← Κύπρος

FPF DEVELOPERS LIMITED ν. ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΛΙΑΝ ΙΕΡΟΘΕΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1810/2007, 28.4.2011

FPF DEVELOPERS LIMITED ν. ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΛΙΑΝ ΙΕΡΟΘΕΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1810/2007, 28.4.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1810/2007 Μεταξύ: F.P.F. DEVELOPERS LIMITED Ενάγοντες -και- ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΛΙΛΙΑΝ ΙΕΡΟΘΕΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ Εναγόμενη Αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 11.2.2011 Ημερομηνία: 28.4.2011 Εμφανίσεις: Για τους αιτητές-ενάγοντες: O κ. Χρ. Χατζηστερκώτης και κα Α. Προδρόμου. Για την καθ΄ ης η αίτηση-εναγόμενη: O κ. Χ. Κυριακίδης και κα Γιουσελλήν. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση και ζητήθηκε αναβολή προκειμένου να υποβληθεί αίτημα για τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως. Της πλευράς της εναγομένης ουσιαστικά συναινούσης, η υπόθεση αναβλήθηκε για οδηγίες. Στη συνέχεια υποβλήθηκε η παρούσα αίτηση με την οποία ζητείται η τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως σε διάφορα σημεία της και είτε με την αντικατάσταση κάποιου υφιστάμενου ισχυρισμού είτε με την προσθήκη νέων, αλλά και τη διαγραφή κάποιου άλλου. Στην ένορκη δήλωση του διευθυντή των εναγόντων αναφέρεται ότι διαπιστώθηκε η αναγκαιότητα για τις τροποποιήσεις αυτές κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση. Όπως ισχυρίζεται, διαπιστώθηκε τότε από το δικηγόρο τους ότι εκ παραδρομής ή εκ λάθους δεν περιλήφθηκαν στην έκθεση απαιτήσεως τα σωστά γεγονότα. Και περαιτέρω, πως αν δεν επιτραπεί η προσθήκη τους μέσα από την αιτούμενη τροποποίηση η δικογραφία των εναγόντων θα είναι ελλιπής. Αυτό ήταν και το βασικό επιχείρημα του συνηγόρου των κατά την αγόρευση του προς υποστήριξη της αίτησης. Η πλευρά της εναγομένης πρόβαλε ένσταση. Πέραν της θέσης, η οποία προβάλλεται συνήθως σε τέτοιας φύσεως διαδικασίες, ότι η αίτηση υποβλήθηκε καθυστερημένα, ηγέρθη και θέμα ότι αν επιτραπεί η επιχειρούμενη τροποποίηση τότε θα εισαχθεί νέα βάση αγωγής διαφορετική από την υφιστάμενη προκαλώντας ριζική μεταβολή των επίδικων θεμάτων. Όντως, αν εγκριθεί η αίτηση θα προστεθούν στην έκθεση απαιτήσεως κάποιοι νέοι ισχυρισμοί. Ωστόσο, κατά την αγόρευση του ο συνήγορος της εναγομένης δεν έχει επισημάνει ποια θα είναι αυτή η νέα βάση αγωγής που θα εισαχθεί. Μια τροποποίηση η οποία ζητείται με την παρούσα αίτηση θα έχει ως αποτέλεσμα την αντικατάσταση της ημερομηνίας που αναφέρεται στην έκθεση απαιτήσεως, ότι συνήφθη η φερόμενη ως επίδικη συμφωνία, με μια άλλη ημερομηνία η οποία, προφανώς, θεωρείται ως η ορθή. Ενώ με μια δεύτερη τροποποίηση θα προστεθεί ένας νέος ισχυρισμός με τον οποίο θα προβάλλεται ένας πρόσθετος, όμως συναφής με ό,τι ήδη δικογραφείται, λόγος παραβίασης της εν λόγω συμφωνίας από την εναγόμενη. Με την πρώτη τροποποίηση ασφαλώς δεν προστίθεται οποιαδήποτε νέα βάση αγωγής. Απλώς επαναπροσδιορίζεται ο χρόνος κατά τον οποίο, σύμφωνα με τους ενάγοντες, συνομολογήθηκε η ισχυριζόμενη από αυτούς συμφωνία με την εναγόμενη. Ενώ με τη δεύτερη τροποποίηση επιχειρείται να προστεθούν κάποια γεγονότα αρκούντος σημαντικά ώστε να πρέπει να δικογραφηθούν, αφορώντα στην εξελικτική πορεία της ισχυριζόμενης παραβίασης και/ή αθέτησης και/ή υπαναχώρησης της εναγομένης από την προαναφερθείσα συμφωνία. Να σημειωθεί ότι αυτό που αναφέρεται ήδη σχετικά στην έκθεση απαιτήσεως είναι ότι η πιο πάνω ισχυριζόμενη κατάληξη της εν λόγω συμφωνίας φέρεται να προέκυψε επειδή η εναγόμενη δεν παρέδωσε το κατ΄ ισχυρισμό πωληθέν ακίνητο στους ενάγοντες όπως είχε συμφωνηθεί. Με την αιτούμενη τροποποίηση θα προστεθεί και ο ισχυρισμός ότι η εναγόμενη παρέδωσε το εν λόγω ακίνητο σε τρίτα πρόσωπα τα οποία άρχισαν και προβαίνουν σε οικοδομικές εργασίες εντός αυτού. Δεδομένου ότι η αγωγή των εναγόντων βασίζεται και σε ισχυρισμό για υπαναχώρηση της εναγομένης από τη συμφωνία, που στην πραγματικότητα σημαίνει ότι αυτή προέβη στην αποκήρυξη της, ο προαναφερθείς ισχυρισμός βασικά επιτυγχάνει την περαιτέρω διασαφήνιση της πιο πάνω θέσης, παραπέμποντας σε συγκεκριμένη πρόσθετη συμπεριφορά της εναγομένης η οποία οδήγησε στο πιο πάνω αποτέλεσμα. Παρεμπιπτόντως, μετά την πιο πάνω διευκρίνιση όσον αφορά την έννοια της «υπαναχώρησης» από μια συμφωνία, διαπιστώνεται ότι είναι αχρείαστη η τρίτη τροποποίηση η οποία επίσης ζητείται να γίνει σε διάφορα σημεία της έκθεσης απαιτήσεως και φέρει την εναγόμενη να έχει τερματίσει παράνομα την εν λόγω συμφωνία. Η φράση «τερμάτισε παράνομα» θεωρώ ότι ουσιαστικά έχει την ίδια έννοια με τη λέξη «υπαναχώρησε» εφόσον αυτές χρησιμοποιούνται σε σχέση με σύμβαση. Από την τελευταία παρατήρηση εξαιρείται το αίτημα για συμπερίληψη στο παρακλητικό μέρος της έκθεσης απαιτήσεως παρόμοιου ισχυρισμού, ήτοι παράνομου τερματισμού της συμφωνίας, σε συνδυασμό με αξίωση για αποζημιώσεις. Η αίτηση, και η ένσταση βεβαίως, στηρίζεται στη Δ.25 Κ.1. Η βασική αρχή την οποία προβλέπει η διάταξη αυτή είναι ότι «all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». Έχει ερμηνευθεί να σημαίνει ότι το δικαστήριο επιτρέπει κάθε τροποποίηση δικογράφου την οποία θεωρεί ως αναγκαία προκειμένου να τεθούν ενώπιον του όλα τα θέματα τα οποία αφορούν σε μια δικαστική διένεξη. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η όσο το δυνατό πληρέστερη αντιμετώπιση και επίλυση της επίδικης διαφοράς προς το σκοπό καλύτερης και οριστικής απονομής της δικαιοσύνης (βλ. Χρίστου ν. Αζά

(1992)1 Α.Α.Δ. 704). Ενώ όπως επίσης προβλέπεται στην εν λόγω διαταγή, τέτοια τροποποίηση στα δικόγραφα που αναφέρεται πιο πάνω, μπορεί να επιτραπεί από το δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας (βλ. Νικολάου ν. Μιλτιάδους
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005). Βέβαια, το θέμα της αναγκαιότητας μιας τροποποίησης στο πλαίσιο της Δ.25 Κ.1 συναρτάται άμεσα με την ανάγκη για διασφάλιση ότι με αυτή δε θα προκληθεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη ή αδικία στην αντίδικη πλευρά. Το θέμα της οποιασδήποτε σχετικής δαπάνης η οποία διαπιστώνεται εκ των υστέρων ότι έχει καταστεί αχρείαστη αντιμετωπίζεται με ανάλογη διαταγή για έξοδα. Άρα αυτό που προέχει να εξεταστεί σε κάθε τέτοια περίπτωση είναι κατά πόσο με την τροποποίηση, αν επιτραπεί, θα τρωθούν ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα της άλλης πλευράς σε σχέση πάντοτε με την υπόθεση. Αυτός που είναι καλύτερα σε θέση να γνωρίζει τα όσα μπορεί να συντρέχουν σε σχέση με την πτυχή αυτή ασφαλώς είναι ο καθ΄ ου η αίτηση. Αν υπάρχει κάτι συγκεκριμένο θα πρέπει να αναφέρεται στους λόγους ένστασης και στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση. Στην προκειμένη περίπτωση η εναγόμενη προβάλλει ως λόγους ένστασης και ότι η αίτηση επιδιώκει αλλότριο σκοπό ή και ότι είναι καταχρηστική. Όμως, δεν αναφέρεται οτιδήποτε στην ένορκη δήλωση της σχετικά. Ενώ ας σημειωθεί ότι με αυτήν η εναγόμενη απλώς επιβεβαιώνει τα όσα αναφέρονται στην ειδοποίηση ως λόγοι ένστασης και δεν προσφέρει μαρτυρία σε σχέση με οποιοδήποτε από αυτούς. Όμως, ούτε και από τα όσα οι ενάγοντες αναφέρουν ή και από αυτές τούτες τις αιτούμενες τροποποιήσεις είναι δυνατό να διαπιστωθεί η ύπαρξη οποιασδήποτε κακοπιστίας εκ μέρους των τελευταίων. Ή ότι επιχειρείται με την επιδιωκόμενη τροποποίηση η εξασφάλιση από τους ενάγοντες οποιουδήποτε πλεονεκτήματος σε βάρος της εναγομένης, όπως εισηγείται σε κάποιο σημείο της αγόρευσης του ο συνήγορος της, χωρίς να γίνεται και στην περίπτωση αυτή παραπομπή σε οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία. Διαπιστώνεται δε ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις βασικά αφορούν ισχυρισμούς οι οποίοι θα μπορούσε να είχαν περιληφθεί στην έκθεση απαιτήσεως από την αρχή χωρίς να προκαλούσαν την ένσταση είτε της πλευράς της εναγομένης είτε και του δικαστηρίου. Δεν είναι όμως αυτό που έχει συμβεί στην προκειμένη περίπτωση. Η αίτηση για τροποποίηση υποβλήθηκε την τελευταία στιγμή και ενώ θα άρχιζε η ακρόαση της υπόθεσης. Όμως, υπό το φως του συνόλου των περιστάσεων που αναφέρονται εδώ, ούτε και αυτό είναι αρκετός λόγος για να αποστερηθούν οι ενάγοντες της δυνατότητας να θέσουν την υπόθεση τους ενώπιον του δικαστηρίου στη σωστή και ολοκληρωμένη διάσταση της. Είναι, βέβαια, νομολογημένο ότι καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για τροποποίηση δικογράφων είναι ένας παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση από το δικαστήριο της διακριτικής του εξουσίας δυνάμει της Δ.25 Κ.1. (Astor Manufacturing & Exporting Co. v. A. & G. Leventis & Company (Nigeria) Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Θα πρέπει, όμως, να αντικρίζεται υπό το φως του συνόλου των περιστάσεων της υπόθεσης. Στην υπόθεση SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, είχαν παρατηρηθεί σε σχέση με τον παράγοντα αυτό τα εξής: «Η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δε συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή.» Στην προκειμένη περίπτωση έχει δοθεί ανάλογη εξήγηση όπως την πιο πάνω, σε σχέση με την καθυστέρηση η οποία σημειώθηκε στην υποβολή της παρούσας αίτησης. Ενώ, περαιτέρω, δε διαπιστώνεται να διέπεται η επιχειρούμενη τροποποίηση και από οποιαδήποτε κακοπιστία ή να προκαλείται με αυτή οποιαδήποτε αδικία στην εναγόμενη. Πρόσθετα, κρίνεται ότι οι πρώτες δυο τροποποιήσεις που αναφέρονται πιο πάνω είναι όντως αναγκαίες. Η μεν πρώτη για τον ακριβή προσδιορισμό του χρόνου σύναψης της ισχυριζόμενης από τους ενάγοντες συμφωνίας ενώ η δεύτερη προκειμένου να δοθεί μέσα από τα ουσιώδη γεγονότα η ακριβής διάσταση της φερόμενης υπαναχώρησης της εναγομένης από την εν λόγω συμφωνία. Δεν αποτελεί αυτό προσθήκη νέας βάσης αγωγής αλλά συμπερίληψη στην έκθεση απαιτήσεως περαιτέρω ουσιωδών γεγονότων άμεσα σχετιζομένων με ό,τι ήδη δικογραφείται. Όμως, όπως έχει ήδη διαπιστωθεί δεν θεωρείται ως αναγκαία η τροποποίηση η οποία έχει προσδιοριστεί πιο πάνω ως τρίτη, πλην της εξαίρεσης που έχει προαναφερθεί. Τέλος, εγκρίνεται και η τροποποίηση με την οποία ζητείται η διαγραφή ως μη αναγκαίων των λεπτομερειών που αφορούν στην έκδοση κάποιας άδειας οικοδομής και τη δαπάνη γι΄ αυτή. Εν όψει όλων των ανωτέρων εγκρίνεται η αίτηση και δίδεται άδεια για τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως ως οι παράγραφοι Α, Β, Δ, Ε, και Η αυτής, ενώ δεν εγκρίνεται η τροποποίηση που προτείνεται με τις παραγράφους Γ, Στ και Ζ. Τροποποιημένη έκθεση απαιτήσεως να καταχωριστεί και να δοθεί αντίγραφο στην άλλη πλευρά εντός δέκα
(10)ημερών ενώ υπεράσπιση, αν υπάρχει, να καταχωριστεί εντός δέκα
(10)ημερών από την παράδοση του προαναφερόμενου δικογράφου. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης αυτά επιδικάζονται προς όφελος των εναγόντων και εναντίον της εναγομένης. Ενώ όλα τα σπαταληθέντα έξοδα (thrown away) λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται προς όφελος της εναγομένης και εναντίον των εναγόντων. Τα έξοδα να υπολογιστούν με το πέρας της αγωγής και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ)................. Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.