος να του λέει να κάνει υπομονή και ότι μέχρι τις 30/6/2010 θα ολοκληρώνετο το διαμέρισμα και θα ήταν έτοιμο για παράδοση. Αφότου παρήλθε η προθεσμία παράδοσης ο Ενάγων συνέχισε να απευθύνεται στην Εναγόμενη 1 και στον Εναγόμενο 2, αλλά αυτοί τον αγνοούσαν. Περί τα μέσα Σεπτεμβρίου 2010, μη αντέχοντας αυτή την κατάσταση, ο Ενάγων επισκέφθηκε τους δικηγόρους στους οποίους ανέθεσε την αποστολή σχετικής επιστολής στους Εναγόμενους, η οποία και απεστάλη στην Εναγόμενη εταιρεία 1 και με την οποία την καλούσε να παραδώσει στον Ενάγοντα το διαμέρισμα εντός 30 ημερών από την ημερομηνία που έφερε η επιστολή, που ήταν 17/9/
- Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β η επιστολή. Αφότου παρήλθε η προθεσμία των 30 ημερών δόθηκαν από τον Ενάγοντα οδηγίες για αποστολή επιστολής προς τους Εναγόμενους με την οποία να ζητείται η άμεση παράδοση του διαμερίσματος. Πράγματι στάληκαν σχετικές επιστολές ημερομηνίας 3/11/2010 από τους δικηγόρους του Ενάγοντα προς τους Εναγόμενους (ΤΕΚΜΗΡΙΑ Γ και Δ). Λόγω της άρνησης και/ή παράλειψης των Εναγομένων να συμμορφωθούν με το περιεχόμενο των πιο πάνω επιστολών απεστάλησαν, με οδηγίες του Ενάγοντα, επιστολές ημερομηνίας 18/11/2010 προς τους Εναγόμενους με τις οποίες ο Ενάγων τερμάτιζε τη Συμφωνία Πώλησης ημερομηνίας 9/3/2010 και καλούσε τους Εναγόμενους όπως εντός 5 ημερών καταβάλουν ολόκληρο το ποσό των €180.000 του τιμήματος πώλησης πλέον τόκο προς 5,5% από 9/3/
- Οι επιστολές ημερομηνίας 18/11/2010 επισυνάπτονται ως ΤΕΚΜΗΡΙΑ Ε και ΣΤ. Κατόπιν τούτου και μη έχοντας οποιαδήποτε ανταπόκριση από πλευράς Εναγομένων και τη μη καταβολή προς αυτόν οποιουδήποτε ποσού ο Ενάγων έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του περί τα τέλη Νοεμβρίου, αρχές Δεκεμβρίου του 2010 για λήψη δικαστικών μέτρων κατά των Εναγομένων. Από έρευνα που έγινε και στη συνέχεια από πιστοποιητικό έρευνας του Κτηματολογίου προέκυψε ότι η Εναγόμενη 1 είναι ιδιοκτήτρια του ακινήτου επί του οποίου ευρίσκεται το διαμέρισμα που ο Ενάγων αγόρασε και ενός άλλου ακινήτου, στοιχεία του οποίου παρατίθενται στην παρά. 14 της Ένορκης Δήλωσης. Από το πιστοποιητικό έρευνας του Κτηματολογίου (ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ζ) προέκυψε ότι επί του ακινήτου όπου ευρίσκεται το διαμέρισμα που αγόρασε ο Ενάγων υπάρχουν επιβαρύνσεις και/ή υποθήκες ύψους €645.000, ενώ για το άλλο ακίνητο για το οποίο η Εναγόμενη 1 είναι ιδιοκτήτρια για 7/10 μερίδια υπάρχουν επιβαρύνσεις και/ή υποθήκες ύψους €375.892,
- Από εκτιμήσεις που έγιναν των δύο πιο πάνω αναφερόμενων ακινήτων ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1 προέκυψε ότι η αξία του ακινήτου επί του οποίου ευρίσκεται το διαμέρισμα που αγόρασε ο Ενάγων ανέρχεται σε €700.000, ενώ του άλλου ακινήτου ανέρχεται σε €686.
- Οι σχετικές εκτιμήσεις επισυνάπτονται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Η. Ζητείται διάταγμα εναντίον της Εναγόμενης 1 σε σχέση και με τα δύο ακίνητα καθότι η καθαρή αξία του ακινήτου επί του οποίου ευρίσκεται το διαμέρισμα που αγόρασε ο Ενάγων, αφαιρουμένων των επιβαρύνσεων/υποθηκών, ανέρχεται σε €55.000, ενώ η απαίτηση του είναι τέτοια που δεν επαρκεί για κάλυψη του ποσού της απόφασης που μπορεί να εκδοθεί εναντίον της Εναγόμενης. Χωρίς την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος θα είναι αδύνατο για τον Ενάγοντα να εξασφαλιστεί, σε περίπτωση επιτυχίας, στις αξιούμενες θεραπείες. Η Εναγόμενη διαφημίζει προς πώληση τα διαμερίσματα επί του ακινήτου όπου ευρίσκεται το διαμέρισμα που αγόρασε ο Ενάγων μέχρι και σήμερα και είναι πολύ πιθανόν να πωληθούν και η Εναγόμενη να μεταβιβάσει μερίδια του ακινήτου σε μελλοντικούς αγοραστές από στιγμή σε στιγμή, ενώ για το άλλο ακίνητο πιθανόν από στιγμή σε στιγμή να εκδοθούν ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας των διαμερισμάτων και μεταβιβαστούν στους υφιστάμενους αγοραστές ή πολύ πιθανόν η Εναγόμενη να μεταβιβάσει μερίδια του ακινήτου σε υφιστάμενους αγοραστές με αποτέλεσμα η εκδοθεισόμενη απόφαση εναντίον της Εναγόμενης να παραμείνει ανικανοποίητη. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη ένσταση η οποία βασίζεται στα Άρθρα 4, 5, 7 και 9 του ΚΕΦ. 6, στα Άρθρα 31 και 32 του Ν.14/60, στη Δ.48, θ.θ. 1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις αρχές επιείκειας, στο Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης εξειδικεύθηκαν οι ακόλουθοι: Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, παράτυπη και αντικανονική. Η αίτηση είναι καταχρηστική και εκδικητική. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ο Αιτητής δεν δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες. Η Αίτηση υπεβλήθη καθυστερημένα χωρίς οποιαδήποτε δικαιολογία. Το διάταγμα δεν είναι αναγκαίο. Η Καθ΄ ης η αίτηση είναι φερέγγυα εταιρεία. Το διάταγμα είναι δυσανάλογο της απαίτησης. Δεν παρατίθενται στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Ο Αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και αναφέρει ψευδή και παραπλανητικά γεγονότα. Η ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου 2, Διευθυντή της Εναγόμενης 1, στην οποία αφού αναφέρεται σε κάθε παράγραφο της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, ισχυρίζεται τα ακόλουθα: Ο Ενάγων δεν έχει εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις προς τους Εναγόμενους. Η οποιαδήποτε καθυστέρηση ήθελε φανεί ότι παρουσιάστηκε ήταν απόλυτα δικαιολογημένη και δεν οφειλόταν σε λόγους που αφορούν την Εναγόμενη 1 ούτε τον Εναγόμενο 2 ούτε και συνιστούσαν παράβαση της επίδικης Συμφωνίας από πλευράς των Εναγομένων. Εν πάση δε περιπτώσει, ο Ενάγων γνώριζε ότι η οποιαδήποτε καθυστέρηση δεν οφειλόταν στους Εναγόμενους και ο ίδιος αντιλήφθηκε και συμφώνησε με την κατάσταση πραγμάτων και, συνεπώς, εμποδίζεται δυνάμει παραστάσεων να προβαίνει στους ισχυρισμούς του. Ο Ενάγων δεν κατέβαλε το αναφερόμενο στην παρά.
(12)της Ένορκης Δήλωσής του ποσό. Παραλείπει δε, να αναφέρει ότι το συμβόλαιο του είναι και παραμένει κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο και λειτουργεί ως εμπράγματο βάρος επί του ακινήτου στο οποίο έχει ανεγερθεί διαμέρισμα, ο δε τερματισμός είναι αντισυμβατικός και οφείλεται στο ότι ο Ενάγων άλλαξε γνώμη. Ο Ενάγων δεν αποκαλύπτει στο Δικαστήριο ότι υπάρχουν διάφορα πωλητήρια έγγραφα τα οποία βαρύνουν τα ακίνητα και τυχόν έγκριση της Αίτησης θα προκαλέσει τεράστια προβλήματα στις συμβατικές υποχρεώσεις των Εναγομένων προς τους αγοραστές των άλλων ακινήτων. Ενώ ο Ενάγων διεκδικεί από τους Εναγόμενους ποσό €180.000 επιδιώκει να δεσμεύσει δύο πολυκατοικίες με πολλά διαμερίσματα, ένα εκ των οποίων είναι το δικό του διαμέρισμα, το αγοραπωλητήριο του οποίου είναι ακόμα κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο. Η αξία των δύο πολυκατοικιών είναι πολύ μεγάλη και υπερβαίνει κατά πολύ την απαίτηση του Ενάγοντα. Εν πάση περιπτώσει, ο Ενάγων, μετά τον τερματισμό του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, το μόνο που δικαιούται να διεκδικήσει είναι αποζημιώσεις. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι η Εναγόμενη 1 είναι αναξιόχρεα, ότι δεν έχει τη δυνατότητα να ικανοποιήσει την οποιαδήποτε τυχόν εκδοθείσα απόφαση υπέρ του Ενάγοντα. Η Εναγόμενη 1 είναι αξιόχρεη εταιρεία, φερέγγυα, με μεγάλο κύκλο εργασιών η οποία ασχολείται με την ανάπτυξη γης και κανένα πρόβλημα δεν θα έχει να ικανοποιήσει μια απόφαση που τυχόν εκδοθεί εναντίον της. Οι αξίες των ακινήτων που επιδιώκει να δεσμεύσει ο Ενάγων είναι στην πραγματικότητα πολύ μεγαλύτερες από την εκτίμηση που προσκόμισε ο Ενάγων. Περαιτέρω, οι επισυνημμένες εκτιμήσεις δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη καθότι, ενώ αναφέρεται ότι χρησιμοποιήθηκε η συγκριτική μέθοδος, κανένα συγκριτικό δεν αποκαλύπτεται ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να διαπιστώσει την ορθότητα της γνώμης του εκτιμητή. Η αξία της περιουσίας που επιδιώκεται να δεσμευτεί είναι δυσανάλογη και πολύ μεγαλύτερη της απαίτησης. Τυχόν έκδοση των διαταγμάτων θα προκαλέσει τεράστια ζημιά στην Εναγόμενη 1 και στις εργασίες της, αφού πρόκειται για εταιρεία που ασχολείται με την ανάπτυξη και πώληση γης και τυχόν έγκριση της Αίτησης θα τους εμποδίσει από το να συνεχίσουν τις εργασίες τους και θα ανατρέψει το status quo. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Δεν θα παραθέσω εδώ το τόσο γνωστό άρθρο που εξετάστηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε σειρά υποθέσεων[2] αλλά θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει ο,τιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄ αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο Αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, o πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αρτεμίδης διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Θα επαναλάβουμε, έστω με τον κίνδυνο να γίνουμε φορτικοί, ως οι διαπιστώσεις τις οποίες προβαίνουμε, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος, αντικείμενο της πρωτόδικης απόφασης και της έφεσης. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για ν΄ αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της.» Στην υπόθεση P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 στη σελίδα 1809 ο Δικαστής Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά Κωνσταντινίδης ν. Μακρύγιωργου
(1978)1 Α.Α.Δ. 585, Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557 και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ.
- Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέχτως πολύπλοκη και μακρά.» Εκτός από το Άρθρο 32 του Ν.14/60 η Αίτηση βασίζεται και στο Άρθρο 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Σύμφωνα με το Άρθρο 5
(1)του Κεφ.6 το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον Εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη στ΄ όνομα του όση, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του Ενάγοντα και τα έξοδα της Αγωγής. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στο Άρθρο 5 του Κεφ.6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Απλώς το Άρθρο αυτό κάνει ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων[6]. Επομένως, όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται και στα δύο άρθρα θα εφαρμόσει τόσο τις γενικές προϋποθέσεις σύμφωνα με το Άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά και τα ειδικότερα κριτήρια ή περιορισμούς που τίθενται από το Άρθρο 5 του ΚΕΦ. 6 στο βαθμό ή μέτρο που αυτά διαφοροποιούνται[7]. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο του Άρθρου 5 του ΚΕΦ. 6 αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας του εναγομένου προς το σκοπό ικανοποίησης απόφασης την οποία ήθελε πετύχει ο ενάγοντας και ρυθμίζει το θέμα της απαγόρευσης με παρεμπίπτον διάταγμα της πώλησης ή αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου εφόσον η απαίτηση του ενάγοντα αναφέρεται σε χρέος ή αποζημιώσεις. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί διάταγμα με βάση το Άρθρο 5 εκτίθενται στην παράγρ. 2 του Άρθρου και είναι τα εξής:- (Ι) Ο ενάγων να έχει καλή βάση αγωγής (ΙΙ) Με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ του. Σε σχέση με την προϋπόθεση της ύπαρξης καλής βάσης αγωγής στην υπόθεση Τσιολάκκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782 αποσαφηνίστηκε ότι ο όρος αυτός που προσδιορίζει βάσει του Άρθρου 5 του ΚΕΦ. 6 το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητο που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στο Άρθρο 32 του Ν.14/
- Και στις δύο περιπτώσεις είναι αναγκαία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο που πρέπει να πληρείται με βάση το Άρθρο 5 του ΚΕΦ. 6 έχει νομολογηθεί ότι αυτό αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/
- Από το λεκτικό του Άρθρου 5 του ΚΕΦ. 6 εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ακίνητη περιουσία που σκοπείται να δεσμευτεί δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη με την απαίτηση και τα έξοδα. Από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι ο ενάγων πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για το ακίνητο για το οποίο ζητεί τη δέσμευση και την κατά προσέγγιση αξία του ώστε να συσχετισθεί με το ύψος της απαίτησης του ενάγοντα. Ο ενάγων σχετικά με τις δύο άνω προϋποθέσεις θα πρέπει να προσφέρει μαρτυρία και στοιχεία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του εναγομένου, τη φύση και την αξία, της ακίνητης περιουσίας τη δέσμευση της οποίας επιζητεί όσο και την ενδεχόμενη ύπαρξη άλλης περιουσίας από την οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απόφαση που ενδέχεται ο ενάγων να λάβει υπέρ του. ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32 ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ 14/60 ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 5 ΤΟΥ ΚΕΦ. 6 Το Δικαστήριο έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές θα εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις και κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι με βάση τη νομολογία η ύπαρξη ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης της ενάγουσας. Με βάση το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ο Ενάγων αξιώνει αναγνωριστική απόφαση ότι ο τερματισμός της Συμφωνίας πώλησης διαμερίσματος ημερ. 9/3/2010 μεταξύ των διαδίκων, τερματίσθηκε νόμιμα εξ υπαιτιότητας των Εναγομένων και ταυτόχρονα, επιζητεί την επιστροφή του ποσού των €180.000 που έχει καταβληθεί αναφορικά με το διαμέρισμα που αγόρασε με βάση την πιο πάνω Συμφωνία ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή ως αντάλλαγμα που απέτυχε και/ή ως αθέμιτο πλουτισμό. Οι πιο πάνω αιτούμενες θεραπείες βασικά περιστρέφονται γύρω από την θέση ότι υπήρξε παράβαση Συμφωνίας από μέρους της Εναγόμενης Εταιρείας και ότι, ως αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος, ο Ενάγων τερμάτισε γραπτώς την επίδικη Συμφωνία και διεκδικεί, συνεπακόλουθα, την επιστροφή όλων των καταβληθέντων προς την Εναγομένη ποσών αλλά και περαιτέρω αποζημιώσεις. Βεβαίως κάποιες από τις θεραπείες που επιζητούνται δεν μπορούν να διεκδικηθούν ταυτόχρονα και υπάρχει επικάλυψη τούτων. Δεν είναι, όμως, του παρόντος να εξεταστεί. Εκείνο το οποίο προκύπτει, με βάση το σύνολο της γενικής οπισθογράφησης και τις αιτούμενες θεραπείες που περιέχονται, είναι ότι αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση που αφορά την κατ΄ ισχυρισμό παράβαση Συμφωνίας από μέρους της Εναγόμενης και, συνεπώς, η πρώτη προϋπόθεση πληρούται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο Ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σε αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν. Επισημαίνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση αμφότεροι οι διάδικοι έχουν περιοριστεί στις Ένορκες Δηλώσεις που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Η πλευρά του Ενάγοντα, μέσω της ενόρκου δηλώσεως που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης, ισχυρίζεται ότι ενώ η μεταξύ των διαδίκων Συμφωνία προέβλεπε την παράδοση του διαμερίσματος που θα ανεγείρετο για λογαριασμό του Ενάγοντα το αργότερο μέχρι 30.6.2010, η προθεσμία παράδοσης του διαμερίσματος παρήλθε και, παρά την αποστολή επιστολής από τους δικηγόρους του Ενάγοντα με την οποία η Εναγόμενη 1 εκαλείτο όπως παραδώσει στον Ενάγοντα το διαμέρισμα σε καθορισθείσα ημερομηνία, υπήρξε άρνηση και/ή παράλειψη της Εναγομένης να συμμορφωθεί με αποτέλεσμα ο Ενάγων να προχωρήσει σε τερματισμό της μεταξύ των διαδίκων Συμφωνίας μέσω επιστολής που απέστειλαν οι δικηγόροι του στην Εναγομένη. Από την άλλη, η Εναγόμενη Εταιρεία αντικρούει τους πιο πάνω ισχυρισμούς και ισχυρίζεται ότι η οποιαδήποτε καθυστέρηση ήθελε φανεί ότι παρουσιάστηκε ήταν απόλυτα δικαιολογημένη και δεν οφειλόταν σε λόγους που αφορούν την Εναγόμενη 1 ή τον Εναγόμενο 2 και ότι ούτε καν συνιστούσαν παράβαση συμφωνίας από πλευράς των Εναγομένων. Προβάλλεται, περαιτέρω, ισχυρισμός ότι ο Ενάγων γνώριζε ότι η οποιαδήποτε καθυστέρηση δεν οφειλόταν στην Εναγόμενη και ότι ο ίδιος αντιλήφθηκε και συμφώνησε με την κατάσταση πραγμάτων και ότι, συνεπώς, εμποδίζεται δυνάμει παραστάσεων να προβαίνει στους ισχυρισμούς του. Υπάρχει, επίσης, ο ισχυρισμός από μέρους της Εναγόμενης ότι ο Ενάγων δεν έχει εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις προς τους Εναγόμενους και ότι δεν κατέβαλε το ποσό που αναφέρεται στην παρά.
(12)της Ένορκης Δήλωσης του. Τέλος, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο τερματισμός της Συμφωνίας είναι αντισυμβατικός και ότι οφείλεται στο ότι ο Ενάγων άλλαξε γνώμη. Επαναλαμβάνω. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω, απλώς να διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 ικανοποιούνται. Αποφεύγω δε, επιμελώς, να καταλήξω σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Είναι αρκετό δε ο Ενάγων-Αιτητής προς στοιχειοθέτηση και των τριών προϋποθέσεων που θέτει το Άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60 να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας η οποία θα χρειασθεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Είναι η κρίση μου, λοιπόν, ότι τα όσα έχει επικαλεστεί η πλευρά του Ενάγοντα στην Ένορκη Δήλωση που κατατέθηκε προς υποστήριξη της υπό εξέταση αίτησης, με το περιορισμένο βάρος που έχει για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Θα εξετάσουμε στη συνέχεια και το κατά πόσο συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση του πιο πάνω Άρθρου, δηλαδή, να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Βασικά εάν η φύση της υπόθεσης επιτρέπει δίκαιο υπολογισμό της ζημιάς και η επιδίκαση αποζημιώσεων στους Ενάγοντες/Αιτητές στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους, τότε η έκδοση ή συνέχιση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Όμως, όπου ο υπολογισμός είναι δύσκολος ή αδύνατος, τότε υπάρχει ενδεχόμενο να ικανοποιείται η προϋπόθεση[8]. Περαιτέρω, η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης[9]. Αφορά δε την ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων προς ικανοποίηση τυχόν μελλοντικής απόφασης υπέρ της Ενάγουσας. Ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Α. Λοΐζου την υπόθεση Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδης (Αρ. 1)
(1992)1 ΑΑΔ 14 αποσαφήνισε τη δυνατότητα έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής με βάση το ΄Αρθρο 32 του Νόμου 14/60. Το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου της μαρτυρίας, υφίσταται βάσιμος κίνδυνος η απόφαση υπέρ της Ενάγουσας να παραμείνει ανικανοποίητη. Να πω και κάτι τελευταίο. Δεν είναι απαραίτητη η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη της πρόθεσης της εναγομένης να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον διαδραματισθούν στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί[10]. Υπενθυμίζω εδώ ότι ο Ενάγων θα πρέπει να προσκομίσει μαρτυρία η οποία να στοιχειοθετεί τόσο την τρίτη προϋπόθεση του ΄Αρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 όσο και τη δεύτερη προϋπόθεση του ΄Αρθρου 5
(2)του ΚΕΦ.
- Στην παρούσα υπόθεση, εξετάζοντας την προσαχθείσα μαρτυρία, διαφωνώ με τη θέση που υποστηρίχθηκε από πλευράς Εναγομένων ότι δεν έχει αποδειχθεί η αξία της περιουσίας που επιζητείται να δεσμευθεί. Αντίθετα, μέσω της παρουσίασης της εκτίμησης ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ζ έχει προσδιοριστεί η αξία των ακινήτων για τα οποία επιδιώκεται η δέσμευση και δεν είναι του παρόντος για να υπεισέλθει το Δικαστήριο σε αξιολόγηση αυτής της εκτίμησης. Ο δε ισχυρισμός των Εναγομένων ότι οι αξίες των ακινήτων που επιζητείται η δέσμευση είναι πολύ μεγαλύτερη δεν έχει υποστηριχθεί με οποιαδήποτε εκτίμηση της δικής τους πλευράς. Για το θέμα της δυνατότητας ή μη αποξένωσης του ακινήτου επί του οποίου ευρίσκεται το διαμέρισμα, αντικείμενο του πωλητηρίου εγγράφου που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων, επιθυμώ σύντομα να σχολιάσω τα όσα η πλευρά των Εναγομένων έχει εισηγηθεί και συγκεκριμένα τη θέση ότι η ύπαρξη του εν λόγω πωλητηρίου εγγράφου που είναι κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο αποκλείει, για το διαμέρισμα που αφορά, την οποιαδήποτε πιθανότητα αποξένωσης. Με βάση τον περί Πωλήσεως Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο ΚΕΦ. 232 στην περίπτωση όπου η πώληση ακινήτου γίνεται με γραπτή σύμβαση η οποία εγγράφεται στο Κτηματολόγιο βάση των προνοιών του εν λόγω Νόμου τότε η σύμβαση αυτή συνιστά εμπράγματο βάρος και ο αγοραστής αποκτά δικαίωμα (in rem) επί του ακινήτου[11]. Η εγγραφή της σύμβασης στο Κτηματολόγιο βάσει των προνοιών του ΚΕΦ. 232 συνιστά, εν πάση περιπτώσει, κώλυμα στη διάθεση του ακινήτου από τον ιδιοκτήτη προς οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο[12]. Το θέμα, όμως, δεν τελειώνει εδώ. Πρέπει να διευκρινίσουμε ότι η κατάθεση πωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολόγιο, η οποία επενεργεί ως εμπράγματο βάρος επί της ιδιοκτησίας, γίνεται για σκοπούς της θεραπείας της ειδικής εκτέλεσης της σχετικής σύμβασης για πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας. Επενεργεί δε, ως εμπράγματο βάρος μέχρι την εκπνοή των προθεσμιών που προβλέπονται στο Άρθρο 2(δ) του Νόμου εφόσον δεν εγερθεί αγωγή εντός των αναφερομένων προθεσμιών για ειδική εκτέλεση της σύμβασης[13]. Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση ο Ενάγων επικαλείται τερματισμό της σύμβασης πώλησης λόγω παράβασης εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων της Εναγομένης εταιρείας και αξιώνει αποζημιώσεις, ενώ ταυτόχρονα ζητά την έκδοση Δηλωτικής Απόφασης του Δικαστηρίου ότι η επίδικη σύμβαση πώλησης διαμερίσματος τερματίστηκε νόμιμα από τον Ενάγοντα εξ υπαιτιότητας των Εναγομένων. Συνεπώς, με τη μη αποδοχή, από μέρους του Ενάγοντα, της παράβασης συμφωνίας από μέρους των Εναγομένων, την οποία επικαλείται ο Ενάγων και τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας με τη συνεπακόλουθη απαίτηση του Ενάγοντα για αποζημιώσεις, το πωλητήριο έγγραφο στην προκειμένη περίπτωση έπαυσε να είναι σε ισχύ και δεν τίθεται πλέον θέμα διατήρησης οποιωνδήποτε δικαιωμάτων πηγάζουν από το Νόμο ΚΕΦ.
- Το γεγονός της κατάθεσης στο Κτηματολόγιο του πωλητήριου εγγράφου και το γεγονός ότι αυτό εξακολουθεί να βρίσκεται μέχρι σήμερα κατατιθέμενο στο Κτηματολόγιο, που δεν έχει αμφισβητηθεί από την πλευρά του Ενάγοντα εφόσον ο Εναγόμενος 2 δεν έχει τύχει αντεξέτασης επί του περιεχομένου της Ενόρκου Δηλώσεώς του, δεν διαφοροποιεί την κατάσταση εφόσον, επαναλαμβάνω, η επίδικη συμφωνία που αφορά το πωλητήριο έγγραφο έχει τερματισθεί. Επισημαίνω, ωστόσο, ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν έθεσε η πλευρά του Ενάγοντα οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της Εναγόμενης εταιρείας. Δεν υπήρξε, καν ισχυρισμός από πλευράς του Ενάγοντα περί αφερεγγυότητας της Εναγομένης εταιρείας ή ύπαρξη οποιωνδήποτε οικονομικών προβλημάτων που να επηρεάζουν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τη δυνατότητα της εταιρείας, σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση υπέρ του Ενάγοντα, να ικανοποιήσει μια τέτοια απόφαση. Υπενθυμίζω ότι η απαίτηση του Ενάγοντα αφορά σε διεκδίκηση αποζημιώσεων και τα ακίνητα για τα οποία επιδιώκεται η δέσμευση τους δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Αντίθετα, η πλευρά της Εναγόμενης εταιρείας ισχυρίζεται και, δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς του Ενάγοντα εφόσον δεν υπήρξε αντεξέταση, ότι είναι αξιόχρεη εταιρεία, φερέγγυα, με μεγάλο κύκλο εργασιών και ότι κανένα πρόβλημα δεν θα έχει να ικανοποιήσει μια απόφαση που τυχόν εκδοθεί εναντίον της[14]. Στην αγόρευσή του ο συνήγορος του Ενάγοντα αναφέρει ότι η θέση που προβάλλεται στην ένσταση των Εναγομένων ότι η Εναγόμενη είναι αξιόχρεη, φερέγγυα, χωρίς κανένα πρόβλημα να μπορεί να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση που εκδοθεί εναντίον της δεν υποστηρίζεται από συγκεκριμένους ισχυρισμούς. Το σύντομο σχόλιο του Δικαστηρίου εδώ είναι ότι είναι η πλευρά του Ενάγοντα που επικαλέσθηκε ότι θα υπάρξει αδυναμία εξασφάλισης απόφασης που τυχόν εκδοθεί προς όφελος του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγομένης εταιρείας. Ως εκ τούτου, εναπόκειτο στην πλευρά του Ενάγοντα να αποδείξει ένα τέτοιο ισχυρισμό προσκομίζοντας την αναγκαία προς τούτο μαρτυρία. Όχι μόνο δεν το έπραξε, αλλά ούτε και υπήρξε, από μέρους του Ενάγοντα, ισχυρισμός περί αφερεγγυότητας της Εναγόμενης εταιρείας ή ότι αυτή είναι αναξιόχρεη με αποτέλεσμα να αδυνατεί να ικανοποιήσει απόφαση που τυχόν εκδοθεί σε βάρος της. Τα μόνα στοιχεία που η πλευρά των Εναγόντων έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι πιστοποιητικό έρευνας του Κτηματολογίου αναφορικά με ακίνητα επ΄ ονόματι της Εναγομένης εταιρείας. Να πω και κάτι τελευταίο. Η εξουσία έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων για δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης δεν δικαιολογείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις[15]. Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω, καταλήγω ότι ο Ενάγων απέτυχε να αποδείξει την τρίτη προϋπόθεση, ότι δηλαδή χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και ότι με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας - της οποίας επιδιώκεται η δέσμευση - σε κάποιο τρίτο είναι πιθανό ο Ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση της απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί υπέρ του. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω είναι η κατάληξη μου ότι ο Ενάγων απέτυχε να στοιχειοθετήσει τόσο την τρίτη προϋπόθεση του ΄Αρθρου 32 του Νόμου 14/60 όσο και τις προϋποθέσεις του εδαφίου
(2)του ΄Αρθρου 5 του ΚΕΦ. 6. Συνεπακόλουθα η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος του Καθ΄ ου η αίτηση-Εναγόμενου αρ. 1 και εναντίον του Αιτητή-Ενάγοντα τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο, να καταβληθούν δε στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ..................... Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, ΑΕΔ Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Δέστε Demades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. [2] Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268 [5] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [6] Δέστε Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 396 και ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδης κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 692 σελ. 701: «Το άρθρο 32, που παραθέτουμε πιο πάνω, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Πριν από τη θέσπιση του Ν.14/60, ίσχυε ο περί Δικαστηρίων Νόμος του 1953, 40/53. Το λεκτικό του άρθρου 37
(1)του Νόμου αυτού ήταν πανομοιότυπο με αυτό του άρθρου 32 του Ν.14/60. Στην υπόθεση The Polich Ocean Lines and Another v. N. Spyropoulos and Another XX
(2)C.L.R. 73, Το Δικαστήριο αποφάσισε πως δεν είχε εξουσία να εκδώσει παρεμπίπτον διάταγμα, για να απαγορεύσει στον εναγόμενο να διαθέσει χρηματικό ποσό, που δεν ήταν αντικείμενο της αγωγής. .............. Στη χώρα μας η νομοθετική εξουσία προτίμησε να μη παρέμβει στο ζήτημα. Άφησε τα Δικαστήρια να λειτουργούν με την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει, όπως είπαμε πιο πριν το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων». [7] Δέστε Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520 και Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 [8] Δέστε Karydas Taxi v. Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321. [9] Δέστε Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Α) Α.Α.Δ 2111, Larticon Ltd v. Detergenta Developments
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121. [10] Δέστε Phasarias (Automotive Centre) Ltd. V. Σκυροποιία «Λεωνικ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-790: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πραγματική πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία ..» Δέστε, επίσης, Larticon (ανωτέρω) [11] Δέστε Άρθρο 7 του ΚΕΦ. 232. [12] Δέστε Harry Leonard Flower κ.ά. v. Χατζηιωάννου κ.ά.
(2008)1 ΑΑΔ 770, Αντρίκκος Νίκου Χρίστου κ.ά. v. Γεωργίου
(1999)1 ΑΑΔ 940, Δρυάδης κ.ά. v. Καλησπέρα
(1998)1 ΑΑΔ 881. [13] Δέστε Άρθρο 7
(1)(α) του ΚΕΦ.
- [14] Δέστε παρά. 14 της Ένορκης Δήλωσης του Εναγόμενου
- [15] Δέστε Marketrends (Capital Market) Ltd v. Μιχάλη Γεωργίου
(2002)1 ΑΑΔ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο