← Κύπρος

Paul Stephen Liddamore κ.α. ν. VKC Quality Estates Limited, Αρ. Αγωγής: 2057/10, 20 Απριλίου, 2011

Paul Stephen Liddamore κ.α. ν. VKC Quality Estates Limited, Αρ. Αγωγής: 2057/10, 20 Απριλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2057/10 Μεταξύ: 1. Paul Stephen Liddamore 2. Sandra Karen Liddamore Εναγόντων-Αιτητών και V.K.C. Quality Estates Limited Εναγομένης-Καθ' ης η αίτηση ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 29/10/2010 για διαγραφή άχρηστων, μη αναγκαίων και ενοχλητικών δικογράφων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 20 Απριλίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Νικολαΐδης (για να ακούσει απόφαση κ. Ν, Νικολαΐδης) Για Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση: κα Καμάρη για Χάρη Κυριακίδη Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες-Αιτητές με την αίτησή τους ημερομηνίας 29/10/2010, ζήτησαν τη διαγραφή των παραγράφων 9 (β) και (δ) της Έκθεσης Υπεράσπισης, ως άχρηστων, μη αναγκαίων, σκανδαλωδών, ενοχλητικών, προσβλητικών και προκαλούντων αμηχανία και δυσμενών εντυπώσεων. Ως νομική αίτηση για την αίτηση καταγράφηκαν η Δ.19 θ.26, η Δ.27 θ.1-3 και η Δ.48 θ.1-3 και 9 (
  2. j)των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με Ένσταση από την πλευρά της Εναγομένης-Καθ' ης η αίτηση Εταιρείας. Ως λόγοι ένστασης καταγράφηκαν τα ακόλουθα: Ότι η αίτηση είναι ατεκμηρίωτη ή/και στερείται πραγματικού υπόβαθρου ή/και δεν συνοδεύεται καθόλου ή/και επαρκώς από μαρτυρία, ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος για διαγραφή ή/και ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για διαγραφή οποιοδήποτε ισχυρισμών, ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, γενική και αόριστη, ότι δεν προσδιορίζονται οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η διαγραφή, ότι η ζητούμενη θεραπεία αποβλέπει στο να στερήσει στην Εναγόμενη-Καθ' ης η αίτηση την ευκαιρία να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ουσιώδη γεγονότα σχετικά με τα επίδικα θέματα και ότι με την αίτηση επιδιώκεται από τους Ενάγοντες-Αιτητές η διαγραφή ισχυρισμών, τους οποίους επιθυμούν να κρατήσουν κρυφούς και μυστικούς από το Δικαστήριο. Ως νομική βάση της Ένστασης, καταγράφονται η Δ.19 θ.26, η Δ.27 θ.3 και η Δ.48, θ.1, 2, 9 (
  3. j)και (
  4. o)των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και οι γενικές εξουσίες, η δικαιοδοσία και η πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της κας Γιουσελή, δικηγόρου στο γραφείο Χ. Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρους της Εναγομένης-Καθ' ης η αίτηση Εταιρείας. Σύμφωνα με την ομνύουσα, η ίδια είναι εξουσιοδοτημένη στην κατάρτιση της Ένορκης Δήλωσης και διαφωνεί με τις αιτούμενες θεραπείες. Κατά τον ισχυρισμό της, τα γεγονότα, των οποίων επιζητείται η διαγραφή, αποτελούν ουσιώδες μέρος των γεγονότων που έλαβαν χώρα κατά το χρόνο που η πλευρά των Εναγόντων-Αιτητών ισχυρίζεται ότι είχε διαπραχθεί η παράβαση συμφωνίας. Τα συγκεκριμένα γεγονότα, των οποίων επιζητείται η διαγραφή, κατά την ομνύουσα, είναι αληθή, ακριβή και σχετίζονται με τα επίδικα θέματα, αφού καταδεικνύουν μια ουσιώδη πτυχή των γεγονότων που αποκαλύπτει την κακοπιστία, την πρόθεση και τους αλλότριους σκοπούς που επεδίωξαν οι Ενάγοντες, στην προσπάθειά τους να εκβιάσουν και εκμαιεύσουν την παράβαση της σύμβασης. Καταλήγει, ότι η διαγραφή των επίδικων υποπαραγράφων θα αφοπλίσει την Εναγομένη-Καθ' ης η αίτηση από την προβολή της υπεράσπισής της. Η διαδικασία διεξάχθηκε στη βάση των γραπτών αγορεύσεων, οι οποίες κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Ήταν η θέση του συνηγόρου των Εναγόντων-Αιτητών, κ. Νικολαΐδη, όπως διαφαίνεται από τη γραπτή αγόρευσή του, ότι οι σχέσεις των Εναγόντων με τον δικηγόρο τους ήταν και συνεχίζουν να είναι απόλυτα σύμφωνες με τη δικηγορική δεοντολογία και δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη ότι οι οδηγίες των Εναγόντων προς τον δικηγόρο τους δεν τηρήθηκαν στο ακέραιο. Κατά τον ισχυρισμό του, τα όσα καταγράφονται στην παράγραφο 9 (β) και (δ) της Υπεράσπισης, αποτελούν προσωπική έξαρση και συνιστούν μη αναγκαία για την υπό κρίση υπόθεση, κακόβουλη κατηγορία. Κατά την άποψή του, είναι σκανδαλώδεις, ενοχλητικές και παντελώς αχρείαστες και θα πρέπει να διαγραφούν. Παρέπεμψε το Δικαστήριο σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του συγκεκριμένου θέματος. Η κα Καμάρη, στη γραπτή της αγόρευση ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία δεν μπορεί να διαγράψει δικόγραφα, απλώς και μόνο επειδή περιέχουν άσχετα και περιττά γεγονότα, εάν δεν προκαλούν πραγματικό πρόβλημα στην άλλη πλευρά. Κατά τη δική της άποψη, οι ισχυρισμοί, των οποίων ζητείται η διαγραφή, είναι σχετικοί με τα επίδικα θέματα και δεν είναι ούτε σκανδαλώδεις, ούτε ενοχλητικοί, αλλά είναι στο σύνολό τους αληθείς και αποτελούν ουσιαστική παράμετρο της υπόθεσης. Καταλήγει, ότι η επιζητούμενη από τους Ενάγοντες-Αιτητές θεραπεία, θα στερήσει από στην Εναγομένη-Καθ' ης η αίτηση Εταιρεία, το δικαίωμα να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπόθεση, με αποτέλεσμα να στερηθεί η Εναγομένη-Καθ' ης η αίτηση του δικαιώματος υπεράσπισης ή/και δίκαιης δίκης. Σημειώνει ότι, εν πάση περιπτώσει, οι Ενάγοντες-Αιτητές έχουν απαντήσει στους συγκεκριμένους ισχυρισμούς, των οποίων η διαγραφή επιδιώκεται, στην καταχωρηθείσα, στις 13/12/2010 Απάντηση στην Υπεράσπιση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αίτηση βασίζεται κυρίως στις πρόνοιες της Δ.19 θ.26, που είναι πανομοιότυπη με το O.19 r.27 των Αγγλικών Θεσμών, που ίσχυαν πριν το 1960, οι οποίες προνοούν ως ακολούθως: «26. The Court or a Judge may, at any stage of the proceeding order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass or delay the fair trial of the action». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί καθ' οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οποιουδήποτε ζητήματος ..... η οποία μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή που θα τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής.» Με βάση το λεκτικό του θ.26 της Δ.19, το Δικαστήριο μπορεί να διαγράψει ισχυρισμό από δικόγραφο όταν αυτός είναι περριτός ή σκανδαλώδης ή τείνει να βλάψει, περιπλέξει ή καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Αναφορικά με το κατά πόσο οι ισχυρισμοί τείνουν να προκαλέσουν βλάβη ή αμηχανία ή καθυστέρηση στη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης, η νομολογία έχει υποδείξει ότι τα Δικαστήρια ερμηνεύουν φιλελεύθερα τις συγκεκριμένες λέξεις. Η εξουσία που εναποθέτει η Δ.19 θ.26 στο Δικαστήριο, όπως έχει νομολογηθεί και από αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θα πρέπει να ασκείται με προσοχή και φειδώ (βλ. Mavromoustaki v. Yeroudis

(1965)1 C.L.R. 176 στη σελ. 183-184, Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 692 και Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.ά
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1860). Πρόκειται για ένα δραστικό μέτρο, το οποίο ουσιαστικά επιτρέπει επέμβαση του Δικαστηρίου στα δικόγραφα και των δύο πλευρών, γι' αυτό και πρέπει να ασκείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Παράλληλα όμως, συνιστά και ένα χρήσιμο όπλο για την αποφυγή κατάχρησης της διαδικασίας με την προώθηση σκανδαλωδών, άχρηστων ή ενοχλητικών θεμάτων που είναι αντίθετα με την ορθή παρουσίαση των δικογράφων (βλ. Drummond -Jackson v. British Medical Association
(1970)1 All E.R. 1094). Με βάση τις πρόνοιες της Δ.19 θ.4, μόνο τα ουσιώδη γεγονότα πρέπει να δικογραφούνται, τα οποία είναι και σχετικά με τα επίδικα θέματα, το τι είναι δε σχετικό γεγονός εξαρτάται πάντοτε από τις ειδικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Σύμφωνα με την απόφαση Bruce v. Odhams Press Ltd
(1936)1 All E.R. 294, η λέξη «material», η οποία χρησιμοποιείται στον αντίστοιχο αγγλικό θεσμό, σημαίνει «necessary for the purpose of formulating a complete statement of claim», αναγκαία για τους σκοπούς της διαμόρφωσης ολοκληρωμένης Έκθεσης Απαίτησης ή Υπεράσπισης. Από τη μία θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το συνταγματικό δικαίωμα κάθε διαδίκου για ελεύθερη πρόσβαση στο Δικαστήριο και από την άλλη θα πρέπει να επιδεικνύεται σεβασμός προς τους Διαδικαστικούς Κανόνες της δικογράφησης εγγράφων προτάσεων. Το Δικαστήριο προτού αποφασίσει κατά πόσο ένας ισχυρισμός θα διαγραφεί ή όχι, λαμβάνει υπόψη του, ανάμεσα σε άλλα, τη φύση της αγωγής και κατά πόσο το, κατ' ισχυρισμό σκανδαλώδη θέμα, επηρεάζει αποφασιστικά το αποτέλεσμα της αγωγής. Στο Annual Practice 1961, σελ.478, καταγράφεται πως το γεγονός απλώς ότι το δικόγραφο περιέχει κάποιο περιττό ή αχρείαστο ισχυρισμό που όμως δεν προκαλεί ζημιά ή βλάβη στον αντίδικο, δεν αποτελεί επαρκή λόγο για τη διαγραφή του. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που στο δικόγραφο δικογραφούνται ισχυρισμοί με αχρείαστη λεπτομέρεια. Εξετάζοντας την Έκθεση Απαίτησης, διαπιστώνω ότι με την αγωγή ζητούνται διατάγματα για την εφαρμογή της σύμβασης πώλησης μεταξύ των διαδίκων, ενώ παράλληλα ζητούνται ειδικές αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστησαν οι Ενάγοντες-Αιτητές, λόγω της συμπεριφοράς της Εναγομένης-Καθ' ης η Αίτηση, ήτοι την άρνηση της να υπογράψει το έντυπο απόσυρσης της αρχικής συμφωνίας. Η Εναγομένη-Καθ' ης η αίτηση Εταιρεία, εξηγώντας τη δική της στάση και απαντώντας στην παράγραφο 11 της Έκθεσης Απαίτησης, κατέγραψε τη δική της θέση στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Υπεράσπισης, με τον τρόπο που η ίδια επιθυμούσε. Με την σειρά τους οι Ενάγοντες-Αιτητές απάντησαν στην Απάντησή τους στα όσα η Εναγόμενη-καθ ης η αίτηση κατέγραψε στην παράγραφο 9 της Υπεράσπισης. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπαγορεύσει στους διαδίκους πώς να διατυπώσουν την απαίτησή τους ή την υπεράσπισή τους. Είναι δικαίωμα της κάθε πλευράς να θέσει την υπόθεσή της με τον τρόπο που επιθυμεί (βλ. Annual Practice Book 1958, σελ.477). Εξετάζονται λοιπόν το περιεχόμενο των παραγράφων 9 (β) και (δ) της Έκθεσης Υπεράσπισης, τόσο αυτοτελώς, όσο και εντασσόμενο στην ολότητα των ισχυρισμών της Εναγομένης-Καθ' ης η αίτηση, που περιέχονται στην Έκθεση Υπεράσπισης, πρέπει να παρατηρήσω ότι δεν περιέχουν οτιδήποτε που είναι επιλήψιμο ή ζημιώνει την πλευρά των Εναγόντων-Αιτητών. Σύμφωνα και με το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 21, το Δικαστήριο οφείλει να ασκεί την εξουσία διαγραφής δικογράφου με προσοχή και φειδώ και ειδικότερα να το πράττει μόνο σε καθαρές περιπτώσεις και εφόσον το συγκεκριμένο δικόγραφο ή μέρος του είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Δεν έχει επεξηγηθεί από την πλευρά των Εναγόντων-Αιτητών, κατά πόσο είναι ανυπόστατα ή αναληθή τα γεγονότα που καταγράφονται στις παραγράφους 9 (β) και (δ) της Υπεράσπισης. Με βάση όσα τέθηκαν και όσα αναφέρθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, θεωρώ ότι η παρούσα δεν εμπίπτει στις εξαιρετικές περιπτώσεις για τις οποίες θα πρέπει να διαταχθεί η διαγραφή των συγκεκριμένων παραγράφων της Υπεράσπισης. Συνεπακόλουθο της πιο πάνω κατάληξης είναι η απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ της Εναγομένης-Καθ' ης η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία όμως θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ....................................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.