Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας ν. Μάγδα Ανδρέου, Αρ. αγωγής: 1876/2007, 18 Απριλίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A46 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ηλ. Γεωργίου, Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 1876/2007 Μεταξύ: Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας Εναγόντων -και- Μάγδα Ανδρέου Ενάγουσας Αίτηση ημερ. 26.11.10 για παραμερισμό της απόφασης 18 Απριλίου 2011 Για την εναγόμενη - αιτήτρια: κα Μ. Σουρουλλά Για τους ενάγοντες - καθ΄ ων η αίτηση: κ. Γ. Αργυρίδης (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Τσεριώτου) ΑΠΟΦΑΣΗ 1. Με την αίτηση αυτή η εναγόμενη - αιτήτρια ζητεί διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται η απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. 2. Η αίτηση βασίζεται στην Δ.5 θ.2
(1)και Δ.48 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της εναγόμενης - αιτήτριας στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρονται τα ακόλουθα: α) Στις 22.10.07 εκδόθηκε απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των ΛΚ726,94 πλέον τόκους και έξοδα. β) Δεν επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα σ΄ αυτή και ουδέποτε διέμενε στη διεύθυνση που αναγράφεται στο κλητήριο αλλά ούτε και στην Τόχνη όπως αναφέρει ο δικαστικός επιδότης, Γ. Ιωαννίδης ότι της επέδωσε το κλητήριο προσωπικά. γ) Δεν υπόγραψε ως εγγυήτρια στη σύμβαση εγγύησης (τεκμ. Α στην πιο πάνω αγωγή) και η υπογραφή που υπάρχει σ΄ αυτή δεν είναι δική της και είναι πεπεισμένη ότι είναι πλαστογραφημένη. δ) Πρόσφατα προσπάθησε να εξασφαλίσει δάνειο και θα παραχωρούσε υποθήκη το ακίνητο που περιγράφεται στην ένορκη δήλωση της πλην όμως πληροφορήθηκε ότι είναι βεβαρημένο με επιβάρυνση (memo). Πληροφορήθηκε το πιο πάνω γεγονός ενώ βρισκόταν στο εξωτερικό αφού είναι μόνιμος κάτοικος εξωτερικού από τον Δεκέμβριο του 2005 και έδωσε οδηγίες στη δικηγόρο της να ερευνήσει το όλο θέμα. Έτσι η δικηγόρος της απέστειλε επιστολή ημερ. 4.10.10 στους ενάγοντες (τεκμ. Β) με την οποία ζητούσε να ενημερωθεί για τυχόν χρεωστικούς λογαριασμούς που υπάρχουν επ΄ ονόματι της αιτήτριας. Στις 5.10.10 λήφθηκε επιστολή από τους ενάγοντες με την οποία ζητούσαν εξουσιοδότηση από την αιτήτρια με την οποία διόριζε τη δικηγόρο να ζητά τις πιο πάνω πληροφορίες (τεκμ. Γ). Στις 16.11.10 αφίχθηκε στην Κύπρο και εξουσιοδότησε σχετικά, τη δικηγόρο της για να προβεί στις αναγκαίες έρευνες (τεκμ. Δ). Έτσι οι ενάγοντες της παρέδωσαν καταστάσεις λογαριασμού (τεκμ. Ε) και από την μελέτη της διαπίστωσαν ότι κινήθηκε αγωγή. Την επόμενη ημέρα η δικηγόρος της με νέα επιστολή ζητούσε αντίγραφο του δανείου και αντίγραφο της αγωγής με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να την εφοδιάσουν τόσο με αντίγραφο του δανείου όσο και με αντίγραφο της αγωγής αρ. 1454/05 (τεκμ. Στ). Κατόπιν εντολής της, η δικηγόρος της προέβηκε σε έρευνα για να διαπιστώσει σε πιο στάδιο βρισκόταν η πιο πάνω υπόθεση. Η δικηγόρος, την ενημέρωσε ότι το κλητήριο ένταλμα στην πιο πάνω υπόθεση εξέπνευσε με αποτέλεσμα η αγωγή να απορριφθεί αναφορικά με αυτή (τεκμ. Ζ). ε) Στις 19.11.10 εξασφάλισε πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας σύμφωνα με το οποίο η ακίνητη ιδιοκτησία ήταν βεβαρημένη με το memo αρ. ΕΒ1527/07 στα πλαίσια της αγωγής αρ. 1876/07. στ) Στις 24.11.10 επανήλθε στην Κύπρο και από έρευνα που έκαμε στο φάκελο της αγωγής αρ. 1876/07 διαφάνηκε ότι έγινε επίδοση του κλητηρίου πλην όμως δεν της επιδόθηκε και δεν υπάρχει η υπογραφή της ότι το παρέλαβε. Την ίδια ημέρα μετέβηκε στα γραφεία του ΤΑΕ στη Λάρνακα και προέβηκε σε σχετική καταγγελία. 3. Οι ενάγοντες - καθ΄ ων η αίτηση φέρουν ένσταση στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για τους ακόλουθους λόγους μεταξύ άλλων: α) Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη αφού βασίζεται μόνο στην Δ.5 θ.2
(1)και Δ.48 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και δεν βασίζεται στην Δ.17 θ.
- β) Δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση με βάση τα όσα εκτίθενται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. γ) Η αίτηση καταχωρήθηκε μετά από πολλή καθυστέρηση με αποτέλεσμα να μην δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. 4.1 Η ένσταση συνοδεύεται από τις ενόρκους δηλώσεις της κας Χαραλαμπίας Χαννίδου, υπαλλήλου των εναγόντων και του κ. Γ. Ιωαννίδη, ιδιώτη επιδότη. Στην ένορκη δήλωση της κας Χ. Χαννίδου μεταξύ άλλων υιοθετούνται οι λόγοι ένστασης όπως έχουν εκτεθεί πιο πάνω αλλά και περαιτέρω αναφέρεται ότι η εναγόμενη υπόγραψε ως εγγυητής άλλου προσώπου και εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του. Κατά την υπογραφή τόσο της συμφωνία δανείου όσο και της συμφωνίας εγγύησης ήταν παρούσα ως μάρτυρας των υπογραφών και η εναγόμενη αιτήτρια υπόγραψε στην παρουσία της και ζήτησε από αυτή την ταυτότητά της την οποία κατέγραψε στη σύμβαση εγγύησης και έχει τον ίδιο αριθμό με αυτό που αναγράφεται στην επιστολή της δικηγόρου της ημερ. 4.10.
- 4.2 Κατά ή περί την 12.5.05 καταχωρήθηκε η αγωγή με αρ. 1454/05 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας η οποία όμως δεν επιδόθηκε στην εναγόμενη - αιτήτρια εντός του χρόνου που προβλέπεται από τους θεσμούς, με αποτέλεσμα ν΄ απορριφθεί από το Δικαστήριο στις 16.6.
- 4.3 Κατά ή περί τις 18.6.07 οι ενάγοντες έδωσαν εκ νέου οδηγίες στο δικηγόρο τους να προχωρήσει με την καταχώρηση νέας αγωγής η οποία καταχωρήθηκε στις 12.7.
- Ο ιδιώτης επιδότης κ. Γ. Ιωαννίδης την 1.8.07 επέδωσε προσωπικά το κλητήριο ένταλμα. Την επόμενη ημέρα ο πιο πάνω επιδότης απέστειλε επιστολή στους ενάγοντες (τεκμ. Β) στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι είναι έγκυος σε προχωρημένο στάδιο και διέμενε στο χωριό Τόχνη μέχρι να παντρευτεί. Λόγω της παράλειψης της εναγόμενης - αιτήτριας να καταχωρήσει εμφάνιση καταχωρήθηκε σχετική αίτηση από μέρους των εναγόντων με αποτέλεσμα στις 22.10.07 να εκδοθεί απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης. Περαιτέρω η κα Χ. Χαννίδου αναφέρει ότι η αιτήτρια δεν αποκάλυψε την πραγματική σχέση με τον πρωτοφειλέτη και τον συνεγγυητή της με τους οποίους είναι συγγενείς πρώτου βαθμού και συγκεκριμένα ο πατέρας και ο θείος της. 4.4 Ο κ. Γ. Ιωαννίδης στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την ένσταση μεταξύ άλλων αναφέρει ότι είναι ιδιώτης επιδότης και έλαβε από τους ενάγοντες πιστοποιημένα αντίγραφα του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής με σκοπό να διεξαχθεί έρευνα και να τα επιδώσει στην εναγόμενη - αιτήτρια. Κατόπιν έρευνας του, ανακάλυψε τον αριθμό του κινητού της τηλεφώνου, ότι ήταν έγκυος σε προχωρημένο στάδιο, ότι επρόκειτο να παντρευτεί σε 15 ημέρες και ότι διέμενε στο χωριό Τόχνη με την μητέρα της μέχρι να παντρευτεί. Έτσι επικοινώνησε μαζί της και διευθέτησαν συνάντηση στη Λάρνακα όπου θα της επέδιδε προσωπικά το πιο πάνω κλητήριο. Την 1.8.07 επέδωσε προσωπικά στην εναγόμενη το εν λόγω κλητήριο το οποίο παρέλαβε και επίσης έθεσε και την υπογραφή της σ΄ αυτό. Η επίδοση έγινε στη Λάρνακα και όχι στην Τόχνη.
- Στο στάδιο των αγορεύσεων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων υιοθέτησαν εντελώς διαφορετικές θέσεις. Η μεν συνήγορος της αιτήτριας εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος σε αντίθεση με το συνήγορο των καθ΄ ων η αίτηση. 6.1 Κατ΄ αρχήν θα εξεταστεί η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόντων - αιτητών ότι η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και ως εκ τούτου η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.5 θ. 2
(1)και στην Δ.48 θ.
- Η αίτηση δεν βασίζεται στην Δ.17 θ.
- Η Δ.5 στην οποία βασίζεται η αίτηση αναφέρεται στην επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και η Δ.48 θ.2 αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι κάθε αίτηση προς το Δικαστήριο πρέπει να είναι γραπτή και να εκθέτει τη φύση του διατάγματος ή οδηγίας που ζητείται και να αναφέρει το ειδικό άρθρο του Νόμου ή τους Ειδικούς Κανόνες του Δικαστηρίου τους οποίους στηρίζεται. 6.2 Στο στάδιο των αγορεύσεων η συνήγορος της αιτήτριας εισηγήθηκε μεταξύ άλλων ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να θεραπεύσει την οποιαδήποτε παρατυπία εφαρμόζοντας την Δ.
- Η Δ.64 έχει καταργήσει τη διάκριση μεταξύ άκυρων και αντικανονικών μέτρων καθιστώντας κάθε μορφή παρέκκλισης από τους Θεσμούς, αντικανονικότητα που μπορεί να θεραπευθεί. Όμως, σύμφωνα με τη Δ.64, η οποιαδήποτε παρατυπία θα πρέπει να θεραπεύεται, εννοείται με ευθύνη του υπεύθυνου για την παρατυπία (δέστε: Εταιρεία Dasaki Entertainment Co. Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου, Πολ. Έφ. 157/07/ημερ. 10.4.2009). Με τη Δ.64 δόθηκε στο δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια να θεραπεύει παρατυπίες, οι οποίες πριν την τροποποίηση θα οδηγούσαν σε ακύρωση του σχετικού δικονομικού μέτρου (Δέστε: Wunderlich v. Παναγιώτου
(1999)1 ΑΑΔ 366 και Earlsfield Steel Limited v. Joint Stock Company, Πολ. Έφ. 115/07/ημερ. 11.11.2009). Στην υπόθεση Πετρίχου ν. Χ»Ιωσήφ
(1998)1 ΑΑΔ 81 τονίστηκε ότι η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για τη μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Οι κανονισμοί πρέπει να τηρούνται. Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο το οποίο ο ενδιαφερόμενος διάδικος μπορεί να χρησιμοποιήσει για να θεραπεύει παρατυπίες που είναι θεραπεύσιμες. (βλ. Αρέστη ν. Ερμογένους, Πολ. ΈΦ. Αρ. 41/2008/ημερ. 25.11.10). 6.3 Όπως έχει κατ΄ επανάληψη λεχθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλέπε μεταξύ άλλων M. I. Holding Public Ltd v. Παναγή
(2006)1 Α ΑΑΔ 298), η Δ.64 δεν καταργεί τις διατάξεις των θεσμών οι οποίες πρέπει να τηρούνται. Απλώς παραχωρείται η ευκαιρία σε διάδικο που επέδειξε πλημμέλεια στην εφαρμογή των θεσμών στα πλαίσια που ορίζει η Δ.64 να διορθώσει συγκεκριμένη παρατυπία. 6.4 Στην προκειμένη περίπτωση η αιτήτρια δεν έχει αναγράψει στην αίτηση της την Δ.17 θ.10 με την οποία δίδεται η εξουσία στο Δικαστήριο στην κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει απόφαση που εκδόθηκε. Περαιτέρω δε η αιτήτρια δεν έλαβε οποιοδήποτε μέτρο για να θεραπεύσει την παρατυπία αυτή και εξακολουθεί να υφίσταται. Με βάση όλα τα πιο πάνω η αίτηση της εναγόμενης - αιτήτριας, για τον πιο πάνω λόγο είναι έκθετη σε απόρριψη. Παρά την πιο πάνω κατάληξη το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει την αίτηση. 7.1 Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος παραμερισμού έχει αναφερθεί σε σωρεία υποθέσεων, τόσο των Αγγλικών όσο και των Κυπριακών Δικαστηρίων. 7.2 Σύμφωνα με την υπάρχουσα νομολογία γίνεται διαχωρισμός των αποφάσεων που εκδόθηκαν ερήμην, κανονικά (regular) και των αποφάσεων που εκδόθηκαν ερήμην, μη κανονικά (irregular). Μεταξύ των αποφάσεων που θεωρούνται ότι εκδόθηκαν μη κανονικά περιλαμβάνονται εκείνες που εκδίδονται πριν το καθορισμένο χρόνο, εκείνες στις οποίες δεν έγινε επαρκής επίδοση, εκείνες για τις οποίες εκδίδεται απόφαση για μεγαλύτερο ποσό από εκείνο που δικαιούται ο ενάγοντας και εκείνες στις οποίες ο ενάγοντας ενέργησε κακόπιστα. Σε τέτοιες περιπτώσεις η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiue χωρίς το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο οι εναγόμενοι - Αιτητές έδειξαν ότι είχαν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση και συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις ο ενάγοντας καταδικάζεται και στα έξοδα. (Βλ. Halsbury´s Laws of England 3η έκδοση, Τόμος 22, παράγραφος 1667 σελ. 788-789, Hughes v Justin
(1894)1 QB 667, Armitaye v. Parsons
(1968)2 K.B. 410, Muir v Jenks
(1913)2 K.B.412). 7.3 Κατ΄ αρχήν θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η απόφαση που εκδόθηκε ερήμην ήταν κανονική ή μη κανονική καθότι στην περίπτωση που η απόφαση θεωρηθεί ότι εκδόθηκε μη κανονικά τότε θα παραμεριστεί ex debito justitue χωρίς να εξεταστεί κατά πόσο οι αιτήτριες έδειξαν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. 7.4 Καμιά πλευρά δεν εξέτασε τους ενόρκως δηλούντες. Περιορίστηκαν σε αγορεύσεις. Όπως διαφαίνεται από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από μέρους της αιτήτριας η αγωγή δεν επιδόθηκε σ΄ αυτή. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η μαρτυρία που προσκομίστηκε από τους καθ΄ ων η αίτηση. Ο δικαστικός επιδότης κ. Γ. Ιωαννίδης στην ένορκη του δήλωση μεταξύ άλλων αναφέρει ότι την 1.8.07 επέδωσε προσωπικά το κλητήριο ένταλμα στην εναγόμενη και αυτή έθεσε την υπογραφή της σ΄ αυτό. Το βάρος απόδειξης ότι η αγωγή δεν επιδόθηκε στην αιτήτρια το φέρει η ίδια. Οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν όπως έχει ήδη αναφερθεί. Οι καθ΄ ων η αίτηση αμφισβητούν τα όσα ισχυρίζεται η αιτήτρια σχετικά με την επίδοση και περαιτέρω προβάλλουν τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Η εναγόμενη - αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι το κλητήριο ένταλμα δεν της έχει επιδοθεί δεόντως. Συνεπώς η απόφαση που εκδόθηκε ερήμην της εναγόμενης ήταν κανονική (regular). 8.1 Στις περιπτώσεις των κανονικά εκδοθείσων αποφάσεων, ερήμην της άλλης πλευράς, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει την αίτηση σύμφωνα με τις πιο κάτω αρχές όπως καθιερώθηκε από την νομολογία. (Βλ. The Digest, Tόμος 37
(3)σελ. 20-29). Κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο θα πρέπει να επιτύχει εξισορρόπηση μεταξύ δυο θεμελιωδών αρχών: α) Την ανάγκη από την μια το δικαίωμα των διαδίκων να ακουστούν και β) από την άλλη την ανάγκη εξασφάλισης της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης και την ανάγκη διασφάλισης της τελεσιδικίας. (Βλ. Phylactou and others v. Michael
(1982)1 CLR 204,210, Milouca Motor Trading Ltd v. Kούρτης Πολ. Έφ. 9686, ημερ. 8.8.97). Ο πρωταρχικός παράγοντας ο οποίος επενεργεί στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σ΄ αυτό το πεδίο είναι να προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίζει τις δυο πιο πάνω αναφερόμενες θεμελιακές αρχές . (βλ. υπόθεση Phylactou και Milouca) ανωτέρω. Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα. Στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (βλ. Μαρία Γεώργαινα Λευκίδου ν. Άριστου Καναουρίδη Πολ. Έφ.10015 ημερ. 26.4.99. Υπεράσπιση που είναι λογικοφανής, βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστά συζητήσιμη ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας. (βλ. Ανδρέας Ιωάννου και Το Σκάφος «Veronika» Αγωγή Ναυτοδικείου 6302 ημερ. 16.4.03, K.C.P. Commission Agents & Importers Ltd v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 ΑΑΔ 415). Θέμα πρωταρχικής σημασίας όπως έχω ήδη προαναφέρει είναι η ύπαρξη υπεράσπισης αλλά εξ΄ ίσου σημαντικό είναι και το θέμα συναφής και εύλογης αιτιολογίας για την απουσία των αιτητών κατά την ακρόαση που έχει ως συνέπεια την έκδοση απόφασης εναντίων τους. (βλ. Χρυσάνθου κ.α. ν. Mariela Construction Ltd
(1996)1 AAΔ 1129,1131, Μιχάλη Πατούρη ν. Hellenic Bank Ltd, Πολ. Έφ. 11049 ημερ. 21.12.01, σελ. 5). Στην υπόθεση Τάσος Πεγιώτη ν. Χριστάκη Κωμοδρόμου Πολ. Εφ. 11421 ημερ. 7.11.03 στην σελ. 4 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Αποτελεί γεγονός ότι απαιτείται αιτιολόγηση οποιαδήποτε καθυστέρησης εκ μέρους του εναγομένου να αποταθεί στο Δικαστήριο για παραμερισμό απόφασης που εκδίδεται στην απουσία του. (βλ. μεταξύ άλλων Mine & Quarry Serv. Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 ΑΑΔ 26) . Δεν συνιστά, όμως, τέτοια παράλειψη αυτοτελή ή ανεξάρτητο λόγο για την απόρριψη αίτησης για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, όπου ο εξαιτούμενος τον παραμερισμό της αποκαλύπτει συζητήσιμη υπεράσπιση. Η καθυστέρηση μπορεί να αποτελέσει, αφ΄εαυτής, λόγο για παραμερισμό της απόφασης, όταν καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης της. Αυτό ειπώθηκε στην Phylactou v. Michael (ανωτέρω) όπως τονίστηκε μεταξύ άλλων (σελ.210): «The effect of the case law is that the Court must not be astute to unseat a party from his right to be heard in his cause, so long as be discloses merits» Σε Ελληνική μετάφραση, ελεύθερη: «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση.» 8.2 Όπως έχει ήδη αναφερθεί η μεν αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ουδέποτε υπόγραψε ως εγγυήτρια στην επίδικη συμφωνία εγγύησης, οι μεν ενάγοντες - καθ΄ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η εναγόμενη - αιτήτρια υπόγραψε ως εγγυητής στην παρουσία της κας Χ. Χαννίδου αφού προηγουμένως έδωσε την ταυτότητα της η οποία αναγράφηκε στην επίδικη συμφωνία. Για να ακυρωθεί η εκδοθείσα απόφαση η αιτήτρια οφείλει να πείσει πως διαθέτει εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση στην προβαλλόμενη εναντίον τη Απαίτηση θα πρέπει να προκύπτει εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση, χωρίς το Δικαστήριο να προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς κατάρριψης του ισχυρισμού αυτού. (βλ. Φραντζής ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Χρηματοδοτήσεως Λτδ, Πολ. Έφ. 8972/ημερ. 16.10.96 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Με βάση όλα τα πιο πάνω δηλαδή τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των διαδίκων κρίνω ότι η αιτήτρια έχει αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση ή συζητήσιμη Υπεράσπιση. 9.1 Στην συνέχεια θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο η αιτήτρια αιτιολόγησε την παράλειψη της να καταχωρήσειν εμφάνιση μέσα στην ταχθείσα προθεσμία και κατά πόσο η όποια καθυστέρηση καθάπτεται της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης. 9.2 Στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν. Ταπελογραφείο Κώστας Παύλου & Σία Λτδ Πολ. Εφ. 10640 ημερ. 30.6.00, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι ο εφεσείων δεν θεμελίωσε καλή υπεράσπιση (η υπογράμμιση δική μου) και περιπλέον αποφάνθηκε πως η καθυστέρηση 2 ½ μηνών που σημειώθηκε μετά την έκδοση απόφασης και μέχρι την καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού παρέμεινε εντελώς ανεξήγητη. 9.3 Στην υπόθεση Milouca
(1997)1Β ΑΑΔ 941, το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για παραμερισμό και το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Εκεί υπήρξε καθυστέρηση 9 μηνών για να ληφθούν οποιαδήποτε μέτρα εναντίον της εκδοθείσας απόφασης και επίσης είχε αγνοηθεί και η αίτηση για απόφαση που είχε επιδοθεί στους εναγομένους. 9.4 Στην υπόθεση Χατζηνικολάου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολ. Εφ. 10840 ημερ. 4.9.01, η ενάγουσα εφεσείουσα καταχώρησε στις 8.4.99 αγωγή. Λόγω παράλειψη της εφεσίβλητης - εναγομένης να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης καταχώρησε αίτηση για απόφαση στις 29.4.
- Εξασφάλισε απόφαση ως η απαίτηση στις 10.5.
- Η εφεσίβλητη στις 12.5.99 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και στις 12.7.99 καταχώρησε αίτηση για ακύρωση της εκδοθείσας απόφασης. Το πρωτόδικο δικαστήριο παραμέρισε την εκδοθείσα απόφαση αφού έκρινε ότι είχε αποδειχθεί πιθανή καλή υπεράσπιση και περαιτέρω κατέληξε ότι δεν προκύπτει οποιαδήποτε διαγωγή που να πλήττει την ταχεία απονομή της δικαιοσύνης. 9.5 Στην προκειμένη περίπτωση όπως διαφαίνεται από το σύνολο των γεγονότων στις 12.7.07 καταχωρήθηκε κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο εναντίον της εναγόμενης και την 1.8.07 επιδόθηκε προσωπικά στην εναγόμενη - αιτήτρια και ακολούθως στις 22.10.07 εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης για το ποσό των ΛΚ726,94 πλέον τόκους και έξοδα. Στις 13.12.07 καταχωρείται η επιβάρυνση με αρ. ΕΒ1527/07 σε ακίνητο της εναγόμενης. Ακολούθως η εναγόμενη αιτήτρια προβαίνει στις ενέργειες που περιγράφονται πιο πάνω με αποτέλεσμα στις 26.11.10 να καταχωρηθεί η παρούσα αίτηση. Όπως διαφαίνεται από το σύνολο των γεγονότων, 39 περίπου μήνες από την επίδοση του κλητηρίου στην εναγόμενη - αιτήτρια καταχωρήθηκε η εν λόγω αίτηση από μέρους της. Παρά το γεγονός ότι έχει αποκαλύψει εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση ή συζητήσιμη Υπεράσπιση η αιτήτρια δεν έχει αιτιολογήσει την παράλειψη της να καταχωρήσει εμφάνιση ως επίσης η όλη συμπεριφορά της καθ΄ άπτεται της δικαστικής διαδικασίας προσλαμβάνουσα μορφή καταφρόνησης.
- Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων - καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον της εναγόμενης - αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.): ...................... Ηλ. Γεωργίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /ΕΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο