Επί τοις αφορώσι την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα ν. Επί τοις αφορώσι τους Χαραλαμπία Λουκά Ανδρέου και Κώστα Σπύρου, Γενική Αίτηση: 34/10, 8 Απριλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Γενική Αίτηση: 34/10 Επί τοις αφορώσι τον Περί Συνεργατικών Ιδρυμάτων Νόμο Κεφ. 114 και Επί τοις αφορώσι την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Αιτήτρια και Επί τοις αφορώσι τους Χαραλαμπία Λουκά Ανδρέου και Κώστα Σπύρου Καθ' ων η Αίτηση ------------------------- Αίτηση για εγγραφή στο βιβλίο αποφάσεων του Δικαστηρίου Λάρνακας της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 04/11/2009 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 8 Απριλίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κ. Γ. Καραμανώλης για Τ. Παπαδόπουλο και Σια (για να ακούσει απόφαση κ. Καπελάκης) Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Δημητρίου για Κ. Ανδρέου (για να ακούσει απόφαση κ. Δημητρίου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 21 Απριλίου 2010 η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα αποτάθηκε, με αίτηση δια κλήσεως, για άδεια και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης του Διαιτητή κ. Γιώργου Έλληνα, ημερομηνίας 04/11/2009, με την οποία επιδικάσθηκε εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, το ποσό των €20.578,33 με τόκο 9% από 04/11/2009 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €105- έξοδα διαιτησίας. Η αίτηση καταγράφει ως νομική βάση τον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 5, άρθρα 21, 22 και 23, τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο (Ν.22/85), άρθρο 52, τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 θ. 1-3, θ.8, θ.9 και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του Σπύρου Λίγγη, Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Χορηγήσεων της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας, ο οποίος είχε παρακολουθήσει τη διαδικασία διαιτησίας, λόγω του ότι ήταν παρόν και γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα. Αναφέρει ότι οι Αιτητές είχαν χορηγήσει, δυνάμει συμφωνίας δανείου, στην Καθ' ης η Αίτησης ένα δάνειο ύψους €8.543-, με την εγγύηση του Καθ' ου η Αίτηση 2, καθώς και με εγγύηση δυνάμει υποθήκης ακινήτου της Καθ' ης η αίτηση 1. Λόγω του ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 είχαν αμελήσει να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους, η διαφορά παραπέμφθηκε σε διαιτησία. Στις 04/11/2009 είχε διοριστεί ο Γεώργιος Έλληνας ως διαιτητής για επίλυση της διαφοράς. Ήταν ο ισχυρισμός του ομνύοντα, ότι η Ειδοποίηση Παραπομπής της υπόθεσης σε διαιτησία επιδόθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση, όπως καταγράφεται και στη διαιτητική απόφαση. Στις 04/11/2009 εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 για το ποσό των €20.578,33 με τόκο 9% από 04/11/2009 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €105- έξοδα της Διαιτητικής Απόφασης. Διατάχθηκε επίσης η πώληση σε δημόσιο πλειστηριασμό του ενυπόθηκου ακινήτου. Η Διαιτητική Απόφαση επιδόθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 στις 04/11/2009, αφού ο Καθ' ου η Αίτηση 2 δέχθηκε επίδοση για την Καθ' ης η Αίτηση 1. Δηλώνει ότι έχει παρέλθει η προθεσμία που προβλέπεται από το άρθρο 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, των 21 ημερών, χωρίς να καταχωριστεί οποιαδήποτε έφεση, οπόταν η απόφαση θεωρείται τελεσίδικη. Παράλληλα, δηλώνει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 δεν έχουν καταβάλει, από την έκδοση της απόφασης μέχρι τώρα οποιοδήποτε ποσό, γι' αυτό και ζητείται η άδεια του Δικαστηρίου για την εγγραφή της απόφασης στα μητρώα αποφάσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η πιο πάνω Αίτηση αντιμετώπισε την Ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση 1, η οποία καταχωρίστηκε στις 05/07/2010. Ως νομική βάση της Ένστασης καταγράφονται ο περί Διαιτησίας Νόμος Κεφ. 4, άρθρα 21 και 26, ο περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος (Ν.22/85)άρθρο 52
(1),
(4)και
(5), οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί Δ.47 και Δ.48 και οι συμφυείς εξουσίες και η γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Κατεγράφησαν δεκαοκτώ
(18)λόγοι ένστασης, οι οποίοι είναι σε συντομία οι ακόλουθοι: (α) Ότι η αίτηση είναι παράτυπη και λανθασμένη γιατί δεν γίνεται με τον προβλεπόμενο από τους κανονισμούς τύπο. (β) Η διαιτητική απόφαση δεν είχε γνωστοποιηθεί στην Καθ' ης η Αίτηση 1 σύμφωνα με την έννοια που αποδίδεται από το άρθρο 52
(4)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο και η παράλειψη αυτή συνιστά παραβίαση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης και αυτό εγείρει εύλογες υπόνοιες και λόγους αμφισβήτησης της νομιμότητας της απόφασης. (γ) Η επίδικη διαφορά δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις που μπορούν να παραπεμφθούν σε διαιτησία σύμφωνα με τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, άρθρο 52
(1). (δ) Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 ουδέποτε ήταν μέλη των Αιτητών και ουδέποτε ενήργησαν ως εκπρόσωποι οποιουδήποτε μέλους των Αιτητών. (ε) Η απόφαση λήφθηκε κατ' επίκληση των διατάξεων του άρθρου 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου. Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και η αίτηση είναι παράτυπη. (ζ) Ο Ενόρκως Δηλών δεν είναι άτομο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, τα γεγονότα που καταγράφονται στην Ένορκη Δήλωσή του δεν στοιχειοθετούν την αίτηση των Αιτητών και ο Ενόρκως Δηλών προβαίνει σε διαζευκτικούς ισχυρισμούς. (η) Οι Αιτητές δεν αναφέρουν τους όρους του επίδικου γραμματίου, τους όρους αποπληρωμής του χρέους, το συνολικό επιτόκιο που θα επιβαρύνει το δάνειο και δεν τεκμηριώνεται η διαμόρφωση του υπολοίπου. (θ) Δεν δικαιολογείται το μεγάλο διάστημα που παρήλθε από την κατάρτιση του επίδικου γραμματίου, 22/10/1993, μέχρι την έκδοση της διαιτητικής απόφασης στις 04/11/2009, με αποτέλεσμα να εγείρονται ερωτήματα για την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης και για το ύψος του ποσού. Η Ένσταση υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της Καθ΄ ης η Αίτηση 1, κας Χαραλαμπίας Λουκά Ανδρέου, η οποία δηλώνει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και ισχυρίζεται ότι ο κ. Λίγγης δεν είναι άτομο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι το γραμμάτιο και/ή η συμφωνία δανείου στην οποία κάνει αναφορά ο κ. Λίγγης, δεν αποτελούν γραμμάτιο και/ή συμφωνία εν τι έννοια του νόμου. Προβάλλει τη θέση ότι δεν αναφέρονται οι όροι του γραμματίου, το συνολικό επιτόκιο με το οποίο θα επιβαρύνετο το δάνειο και δεν τεκμηριώνεται η διαμόρφωση του υπολοίπου. Καταλήγει δε, ότι ουδέποτε είχε ειδοποιηθεί για τη διεξαγωγή της διαιτησίας και δεν της δόθηκε η ευκαιρία να αμφισβητήσει την απόφαση, λόγω του ότι λήφθηκε στην απουσία της, ενώ της αποκρύφτηκε το γεγονός ότι είχε δικαίωμα έφεσης της απόφασης. Οι δύο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο κ. Καραμανόλης κατέθεσε γραπτή αγόρευση, ενώ ο κ. Δημητρίου υιοθέτησε το περιεχόμενο της Ένστασης και της Ένορκης Δήλωσης που τη συνοδεύει και ισχυρίστηκε ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2, ο οποίος είναι σύζυγος της Καθ' ης η Αίτηση 1, δεν της γνωστοποίησε αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης. Ο 1ος και ο 11ος λόγος Ένστασης, οι οποίοι αφορούν το αντικανονικό, παράτυπο και άκυρο της Αίτησης λόγω του ότι αυτή δεν έγινε με τον προβλεπόμενο από τους κανονισμούς τύπο, καθώς και ότι η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη, δεν προωθήθηκε κατά την ακρόαση, αλλά ούτε και υποστηρίχθηκε από την Ένορκη Δήλωση που τη συνόδευε. Γι΄ αυτό και απορρίπτεται. Περαιτέρω, όσον αφορά τους λόγους Ένστασης 5, 6, 12, 13 και 16, χωρίς την περί του αντιθέτου προσκόμιση οποιασδήποτε μαρτυρίας, αλλά και χωρίς οποιαδήποτε αναφορά από τον συνήγορο της Καθ' ης η αίτηση κατά τη νομική επιχειρηματολογία του, προκύπτει πως η Καθ' ης η αίτηση δια της στάσεως και συμπεριφοράς της δεν αρνείται πλέον πως ο Ενόρκως Δηλών των Αιτητών, κ. Σπύρος Λίγγης, είναι στην υπηρεσία των Αιτητών και ότι γνωρίζει καλά τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην προαναφερόμενη Ένορκο Δήλωση καθώς επίσης και ότι οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 ήταν μέλη των Αιτητών. Με βάση το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, η διαφορά συνεργατικής με μέλος της εμπίπτει στα πλαίσια διαιτησίας με παραπομπή σε διαιτητή, στα πλαίσια του Νόμου. Δεν υπάρχει αμφισβήτηση επ΄ αυτού ούτε και για το δικαίωμα εγγραφής της διαιτητικής απόφασης με βάση τη Δ.47 θ.1-3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνεπώς, υπάρχει επαρκές δικονομικό βάθρο για την Αίτηση. Το θέμα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο γνωστοποιήθηκε, στην Καθ΄ ης η Αίτηση 1, αυτή τούτη η διαδικασία διαιτησίας και σε μεταγενέστερο στάδιο η έκδοση της απόφασης. Στην υπόθεση In re Χριστοφόρου κ.ά
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ. 980 και συγκεκριμένα στις σελίδες 984-985, ο Δικαστής Καλλής ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά με το υπό εξέταση θέμα: «Σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο 52
(4)οι αιτητές είχαν δικαίωμα να ασκήσουν έφεση εναντίον της διαιτητικής απόφασης. Δεν έχουν ασκήσει έφεση γιατί δεν γνώριζαν για την ύπαρξη της διαιτητικής απόφασης. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τους αιτητές , η καθ΄ ης η αίτηση, προχώρησε στην εγγραφή της διαιτητικής απόφασης χωρίς να είχε δώσει την ευκαιρία στους αιτητές να λάβουν τα υπό του νόμου προβλεπόμενα ένδικα μέσα για αμφισβήτηση της εγκυρότητας ή νομιμότητας της. Οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης απαιτούν όπως στα μέρη μιας διαδικασίας παρέχεται πλήρης ευκαιρία να ακουστούν. Εμπεριέχουν την υποχρέωση ακριβοδίκαιης δράσης από τα σώματα που λαμβάνουν αποφάσεις (R. v. Home Secretary ex. P. Santillo
(1981)Q.B. 778). Εφαρμόζονται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες μια απόφαση επηρεάζει τα δικαιώματα ενός διαδίκου (Ridge ν. Baldwin
(1964)A.C. 40). Στην κρινόμενη περίπτωση ο ισχυρισμός των αιτητών ότι δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να ασκήσουν τα υπό του Νόμου προβλεπόμενα ένδικα μέσα για αμφισβήτηση της διαιτητικής απόφασης έχει παραμείνει αδιαμφισβήτητος. Προκύπτει, επομένως, ότι οι αιτητές δεν γνώριζαν για την ύπαρξη της διαιτητικής απόφασης. Αγνοούσαν μια ουσιώδη πτυχή της διαδικασίας η οποία τους αφορούσε και επηρέαζε τα νόμιμα δικαιώματα τους. Τέτοια άγνοια, καθώς έχει νομολογηθεί, συνιστά παράβαση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης (Fleet Mortgage v. Lower Maisonette
(1972)1 W.L.R. 765 και Natural Justice by Paul Jackson, Second ed., σελ. 60). Η διαδικασία ενώπιον του Διαιτητή και η διαδικασία εγγραφής της διαιτητικής απόφασης αποτελούν δύο άρρηκτα συνδεδεμένες και αλληλένδετες διαδικασίες. Οποιαδήποτε πλημμέλεια η οποία σημειώνεται στην πορεία της διαδικασίας, η οποία οδηγεί στην εγγραφή της απόφασης, επηρεάζει τη νομιμότητα τόσο της διαιτητικής απόφασης όσο και της απόφασης του δικαστηρίου για εγγραφή της.» Ερχόμενη τώρα στα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης, προκύπτει από το λεκτικό της απόφασης του Διαιτητή (Τεκμήριο Α), ότι η ειδοποίηση για τη διεξαγωγή της διαδικασίας είχε επιδοθεί και στους δύο Καθ' ων η Αίτηση και ότι η συγκεκριμένη απόφαση λήφθηκε στις 04/11/2009 στην παρουσία του εγγυητή, Καθ' ου η Αίτηση 2, ο οποίος είχε αποδεχθεί το χρέος και είχε ζητήσει πίστωση χρόνου για την αποπληρωμή του. Περαιτέρω, διαπιστώνω ότι πιστό αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης επιδόθηκε αυθημερόν στον εγγυητή, Καθ' ου η Αίτηση 2, ο οποίος σύμφωνα με τον συνήγορο της Καθ' ης η Αίτηση 1, είναι ο σύζυγός της. Το γεγονός ότι η εν λόγω διαιτητική απόφαση επιδόθηκε στον εγγυητή, Καθ' ου η Αίτηση 2, στις 04/11/2009, δεν αμφισβητείται από την Καθ' ης η αίτηση 1. Ο Καθ' ου η αίτηση 2 είχε δεχθεί επίδοση και για την Καθ' ης η Αίτηση 1, όπως προκύπτει από την Δήλωση (Τεκμήριο Β). Αυτό δεν το αμφισβήτησε, απλά κατέγραψε ότι της γνωστοποιήθηκε. Σύμφωνα με την υφιστάμενη νομολογία, αλλά και το λεκτικό και πνεύμα του άρθρου 52
(4)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 (Ν.22/1985), μετά των συναφών τροποποιήσεων, γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης δεν σημαίνει απαραίτητα, αποκλειστικά και μόνο προσωπική επίδοση. Σκοπός του νομοθέτη δεν ήταν να παρακάμψει τις δικονομικές αρχές επίδοσης εγγράφων σε φυσικά πρόσωπα. Επομένως, σχετικά με την επίδοση διαιτητικής απόφασης, ως νομικό έγγραφο που είναι, ισχύουν και εφαρμόζονται οι δικονομικοί κανόνες, όπως αυτοί τέθηκαν στον Δ.2 θ.2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, όπου, μεταξύ άλλων, προνοείται πως όταν το πρόσωπο προς το οποίο πρόκειται να γίνει επίδοση εγγράφου δεν ανεβρεθεί, η επίδοση θα θεωρείται ότι έγινε αν αντίγραφο αφεθεί σε ένα μέλος της οικογένειας του που να φαίνεται ότι είναι 16 ετών και άνω και είναι στην πόλη ή το χωριό του ή εντός της περιοχής του. Εξάλλου, σημειώνω ότι όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, ο Καθ' ου η αίτηση 2 έλαβε γνώση για την υπό κρίση αίτηση, με επίδοση της αίτησης στη σύζυγό του, Καθ' ης η αίτηση 1, χωρίς οποιοδήποτε παράπονο και/ή πρόβλημα. Συνεπακόλουθα, θεωρώ ότι η Καθ' ης η αίτηση 1 έλαβε γνώση για το περιεχόμενο της εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης, η οποία είχε επιδοθεί στο σύζυγό της, στις 04/11/2009. Συνεπώς, αφού δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι δεν διαμένουν μαζί ή ότι έχουν χωρίσει, απορρίπτεται και αυτός ο λόγος ένστασης. Επιπρόσθετα, θα ήθελα να αναφέρω ότι αν ακόμα έτσι είχαν τα πράγματα, όπως ισχυρίζεται η Καθ' ης η αίτηση 1, η προθεσμία των 21 ημερών που τάσσει το άρθρο 52
(4)του Νόμου, ξεκινά όχι από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, αλλά από την ημερομηνία κοινοποίησής της. Αν θεωρήσουμε ότι έλαβε γνώση της διαιτητικής απόφασης στις 09/04/2010, που της επιδόθηκε η υπό κρίση αίτηση, δεν προσέβαλλε την απόφαση εντός 21 ημερών από τις 09/04/2010. Οπόταν, από όποια οπτική γωνία και αν εξεταστεί το θέμα, αυτός ο χρόνος των 21 ημερών έχει παρέλθει. Επέλεξε να μην εφεσιβάλει την απόφαση, παρόλο που είχε απευθυνθεί σε δικηγόρο, ο οποίος εμφανίστηκε εκ μέρους της στις 21/04/2010, με αποτέλεσμα να απολέσει το δικαίωμα αμφισβήτησής της στην παρούσα διαδικασία. Δέον να σημειωθεί ότι δεν επικαλέστηκε η Καθ' ης η Αίτηση 1 κακή επίδοση των εγγράφων, αλλά απλά αρνήθηκε ότι έλαβε γνώση. Όλα όσα αναφέρει η ίδια η Καθ΄ ης η Αίτηση 1 στην Ένορκη Δήλωσή της, καθώς και όσα έχουν καταγραφεί στην Ένσταση, στην έκταση που αφορούν αυτό τούτο το γραμμάτιο ή και τη συμφωνία, το ποσό του γραμματίου καθώς και των τόκων, θα έπρεπε να είχαν παρατεθεί ενώπιον του Διαιτητή ή να είχαν προωθηθεί ως λόγοι έφεσης εναντίον της διαιτητικής απόφασης. Πράγμα που δεν έγινε. Στην παρούσα φάση δεν μπορεί να αναθεωρηθεί η διαιτητική απόφαση. Ο δικαστικός έλεγχος που ασκείται είναι μόνο σε ό,τι αφορά τις τυπικές προϋποθέσεις του Νόμου. Στην υπόθεση Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη κ.α.
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 716, 719, αναφέρονται τα εξής: "Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής Απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί» δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι' αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου, οτιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης." (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου). Αυτή τούτη η συμπεριφορά της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 ενεργοποίησε το εδάφιο 5 του άρθρου 52 το οποίο προβλέπει: «Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κ΄ αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως αν να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου.» Για τους λόγους που έχω εξηγήσει, θεωρώ ότι η Αίτηση της Αιτήτριας θα πρέπει να πετύχει και εκδίδω διάταγμα εγγραφής της διαιτητικής απόφασης εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2. Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης θα βαραίνουν την Καθ΄ ης η Αίτηση 1, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσον αφορά τον Καθ' ου η αίτηση 2, επιδικάζονται εναντίον του μόνο τα αρχικά έξοδα. (Υπ.) ............. Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο