← Κύπρος

EUROCYPRIA AIRLINES LTD ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Αγ. 623/2011, 8.4.2011

EUROCYPRIA AIRLINES LTD ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Αγ. 623/2011, 8.4.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγ. 623/2011 Μεταξύ: EUROCYPRIA AIRLINES LTD, υπό εκκαθάριση, μέσω του εκκαθαριστή της ΚΡΙΣ ΙΑΚΩΒΙΔΗ Ενάγουσας -και-

  1. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ μέσω του ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
  2. ΚΥΠΡΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ Εναγομένων Μονομερής Αίτηση από την Eurocypria Airlines Ltd, ημερ. 1.3.2011 για έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος. Ημερομηνία: 8.4.2011 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα-αιτητή: Ο κ. Λ. Παπαφιλίππου με κ. Γ. Χριστοδούλου και κα Α. Κορφιώτη. Για εναγομένους-καθ΄ ων η αίτηση: Ο κ. Π. Πολυβίου με κ. Γ. Μίτλεττον. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η ενάγουσα, Eurocypria Airlines Ltd, ενεργώντας μέσω του εκκαθαριστή της Κρις Ιακωβίδη, ζητά να εκδοθεί: «Ενδιάμεσο προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει και να εμποδίζει την Εναγόμενη 2 και/ή τους διευθυντές και/ή αξιωματούχους και/ή υπαλλήλους και/ή εκπροσώπους τους από το να χρησιμοποιούν και/ή να οικειοποιούνται τα περιουσιακά στοιχεία της Ενάγουσας, συμπεριλαμβανομένων των Δικαιωμάτων Πρόσβασης του Δρομολογίου Λάρνακας / Πάφου - Αγίας Πετρούπολης, τα οποία παραχωρήθηκαν από το Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων στην Ενάγουσα στις 21/02/2005, σύμφωνα με τις πρόνοιες Μνημονίου Κύπρου - Ρωσίας ημερομηνίας 11/02/2005, μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι της αποπεράτωσης της παρούσας αγωγής.» Η αίτηση στηριζόμενη, ως είναι μεταξύ άλλων, και στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κατεχωρήθη με τη διαδικασία του κατ΄ επείγοντος συγχρόνως με την καταχώρηση της αγωγής. Αφού έτυχε της δέουσας εξέτασης δόθησαν οδηγίες να επιδοθεί ως έχει, στο μονομερή τύπο αίτησης, στην εναγομένη 2 που είναι οι Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Λτδ, εναντίον της οποίας στρέφεται. Μετά την επίδοση η τελευταία καταχώρησε ένσταση υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση. Κατά συνέπεια η ακρόαση που ακολούθησε σε σύντομο χρόνο μετά διεξήχθη inter partes. Στο στάδιο εκείνο ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας κατέστησε σαφές ότι παρά τη γενικότητα στη διατύπωση του, το αιτούμενο διάταγμα αφορά μόνο τα δικαιώματα πρόσβασης που αναφέρονται συγκεκριμένα στο παρακλητικό, ανωτέρω, και κανένα άλλο περιουσιακό στοιχείο της. Επίσης, να σημειωθεί ότι η εναγομένη 1, Κυπριακή Δημοκρατία, δεν κλήθηκε και δε λαμβάνει μέρος στην παρούσα ενδιάμεση διαδικασία. Όπως αναμένεται σε τέτοιες περιπτώσεις το ενδιάμεσο διάταγμα ανταποκρίνεται στις βασικές απαιτήσεις της ενάγουσας οι οποίες εμφαίνονται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Με αυτές επιδιώκεται η εξασφάλιση αποζημίωσης για την οικειοποίηση των προαναφερθέντων περιουσιακών στοιχείων από τις εναγόμενες 1 και 2 και αποκατάσταση της σ΄ αυτά. Ως βάση για τις προαναφερθείσες θεραπείες προβάλλονται διάφορες αιτίες για τις οποίες επιρρίπτεται στις εναγόμενες 1 και 2 συλλογική ευθύνη. Ως νομική βάση της αίτησης αναφέρεται το άρθρο 32

(1)του περί Δικαστηρίων Νόμων 14/1960. Οι πρόνοιες του ήσαν στο επίκεντρο της επιχειρηματολογίας την οποία ανέπτυξαν οι συνήγοροι κατά το στάδιο των αγορεύσεων σε συνδυασμό με αναφορές στην προσκομισθείσα σχετικά μαρτυρία. Το εν λόγω άρθρο παρέχει εξουσία στο δικαστήριο να εκδώσει, μεταξύ άλλων, απαγορευτικό διάταγμα όπως το αιτούμενο, αφού κρίνει τούτο δίκαιο ή πρόσφορο. Βέβαια, η άσκηση της εξουσίας αυτής προϋποθέτει τη συνύπαρξη τριών, κατ΄ ελάχιστο, κριτηρίων τα οποία καθορίζονται στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1). Σκοπός της πρόνοιας αυτής είναι να διασφαλιστεί ότι η εν λόγω εξουσία δε θα ασκηθεί επί ματαίω. Επομένως, θα πρέπει το δικαστήριο να ικανοποιηθεί πρώτα ότι υπάρχει ενώπιον του σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, με ορατή την πιθανότητα επιτυχίας του και ότι προς εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας τυχόν θετικής έκβασης επ΄ αυτού είναι αναγκαία η έκδοση του ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος. Η συνύπαρξη των κριτηρίων, ανωτέρω, και η άσκηση ή μη της προαναφερθείσας εξουσίας κρίνεται στη βάση μαρτυρίας η οποία τίθεται ενώπιον του δικαστηρίου με ένορκες δηλώσεις. Αυτή δε εξετάζεται ως έχει στην όψη της, με κριτική διάθεση όπου υπάρχει ουσιαστική διαφωνία, όμως αποκλειστικά και μόνο για σκοπούς της υπό εξέταση ενδιάμεσης διαδικασίας. Δεν είναι επιτρεπτή η διαπίστωση ευρημάτων επί γεγονότων αφορώντων στην ουσία της επίδικης διαφοράς. Ενώ συγχρόνως είναι σύνηθες σε μια δικαστική διαφορά να υπάρχει και αρκετό κοινό έδαφος όσον αφορά τα γεγονότα που αποτελούν τη βάση της. Και τότε τα γεγονότα αυτά εκλαμβάνονται ως δεδομένα στο πλαίσιο βέβαια πάντοτε της διεξαγόμενης ενδιάμεσης διαδικασίας. Η παρούσα περίπτωση δεν αποτελεί εξαίρεση στην τελευταία πιο πάνω παρατήρηση. Οι συνήγοροι δε ανέπτυξαν τη βασική επιχειρηματολογία τους παραπέμποντας σε τέτοια κοινά στοιχεία μαρτυρίας. Τα παραθέτω στη συνέχεια με τη χρονολογική σειρά που φέρεται να έχουν προκύψει. Η ενάγουσα είναι αεροπορική εταιρεία η οποία είχε αρχικά συσταθεί ως θυγατρική της εναγομένης 2 και άρχισε να πραγματοποιεί πτήσεις από το
  1. Κατά το Νοέμβριο του 2006 το μετοχικό κεφάλαιο της αποκτήθηκε εξ ολοκλήρου από την εναγομένη
  2. Έτσι η τελευταία κατέστη η μοναδικός μέτοχος της με αποκλειστική εξουσία στο διορισμό του διοικητικού συμβουλίου της. Περαιτέρω, είναι παραδεκτό γεγονός ότι κατά πάντα ουσιώδη με την παρούσα αγωγή χρόνο η ενάγουσα κατείχε άδεια εκμετάλλευσης η οποία της επέτρεπε να ασκεί την επιχείρηση του αερομεταφορέα. Χωρίς την άδεια αυτή οπωσδήποτε δε θα μπορούσε να λειτουργήσει. Της χορηγήθηκε από την αρμόδια αρχή αδειοδότησης της Κυπριακής Δημοκρατίας αφού ικανοποιήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η ενάγουσα ήταν κάτοχος έγκυρου πιστοποιητικού αερομεταφορέα (AOC). Η ερμηνεία των όρων και οι ρυθμίσεις, ανωτέρω, προβλέπονται στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1008/
  3. Ειδικά όσον αφορά την άδεια εκμετάλλευσης προβλέπεται στο Άρθρο 3, παρα. 1, ότι «Δεν επιτρέπεται σε καμία εγκατεστημένη στην Κοινότητα επιχείρηση να μεταφέρει αεροπορικώς επιβάτες, ταχυδρομείο ή/και φορτίο έναντι αμοιβής ή/και μίσθωσης, εκτός εάν της έχει χορηγηθεί η κατάλληλη άδεια εκμετάλλευσης.» Ενώ σε σχέση με το πιστοποιητικό αερομεταφορέα (AOC) υπάρχει πρόνοια στο Άρθρο 6, παρα. 1 ότι «Η χορήγηση και τήρηση σε ισχύ άδειας εκμετάλλευσης προϋποθέτει την ανά πάσα στιγμή κατοχή εγκύρου AOC που αναγράφει τις καλυπτόμενες από την άδεια εκμετάλλευσης δραστηριότητες.» Το τελευταίο, προφανώς, τέτοιο πιστοποιητικό αερομεταφορέα είχε εκδοθεί στην ενάγουσα στις 15.7.2008 από το Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας της Κυπριακής Δημοκρατίας δυνάμει του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 3922/1991, όπως έχει τροποποιηθεί, και θα ίσχυε μέχρι την 31.3.
  4. Εκτός και αν, όπως αναφέρεται σ΄ αυτό, ετροποποιείτο, αναστέλλετο ή ανακαλείτο (unless varied, suspended or revoked). Παρόμοια εξουσία, για αναστολή και ανάκληση άδειας εκμετάλλευσης, παρέχεται υπό ορισμένες προϋποθέσεις και στην αρμόδια αρχή έκδοσης τέτοιας άδειας δυνάμει του Άρθρου 9 του Κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1008/
  5. Στην περίπτωση της ενάγουσας οι αρμόδιες αδειοδοτικές αρχές ανέστειλαν και τα δύο, ήτοι την άδεια εκμετάλλευσης και το πιστοποιητικό αερομεταφορέα. Η άδεια εκμετάλλευσης ανεστάλη στις 15.11.2010, αρχικά για περίοδο 90 ημερών και στη συνέχεια μέχρι την 29.4.
  6. Όσον αφορά το πιστοποιητικό αερομεταφορέα αυτό ανεστάλη επ΄ αόριστο από τις 26.11.
  7. Στο μεταξύ, στις 4.11.2010 με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της ενάγουσας ανεστάλη το πτητικό της πρόγραμμα και ακολούθως στις 8.11.2010 αποφασίστηκε και η αποδέσμευση όλων των ενοικιαζομένων από αυτή αεροσκαφών. Τέλος, στις 29.11.2010 σε Έκτακτη Γενική Συνέλευση η οποία πραγματοποιήθηκε επί σκοπώ, ο μοναδικός μέτοχος της ενάγουσας, δηλαδή η Κυπριακή Δημοκρατία, υιοθέτησε ψήφισμα για εκούσια διάλυση της. Συνεπεία της απόφασης αυτής ακολούθησε ο διορισμός του εκκαθαριστή κ. Κρις Ιακωβίδη από τους πιστωτές της ενάγουσας στους οποίους περιλαμβάνεται και το απολυθέν προσωπικό της. Αποσκοπεί ο διορισμός αυτός στη διασφάλιση των συμφερόντων του συνόλου των πιστωτών κατά τη διενεργούμενη εκκαθάριση της. Στο πλαίσιο αυτό κατεχωρήθη και η παρούσα αγωγή καθώς επίσης η υπό εξέταση αίτηση για έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος. Ειδικά το τελευταίο προσωρινό μέτρο στοχεύει στην άμεση διασφάλιση προς όφελος της ενάγουσας των δικαιωμάτων πρόσβασης στο δρομολόγιο Λάρνακα/Πάφος - Αγία Πετρούπολη. ΄Εχοντας η ενάγουσα αυτά στη διάθεση της θα επιχειρηθεί από τον εκκαθαριστή η επαναδραστηριοποίηση της δια της αναδιοργάνωσης της ή και δια της εξαγοράς των μετοχών της από κάποιο ενδιαφερόμενο επενδυτή. Θεωρείται ότι αποτελούν τα εν λόγω δικαιώματα πρόσβασης περιουσιακό στοιχείο, μέρος του ενεργητικού της, και ότι της έχει αποστερηθεί από την εναγομένη 1, Κυπριακή Δημοκρατία, προς όφελος της εναγομένης
  8. Όπως προκύπτει από τη μαρτυρία αποτελεί και η εταιρεία αυτή αδειοδοτημένο αερομεταφορέα και οι μετοχές της κατέχονται κατά 70% από την εναγομένη
  9. Το ιστορικό της τελευταίας πιο πάνω πτυχής που αποτελεί και την ουσία της όλης διαφοράς μεταξύ των διαδίκων πηγαίνει πίσω μερικά χρόνια, στο
  10. Συγκεκριμένα, στις 21 Φεβρουαρίου 2005 η Κυπριακή Δημοκρατία ενεργώντας μέσω του αρμόδιου υπουργείου καθόρισε την ενάγουσα για να εξυπηρετεί το δρομολόγιο Λάρνακα/Πάφος-Αγία Πετρούπολη. Η πιο πάνω διευθέτηση κατέστη δυνατή μετά από την υπογραφή στις αρχές του προαναφερθέντος μήνα Μνημονίου Συναντίληψης μεταξύ Κύπρου-Ρωσίας το οποίο παρείχε δικαίωμα στην Κυπριακή Δημοκρατία να καθορίσει έναν αερομεταφορέα για να εξυπηρετεί το πιο πάνω δρομολόγιο. Στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι η ανάθεση του εν λόγω δρομολογίου στην ενάγουσα κατέστη γνωστή, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, μέσω της προαναφερθείσας επιστολής 21.2.2005 την οποία απέστειλε ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Συγκοινωνιών στο Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εξωτερικών με κοινοποίηση στο Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας. Δεν είναι όμως γνωστό πώς και πότε ακριβώς έγινε η ανάθεση στην ενάγουσα. Εν τούτοις, παρά την απουσία, προφανώς τότε, θεσμοθετημένης διαδικασίας για τη ρύθμιση των θεμάτων αυτών ουδείς αμφισβητεί το πιο πάνω γεγονός. Αργότερα, στο πλαίσιο εναρμόνισης με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 847/2004 ελήφθη δυνάμει του άρθρου 260 του περί Πολιτικής Αεροπορίας Νόμου 213(Ι)/2002, όπως έχει τροποποιηθεί, σχετική Απόφαση η οποία δημοσιεύθηκε στις 7.11.2008 με την Κ.Δ.Π. 406/
  11. Ρυθμίζει τα της παραχώρησης πρόσβασης σε δρομολόγια μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και τρίτης χώρας στο πλαίσιο σχετικής διμερούς αεροπορικής συμφωνίας. Με την Απόφαση αυτή η παραχώρηση πρόσβασης σε δρομολόγιο έχει ορισθεί ως «Άδεια Πρόσβασης» και παραχωρείται ή ανακαλείται δυνάμει των λοιπών σχετικών προνοιών της. Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες της, η Απόφαση σαφώς δεν εφαρμόζεται σε σχέση με άδεια πρόσβασης η οποία είχε παραχωρηθεί πριν από την έκδοση της. Άρα ούτε και στην εν προκειμένω η οποία αφορά το δρομολόγιο Λάρνακα/Πάφος-Αγία Πετρούπολη και είχε παραχωρηθεί στην ενάγουσα κατά το
  12. Όμως, ας σημειωθεί ότι στις 30.3.2009 παρεχωρήθη στην ενάγουσα, δυνάμει των προνοιών της πιο πάνω Απόφασης, άδεια πρόσβασης στο δρομολόγιο Πάφος-Μόσχα-Πάφος, απεριορίστου χρονικής διάρκειας. Την αμέσως επόμενη ημέρα της αναστολής του πτητικού προγράμματος της ενάγουσας σημειώθηκε και μια άλλη σοβαρή εξέλιξη σε σχέση με τις εργασίες της. Συγκεκριμένα, στις 5.11.2010 ο προϊστάμενος του Τμήματος Πολιτικής Αεροπορίας πληροφόρησε γραπτώς τον προϊστάμενο της αντίστοιχης αρχής της Ρωσικής Ομοσπονδίας ότι συνεπεία της προσωρινής αναστολής των εργασιών της ενάγουσας τα δρομολόγια Πάφος-Μόσχα-Πάφος και Λάρνακα/Πάφος-Αγία Πετρούπολη ανατέθησαν, με άμεση εφαρμογή, στις Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Λτδ, δηλαδή στην εναγομένη
  13. Πολύ αργότερα, στις 30.12.2010, ο Διευθυντής του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων ενημέρωσε γραπτώς τον Εκτελεστικό Πρόεδρο της εναγομένης 2 ότι οι αρμόδιες Ρωσικές αρχές είχαν αποδεχθεί τον πιο πάνω καθορισμό όσον αφορά τα προαναφερθέντα δρομολόγια. Στο πλαίσιο δε αυτό, και κατόπιν ενεργειών της, η εναγομένη 2 φέρεται να συνήψε συμφωνίες με τουριστικούς πράκτορες στη Ρωσία με τους οποίους συνεργαζόταν μέχρι πρότινος η ενάγουσα όταν διεξήγε ειδικά το δρομολόγιο Λάρνακα/Πάφος-Αγία Πετρούπολη. Όλα τα πιο πάνω γεγονότα δε συνέβησαν τυχαία αλλά, προφανώς, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης στην οποία η ενάγουσα είχε περιέλθει ειδικά κατά τα τελευταία δύο χρόνια της λειτουργίας της. Συγκεκριμένα, κατά τα έτη 2008 και 2009 η ενάγουσα παρουσίαζε ζημιά αρκετών εκατομμυρίων ευρώ με αποτέλεσμα το διοικητικό συμβούλιο της να αποφασίσει να προβεί σε αναδιοργάνωση της με προοπτική την επαναφορά της στην κερδοφορία. Όμως, τελικώς, ως φαίνεται ο στόχος αυτός δεν επιτεύχθηκε και στις 8.11.2010 το διοικητικό συμβούλιο έλαβε αποφάσισε ότι δεν ήταν δυνατό να δοθεί Δήλωση Φερεγγυότητας της ενάγουσας σύμφωνα με το άρθρο 266 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  14. Βασικά, ήταν εξαιτίας της πιο πάνω διαπίστωσης και συνακόλουθα απόφασης της ενάγουσας που ανακλήθηκαν η άδεια εκμετάλλευσης στις 15.11.2010 και το πιστοποιητικό αερομεταφορέα στις 26.11.
  15. Ως γνωστό ακολούθησε στις 29.11.2010 η απόφαση να τεθεί η ενάγουσα σε εκούσια εκκαθάριση ως απόρροια όλων των προηγηθέντων που αναφέρονται πιο πάνω. Μέρος των καθηκόντων του εκκαθαριστή ο οποίος διορίστηκε από τους πιστωτές της ενάγουσας είναι η διερεύνηση των συνθηκών οι οποίες οδήγησαν την ενάγουσα στην κακή οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκεται σήμερα. Είναι δε η θέση της ενάγουσας, η οποία έχει τεθεί εμφαντικά μέσω της μαρτυρίας καθώς επίσης με την αγόρευση του συνηγόρου της, ότι αυτή οδηγήθηκε στην πιο πάνω κατάσταση εσκεμμένα από την μοναδικό μέτοχο της, την Κυπριακή Δημοκρατία εναγομένη 1, με τη σύμπραξη και της εναγομένης 2 η οποία έχει καρπωθεί και θα συνεχίσει να καρπούται όλα τα οικονομικά οφέλη στα οποία η ενάγουσα δικαιούτο ή θα απολάμβανε από τη συνέχιση των εργασιών της. Η πλευρά της εναγομένης 2 αμφισβητεί εντόνως τα όσα της αποδίδονται με τη μαρτυρία την οποία προσκόμισε η ενάγουσα μέσω του εκκαθαριστή της σε σχέση με τα ανωτέρω. Περαιτέρω, είναι η εισήγηση του συνηγόρου της ότι τα θέματα αυτά δε θα πρέπει να απασχολήσουν το δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας και ότι το ουσιώδες σ΄ αυτήν είναι το ζήτημα της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Γενικά ιδωμένη η εν λόγω μαρτυρία αλλά και ειδικά στα πλαίσια των προνοιών, ανωτέρω, του άρθρου 32
(1)δε διαπιστώνεται να αποκαλύπτει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα. ΄Ισως, με εξαίρεση τις αναφορές οι οποίες φέρεται να στοιχειοθετούν το αστικό αδίκημα της παράνομης πρόκλησης άλλου σε παράβαση σύμβασης (άρθρο 34 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148), που όμως δεν είναι αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Ενώ κάποιες από τις αιτίες που αναφέρονται στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα μάλλον είναι δυνατό να προβληθούν και να επιδιωχθεί η εξασφάλιση των ανάλογων θεραπειών στα πλαίσια της εκκαθάρισης με βάση τις σχετικές πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και σύμφωνα με τις εκεί προβλεπόμενες διαδικασίες. Η εν λόγω μαρτυρία εστιάζει σε αναφορές για περιστατικά ή και συμπεριφορές οι οποίες αποδίδονται κυρίως στην εναγομένη 1 Κυπριακή Δημοκρατία αλλά και στην εναγομένη 2, αποκαλύπτουσες αλλότριες προθέσεις των δύο αυτών όσον αφορά τη συνέχιση της λειτουργίας της ενάγουσας. Βασικά, οι εναγόμενες 1 και 2, αλλά ιδιαίτερα η πρώτη, φέρεται να επεδίωκαν την απογύμνωση της ενάγουσας από όλα τα περιουσιακά της στοιχεία και την αδρανοποίηση της. Το τελευταίο φαίνεται εκ των πραγμάτων ότι έχει επισυμβεί, χωρίς βέβαια να αποφασίζεται εδώ αν ευθύνονται γι΄ αυτό ή όχι οι εναγόμενες 1 και
  1. Επομένως, η εν λόγω μαρτυρία απλώς θέτει ένα ιστορικό υπόβαθρο και δεν είναι χρήσιμη άλλως πως στο πλαίσιο της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας. Βέβαια, η αγωγή η ίδια αφορά ένα τέτοιο περιστατικό, από τα διάφορα που αναφέρονται στην προαναφερθείσα μαρτυρία, συνεπεία του οποίου φέρεται να υπήρξε οικειοποίηση και από τις δύο εναγόμενες, όπως έχει η σχετική μαρτυρία, και όχι μόνο από την εναγόμενη 2, ενός συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου της ενάγουσας· του δικαιώματος που της παρείχε η άδεια πρόσβασης στο δρομολόγιο Λάρνακα/Πάφος-Αγία Πετρούπολη η οποία της παρεχωρήθη και την κατείχε από το
  2. Η εν λόγω οικειοποίηση φέρεται να συνίσταται στην ανάληψη εκτέλεσης από την εναγομένη 2 του εν λόγω δρομολογίου, το οποίο της ανατέθηκε από την αρμόδια αδειοδοτική αρχή μετά την πλήρη αδρανοποίηση της ενάγουσας και την τοποθέτηση της σε εκούσια εκκαθάριση, κατά τον Νοέμβριο του
  3. Νοουμένου ότι η έναρξη του εν λόγω δρομολογίου από την εναγομένη 2, που αποτελεί γεγονός πλέον σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, συνιστά κάποιας μορφής οικειοποίηση, θα μπορούσε να αναγνωριστεί στην ενέργεια αυτή το αστικό αδίκημα της παραβίασης θεσμικού καθήκοντος (breach of statutory duty), το οποίο έχει καθιερωθεί στο κυπριακό δίκαιο από τη νομολογία (βλ. Peristeronopighi Transport Co. Ltd. v. Toumazou
(1970)1 C.l.R. 196). Μάλιστα, χωρίς να χρειάζεται να γίνει και οποιαδήποτε αναφορά για το σκοπό αυτό στο ιστορικό, ανωτέρω, της φερόμενης ως επιλήψιμης συμπεριφοράς των εναγομένων έναντι της ενάγουσας. Να σημειωθεί περαιτέρω, ότι δεν έχει καταδειχθεί στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας η ύπαρξη στο νόμο αστικού αδικήματος οικειοποίησης δικαιώματος το οποίο κατέχεται με βάση άδεια η οποία έχει παραχωρηθεί δυνάμει κάποιου νομοθετήματος, εκτός αυτού στο πλαίσιο του προαναφερθέντος αστικού αδικήματος. Επομένως, για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας εκλαμβάνεται ως δεδομένο ότι είναι με την πιο πάνω έννοια που έχει χρησιμοποιηθεί ο όρος «οικειοποίηση», ήτοι της παραβίασης θεσμικού καθήκοντος (breach of statutory duty). Όμως, ανεξάρτητα από τις πιο πάνω παρατηρήσεις, από την πλευρά της εναγομένης 2 προβάλλεται η θέση ότι η εν λόγω ενέργεια είναι το αποτέλεσμα πράξης εξουσίας προερχόμενης από αρμόδιο όργανο της εναγομένης 1 Κυπριακής Δημοκρατίας, εμπίπτουσας στο πεδίο του διοικητικού δικαίου. Βέβαια, η θέση αυτή έχει αμφισβητηθεί από την πλευρά της ενάγουσας στη βάση συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας. Στο επίκεντρο της είναι και ο τρόπος αντιμετώπισης λογιστικώς μιας άδειας πρόσβασης όπως η υπό αναφορά. Συγκεκριμένα, έγινε εισήγηση από το συνήγορο της ενάγουσας ότι μια άδεια πρόσβασης αποτελεί περιουσιακό στοιχείο του κατόχου της. Παρέπεμψε δε σχετικά στα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα (International Accounting Standards) η εφαρμογή των οποίων στην Κύπρο αναγνωρίζεται από τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.
  1. Σ΄ αυτά ερμηνεύεται με αναφορά στην εισοδηματική ικανότητα ο όρος "intangible asset". Συμφωνώ ότι τέτοιου είδους περιουσιακό στοιχείο αποτελεί και η άδεια πρόσβασης. Όμως, η διαπίστωση αυτή σε τίποτε δε βοηθά την πλευρά της ενάγουσας. Εν πάση περιπτώσει, διαπιστώνεται παρεμπιπτόντως ότι η άδεια πρόσβασης δεν παρέχει απόλυτο δικαίωμα στον κάτοχο της ενώ ως περιουσιακό στοιχείο δεν είναι εμπορεύσιμη. Η πρόνοια στο άρθρο 12 της Απόφασης είναι σχετική και αναφέρει: «
  2. Η άδεια πρόσβασης η οποία παραχωρείται σε Κοινοτικό Αερομεταφορέα με βάση τις πρόνοιες της παρούσας απόφασης δεν μπορεί να παραχωρηθεί ή να εκχωρηθεί σε άλλο αερομεταφορέα ή να τύχει οποιασδήποτε εμπορικής εκμετάλλευσης μεταξύ αερομεταφορέων.» Με βάση λοιπόν την πρόνοια αυτή διατηρώ την άποψη ότι η άδεια πρόσβασης μπορεί να χαρακτηριστεί ως αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα μόνο εφόσον ταυτίζεται με τα κυριαρχικά δικαιώματα ενός κράτους. Ενώ δεν μπορεί να χαρακτηριστεί και ως περιουσιακό στοιχείο με την έννοια ότι ο κάτοχος της μπορεί να την εμπορευθεί. Για την ακρίβεια, αποτελεί περιουσιακό στοιχείο ως εκ της εκμετάλλευσης της από τον αερομεταφορέα προς τον οποίο έχει παραχωρηθεί και για όσο χρόνο διαρκεί η παραχώρηση της. Εξ ου και ο τρόπος αντιμετώπισης τέτοιου είδους περιουσιακών στοιχείων από τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα, όπως αναφέρεται προηγουμένως. Επομένως, το ερώτημα όπως προκύπτει από τα προλεχθέντα παραμένει. Αποτελεί η ανάληψη εκτέλεσης του εν λόγω δρομολογίου από την εναγομένη 2 οικειοποίηση, με την έννοια που αναφέρεται προηγουμένως, του δικαιώματος που παρέχει η σχετική άδεια πρόσβασης ή μήπως η ενέργεια της αυτή αποτελεί την έμπρακτη εφαρμογή πράξης διοικητικού οργάνου ληφθείσας στο πλαίσιο άσκησης από το τελευταίο δημόσιας εξουσίας; Το ερώτημα αυτό αποτελεί πιστεύω την ουσία της επίδικης διαφοράς, όπως έχουν τα πράγματα στο πλαίσιο της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας αλλά ενδεχόμενα και της ίδιας της αγωγής εν όψει των θεμάτων στα οποία αφορά. Επιχειρώντας την απάντηση του πιο πάνω ερωτήματος θα πρέπει, κατ΄ αρχάς, να γίνει μια διευκρίνιση. Ότι η εναγόμενη 2 δεν άρχισε να προβαίνει στην εκτέλεση του πιο πάνω δρομολογίου με δική της πρωτοβουλία. Της ανατέθηκε από την αρμόδια αρχή, δηλαδή το Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Εργων. Επομένως, δε θα μπορούσε να γίνει σύγκριση με την περίπτωση στην οποία αφορούσε η υπόθεση M & M Transport Co Ltd. v. Eteria Astikon Leoforion Lemessou Ltd.
(1981)1 C.L.R. 605. Eκεί οι ενάγοντες ήσαν κάτοχοι άδειας η οποία τους είχε εκδοθεί από την αρμόδια αρχή για την εκτέλεση συγκεκριμένου αστικού δρομολογίου που τους επέτρεπε να παραλαμβάνουν και να μεταφέρουν επιβάτες επ΄ αμοιβή σε συγκεκριμένη διαδρομή. Στο δρομολόγιο αυτό επενέβησαν παράνομα και χωρίς να είναι κάτοχοι ανάλογης άδειας, παραλαμβάνοντας επιβάτες με δικά τους λεωφορεία, οι εναγόμενοι. Διαπιστώθηκε ότι η ενέργεια, ανωτέρω, των εναγομένων αποτελούσε καταπάτηση των εκ του νόμου απορρεόντων συμφερόντων των εναγόντων, δυνάμει της άδειας οδικής μεταφοράς που κατείχαν. Κρίθηκε δε ότι μπορούσαν να τα προστατεύσουν με την έγερση αγωγής κατά το ιδιωτικό δίκαιο, το οποίο και έπραξαν. Το θέμα αυτό εξετάστηκε στα πλαίσια ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος το οποίο είχε εκδοθεί πρωτόδικα και εμπόδιζε τους εναγομένους να ενεργούν όπως αναφέρεται πιο πάνω. Επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε προηγούμενη απόφαση του στην υπόθεση Peristeronopighi Transport Co. Ltd. v. Toumazou, ανωτέρω. Επομένως, το όλο θέμα θα πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της απόφασης η οποία έχει ληφθεί, όπως αναφέρεται πιο πάνω, από την αρμόδια αρχή της εναγομένης 1, Κυπριακής Δημοκρατίας, με δεδομένες βέβαια πάντοτε τις θέσεις σχετικά της κάθε πλευράς. Αναφέρονται και αυτές πιο πάνω. Η αρμόδια αυτή αρχή είναι το Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Εργων. Εχει οριστεί ως τέτοια από την Απόφαση η οποία ελήφθη δυνάμει του άρθρου 260 του περί Πολιτικής Αεροπορίας Νόμου 213(Ι)/2002, όπως έχει τροποποιηθεί. Οπως προκύπτει από το άρθρο 2
(1)της Απόφασης, αυτή είναι επιφορτισμένη και «έχει την ευθύνη για την εφαρμογή των διαδικασιών που απορρέουν από την παρούσα απόφαση και οδηγούν στην παραχώρηση της Αδειας πρόσβασης». Περαιτέρω, όπως αναφέρεται στην επιτομή της πράξης δημοσίευσης της Απόφασης στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ενωσης υπό στοιχεία 209/C56/08 o σκοπός της εν λόγω διαδικασίας είναι η ρύθμιση της εθνικής διαδικασίας «κατανομής δικαιωμάτων εναέριας κυκλοφορίας μεταξύ επιλέξιμων κοινοτικών αερομεταφορέων, εφόσον τα δικαιώματα αυτά είναι περιορισμένα με βάση συμφωνίες αεροπορικών μεταφορών με τρίτες χώρες.» Τέλος, σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 847/2004 στη ρύθμιση των θεμάτων αυτών έχει άμεσο ενδιαφέρον η Ευρωπαϊκή Ένωση για τους λόγους που εξηγούνται σε αυτό. Ως εκ των ανωτέρω, διαπιστώνεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι η διαχείριση των δικαιωμάτων εναέριας κυκλοφορίας «συνιστά σημαντική κρατική λειτουργία συνυφασμένη με την κυριαρχία του κράτους στο χώρο της Πολιτείας». Η φρασιολογία αυτή η οποία έχει χρησιμοποιηθεί για την περιγραφή της κρατικής υπόστασης της Αρχής Λιμένων (βλ. Ναυτικός Ομιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 882, στη σελ.892) ισχύει ομοίως και στην περίπτωση της εν προκειμένω αρμόδιας αρχής που είναι το Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας, κατά την άσκηση των καθηκόντων της με βάση την Απόφαση. Ενώ, πρόσθετα, και στην περίπτωση της αρχής αυτής, «Το κοινό έχει άμεσο συμφέρον στην ευόδωση των σκοπών της Αρχής και ανάλογο ενδιαφέρον για την καλύτερη λειτουργία της» (σελ.892). Μάλιστα, σε σχέση με το Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας το ενδιαφέρον όσον αφορά τη λειτουργία του είναι ευρύτερο και επεκτείνεται στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης της οποίας η Κύπρος είναι κράτος-μέλος. Ένα τελευταίο απόσπασμα από την προαναφερθείσα υπόθεση στις σελίδες 892 έως 893 φρονώ ότι είναι επίσης διαφωτιστικό σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα. ΄Ετυχε επιδοκιμασίας στη μεταγενέστερη υπόθεση Shoham (Cyprus) Ltd v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2000)1(Α) ΑΑΔ 404, όπου είχε παρατεθεί αυτούσιο, και το παραθέτω και εδώ. «Οι πράξεις της Αρχής Λιμένων, όπως και εκείνες κάθε δημόσιας αρχής ή οργάνου, που σχετίζονται με την προώθηση ή εκπλήρωση των δημόσιων σκοπών που έχουν εναποτεθεί σ΄ αυτή, συνιστούν πράξεις εξουσίας, δηλαδή πράξεις που εκπηγάζουν από την άσκηση των εξουσιών της Αρχής. Πράξεις αυτής της κατηγορίας - πράξεις εξουσίας - ανάγονται και επενεργούν στο πεδίο του δημόσιου δικαίου, οι αρχές του οποίου διέπουν την υπόσταση τους. Εφόσον είναι εκτελεστές, δηλαδή γενεσιουργοί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, υπόκεινται σε αναθεώρηση από το Ανώτατο Δικαστήριο στο οποίο παρέχεται, βάσει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος, αποκλειστική αρμοδιότητα για τον έλεγχο της εγκυρότητά τους. Η λειτουργία δημόσιας αρχής ή οργάνου δεν περιορίζεται μόνο στο πεδίο του δημόσιου δικαίου επεκτείνεται και στο ιδιωτικό δίκαιο οποτεδήποτε η αρχή ενεργεί για την προστασία του ταμιευτικού της συμφέροντος (fiscus). Οι πράξεις αυτές χαρακτηρίζονται ως πράξεις διαχείρισης. ΄Ερεισμα για τον καταρτισμό ή σύναψη πράξης διαχείρισης, αντλείται όχι από τη δημόσια εξουσία αρχής ή οργάνου, αλλά από τα περιουσιακά τους δικαιώματα βάσει του αστικού δικαίου. Πράξεις διαχείρισης δημόσιας αρχής επενεργούν στον τομέα του ιδιωτικού δικαίου και αποτελούν αντικείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων κατά το αστικό δίκαιο. Στις πράξεις διαχείρισης εμπίπτουν και συμβάσεις αναφορικά με τη διάθεση και εκμίσθωση ακίνητης περιουσίας δημόσιας αρχής. Η ισοτιμία των συμβαλλομένων είναι ένα από τα χαρακτηριστικά πράξεων διαχείρισης οποτεδήποτε παίρνουν τη μορφή «σύμβασης»· άλλο είναι η αποβολή, εκ μέρους της Αρχής, του μανδύα της εξουσίας στον καταρτισμό τους. Πράξεις διαχείρισης διαστέλλονται από πράξεις εξουσίας, ανάλογα με το σκοπό για τον οποίο εκδίδονται και τα συστατικά τους στοιχεία. Στην Κύπρο, έχει κατ' επανάληψη αναγνωριστεί ότι στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, και κατ' ακολουθία στην αποκλειστική του αρμοδιότητα, υπάγονται μόνο εκτελεστές πράξεις δημόσιων αρχών που επενεργούν στον τομέα του δημόσιου δικαίου [βλ. μεταξύ άλλων, Achilleas Hadjikyriakou v. Theologia Hadjiapostolou 3 R.S.C.C. 89; Savvas Yanni Valana v. Republic 3 R.S.C.C. 91]. Εμπειρική υπήρξε η προσέγγιση στην ταξινόμηση των διοικητικών πράξεων ως προς το πεδίο δικαίου, δημόσιο ή ιδιωτικό, στο οποίο επενεργούν. Η ουσία και όχι ο τύπος ή η μορφή την οποία λαμβάνει η πράξη, συνιστά το κριτήριο για την κατάταξη τους σε πράξεις εξουσίας ή πράξεις διαχείρισης. Η διάκριση των δύο τομέων δικαίου και τα κριτήρια για το διαχωρισμό τους, απασχόλησαν το Ανώτατο Δικαστήριο ειδικά στην Antoniou and Others v. Republic
(1984)3 C.L.R. 623, και Machlouzarides v. Republic
(1985)3 C.L.R.
  1. Ο σκοπός για τον οποίο λαμβάνεται η απόφαση, ή γίνεται πράξη σε συνάρτηση με τις εξουσίες δημόσιας αρχής, αποτελεί το γνώμονα για την ταξινόμηση τους στο ένα ή το άλλο πεδίο του δικαίου. Εφόσον η πράξη ανάγεται ή σχετίζεται με την επίτευξη των σκοπών δημόσιας αρχής ή οργάνου, αυτή επενεργεί στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Δημόσιος σκοπός είναι εκείνος για τον οποίο εξ αντικειμένου το κοινό ή τμήμα του έχουν εκ της φύσεως των πραγμάτων συμφέρον στην ευόδωσή του.» Στην προκειμένη περίπτωση διαπιστώνεται από τα γεγονότα που έχουν παρατεθεί πιο πάνω ότι υπάρχουν κενά όσον αφορά τον τρόπο που φαίνεται να ενήργησε η αρμόδια αρχή για να αναθέσει στην εναγομένη 2 το δρομολόγιο Λάρνακα/Πάφος - Αγία Πετρούπολη. Για παράδειγμα δεν φαίνεται να έχει ληφθεί συγκεκριμένη απόφαση προς τούτο και δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία σχετικά. Έγινε γνωστή η ύπαρξη τέτοιας απόφασης μέσω της κοινοποίησης της προς την αντίστοιχη Ρωσική αρχή με την επιστολή 5.11.
  2. Βέβαια, ουδείς αμφισβητεί ότι αυτό έχει όντως συμβεί. Ενώ έχει αμφισβητηθεί, και μάλιστα έντονα, ότι υπήρξε ανάκληση της άδειας πρόσβασης της ενάγουσας στο εν λόγω δρομολόγιο. Δεν έχει προσκομιστεί και πάλιν άμεση μαρτυρία σε σχέση με την πτυχή αυτή. Η εντύπωση δε που αποκομίζεται στο παρόν στάδιο είναι ότι αυτό ουδέποτε έχει συμβεί με κάποιο τυπικό τρόπο, όπως για παράδειγμα με γραπτή πληροφόρηση σχετικά προς την ενάγουσα. Βέβαια, από την πλευρά της εναγομένης 2 έχει καταδειχθεί ότι η ανάκληση της εν λόγω άδειας επιμαρτυρείται, κατ' αρχάς, από το γεγονός της πληροφόρησης που δίδεται με την προαναφερθείσα επιστολή. Αλλά οπωσδήποτε και εκ των πραγμάτων δεδομένης της ανάληψης του συγκεκριμένου δρομολογίου από την εναγομένη
  3. Εδώ θα πρέπει να επισημανθεί και το γεγονός ότι δεν είναι γνωστό υπό ποιες προϋποθέσεις παραχωρήθηκε αρχικά η προαναφερθείσα άδεια πρόσβασης στην ενάγουσα και ειδικά με πιο τρόπο ανακαλείτο, στην απουσία θεσμοθετημένης τότε διαδικασίας ρυθμιστικής του όλου θέματος. Ενώ από την επιστολή ημερομηνίας 21.2.2005 φαίνεται ότι είχε ληφθεί συγκεκριμένη απόφαση για το θέμα. Όμως δεν υπάρχει, για παράδειγμα, μαρτυρία ότι αυτή ήταν όντως απεριορίστου διάρκειας όπως αναφέρεται με έναν ατεκμηρίωτο ισχυρισμό. Εν όψει λοιπόν και της προαναφερθείσας νομολογίας, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ανάθεση της εκτέλεσης του δρομολογίου Λάρνακα/Πάφος - Αγία Πετρούπολη στην εναγομένη 2 αποτελεί εκ των πραγμάτων ανάκληση της άδειας πρόσβασης που κατείχε η ενάγουσα για το εν λόγω δρομολόγιο. Εν πάση περιπτώσει, οι ενέργειες ανωτέρω που στέρησαν από την ενάγουσα την εν λόγω άδεια σαφώς αποτελούν πράξεις οι οποίες έχουν διενεργηθεί στο πλαίσιο άσκησης δημόσιας εξουσίας. Εξυπηρετούν δημόσιο σκοπό και εξ αντικειμένου το κοινό έχει άμεσο συμφέρον στην ευόδωση τους. Κατά πόσο οι πράξεις αυτές έγιναν νόμιμα και στα πλαίσια άσκησης χρηστής διοίκησης είναι ζήτημα το οποίο εμπίπτει στο πεδίο του δημοσίου δικαίου για το οποίο αρμοδιότητα έχει το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της αναθεωρητικής του διαδικασίας δυνάμει του ΄Αρθρου 146.1 του Συντάγματος και όχι το Επαρχιακό Δικαστήριο. Ιδωμένα τα πιο πάνω συμπεράσματα στα πλαίσια του άρθρου 32
(1)και ειδικά των τριών προϋποθέσεων που τίθενται από την επιφύλαξη του, διαπιστώνεται ότι δεν ικανοποιούνται οι πρώτες δύο. Ειδικά η κατάληξη για έλλειψη δικαιοδοσίας, όπως αυτό έχει εξηγηθεί, ουσιαστικά αφαιρεί το υπόβαθρο σε σχέση με την ισχυριζόμενη αιτία της οικειοποίησης. Η ανάληψη της εν λόγω διαδρομής, όπως προκύπτει από τα προλεχθέντα, φαίνεται να έχει ανατεθεί στην εναγομένη 2 από την αρμόδια αρχή της εναγομένης 1 Κυπριακής Δημοκρατίας στα πλαίσια άσκησης διοικητικής εξουσίας. Παράθεση των ανωτέρων υπό μορφή ουσιαστικών γεγονότων στην έκθεση απαιτήσεως, η οποία παρεμπιπτόντως δεν έχει ακόμα καταχωριστεί, θα ακύρωνε οποιαδήποτε αιτία αγωγής για οικειοποίηση, περιλαμβανομένης και αυτής για παραβίαση θεσμικού καθήκοντος. Ενώ τα ίδια γεγονότα πλαισιωμένα με την απαραίτητη λεπτομερή μαρτυρία, οδηγούν για τον ίδιο λόγο που αναφέρεται πιο πάνω, στη διαπίστωση απουσίας οποιασδήποτε πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής κατόπιν ακροάσεως της επί της ουσίας. Η τρίτη προϋπόθεση, ότι αν δεν εκδοθεί το προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, δεν απασχόλησε ιδιαίτερα. Και ακριβώς, διαπιστώνεται η μη ικανοποίηση της από την απουσία οποιασδήποτε σχετικής μαρτυρίας όσον αφορά την πτυχή αυτή. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η βασική προσπάθεια του εκκαθαριστή θα επικεντρωθεί, μάλλον, στο να ικανοποιήσει στο μέγιστο δυνατό βαθμό τις απαιτήσεις των πιστωτών της ενάγουσας. Αν, επομένως, επιτύχει η αγωγή και εκδοθεί απόφαση εναντίον των εναγομένων για οποιοδήποτε ποσό ως αποζημίωση, αυτό ασφαλώς θα χρησιμοποιηθεί για τον πιο πάνω σκοπό. Όμως, δεν υπάρχει μαρτυρία ότι η εναγομένη 2 δε θα είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της ως εξ αποφάσεως χρεώστιδα. Ενώ η εναγομένη 1 είναι η Κυπριακή Δημοκρατία. Ενόψει λοιπόν όλων των ανωτέρων, καταλήγω ότι η παρούσα ενδιάμεση αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης 2 και εναντίον της ενάγουσας. Να υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή με το πέρας της αγωγής και να τύχουν της έγκρισης του Δικαστηρίου. (Υπ.)................ Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.