← Κύπρος

Ανδρέας Κυριάκου ν. Κίκα Χατζιήκκου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1725/09, 26/05/2011

Ανδρέας Κυριάκου ν. Κίκα Χατζιήκκου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1725/09, 26/05/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1725/09 Ανδρέας Κυριάκου Ενάγοντας και

  1. Κίκα Χατζιήκκου
  2. Κλεοπάτρα Χατζιήκκου Εναγόμενες Ημερομηνία: 26/05/2011 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Μ. Μικελλίδου. Για τις Εναγόμενες: κ. Χ. Κυριακίδης. ΑΠΟΦΑΣΗ Η στενή, εξ αίματος συγγενική σχέση μεταξύ των διαδίκων στην παρούσα διαδικασία, προφανώς δεν λειτούργησε καθ' οιονδήποτε τρόπο ως καταλύτης ή παράγοντας ανασχετικός της προώθησης και εκδίκασης της υπό συζήτηση αγωγής. Με τη δρομολόγηση της, ο ενάγοντας, πατέρας και παππούς των εναγομένων 1 και 2 αντίστοιχα, αξιώνει σε βάρος της θυγατέρας και της εγγονής του αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα: Α. Διάταγμα που να ακυρώνει την εγγραφή του διαμερίσματος αρ. 1 στην πολυκατοικία Ivory Courts No.1 στον 2ον όροφο στην οδό Παύλου Βαλδασερίδη 29 στη Λάρνακα που πραγματοποιήθηκε στις 21/1/05 επ΄ ονόματι της εναγομένης 1 λόγω δόλου ή / και απάτης ή / και ψευδών παραστάσεων και / ή άδικου πλουτισμού. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου να ακυρώνει την εγγραφή η οποία πραγματοποιήθηκε στις 7/4/08 του ως άνω διαμερίσματος επ΄ ονόματι της εναγομένης 2 από την εναγομένη 1 δυνάμει δωρεάς λόγου δόλου ή / και απάτης ή / και ψευδών παραστάσεων ή / και άδικου πλουτισμού. Γ. Διαζευκτικά με τα πιο πάνω γενικές και ειδικές αποζημιώσεις λόγω δόλου ή / και απάτης ή / και ψευδών παραστάσεων ή / και άδικου πλουτισμού. Δ. Διάταγμα για εγγραφή του ως άνω αναφερόμενου ακινήτου επ΄ ονόματι του ενάγοντα. Ε. Οποιαδήποτε περαιτέρω ή άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει υπό τις περιστάσεις. Στ. Τόκο και έξοδα. Ως προτάσσεται στην Έκθεση Απαίτησης του ενάγοντα, ο οποίος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν και είναι μόνιμος κάτοικος Αγγλίας, επιθυμία του τελευταίου ήταν να αγοράσει και εγγράψει επ' ονόματι του διαμέρισμα στη Λάρνακα, για να μπορούν να χρησιμοποιούν τούτο τα παιδιά και τα εγγόνια του που διαμένουν στην Αγγλία σε περίπτωση που έρχονταν στην Κύπρο για διακοπές. Αφού κατέληξε μέσω συγγενικού του προσώπου στο επίδικο διαμέρισμα ως το καταλληλότερο, ανέθεσε στην εναγομένη 1 θυγατέρα του να διεκπεραιώσει την πράξη, αναφέροντας της ρητά και ξεκάθαρα το σκοπό για τον οποίο θα αγόραζε το διαμέρισμα και ότι ήθελε τούτο να εγγραφεί επ' ονόματι του. Προς υλοποίηση της αγοράς του διαμερίσματος κατέβαλε προς τον δικηγόρο των πωλητών το συνολικό ποσό των Λ.Κ.57.
  3. Παρά το γεγονός ότι η εναγομένη 1 γνώριζε τους σκοπούς και τους λόγους της αγοράς του διαμερίσματος από τον πατέρα της, τελικά μεταβίβασε το διαμέρισμα επ' ονόματι της στις 21/1/
  4. Τούτο, παρά το γεγονός ότι διαβεβαίωνε πολλές φορές τον ενάγοντα ενώπιον συγγενών, συμπεριλαμβανομένης και της εναγομένης 2, ότι το διαμέρισμα ενεγράφη επ' ονόματι του. Ο ενάγοντας λόγω της σχέσης του με την εναγόμενη 1 έδιδε πίστη στα λεγόμενα της ως άνω θυγατέρας του, παραμένοντας ήσυχος ότι η τελευταία ενήργησε σύμφωνα με την επιθυμία του χωρίς να αμφισβητήσει τις διαβεβαιώσεις και παραστάσεις της κόρης του. Τελικά η εναγόμενη 1 μεταβίβασε το ως άνω διαμέρισμα δυνάμει δωρεάς στη θυγατέρα της εναγομένη 2 στις 15/2/
  5. Σε κάθε περίπτωση, προτάσσει στις δικογραφημένες θέσεις του ο ενάγοντας, η εναγομένη 2 γνώριζε ότι το διαμέρισμα θα έπρεπε να εγγραφεί επ' ονόματι του ιδίου και όχι επ' ονόματι της εναγομένης 1 και μητέρας της. Ενεργώντας δε σε συμπαιγνία με την εναγομένη 1 δεν μπορεί να θεωρηθεί καλή τι πίστη δωρεοδόχος. Στα πλαίσια του δόλου και της απάτης εκ μέρους της εναγομένης 1, ο ενάγοντας πλήρωσε όπως του ζητήθηκε από την τελευταία και τα μεταβιβαστικά της αγοράς του διαμερίσματος Λ.Κ.1.850, ενώ κατέβαλε συνολικά στην εναγομένη 1 το ποσό των Λ.Κ.1285 όπως η τελευταία του ζήτησε, για την επιδιόρθωση και / ή ανακαίνιση του διαμερίσματος. Όταν σε μεταγενέστερο στάδιο, μετά τη μεταβίβαση του διαμερίσματος από την εναγομένη 1 στην εναγομένη 2 πληροφορήθηκε για πρώτη φορά τι είχε συμβεί, ζήτησε αμέσως εξηγήσεις από την εναγομένη 1 η οποία του ανέφερε ότι το διαμέρισμα πλέον ανήκει στην εναγομένη 2 και ότι ο τελευταίος δεν μπορεί να κάνει οτιδήποτε. Σε επιστολή δε που του απέστειλε η εναγομένη την 1/10/08, ο ίδιος απάντησε μέσω της δικηγόρου του, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς που σε αυτή προέβαλλε. Οι εναγόμενες 1 και 2 με την υπεράσπιση τους απορρίπτουν τους ουσιαστικούς για την υπό συζήτηση υπόθεση ισχυρισμούς του ενάγοντα. Αποτελεί πυρήνα των θέσεων τους ότι ήταν ξεκάθαρο από την αρχή στον ενάγοντα πατέρα της εναγομένης 1 ότι το επίδικο διαμέρισμα θα εγγραφόταν επ' ονόματι της τελευταίας, ενώ ο ίδιος ήταν παρών στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας κατά την ημερομηνία μεταβίβασης του διαμερίσματος επ' ονόματι της εναγομένης
  6. Αποτέλεσε επιθυμία του ίδιου του ενάγοντα, υποστηρίζουν, όπως το διαμέρισμα εγγραφεί επ' ονόματι της εναγομένης 1 ενώ στο μέλλον να εγγραφεί τούτο επ' ονόματι της εγγονής του, εναγομένης
  7. Προτάσσεται παράλληλα ότι δόθηκαν και από την ίδια κάποια ποσά για την αγορά του διαμερίσματος προερχόμενα από προσωπικό δάνειο το οποίο έκανε. Αποτελεί θέση της εναγομένης 1 ότι ενημέρωσε εκ των προτέρων τον ενάγοντα πως το επίδικο διαμέρισμα θα εγγραφόταν επ' ονόματι της, πράγμα που δεν απέκρυψε ούτε και από συγγενείς των διαδίκων. Σε καμία συμπαιγνία δεν συνέργησε η εναγομένη 2 με την εναγομένη 1 και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί καλή τι πίστη δωρεοδόχος. Σε σχέση με τα ποσά τα οποία ήταν αναγκαία για την επιδιόρθωση και/ή ανακαίνιση του διαμερίσματος, είναι πραδεκτό ότι ο ενάγοντας κατέβαλε τούτα, υπό την προϋπόθεση ότι όποτε ερχόταν στην Κύπρο θα μπορούσε να χρησιμοποιεί το διαμέρισμα, αίτημα που αμέσως έγινε αποδεκτό από την εναγόμενη
  8. Με την απάντηση του στην υπεράσπιση των εναγομένων, ο ενάγοντας επαναλαμβάνει τις δικογραφημένες του θέσεις στην Έκθεση Απαίτησης του, υποδεικνύοντας ότι ο ίδιος δεν ήταν παρών στο Κτηματολόγιο κατά το στάδιο που τούτο μεταβιβάστηκε επ' ονόματι της εναγομένης
  9. Παράλληλα, υποδεικνύει ότι η εναγομένη 2 απεδέχθη τη δωρεά του διαμερίσματος εν γνώσει της και δολίως, αφού ήταν παρούσα όταν εγίνονταν συζητήσεις μεταξύ του και της μητέρας της και ενώπιον άλλων φιλικών και συγγενικών τους προσώπων για το διαμέρισμα και την επιθυμία του ενάγοντα να εγγραφεί τούτο επ' ονόματι του για να μπορούν όλα τα μέλη της οικογένειας του όταν έρχονται στην Κύπρο, να έχουν κάπου να μένουν στις διακοπές τους. Το σύνολο της μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε στα πλαίσια της παρούσας ακροαματικής διαδικασίας βρίσκεται στα πρακτικά της διαδικασίας. Δεν αποτελεί ασφαλώς πρόθεση του Δικαστηρίου η επανάληψη της μαρτυρίας στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Κατά το δυνατό συνοπτικά και περιοριζόμενο στα βασικά και σχετικά με την παρούσα υπόθεση σημεία, το Δικαστήριο θα αναφερθεί σ' αυτήν. Αυτονόητο είναι εξάλλου ότι κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της προσκομισθείσας και αποδεκτής μαρτυρίας, ως επίσης κάθε σχετική λεπτομέρεια. Καταθέτοντας ο ενάγοντας από το εδώλιο του μάρτυρα, υιοθετώντας το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης του επανέλαβε ουσιαστικά τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του για την εξέλιξη των γεγονότων. Καταλήγοντας στην απόφαση να αγοράσει το επίδικο διαμέρισμα, υπέδειξε, ανέθεσε στη θυγατέρα του Εναγομένη 1 να διεκπεραιώσει την πράξη αφού ο ίδιος πηγαινοερχόταν στην Αγγλία. Της ανάφερε το λόγο για το οποίο προέβαινε στην αγορά του διαμερίσματος και ότι ήθελε τούτο να εγγραφεί επ' ονόματι του. Παρά το γεγονός ότι η εναγόμενη 1 γνώριζε τους σκοπούς και τους λόγους αγοράς του επίδικου διαμερίσματος, τελικά το διαμέρισμα δυνάμει της πράξης Π125/2005 ημερ. 21/1/2005 μεταβιβάστηκε επ' ονόματι της εναγομένης 1, γεγονός που η τελευταία απέκρυπτε από τον ίδιο, ενώ παράλληλα πολλές φορές ενώπιον συγγενών αλλά και της ίδιας της θυγατέρας της και εγγονής του ιδίου, εναγομένης 2 στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, τον διαβεβαίωνε ότι το διαμέρισμα ενεγράφη επ' ονόματι του. Όταν σε κάποιο στάδιο ο ίδιος ζήτησε από την εναγομένη 1, ενώπιον και της εναγομένης 2, να του δώσει τον τίτλο εγγραφής του διαμερίσματος για να τον έχει στην κατοχή και φύλαξη του η ίδια τον επαναβεβαίωσε ότι το διαμέρισμα ενεγράφη επ' ονόματι του καλώντας τον να μην ανησυχεί. Ο ίδιος έδινε πίστη στα λεγόμενα της υποδεικνύοντας ότι και ο λογαριασμός τηλεφώνου στο συγκεκριμένο διαμέρισμα, τον οποίο παρουσίασε στο Δικαστήριο, η εναγόμενη 1 φρόντισε να εκδοθεί επ' ονόματι του για να τον παρασύρει και να πιστέψει ότι το διαμέρισμα ήταν επ' ονόματι του. Ο ίδιος εξ' άλλου κατέβαλε τα έξοδα για ανακαίνιση του διαμερίσματος τα οποία η εναγομένη 1 του ζήτησε να πληρώσει, στην προσπάθεια της τελευταίας να τον πείσει ότι το διαμέρισμα είχε εγγραφή επ' ονόματι του. Ουδέποτε, υπέδειξε ο ενάγοντας, έγινε συμφωνία μεταξύ του ιδίου και της εναγομένης 1, να μεταβιβαστεί το διαμέρισμα επ' ονόματι της τελευταίας και ο ίδιος να το χρησιμοποιεί όποτε ερχόταν στην Κύπρο, ούτε ποτέ εξέφρασε επιθυμία όπως στο μέλλον το επίδικο διαμέρισμα εγγραφεί επ' ονόματι της εναγομένης
  10. Αντίθετα, υποδεικνύει, πολλές φορές ανέφερε στην παρουσία και των δύο εναγομένων ότι η επιθυμία του ήταν πως τόσο το διαμέρισμα όσο και το σπίτι του στην Αγγλία γίνει σε όσα μερίδια είναι τα παιδιά του. Σε κάθε περίπτωση, υποστήριξε, ο ίδιος δεν ήταν παρών στον Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας κατά την ημερομηνία μεταβίβασης του διαμερίσματος επ' ονόματι της εναγομένης
  11. Αποτέλεσε παράλληλα θέση του μάρτυρα ότι η εναγόμενη 2 γνώριζε εκ των προτέρων ότι το διαμέρισμα θα έπρεπε να εγγραφεί επ' ονόματι του ιδίου και όχι επ' ονόματι της εναγομένης 1 και υποδεικνύει ότι υπό τις περιστάσεις η εναγομένη 2 εν γνώση της δόλια με απάτη και/ή με ψευδείς παραστάσεις ενήργησε σε συμπαιγνία με την εναγομένη 1 και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεωρείται καλή τι πίστη δωρεοδόχος. Χαρακτήρισε το πωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 3) ως πλαστογραφημένο, υποδεικνύοντας ότι πάντα λάμβανε διαβεβαιώσεις από την εναγόμενη 1 να μην ανησυχεί και ότι θα προχωρήσει να του μεταβιβάσει το διαμέρισμα. Απέρριψε παράλληλα τη θέση ότι η βούληση τόσο του ιδίου όσο και της γυναίκας του ήταν το ακίνητο να εγγραφεί επ' ονόματι της θυγατέρας του εναγομένης 1 με την προοπτική τούτο να εγγραφεί τελικά επ' ονόματι της εγγονής τους εναγομένης 2, ως επίσης ότι όλες οι ενέργειες για τη μεταβίβαση επ' ονόματι της εναγομένης 1 του διαμερίσματος έγιναν εν γνώση του και με την έγκρισή του. Μετά την ανακαίνιση του διαμερίσματος, την οποία ο ίδιος κάλυψε οικονομικά, διέμενε σε αυτό η εγγονή του εναγομένη 2 και ο ίδιος με τη σύζυγο του όταν ερχόταν στην Κύπρο από την Αγγλία. Επανέλαβε ότι όλα τα έξοδα για την εξόφληση του τιμήματος αγοράς του ακινήτου αλλά και τα μεταβιβαστικά ή άλλα έξοδα τα οποία τέθηκαν στο μάρτυρα ότι εξοφλήθηκαν μέσω δανείου το οποίο συνήψε η εναγομένη 1, πληρώθηκαν από τον ίδιο αφού είχε εξουσιοδοτήσει την εναγομένη 1 να παίρνει χρήματα από τους λογαριασμούς που διατηρούσε ο ίδιος σε τράπεζες στην Κύπρο για να προβαίνει σε πληρωμές. Δυστυχώς, όπως αργότερα πληροφορήθηκε, η εναγομένη 1 λάμβανε χρήματα από τους λογαριασμούς του τα οποία απέστελλε στην εναγομένη 2 θυγατέρα της, η οποία σπούδαζε στο εξωτερικό. Επανέλαβε τη θέση ότι όλοι οι συγγενείς γνώριζαν πως το διαμέρισμα θα μεταβιβαζόταν επ' ονόματι του υποδεικνύοντας ότι ο ίδιος δεν είχε καμία ανάγκη να αγοράσει της κόρης του ή της εγγονής του διαμέρισμα. Η Σοφία Παιδονόμου, η οποίο κλήθηκε σαν μάρτυρας από την πλευρά του ενάγοντα δήλωσε ότι γνωρίζει τους διαδίκους στη διαδικασία αφού είναι συγγενείς της. Ειδικότερα, ο ενάγοντας είναι θείος της, η εναγομένη 1 εξαδέλφη της ενώ η ίδια είναι θεία της εναγομένης
  12. Όντας ενήμερη του γεγονότος ότι ο θείος και η θεία της ήθελαν να αγοράσουν "κάτι" στην Κύπρο για να διαμένουν όταν έρχονταν για διακοπές από την Αγγλία, τους ενημέρωσε για την ύπαρξη του υπό συζήτηση στην παρούσα υπόθεση διαμερίσματος, καλώντας τους παράλληλα να διερευνήσουν περαιτέρω το ενδεχόμενο να το αγοράσουν. Πριν την αγορά του διαμερίσματος όταν οι θείοι της έρχονταν για διακοπές στην Κύπρο έμεναν στο σπίτι της θυγατέρας τους, εναγομένης
  13. Η ίδια γνώριζε ότι σκοπός της αγοράς του διαμερίσματος ήταν για να μένουν οι θείοι της όταν επισκέπτονταν την Κύπρο ενώ στο μέλλον θα το άφηναν στη θυγατέρα της εναγομένης 1, δηλαδή την εναγομένη
  14. Το γεγονός ότι το διαμέρισμα θα αποδιδόταν στην εγγονή του θείου της, (εναγομένη 2) η μάρτυρας άκουσε τον ενάγοντα να το αναφέρει και στην παρουσία της συζύγου του και θείας της ενόσω αυτή ήταν εν ζωή. Γνώριζε ότι το διαμέρισμα ενεγράφη επ' ονόματι της εναγομένης 1, χωρίς όμως να είναι σε θέση να γνωρίζει περαιτέρω λεπτομέρειες για το πώς ολοκληρώθηκε η πράξη. Πίστευε ότι τούτο έγινε με την συγκατάθεση του θείου της. Το τίμημα αγοράς του διαμερίσματος απ' ότι γνώριζε κατεβλήθη από τον ενάγοντα θείο της. Η Σοφία Φλεμετάκη, συγγενής των διαδίκων αφού ως εξήγησε η γυναίκα του ενάγοντα ήταν αδελφή της μητέρας της, αποτέλεσε την πρώτη μάρτυρα για την πλευρά της υπεράσπισης. Το 2004, υπέδειξε η μάρτυρας, διέμενε οικογενειακώς στο Λονδίνο έχοντας πολύ καλές σχέσεις με τον ενάγοντα θείο και τη σύζυγο του οι οποίοι επίσης διέμεναν στην Αγγλική πρωτεύουσα. Πολύ συχνά τους επισκεπτόταν στο σπίτι τους και τους φρόντιζε. Τέλος Ιανουαρίου του 2005, ο ενάγοντας με τη σύζυγο του επέστρεψαν στο Λονδίνο από την Κύπρο και όταν η ίδια με το σύζυγο της τους επισκέφθηκαν στο σπίτι τους ο θείος της της ανέφερε: "Σοφουλού αγοράσαμε διαμέρισμα στη Λάρνακα και το γράψαμε στην Κίκα και η Κίκα όποτε θέλει μπορεί να το βάλει στην κόρη της. Θα είναι για την κόρη της το διαμέρισμα. Και δύο παιδιά και τρία να κάνει η Κλέα όταν παντρευτεί την χωρά άνετα". Μάλιστα, συνέχισε η μάρτυρας, ο ενάγοντας πρότεινε στην ίδια σε περίπτωση που θα έρχονταν για διακοπές στην Κύπρο να τους δώσει το κλειδί για να χρησιμοποιήσουν το διαμέρισμα. Μέχρι το 2008, υπέδειξε, δεν είχε ξανασυζητήσει οτιδήποτε με τον ενάγοντα θείο της για το διαμέρισμα. Το 2008 επικοινώνησε μαζί της ο ιατρός της θείας της, ο οποίος την ενημέρωσε ότι ο θείος της δεν ήταν πλέον ικανός να προσέχει τη θεία της η οποία αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας και ότι θα έπρεπε η θεία να μεταφερθεί κοντά στην κόρη της στην Κύπρο. Την ενημέρωσε παράλληλα ότι το Γραφείο Κοινωνικής Πρόνοιας της Αγγλίας θα επικοινωνήσει μαζί της για να τακτοποιήσουν τις λεπτομέρειες. Πράγματι σε επίσκεψη που δέχθηκε στο σπίτι της από το Γραφείο Κοινωνικής Πρόνοιας της Αγγλίας, της αναφέρθηκε ότι ο θείος της θα πληρώσει όλα τα έξοδα της για να συνοδεύσει τη θεία της για να μεταβεί η τελευταία στην Κύπρο. Έτσι και έγινε, αφού τον Φεβρουάριο του 2008 μετέφερε την σοβαρά άρρωστη θεία της στη θυγατέρα της εναγομένη 1 στην Κύπρο. Ενόψει του γεγονότος ότι η θεία της αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας, τέτοια που δεν επέτρεπαν στη εξαδέλφη της να την βοηθήσει, η τελευταία μαζί με την μάρτυρα έψαξαν διάφορα γηροκομεία και τελικά την τοποθέτησαν σε ένα καλό γηροκομείο που εντόπισαν. Η ίδια επέστρεψε στην Αγγλία και ενημέρωσε για την εξέλιξη των γεγονότων τηλεφωνικά τον θείο της. Τον Απρίλιο του 2008 την ενημέρωσε τηλεφωνικά η εναγομένη 1 ότι τελικά ο πατέρας της ήρθε από την Αγγλία, πήρε την μητέρα της από το γεροκομείο και την οδήγησε πίσω μαζί του στην Αγγλία. Επισκέφθηκε την οικία του θείου και της θείας της, πλην όμως διαπίστωσε ότι ενώ ήταν μέσα ο θείος της δεν της άνοιγε. Όταν τελικά έγινε κατορθωτό, με τη συνοδεία του αδελφού της, να μεταβεί στο σπίτι του ενάγοντα, ο ίδιος με οργίλο ύφος της ζητούσε πίσω τα χρήματα που κατέβαλε για να συνοδεύσει την θεία της στην Κύπρο. Το παράπονο του, υπέδειξε η μάρτυρας, ήταν γιατί η θυγατέρα του τοποθέτησε τη σύζυγο του σε γηροκομείο. Έκτοτε η συμπεριφορά του άλλαξε ριζικά, ύβριζε και δεν ήθελε να έχει καμία επαφή μαζί με την ίδια και την οικογένεια της. Αντεξεταζόμενη η μάρτυρας υπέδειξε ότι η ίδια δεν γνώριζε οτιδήποτε για την πρόθεση αγοράς διαμερίσματος εκ μέρους του ενάγοντα. Ενημερώθηκε προς τούτο μόνο όταν ο ίδιος ο ενάγοντας της ανέφερε ότι αγόρασε διαμέρισμα και το «βούλωσε» στην κόρη του. Ούτε η εναγομένη 1 την ενημέρωσε προηγουμένως για την αγορά του διαμερίσματος. Ουδέποτε, υπέδειξε η μάρτυρας, μεταξύ του 2005 και του 2008 ο ενάγοντας της ανάφερε ότι η θυγατέρα του και εναγομένη 1 του πήρε του διαμέρισμα. Άρχισε να την κατηγορεί σε όλο τον κόσμο και να της ζητά πίσω τούτο, μετά το
  15. Η Κλεοπάτρα Χατζιήκκου (εναγομένη 2) κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι οι σχέσεις της με τον ενάγοντα παππού αλλά και τη γιαγιά της ήταν πάντα άριστες. Σε μία από τις συχνές τηλεφωνικές συνομιλίες που είχε με τον ενάγοντα παππού της καθ' ον χρόνο βρισκόταν στο εξωτερικό για σπουδές, ο τελευταίος της ανέφερε ότι βρήκαν διαμέρισμα το οποίο θα ήταν η προίκα της. Όπως μάλιστα της δήλωσε, επέλεξε διαμέρισμα τριών υπνοδωματίων, ώστε όταν παντρευτεί και δύο παιδιά αν κάνει, θα ήταν ευρύχωρο και ικανό για να καλύψει τις ανάγκες της. Σε κάθε περίπτωση, η ίδια έμαθε ότι τελικά το διαμέρισμα αγοράστηκε κατά το στάδιο που την επισκέφθηκε η μητέρα της στις Η.Π.Α., περί τα τέλη Δεκεμβρίου του 2004, για να την βοηθήσει να επιστρέψει στην Κύπρο αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές της. Επιστρέφοντας στην Κύπρο, έμεινε αρχικά στο σπίτι της μητέρας της μέχρι να έρθουν και τα πράγματα της από την Αμερική, ενώ στη συνέχεια διέμενε μαζί με τον παππού και τη γιαγιά της στο διαμέρισμα, όποτε βέβαια αυτοί έρχονταν από το εξωτερικό. Ζούσαν και οι τρεις καθ' όλα αγαπημένοι. Ο ενάγοντας μάλιστα της δήλωσε πως παρά το γεγονός ότι το διαμέρισμα γράφτηκε στο όνομα της μητέρα της, αυτό ήταν δικό της. Μέχρι την ημέρα που η μητέρα της έβαλε τη γιαγιά της σε γηροκομείο, ουδέποτε η εναγόμενη 1 δεν είχε τσακωθεί με τον ενάγοντα πατέρα της. Απ' εκείνη όμως την ημέρα ο παππούς της έγινε άλλος άνθρωπος και η συμπεριφορά του απέναντι τους άλλαξε. Όπως δε την ενημέρωσε η μητέρα της, ο ενάγοντας διεμήνυσε στην εναγομένη 1 θυγατέρα του πως αφού έβαλε τη μητέρα της σε γηροκομείο, να φροντίσει να βγάλει την κόρη της από το διαμέρισμα. Μη θέλοντας να έχει περαιτέρω προστριβές με τον παππού της, τοποθέτησε τα πράγματα της που βρισκόταν στο διαμέρισμα σε εμπορευματοκιβώτιο και η ίδια μετακόμισε και έκτοτε διαμένει και πάλι με τους γονείς της. Τελικά, το διαμέρισμα μεταβιβάστηκε επ' ονόματι της από την μητέρα της το
  16. Σε κάθε περίπτωση, δήλωσε, η ίδια ουδέποτε ζήτησε είτε από την μητέρα της είτε από τον παππού της να της μεταβιβάσουν το διαμέρισμα. Ήταν πάντως ενήμερη του γεγονότος πως όταν ο πατέρας της αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα καρκίνου, οι γονείς της άρχισαν να σκέφτονται πως θα διανεμηθεί η περιουσία τους και στα πλαίσια αυτών των σκέψεων αποφάσισαν να της μεταβιβάσουν το διαμέρισμα. Σε κάθε περίπτωση η μάρτυρας επιβεβαίωσε ότι ο παππούς της ήταν το πρόσωπο το οποίο κατέβαλε το τίμημα για την αγορά του διαμερίσματος, γεγονός το οποίο εξαρχής γνώριζε. Ο Γαβριήλ Χριστοδούλου, υπάλληλος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, εξήγησε σε σχέση με τις επιταγές Τεκμήρια 1 και 2, ότι η επιταγή ημερομηνίας 15/11/2004 για το ποσό των Λ.Κ.30.000 (Τεκμ.1), εκδόθηκε προς όφελος του Ανδρέα Αργυρίδη ο οποίος ενεργούσε εκ μέρους των πωλητών του διαμερίσματος, κατόπιν εντολής του Ανδρέα Κυριάκου και της Μαρίας Κυριάκου με χρέωση από δικό τους λογαριασμό ενώ σε σχέση με την επιταγή ύψους Λ.Κ.21.000 (Τεκμ.2), που εκδόθηκε επίσης προς όφελος του ιδίου προσώπου, εξήγησε ότι το ποσό που αυτή αφορά, αναλήφθηκε από δύο λογαριασμούς, ο ένας εκ των οποίων ήταν κοινός λογαριασμός του Ανδρέα Κυριάκου και της Μαρίας Κυριάκου ενώ ο δεύτερος ήταν λογαριασμός που ανήκε μόνο στην Μαρία Κυριάκου. Τέταρτος μάρτυρας κλήθηκε ο Φίλιππος Θεοδώρου υπάλληλος της Σ.Π.Ε. Μακράσυκας ο οποίος ουσιαστικά επιβεβαίωσε το γεγονός ότι η εναγομένη 1 συνήψε δάνειο ύψους Λ.Κ.9.000, εξασφαλίζοντας τούτο με ταυτόχρονη δήλωση υποθήκευσης του υπό συζήτηση διαμερίσματος. Ο μάρτυρας εξήγησε με λεπτομέρεια και με αναφορά στις επιταγές του τεκμηρίου 12, που καταβλήθηκε το συνολικό σχεδόν ποσό του ως άνω δανείου με επιταγές που εξέδωσε ο οργανισμός του στις 21/1/2005, ημερομηνία που μεταβιβάστηκε το ακίνητο το οποίο υποθηκεύτηκε προς εξασφάλιση του ως δανείου επ' ονόματι της εναγομένης
  17. Σε κάθε περίπτωση, υπέδειξε ο μάρτυρας, το δάνειο εξοφλήθηκε και ο λογαριασμός έκλεισε. Ο ίδιος πάντως παρά το γεγονός ότι ήταν παρών στο Κτηματολόγιο την 21/1/2005, δεν ήταν σε θέση να θυμάται και να διαφωτίσει το Δικαστήριο αν στο Κτηματολόγιο κατά την εν λόγω ημέρα ήταν παρών και ο ενάγοντας. Καταθέτοντας η εναγόμενη 1 για την υπόθεση της, υπέδειξε ότι οι σχέσεις της με τους γονείς της ήταν πάντα πολύ καλές. Διέμενε άλλωστε και η ίδια για αρκετά χρόνια με το σύζυγο της στην Αγγλία μέχρι που μετακόμισαν στην Κύπρο. Το 2004 οι γονείς της έκαναν σκέψεις για αγορά διαμερίσματος στην Κύπρο. Όλα τα προηγούμενα χρόνια, όταν επισκέπτονταν δύο φορές περίπου το χρόνο την Κύπρο διέμεναν στο σπίτι της. Ψάχνοντας για διαμέρισμα κατέληξαν στο επίδικο και ο ενάγοντας πατέρας της προέβηκε στις σχετικές διαδικασίες για την αγορά του, μέσω του δικηγόρου και φίλου του Μυλωνά. Τον Οκτώβριο του 2004 οι γονείς της επέστρεψαν στην Αγγλία. Περί τον Νοέμβριο του 2004 δέχθηκε τηλεφώνημα από τον ως άνω δικηγόρο του πατέρα της, ο οποίος της ανέφερε ότι οι γονείς της θα έπρεπε να έρθουν για να υπογράψουν τα σχετικά για το διαμέρισμα. Επικοινώνησε με τους γονείς της στην Αγγλία προς τούτο και ο πατέρας της της ανέφερε πως "αφού εφύαμε πρώτα ύστερα είναι δικό σου υπόγραψε εσύ". Ενόψει τούτου μετέβη στο γραφείο του δικηγόρου Μυλωνά ο οποίος αφού της έδωσε το σχετικό πωλητήριο έγγραφο, το μετέφερε στο δικηγόρο των πωλητών κ. Αργυρίδη όπου και υπογράφτηκε το σχετικό συμβόλαιο (Τεκμήριο 3). Ο Αργυρίδης, αμέσως παρέδωσε στην ίδια το κλειδί για να γίνουν αναγκαίες επιδιορθώσεις. Σε κάθε περίπτωση πάντως η ίδια ενημέρωσε τους γονείς της για την εξέλιξη. Ουδέποτε ο πατέρας της υπέγραψε οποιοδήποτε πληρεξούσιο εξουσιοδοτώντας την ίδια να αγοράσει για λογαριασμό του οποιοδήποτε διαμέρισμα, ενώ επέμενε ότι ο ενάγοντας ήξερε ευθύς εξαρχής ότι το διαμέρισμα είχε εγγραφεί επ' ονόματι της. Οι γονείς της, δήλωσε η μάρτυρας, της υπέδειξαν ότι το διαμέρισμα είναι δικό της και ότι στο μέλλον θα πρέπει να το δώσει στην κόρη της εναγομένη
  18. Παράλληλα, ότι οι ίδιοι θα έμεναν στο διαμέρισμα όποτε έρχονταν στην Κύπρο για διακοπές. Η μάρτυρας δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα να αποδεχθεί τους δύο πιο πάνω όρους. Στις 23/12/2004 επέστρεψε με τη θυγατέρα της από την Αμερική ενώ οι γονείς της ήρθαν στην Κύπρο από την Αγγλία στις 5/1/2005, διαμένοντας στο διαμέρισμα στο οποίο στο μεταξύ είχαν ολοκληρωθεί οι αναγκαίες εργασίες επιδιόρθωσης και ανακαίνισης, το κόστος για την εκτέλεση των οποίων ανέλαβε τελικά επίσης ο πατέρας της. Στις 21/1/2005 μετέβη μαζί με τους γονείς της στο Κτηματολόγιο, όπου στην παρουσία του Φίλιππου Θεοδώρου, υπαλλήλου της Σ.Π.Ε. Μακράσυκας, κατεβλήθη στον κ. Αργυρίδη το ποσό των Λ.Κ.6.000 με αποτέλεσμα να ολοκληρωθεί η μεταβίβαση επ' ονόματι της. Η μάρτυρας δήλωσε ότι το τίμημα για την αγορά του διαμερίσματος το κατέβαλε ο πατέρας της, υποδεικνύοντας παράλληλα πως ακόμα και το δάνειο που χρειάστηκε η ίδια να κάνει για να εξοφληθεί τούτο, αφού η τράπεζα λόγω της ηλικίας του πατέρα της δεν δανειοδοτούσε τον τελευταίο, ουσιαστικά εξοφλήθηκε με χρήματα του πατέρα της. Για την εξασφάλιση του σχετικού δανείου, η ίδια, ταυτόχρονα με την μεταβίβαση του διαμερίσματος επ' ονόματι της υποθήκευσε τούτο προς όφελος της ΣΠΕ Μακράσυκας. Όταν το εν λόγω μικρό δάνειο το οποίο η ίδια συνήψε αποπληρώθηκε, ο ενάγοντας τους ανέφερε χαρακτηριστικά «σας το παραδίδω ξεχρεωμένο». Τον Φεβρουάριο του 2008 ενημερώθηκε από τον γιατρό της μητέρας της στην Αγγλία ότι ο πατέρας της δεν μπορούσε να τη φροντίσει και ότι έπρεπε να την πάρει κοντά της διαφορετικά θα την τοποθετούσαν σε ίδρυμα στην Αγγλία. Έγιναν ανάλογες διευθετήσεις με την ξαδέλφη της Σοφία Φλεματάκη η οποία διέμενε επίσης στην Αγγλία και η τελευταία συνόδευσε τη μητέρα της στην Κύπρο. Η μητέρα της, λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, βρισκόταν όπως χαρακτηριστικά ανάφερε σε «άθλια κατάσταση». Ήταν αδύνατο για την ίδια να την βοηθήσει ή να την εξυπηρετήσει γι' αυτό φρόντισε να βρει ένα πολύ καλό γηροκομείο για να φιλοξενηθεί. Εξήγησε και στον πατέρα της την αναγκαιότητα να γίνει αυτό το πράγμα. Ο πατέρας της όμως ενόψει αυτής της προοπτικής και εξέλιξης έγινε έξαλλος, λέγοντας της "εγώ σου την έστειλα και εσύ την έβαλες σε ίδρυμα;". Σταμάτησε να της μιλά διακόπτοντας κάθε επικοινωνία μαζί της, παρά το γεγονός ότι μέχρι τότε οι σχέσεις τους ήταν πάρα πολύ καλές. Τον Απρίλιο του 2008 χρειάστηκε να συνοδεύσει το σύζυγο της που αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας στο Λονδίνο. Ενημερώθηκε πως μόλις έφυγαν για το Λονδίνο ο πατέρας της ήρθε στην Κύπρο, παρέλαβε την μητέρα της από το ίδρυμα στο οποίο την τοποθέτησε και την μετέφερε πίσω στην Αγγλία. Εβρισκόμενη στην Αγγλία προσπάθησε αρκετές φορές να του μιλήσει ο ίδιος όμως αρνιόταν κατηγορηματικά να την δεχτεί. Αυτός ήταν και ο λόγος υπέδειξε που αναγκάστηκε να του γράψει την επιστολή ημερ. 1/8/2008 (Τεκμήριο 7) για να μπορέσει να επικοινωνήσει μαζί του. Από τον Φεβρουάριο του 2008, ο ενάγοντας πατέρας της έγινε άλλος άνθρωπος. Την κατηγορούσε σε όλους τους συγγενείς ότι του έκλεψε το διαμέρισμα, ότι προέβη σε πλαστογραφίες κτλ. Κάθε επικοινωνία μεταξύ τους μετά την επιστολή ημερομηνίας 1/8/2008 τερματίστηκε. Αργότερα το ίδιο έτος, ο πατέρας της την ενημέρωσε ότι θα ερχόταν στην Κύπρο ζητώντας της να πει της εναγομένης 2 θυγατέρας της να πάρει τα πράγματα της και να αποχωρήσει από το διαμέρισμα. Ενόψει τούτου αναγκάστηκαν να τοποθετήσουν τα πράγματα της θυγατέρας της που βρισκόταν στο διαμέρισμα σε εμπορευματοκιβώτιο και η θυγατέρα της έκτοτε μετακόμισε και διαμένει μαζί της. Έπραξαν έτσι, υπέδειξε η μάρτυρας, αφού δεν ήθελε να τσακώνεται με τον υπερήλικο πατέρα της, υποδεικνύοντας παράλληλα πως με την έλευση των γονιών της στην Κύπρο η κατάσταση της μητέρας της εξακολουθούσε να είναι πολύ άσχημη, γι' αυτό και η ίδια μετέβαινε καθημερινά στο διαμέρισμα για να την φροντίζει. Αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι της αποδίδει ο πατέρας της σε σχέση με την αγορά του διαμερίσματος, υποδεικνύοντας ότι ήταν και ο ίδιος παρών κατά τη μεταβίβαση του διαμερίσματος στο Κτηματολόγιο επ' ονόματι της. Υπέδειξε παράλληλα ότι σε πάρα πολλούς συγγενείς δήλωνε ότι «βούλλωσε» το διαμέρισμα της κόρης του το οποίο στο μέλλον θα «μείνει» για τη θυγατέρα της, εναγόμενη
  19. Κανένα πρόβλημα δεν έχει με τον αδελφό της που μένει στην Αγγλία για το γεγονός ότι το διαμέρισμα ενεγράφη επ' ονόματι της, ενώ με τα παιδιά του αδελφού της που έχει αποβιώσει διατηρούν άριστες σχέσεις, ο ένας δε εξ αυτούς είναι βαφτιστικός της. Ουδέποτε οποιοσδήποτε από τους συγγενείς, υπέδειξε, εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με το διαμέρισμα. Έχω ακούσει και εξετάσει προσεκτικά το σύνολο της ενώπιον μου τεθείσας μαρτυρίας, χωρίς να περιοριστώ σε όσα πιο πάνω περιληπτικά έχουν εκτεθεί. Έχοντας ήδη σημειώσει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των δύο πλευρών, παρακολούθησα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενώπιον μου με ιδιαίτερη περίσκεψη και προσοχή και έχω σε κάθε περίπτωση καταγράψει νοητικά την εντύπωση μου από τη ζωντανή εικόνα των μαρτύρων καθ' ον χρόνο έδιναν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, τη συμπεριφορά και αντιδράσεις τους στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους. Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.

(2002)1 Α.Α.Δ. 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Το Δικαστήριο ασφαλώς, έχει τη δυνατότητα να αποδεχτεί μέρος μίας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μία μαρτυρία θα πρέπει να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. (βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6497, ημερ. 13/11/98). Όπως εξάλλου έχει επισημανθεί σε σχέση με το ζήτημα στην υπόθεση Kadis v. Nicolaou and another
(1988)1 CLR 212, στη σελ. 216: "A witness may either be believed or disbelieved holly or in part according to the view taking of his credibility" Καθ' όλα θετική υπήρξε η αντίληψη του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας των μαρτύρων Γαβριήλ Χριστοδούλου και Φίλιππου Θεοδώρου υπαλλήλων της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ και ΣΠΕ Μακράσυκας αντίστοιχα. Διαφωτιστικοί με τις απαντήσεις και τις τοποθετήσεις τους στο σύνολο των ζητημάτων που τέθηκαν σε αυτούς, έθεσαν παράλληλα υπόψη του Δικαστηρίου διάφορα τεκμήρια που επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς τους. Οι αναφορές και τοποθετήσεις τους άλλωστε, όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκαν αλλά ουσιαστικά παρέμειναν αναντίλεκτες και στο σύνολο τους γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο. Στρέφοντας την προσοχή μου στη μαρτυρία των Παιδονόμου, που κλήθηκε για την πλευρά του ενάγοντα και Φλεμετάκη, που κλήθηκε από την πλευρά της υπεράσπισης, συγγενικών προσώπων των διαδίκων, δεν έχω αμφιβολία έχοντας υπόψη τη ζωντανή παρουσία τους στο εδώλιο του μάρτυρα ότι υπήρξαν ειλικρινείς με το Δικαστήριο, έχοντας επίγνωση του καθήκοντος τους να πουν στο Δικαστήριο την αλήθεια και όσα οι ίδιες βίωσαν και γνώριζαν σχετικά με τα υπό συζήτηση ζητήματα. Με λόγο απλό και σταθερό χωρίς αντιφάσεις ή αυτοαναιρέσεις έπειθαν για την ειλικρίνεια τους χωρίς να ανιχνεύεται στις αναφορές και τοποθετήσεις τους οποιοδήποτε αλλότριο κίνητρο. Γενικές άλλωστε και αόριστες υποβολές θέσεων, αντίθετες με τις θέσεις της μάρτυρος Φλεμετάκη για τα ζητήματα που η τελευταία κατέθεσε στο Δικαστήριο, από μόνες τους και απογυμνωμένες από οποιοδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία, με δεδομένη την καθ' όλα θετική αντίληψη του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία της συγκεκριμένης μάρτυρας, δεν μπορούν ασφαλώς να κλονίσουν την ποιότητα της μαρτυρίας της. Εύκολα διακριτό ήταν καθ' ον χρόνο κατέθετε ενώπιων του Δικαστηρίου η εναγομένης 2, το γεγονός ότι αισθανόταν άβολα και αμήχανα για την τροπή που πήρε η υπόθεση μεταξύ της ίδιας, της μητέρας της και του ενάγοντα παππού της. Ευθύς εξ' αρχής θα πρέπει να εντοπιστεί πως δεν εντοπίζεται στη μαρτυρία της οποιαδήποτε αντίφαση ή διαφοροποίηση θέσεων και τοποθετήσεων που θα ήταν ικανή από μόνη της να πλήξει την ποιότητα του λόγου της και την γενικότερη αξιοπιστία της ως μάρτυρα. Συνολικά θεωρούμενη άλλωστε η μαρτυρία της και εντασσόμενη στο ευρύτερο πλέγμα των περιστάσεων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, φαίνεται να ενισχύεται και να συνάδει με αυτά. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι υπήρξε ειλικρινής μάρτυρας, θέτοντας υπόψη του Δικαστηρίου όσα η ίδια γνώριζε για την υπόθεση. Οι διαβεβαιώσεις που κατά καιρούς υπέδειξε ότι λάμβανε από τον ενάγοντα παππού της, ότι δηλαδή το διαμέρισμα που αυτός αγόρασε και το οποίο ενεγράφη στο όνομα της μητέρας της, με δικές του οδηγίες τελικά θα κατέληγε στην ίδια για να στεγάσει την οικογένεια της όταν αυτή θα παντρευόταν, φαίνεται εξάλλου να συνάδει με το γεγονός ότι ο ενάγοντας συγκατατέθηκε όχι μόνο να διαμένει μόνιμα σε αυτό μετά την επιστροφή της από τις σπουδές της στο εξωτερικό αλλά και να εγκαταστήσει σε αυτό τα πράγματα της που έφερε από το εξωτερικό, συγκατοικώντας μαζί της για περίοδο πέραν των τριών ετών όταν ο ίδιος και η σύζυγος του επισκέπτονταν την Κύπρο. Ευθαρσώς η εναγομένη 1, καταθέτοντας από το εδώλιο του μάρτυρα, παραδέχθηκε πως ο αρχικός σχεδιασμός του πατέρα της ήταν το διαμέρισμα να εγγραφεί επ' ονόματι του και ότι αυτός ήταν το πρόσωπο που με την συνδρομή του δικηγόρου του προέβαινε στις αναγκαίες διαβουλεύσεις για την ολοκλήρωση της αγοράς του διαμερίσματος. Το Δικαστήριο δεν διέγνωσε οποιαδήποτε προσπάθεια υπεκφυγής εκ μέρους της από κάποιο γεγονός. Η ίδια, ως δήλωσε, δεν είχε ενεργό ανάμιξη σε αυτές τις διαβουλεύσεις. Ούτε είχε οποιοδήποτε πρόβλημα να δηλώσει πως παρά το γεγονός ότι χρήματα που χρησιμοποιήθηκαν για την ολοκλήρωση της αγοράς του διαμερίσματος φαίνεται να αντλήθηκαν από το δικό της, προσωπικό δάνειο από την Σ.Π.Ε. Μακράσυκας, τούτο, με τον τρόπο που εξήγησε ουσιαστικά αποπληρώθηκε από τον ενάγοντα πατέρα της. Με λόγο συνεπή και πειστικό, προβάλλοντας ισχυρισμούς και θέσεις που από μόνες τους παρουσιάζουν λογική συνέπεια και συνέχεια, η μάρτυρας αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στην εξέλιξη των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση, χωρίς αντιφάσεις, παλινδρομήσεις ή αυτοαναιρέσεις, πείθοντας για την ειλικρίνεια της. Εξήγησε, ανάμεσα σε άλλα, γιατί στην πορεία και την εξέλιξη των πραγμάτων ο αρχικός προσανατολισμός του ενάγοντα για το ζήτημα του προσώπου στο όνομα του οποίου θα εγγραφόταν ο τίτλος του διαμερίσματος, ενόψει της αναχώρησης του ιδίου και της συζύγου του στο εξωτερικό, διαφοροποιήθηκε. Τίποτα δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, ικανό να κλονίσει τις τοποθετήσεις της εναγομένης 1 για την εξέλιξη των γεγονότων σε σχέση με την συνομολόγηση τελικά του συμβολαίου αγοράς του διαμερίσματος επ' ονόματι της ίδιας και όχι του πατέρα της. Θα ανέμενε κανείς, εάν η βούληση του ευρισκόμενου στο εξωτερικό ενάγοντα ήταν να επιμείνει στον αρχικό προσανατολισμό του για εγγραφή του διαμερίσματος επ' ονόματι του, ή όπως σε άλλο στάδιο της μαρτυρίας του ανάφερε, επ' ονόματι του ιδίου και της συζύγου του, να μεριμνήσει όπως σε συνεννόηση με την εναγομένη 1, τον δικηγόρο του ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, όπως αποσταλούν τα αναγκαία έγγραφα, πληρεξούσια κλπ για να μπορέσει να διεκπεραιωθεί η αγορά του διαμερίσματος ως ο αρχικός του προσανατολισμός. Ο δικηγόρος και φίλος του Μυλωνάς εξάλλου, μαζί με τον οποίο, ως τέθηκε χωρίς να αμφισβητηθεί, διεξήγαγαν τις επαφές και διαπραγματεύσεις με την πλευρά των πωλητών για την αγορά του διαμερίσματος, δεν μπορεί έλλειψη οποιασδήποτε μαρτυρίας και στοιχείου προς τούτο, να γίνει αποδεκτό πως χωρίς να συνεννοηθεί με τον πελάτη του, ενήργησε και συνέργησε στην ετοιμασία του συμβολαίου αγοράς του διαμερίσματος επ' ονόματι της εναγομένης 1, αντίθετα με την βούληση του πελάτη και φίλου του για το ζήτημα την οποία ασφαλώς γνώριζε. Ούτε καν υπονοήθηκε, οποιαδήποτε αντιεπαγγελματική ή μεμπτή συμπεριφορά του δικηγόρου του για το ζήτημα. Εμφανής ήταν η πικρία του ενάγοντα έναντι της εναγομένης 1 θυγατέρας του και της οικογένεια της, για το γεγονός ότι τελικά αυτή τοποθέτησε την άρρωστη μητέρα της σε γηροκομείο. Η πικρία και η απογοήτευση του για την πιο πάνω εξέλιξη, συχνά μετατρεπόταν καθ' ον χρόνο κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα σε εξάρσεις θυμού έως και οργής σε βάρος της εναγομένης 1 θυγατέρας του, οι οποίες ασφαλώς δεν μπορούν να αποτυπωθούν στα στεγνά πρακτικά της διαδικασίας, γεγονός που δεν έχω αμφιβολία, έχοντας κατά νου τη ζωντανή παρουσία του μάρτυρα στο εδώλιο, τις αναφορές, τις τοποθετήσεις και ευρύτερα τους σχολιασμούς στους οποίους προέβαινε, ότι είχε τη δική του, αρνητική επίδραση στην ποιότητα της μαρτυρίας του. Έχοντας προφανώς επενδύσει στο γεγονός ότι η άρρωστη σύζυγος του θα τύγχανε της προσωπικής φροντίδας της θυγατέρας του στην Κύπρο, εμφανής ήταν η απογοήτευση του όταν αντί αυτού τελικά πληροφορήθηκε πως η θυγατέρα του τοποθέτησε τη σύζυγο του και μητέρα της σε γηροκομείο. Όχι μόνο διαδήλωσε την αντίθεση του σε αυτή την προοπτική αλλά αντέδρασε και δυναμικά σ' αυτήν την εξέλιξη, προσερχόμενος ο ίδιος στην Κύπρο καθ' ον χρόνο η θυγατέρα του και εναγομένη 1 απουσίαζε στο εξωτερικό, συνοδεύοντας τον σύζυγο της που αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας και παραλαμβάνοντας την ασθενή σύζυγο του από το γηροκομείο στο οποίο είχε τοποθετηθεί, την οδήγησε συνοδεύοντας την ο ίδιος πίσω στην Αγγλία. Το γεγονός ότι ο ώριμος σε ηλικία ενάγοντας, επέτρεψε σε παράγοντες άλλους, ξένους προς το καθήκον του να αναφέρει όσα ο ίδιος γνώριζε για τα ουσιαστικά ζητήματα που απασχολούν την παρούσα να παρεισφρήσουν στην μαρτυρία του, όπως προσωπικά αισθήματα πικρίας για την λανθασμένη κατά τον ίδιο στάση και συμπεριφορά της θυγατέρας του και μελών της οικογένειας της απέναντι στην χρήζουσα βοήθειας σύζυγό του, σε συνδυασμό θεωρούμενο τούτο με την έλλειψη πειστικότητας του ως μάρτυρα, πλήττουν την γενικότερη αξιοπιστία του ως μάρτυρα χωρίς να επιτρέπουν την υιοθέτηση των θέσεων και τοποθετήσεων του ενάγοντα για την εξέλιξη των ουσιαστικών τουλάχιστον γεγονότων που αφορούν την υπό συζήτηση υπόθεση. Οι θέσεις εξ' άλλου που υποστήριξε, κάτω από το πλέγμα των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση ως τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθούν, δεν θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές αφού δεν φαίνεται να παρουσιάζουν λογική συνέχεια και συνέπεια. Το Δικαστήριο σε καμία περίπτωση δεν αισθάνεται άνεση να βασιστεί στη μαρτυρία του ενάγοντα και να καταλήξει σε τελικά συμπεράσματα και ευρήματα για τα διαδραματισθέντα. Η θέση που επιχείρησε να προβάλει, ότι δηλαδή αναχωρώντας από την Κύπρο τον Νοέμβριο του 2004 είπε στη θυγατέρα του να μεριμνήσει να εγγραφή το διαμέρισμα επ' ονόματι του, χωρίς όμως να την εφοδιάσει με οποιοδήποτε πληρεξούσιο ή άλλο έγγραφο προς τούτο ή έστω να ενημερώσει τον δικηγόρο και φίλο του μέσω του οποίου ο ίδιος διεξήγαγε τις διαπραγματεύσεις για την αγορά του διαμερίσματος για την πορεία που επιθυμούσε να ακολουθηθεί για την επίτευξη του πιο πάνω στόχου, χωρίς ουσιαστικά να ενδιαφερθεί καν για τον τρόπο που οι οδηγίες του προς τούτο θα υλοποιούντο, από μόνη της δεν πείθει. Αναδύεται από το σύνολο των στοιχείων που έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας ήταν άτομο κοινωνικά και οικονομικά δραστήριο, το οποίο κατάφερε, όχι μόνο να αποκτήσει περιουσία στο εξωτερικό όπου διέμενε, αλλά παράλληλα, σύμφωνα με τις δικές του αναφορές να βοηθήσει τα παιδιά του και ειδικότερα την εναγομένη 1, στην εξασφάλιση περιουσίας τόσο εντός όσο και εκτός Κύπρου. Η απόκτηση δηλαδή ακίνητης περιουσίας εντός και εκτός Κύπρου δεν ήταν κάτι άγνωστο για τον ίδιο. Θα ανέμενε κανείς, αν τα πράγματα είχαν ως ισχυρίζεται σε σχέση με την ρητή εντολή του προς την θυγατέρα του όπως το διαμέρισμα εγγραφεί επ' ονόματι του, να μεριμνήσει τουλάχιστο να ενημερωθούν όλοι οι ενδιαφερόμενοι σχετικά, εφοδιάζοντας την εναγόμενη ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, π.χ. τον φίλο και δικηγόρο του, με ανάλογα και αναγκαία έγραφα και πληρεξούσια για εκτέλεση της εντολής του. Δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου η παραδοχή ουσιαστικά της εναγομένης 1 ότι πράγματι ο αρχικός σκοπός ήταν το διαμέρισμα να εγγραφόταν επ' ονόματι του πατέρα της. Ούτε αμφισβητήθηκε από οποιαδήποτε πλευρά στη διαδικασία το γεγονός ότι οι διαπραγματεύσεις για την αγορά του διαμερίσματος και οι συνεννοήσεις προς τούτο έγιναν ουσιαστικά από τον ίδιο τον ενάγοντα με την βοήθεια του δικηγόρου του. Εάν η βούληση του ενάγοντα μέχρι τέλους ήταν το διαμέρισμα να εγγραφεί επ' ονόματι του, θα ανέμενε κανείς από τον ως άνω φίλο του ενάγοντα και δικηγόρο, γνωρίζοντας ήδη την πρόθεση του ενάγοντα να αγοράσει επ' ονόματι του το διαμέρισμα, να μην συνδράμει με τον τρόπο που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου στην ετοιμασία του συμβολαίου αγοράς του διαμερίσματος επ' ονόματι της εναγομένης
  1. Αντίθετα, εάν πράγματι δεν ήταν ενήμερος για τη σύμφωνη γνώμη του ενάγοντα όπως το διαμέρισμα εγγραφεί τελικά επ' ονόματι της εναγομένης 1 θυγατέρας του, όχι μόνο η λογική των πραγμάτων αλλά και το καθήκον του έναντι στον εντολέα του, θα επέβαλλε να αρνιόταν να συνδράμει στην ετοιμασία του συμβολαίου αγοράς επ' ονόματι τρίτου προσώπου, πολύ δε περισσότερο να προβεί προφανώς σε συνεννοήσεις προς τούτο και με τον δικηγόρο που ενεργούσε για τους πωλητές. Μετά την ολοκλήρωση άλλωστε της μεταβίβασης του διαμερίσματος επ' ονόματι της εναγομένης 1, ως έχει τεθεί επίσης υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί, φαίνεται ότι πολλές φορές ο ενάγοντας και ο αποβιώσας αργότερα δικηγόρος και φίλος του συναντήθηκαν, χωρίς ποτέ να εγερθεί από την πλευρά του ενάγοντα οποιοδήποτε ζήτημα για τον τρόπο που ο δικηγόρος χειρίστηκε το θέμα της αγοράς του διαμερίσματος και την ετοιμασία του συμβολαίου αγοράς επ' ονόματι της εναγομένης 1 και όχι του ίδιου του ενάγοντα. Ουδέποτε μέχρι το 2008 το ζήτημα φαίνεται να απασχόλησε τον ενάγοντα. Στη βάση όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς ουσιαστικά στο τέλος της ημέρας να αμφισβητηθούν, η εξασφάλιση του δανείου ύψους Λ.Κ.9000 από την πλευρά της εναγομένης 1 για την ολοκλήρωση της αγοράς του διαμερίσματος, (τη σύναψη του οποίου ο ενάγοντας αρχικά αρνείτο), έγινε από την εναγομένη 1 με την ταυτόχρονη προσφορά του διαμερίσματος ως ενυπόθηκη εγγύηση. Εντύπωση προκαλεί και ασφαλώς δεν πείθει η εμμονή του ενάγοντα στη θέση ότι ο ίδιος δεν αντιλήφθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο μεταξύ του 2005 και του 2008 πως το δάνειο που συνήψε η εναγομένη 1 για την ολοκλήρωση της αγοράς του διαμερίσματος, και το οποίο ουσιαστικά επίσης εξοφλήθηκε με τον τρόπο που εξηγήθηκε από τον ενάγοντα, εξασφαλίστηκε από την εναγομένη 1 με την ταυτόχρονη προσφορά του διαμερίσματος από την πλευρά της ως ιδιοκτήτριας, ως ενυπόθηκη εγγύηση. Ακόμα και το γεγονός ότι μεταξύ των ετών 2005-2008 διέμενε με την εναγομένη 2 εγγονή του στο διαμέρισμα όποτε επισκεπτόταν την Κύπρο, προσπάθησε σε κάποιο στάδιο να αποφύγει να δηλώσει ευθαρσώς, θεωρώντας προφανώς ότι με αυτό τον τρόπο θα εξυπηρετούσε καλύτερα την υπόθεση του, προτάσσοντας αρχικά ότι διατηρούσε σε αυτό μόνο τα «εργαλεία» της, γεγονός ασφαλώς που στη συνέχεια φαίνεται να αποδέχτηκε, υποδεικνύοντας παράλληλα ότι έμενε και ο ίδιος μέσα όταν ερχόταν στην Κύπρο από το εξωτερικό. Ούτε το γεγονός πως ο ενάγοντας, ως έγινε αποδεκτό από την εναγομένη 1, κατέβαλε επιπρόσθετα από το τίμημα αγοράς του διαμερίσματος και τα έξοδα για αναγκαίες ανακαινίσεις και επιδιορθώσεις του διαμερίσματος, ή ακόμα το γεγονός ότι ο λογαριασμός τηλεφώνου του διαμερίσματος εκδιδόταν στο όνομα του, από μόνα τους, φαίνονται ικανά να οδηγήσουν στην αποδοχή των θέσεων του για τα υπό ουσιαστική αμφισβήτηση γεγονότα. Η στενότατη συγγενική σχέση που τον συνδέει με τις εναγόμενες, ακόμη και από μόνη της θα μπορούσε να δικαιολογήσει τέτοια συμπεριφορά από μέρους του. Η διάθεση του άλλωστε να συνδράμει ουσιαστικά την θυγατέρα του και την εγγονή του είναι κάτι περισσότερο από δεδομένη αφού ο ενάγοντας έχοντας καταβάλει όχι μόνο ολόκληρο το τίμημα της αγοράς του διαμερίσματος, καλύπτοντας τελικά και το δάνειο το οποίο συνήψε η εναγομένη 1 για την ολοκλήρωση της αγοράς αλλά και τα μεταβιβαστικά τέλη, δεν φαίνεται να είχε οποιοδήποτε πρόβλημα να εγκατασταθεί και να διαμένει μόνιμα στο διαμέρισμα η εγγονή του, εναγομένη
  2. Δεν ήταν άλλωστε η πρώτη φορά που σύμφωνα με τον ίδιο συνέδραμε οικονομικά την θυγατέρα του και την οικογένεια της. Δεν διαλανθάνει παράλληλα της προσοχής του Δικαστηρίου ότι το διαμέρισμα θα χρησιμοποιούσε και ο ίδιος με την σύζυγό του κάθε φορά που ερχόταν (δύο - τρεις φορές το χρόνο) στην Κύπρο. Η επιμονή του ενάγοντα στη θέση πως όλοι οι συγγενείς και οι φίλοι τους γνώριζαν ότι το διαμέρισμα ο ίδιος ήθελε να εγγραφή επ' ονόματι του ιδίου και της συζύγου του και σε περίπτωση θανάτου του να το «πιάσει» όποιος θέλει, διαψεύδεται, όχι μόνο από άλλους ήδη κριθέντες ως αξιόπιστους μάρτυρες, αλλά και από τη μοναδική μάρτυρα που κλήθηκε από την πλευρά του. Η κα Παιδονόμου, κατηγορηματικά υπέδειξε ότι άκουσε τον ενάγοντα να αναφέρει, στην παρουσία και της συζύγου του ενόσω αυτή ήταν εν ζωή, ότι το διαμέρισμα θα αποδιδόταν τελικά στην εγγονή του εναγομένη
  3. Η ίδια μάλιστα σε κάποιο στάδιο γνώριζε ότι το διαμέρισμα ενεγράφη στο όνομα της εναγομένης 1, θεωρώντας ότι τούτο έγινε με την συγκατάθεση του ενάγοντα. Έχοντας κατά νου τα περιστατικά που περιβάλουν την παρούσα υπόθεση τα οποία αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των δύο πλευρών, την ως άνω αντίληψη μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και κάθε στοιχείο που έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου για την υπό συζήτηση περίπτωση, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση έχουν ως ακολούθως: Ο ενάγοντας, μόνιμος κάτοικος Αγγλίας, επισκεπτόταν την Κύπρο για σκοπούς διακοπών μαζί με την σύζυγο του, δύο με τρεις φορές τον χρόνο, φιλοξενούμενος στο σπίτι της εναγομένης 1 θυγατέρας του. Θέλοντας να αγοράσει διαμέρισμα στην Κύπρο το οποίο να χρησιμοποιεί για τον πιο πάνω σκοπό, το 2004 μέσω συγγενικού του προσώπου εντόπισε το επίδικο διαμέρισμα, για την αγορά του οποίου προέβη σε διαπραγματεύσεις με την πλευρά των πωλητών με την βοήθεια του φίλου και δικηγόρου του Μυλωνά. Τον Οκτώβριο του 2004, πριν να ολοκληρωθεί η αγορά και η μεταβίβαση του ακινήτου επέστρεψε με τη σύζυγο του στην Αγγλία. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ο ως άνω δικηγόρος του επικοινώνησε με την εναγομένη 1, θυγατέρα του ενάγοντα, καλώντας την όπως ειδοποιήσει τους γονείς της να προσέλθουν για να υπογράψουν τα σχετικά έγγραφα για την ολοκλήρωση της αγοράς του διαμερίσματος. Όταν η θυγατέρα του ενάγοντα επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί με τον τελευταίο αναφέροντας του τούτο, ο ίδιος, υποδεικνύοντας της το γεγονός πως πρώτα ύστερα το διαμέρισμα θα ήταν δικό της, της υπέδειξε όπως προχωρήσει στην απόκτηση και εγγραφή του διαμερίσματος επ΄ ονόματι της, υπογράφοντας η ίδια τα σχετικά έγραφα. Έτσι και έγινε. Μεταβαίνοντας η εναγόμενη 1 στο γραφείο του δικηγόρου του πατέρα της ο τελευταίος της παρέδωσε σχετικό πωλητήριο έγγραφο το οποίο η ίδια μετέφερε στα γραφεία του δικηγόρου των πωλητών όπου και υπεγράφη (τεκμήριο 3). Ταυτόχρονα παραδόθηκε στην ίδια το κλειδί του διαμερίσματος για να γίνουν σε αυτό οι αναγκαίες ανακαινίσεις και επιδιορθώσεις. Για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης του διαμερίσματος επ' ονόματι της εναγομένης 1, μεταβίβαση που έλαβε χώρα στις 21.1.2005 η εναγομένη συνήψε δάνειο ύψους Λ.Κ.9.000 για την εξασφάλιση του οποίου υποθήκευσε το εν λόγω διαμέρισμα στη ΣΠΕ Μακράσυκας. Ολόκληρο το τίμημα αγοράς του διαμερίσματος, το κόστος για τις αναγκαίες ανακαινίσεις και επιδιορθώσεις του, το ως άνω δάνειο που συνήψε η εναγομένη 1 αλλά και τα μεταβιβαστικά τέλη καταβλήθηκαν από τον ενάγοντα και την σύζυγό του. Σε κάθε περίπτωση, τόσο ο πατέρας της όσο και η μητέρα της καθ' ον χρόνο αυτή βρισκόταν εν ζωή, υπέδειξαν στην εναγομένη 1 ότι το διαμέρισμα θα ήταν μεν επ' ονόματι της, πλην όμως στο μέλλον θα έπρεπε να το δώσει στην θυγατέρα της, εναγομένη
  4. Συμφώνησε παράλληλα με τον όρο που της έθεσαν πως όποτε οι ίδιοι έρχονταν στην Κύπρο για διακοπές θα διέμεναν στο διαμέρισμα. Το γεγονός ότι το διαμέρισμα αγοράστηκε από την πλευρά του ενάγοντα και ενεγράφη επ' ονόματι της εναγομένης 1 με την προοπτική και υποχρέωση της τελευταίας στο μέλλον αυτό να μεταβιβαστεί στο όνομα της εναγομένης 2, αποτελούσε γεγονός που γνώριζαν όχι μόνο οι διάδικοι σ' αυτήν τη διαδικασία, αλλά και άλλα συγγενικά τους πρόσωπα. Από τον Ιανουάριο του 2005 μέχρι το 2008 στο διαμέρισμα διέμενε η εναγομένη 2, εγγονή του ενάγοντα ως επίσης ο τελευταίος και η σύζυγος του όταν αυτοί επισκέπτονταν την Κύπρο για διακοπές. Ο ενάγοντας, κατ' επανάληψη διαβεβαίωνε την εναγόμενη 2 εγγονή του πως παρά το γεγονός ότι το διαμέρισμα είχε εγγραφεί επ' ονόματι της μητέρας της, τελικά θα κατέληγε σε αυτή για να στεγάσει την ίδια και την οικογένεια της. Περί τον Φεβρουάριο του 2008 λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε η σύζυγος του ενάγοντα, ο τελευταίος συγκατάνευσε όπως αυτή μεταφερθεί στην Κύπρο για να την φροντίζει η θυγατέρα τους, εναγομένη
  5. Όταν ο ενάγοντας αντιλήφθηκε πως αντί την σύζυγο του να την φροντίζει η εναγομένη 1 η τελευταία την τοποθέτησε σε γηροκομείο, αντέδρασε έντονα και σε κάποιο στάδιο, τον Απρίλιο του ίδιου έτους, όταν η θυγατέρα του απουσίαζε στο εξωτερικό επέστρεψε στην Κύπρο την παρέλαβε και την μετέφερε πίσω στην Αγγλία. Ενώ μέχρι τότε οι σχέσεις του με την εναγομένη 1 θυγατέρα του και την οικογένεια της ήταν καθόλα αρμονικές, η στάση του απέναντι τους άλλαξε μη επιθυμώντας να έχει οποιαδήποτε επαφή μαζί τους. Κομβικό και καταλυτικό σημείο στην αλλαγή της συμπεριφοράς του ενάγοντα απέναντι στην εναγομένη 1 και την οικογένεια της, αποτέλεσε το γεγονός ότι η ίδια δεν φρόντισε προσωπικά τη μητέρα της την οποία ο ίδιος μερίμνησε να της αποστείλει προς τούτο, αλλά την τοποθέτησε σε γηροκομείο, προδίδοντας τις προσδοκίες που ο ενάγοντας είχε προς τούτο και απογοητεύοντας τον με την συμπεριφορά και στάση της για το ζήτημα. Ζήτησε μάλιστα από την εναγομένη 1 όπως ειδοποιήσει την εναγομένη 2 να φύγει από το διαμέρισμα ενώ παράλληλα άρχισε για πρώτη φορά να προβάλλει αξιώσεις σε σχέση με το διαμέρισμα, προτάσσοντας τη θέση ότι ουσιαστικά η εναγόμενη 1 θυγατέρα του τον ξεγέλασε και αντί να εγγράψει το διαμέρισμα επ' ονόματι του προχώρησε στην εγγραφή του επ' ονόματι της και στη συνέχεια επ' ονόματι της εναγομένης
  6. Στη βάση όλων όσων πιο πάνω το Δικαστήριο έχει καταλήξει για τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση, είναι φανερό κατά την αντίληψη μου ότι η παρούσα αγωγή δεν θα μπορούσε να έχει επιτυχή κατάληξη. Με δεδομένη την κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι αναγκαίες ενέργειες και διαδικασίες για την ολοκλήρωση της αγοράς του διαμερίσματος και την εγγραφή του επ΄ ονόματι της εναγομένης 1, έγιναν εν γνώσει και με τη σύμφωνη γνώμη του ενάγοντα, αναπόδραστα η αγωγή οδηγείται σε απόρριψη. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας δεν βρίσκω λόγο γιατί θα πρέπει να αποκλίνω από το βασικό κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι τα έξοδα συνήθως πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας (βλ. Halsbury´ s Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 30, σελ. 412, παρ. 795 και 796 και Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd
(1993)1 ΑΑΔ σελ. 12). Ως εκ τούτου η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα προς όφελος των εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ......... Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.