← Κύπρος

Μαρίας Παπαδοπούλου κ.α. ν. Κενδέα Α. Σέργη κ.α., Αρ. Αγωγής: 2345/ 05, 17 Ιουνίου, 2011

Μαρίας Παπαδοπούλου κ.α. ν. Κενδέα Α. Σέργη κ.α., Αρ. Αγωγής: 2345/ 05, 17 Ιουνίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A71 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2345/ 05 Μεταξύ:

  1. Μαρίας Παπαδοπούλου
  2. Σοφίας Πετρίδου
  3. Ελένης Μαυρουδή
  4. Θεόδωρου Κλεάνθους Εναγόντων - και -
  5. Κενδέα Α. Σέργη
  6. Ελευθέριου Κωστάκη Δημητρίου Εναγομένων Όπως δε τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος του Δικαστηρίου με ημερομηνία 01.03.10 Μεταξύ:
  7. Χρίστου Παπαδόπουλου, ως διαχειριστή της περιουσίας της Μαρίας Παπαδοπούλου
  8. Σοφίας Πετρίδου
  9. Ελένης Μαυρουδή
  10. Θεόδωρου Κλεάνθους Εναγόντων - και -
  11. Κενδέα Α. Σέργη
  12. Ελευθέριου Κωστάκη Δημητρίου Εναγομένων Ημερομηνία: 17 Ιουνίου, 2011 Εμφανίσεις: Για τους Eνάγοντες : κ.κ. Μ. Κυπριανού και Μ. Χαραλάμπους Για τους Eναγόμενους: κ.κ. Α. Μαθηκολώνης και Π. Χ¨ Παναγιώτου Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι είναι εξ αίματος αδέλφια και κληρονόμοι της αποβιωσάσης Ελένης Βαρθολομαίου Παντελή τέως από τη Λάρνακα. Επιδιώκουν με τη παρούσα αγωγή μεταξύ άλλων την έκδοση διαταγμάτων, δηλώσεις και/ή απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται η κατ΄ ισχυρισμό διαθήκη της πιο πάνω αποβιωσάσης με ημερομηνία 8.06.2004, την ακύρωση του διορισμού του εναγομένου 1 ως εκτελεστή της επίδικης διαθήκης και διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται το εκ του νόμου κληρονομικό δικαίωμα των εναγόντων σε κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία της αποβιωσάσης, παραδειγματικές και / ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Προς υποστήριξη του αιτήματος τους προβάλλουν διάφορους ισχυρισμούς όπως, ότι η αποβιώσασα δεν είχε σώας τας φρένας, την μνήμη και επίγνωση κατά τον χρόνο σύνταξης και υπογραφής της επίδικης διαθήκης καθότι έπασχε από σοβαρής μορφής αρτηριοσκλήρωση και συνεπεία της κατάστασης της υγείας της δεν είχε δικαιοπρακτική ικανότητα, ότι η κατάρτιση της επιτεύχθηκε σαν συνέπεια απάτης από τους εναγόμενους και άλλους που συνέπραξαν μαζί τους, ότι η αποβιώσασα κατά το χρόνο κατάρτισης της δεν ήταν σε θέση να καταλαβαίνει το τι πραγματικά υπέγραψε, ούτε και ήταν σε θέση να δώσει οδηγίες για τη σύνταξη της και υπογραφή της, δεν γνώριζε και δεν ενέκρινε το περιεχόμενο της. Οι εναγόμενοι αρνούνται και αντικρούουν όλους τους ισχυρισμούς των εναγόντων όσους από αυτούς δεν παραδέχονται ρητά με την υπεράσπιση τους ως ψευδείς και ανυπόστατους και ως εκ των υστέρων σκέψεις. Ισχυρίζονται ότι επιδιώκεται εκ μέρους των εναγόντων να πλήξουν την ελεύθερη βούληση της αποβιωσάσης και τη νομιμότητα της επίδικης διαθήκης της. Η αποβιώσασα, ισχυρίζονται, κατά τον ουσιώδη χρόνο της κατάρτισης της διαθήκης της είχε πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, αφού δεν είχε κηρυχθεί ποτέ σε ανικανότητα, είχε σώας τας φρένας και πλήρη διαύγεια πνεύματος και με ελεύθερη βούληση και επιθυμία και χωρίς την με οποιονδήποτε τρόπο επέμβαση, επηρεασμό ή/και εξαναγκασμό της κατέστησε με την επίδικη διαθήκη της αποκλειστικό κληροδόχο της τον εναγόμενο 2 που ήταν βαπτιστικός της, αφήνοντας του ολόκληρη την περιουσία της αφού δεν ευτύχισε η ίδια να έχει δικά της παιδιά και κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης της αλλά και του θανάτου της ήταν χήρα. Σε λεπτομέρειες των εκατέρωθεν ισχυρισμών που προβάλλουν οι διάδικοι στις έγγραφες προστάσεις τους θα αναφερθώ όπου χρειαστεί κατά την ανάλυση της μαρτυρίας και της νομικής πτυχής που διέπει τα επίδικα ζητήματα. Η πλευρά των εναγόντων παρουσίασε συνολικά τρεις μάρτυρες (Μ.Ε). Πρόκειται για την κα Σοφία Πετρίδου η οποία είναι η ενάγουσα 2 (Μ.Ε.1), αδελφή της αποβιωσάσης, τον Δρ. Αντώνη Παπατρύφωνος (M.E.2), θεράποντα κυβερνητικό ιατρό της αποβιωσάσης και τον κ. Πέτρο Πετρίδη (Μ.Ε.3) ο οποίος είναι γιος της Μ.Ε.1 και ανιψιός της αποβιωσάσης. Από πλευράς των εναγομένων εκτός από τον εναγόμενο 1, δικηγόρο της αποβιωσάσης κατά την κατάρτιση της επίδικης διαθήκης κ. Κεντέα Σέργη ο οποίος κατέθεσε ως Μ.Υ.1, κατέθεσαν ακόμα έξι μάρτυρες (Μ.Υ.). Ο ψυχίατρος Δρ. Κυριάκος Βερεσιέ κατέθεσε ως Μ.Υ.2, η δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο του Μ.Υ. 1 και επιβεβαιωτής μάρτυρας της κατάρτισης της διαθήκης κα Κυριακούλα Κυριάκου κατέθεσε ως Μ.Υ.3, η δικηγόρος κα Ρίνα Σιάλλαρου κατέθεσε ως Μ.Υ. 4, είναι θυγατέρα της πιστοποιούσας υπαλλήλου κατά την κατάρτιση της διαθήκης κας Αγνής Αγαθαγγέλου - Πετακτού, η μητέρα του εναγόμενου 2 κα Ευρούλλα Δημητρίου ως Μ.Υ. 5, ο κτηματολογικός λειτουργός κ. Σταύρος Προδρομή ως Μ.Υ. 6 και ο ιατρός Δρ. Χρυσόστομος Κλώνης ως Μ.Υ.7 του οποίου όμως η μαρτυρία δεν επιτράπηκε να παρεισφρήσει καθώς όπως αποφασίστηκε με σχετική ενδιάμεση απόφαση μου δεν καλυπτόταν από τα δικόγραφα. Κατά τη διάρκεια της παράθεσης της μαρτυρίας κατατέθηκαν συνολικά 25 τεκμήρια. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους μου έχουν παράσχει μεγάλη βοήθεια καθώς με την επιμέλεια που επέδειξαν κατά την παράθεση και ανάλυση της σχετικής επί των επιδίκων θεμάτων νομολογίας και αυθεντιών είναι γεγονός ότι διευκόλυναν το δικαστικό έργο. Η ανάλυση της μαρτυρίας που έγινε εκ μέρους τους στάθηκε επίσης πολύ υποβοηθητική στο να κατανοήσω τις θέσεις τους και να καταλήξω στα δικά μου συμπεράσματα. Ουσιαστικά τα ζητήματα τα οποία θα πρέπει να με απασχολήσουν όπως ήταν η εισήγηση και από τις δύο πλευρές, μπορούν να διαχωριστούν σε δύο μεγάλες ενότητες εξίσου σημαντικές για την επίλυση των επίδικων θεμάτων. Η πρώτη ενότητα αφορά την εγκυρότητα της διαθήκης από νομοτυπικής άποψης αν και η πλευρά των εναγομένων αμφισβητεί ότι μπορεί να εξετασθεί αυτό το ζήτημα εφόσον δεν δικογραφείται. Η άλλη, αφορά τη δικαιοπρακτική ικανότητα της διαθέτιδας κατά τη κατάρτιση της διαθήκης της. Η ΕΓΚΥΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ ΑΠΟ ΝΟΜΟΤΥΠΙΚΗΣ ΑΠΟΨΗΣ: Η επίδικη διαθήκη φέρει ημερομηνία 8.06.2004, σε αυτή η διαθέτιδα εναπόθεσε το δακτυλικό της αποτύπωμα, πράξη την οποία πιστοποίησε πιστοποιούσα υπάλληλος και επιβεβαιώνεται από δύο μάρτυρες. Με τη διαθήκη της άφησε εξ ολοκλήρου την κινητή και ακίνητη περιουσία της στον βαφτιστικό της Ελευθέριο Κωστάκη Δημητρίου γιο της ανιψιάς της Ευρούλλας Δημητρίου (εναγόμενο 2) και εκτελεστή της διαθήκης της τον δικηγόρο κ. Κενδέα Σέργη (εναγόμενο 1) . Η αποβιώσασα κατά τον χρόνο του θανάτου της δεν άφησε ούτε σύζυγο, ούτε τέκνο ούτε κατιόντα τέκνου, ούτε πατέρα ούτε μητέρα και επομένως σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 41

(1)(γ) του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195, μπορούσε να διαθέσει ολόκληρη την περιουσία της οπουδήποτε επιθυμούσε. Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι μετά το θάνατο της αποβιωσάσης η επίδικη διαθήκη της κατατέθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στις 15.04.2005 και πήρε αύξοντα αριθμό 3203. Επίσης ότι στις 19.04.2005 κατατέθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, Δικαιοδοσία Επικύρωσης Διαθηκών, η αίτηση με αριθμό 118/2005 από τον κ. Κενδέα Σέργη (εναγόμενο 1), κατονομαζόμενος στη διαθήκη ως εκτελεστής της με σκοπό την έκδοση παραχωρητηρίου επικύρωσης της διαθήκης, διαδικασία στην οποία καταχωρήθηκε αίτηση ανακοπής (caveat). Σε σχέση με το πρώτο ζήτημα, αυτό της νομότυπης σύνταξης της επίδικης διαθήκης στη παράγραφο 12 της έκθεσης απαιτήσεως γίνεται η ακόλουθη αναφορά: ¨Η κατ΄ισχυρισμό διαθήκη που αποτελεί επίδικο θέμα, δεν αποκρυσταλλώνει την τελευταία βούληση της αποβιωσάσης καθότι η εναπόθεση του δακτυλικού της αποτυπώματος επί του εγγράφου της κατ΄ισχυρισμό Διαθήκης, είναι πράξη χωρίς σημασία και περιεχόμενο που έγινε με υπόδειξη τρίτων και/ή χωρίς να γνωρίζει η αποβιώσασα τη σημασία και/ή τις συνέπειες της εν λόγω πράξης.¨ Επομένως με βάσει τον πιο πάνω ισχυρισμό κρίνω ότι το ζήτημα της νομότυπης σύνταξης της καλύπτεται από το δικόγραφο των εναγόντων και αποτελεί επίδικο ζήτημα το οποίο καλείται το δικαστήριο να επιλύσει με βάσει τη μαρτυρία που δόθηκε για το ζήτημα αυτό την οποία θα πρέπει να αναγάγει στη νομική πτυχή της κατάρτισης μιας έγκυρης διαθήκης. Παραθέτω στη συνέχεια τα σχετικά άρθρα από τον περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμο, Κεφ. 195: Το άρθρο 22 προβλέπει τα ακόλουθα: Καμιά διαθήκη που καταρτίστηκε από πρόσωπο που δεν έχει σώας τας φρένας ή που δεν συμπλήρωσε το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας του δεν είναι έγκυρη. Το άρθρο 23 προβλέπει τα ακόλουθα: ¨Καμιά διαθήκη δεν είναι έγκυρη, εκτός αν είναι γραπτή και εκτελεστεί σύμφωνα με τον πιο κάτω τρόπο, δηλαδή - α) υπογράφεται στο κάτω μέρος ή στο τέλος της από τον διαθέτη ή από άλλο που ενεργεί για τον διαθέτη, στη παρουσία του διαθέτη και με εντολή του. και β) η υπογραφή αυτή τίθεται ή αναγνωρίζεται από τον διαθέτη στην παρουσία δύο ή περισσότερων μαρτύρων που παρίστανται ταυτόχρονα. και γ) οι μάρτυρες αυτοί επιβεβαιώνουν και προσυπογράφουν τη διαθήκη στην παρουσία του διαθέτη και στην παρουσία αλλήλων, αλλά κανένας τύπος επιβεβαίωσης δεν είναι αναγκαίος. και δ) αν η διαθήκη αποτελείται από περισσότερα από ένα φύλλο χαρτιού, κάθε φύλλο υπογράφεται από ή για λογαριασμό του διαθέτη και των μαρτύρων.¨ Στην ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 2 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195 δίδεται η ακόλουθη ερμηνεία των όρων ¨υπογράφω¨ ¨υπογραφή¨ και ¨να υπογράφει¨: ¨Υπογράφω¨ με τις γραμματικές του διαφοροποιήσεις και συναφείς εκφράσεις με αναφορά σε πρόσωπο το οποίο είναι ανίκανο να υπογράψει το όνομα του, περιλαμβάνει το αποτύπωμα του.¨ ¨Υπογραφή¨ και ¨να υπογράφει¨ καθώς και συγγενείς εκφράσεις, περιλαμβάνουν προκειμένου για αναλφάβητο πρόσωπο το σημείο ή την σφραγίδα του. Από αναμφισβήτητη μαρτυρία που έχει κατατεθεί ενώπιον του δικαστηρίου (βλέπε τεκμήρια 1,6,8(α), 9 και 9 (α), η αποβιώσασα γνώριζε να υπογράφει όπως φαίνεται και στα έγγραφα των πιο πάνω τεκμηρίων. Σύμφωνα δε με τη μαρτυρία των Μ.Υ.1 κ. Σέργη και της κας Κυριάκου (Μ.Υ.3), η αποβιώσασα κατά τον επίδικο χρόνο λόγω τρέμουλου του χεριού της δεν μπορούσε να υπογράψει υπό την έννοια να γράψει το ονοματεπώνυμο της υπό τύπο υπογραφής όπως συνήθιζε να κάμνει σε προηγούμενες περιπτώσεις όπως φαίνεται στα πιο πάνω τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον μου. Είναι γι΄αυτόν το λόγο που επελέγη η μέθοδος - τύπος - εναπόθεσης του δακτυλικού της αποτυπώματος στη παρουσία εκτός των επιβεβαιωτών μαρτύρων και πιστοποιούντος υπαλλήλου που θα επιβεβαίωνε το γεγονός της υπογραφής. Στην υπόθεση Γεωργιάδης κ.ά. v. Παπακυριακού κ.ά.,
(1979)2 J.S.C. 466, απόφαση του κ. Δ. Στυλιανίδη, τότε Προέδρου Ε.Δ., η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Κάτζη κ.ά. v. Πατσαλίδη,
(2007)1 (Β) ΑΑΔ σελ. 958, ρητά αναφέρθηκε ότι ¨στις περιπτώσεις που υπάρχει ο σχετικός τύπος επιβεβαίωσης (attestation clause), ότι η διαθήκη έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου, υπάρχει δυνατό τεκμήριο ότι η διαθήκη καταρτίστηκε σύμφωνα με τον Νόμο εκτός αν υπάρχει μαρτυρία που να το ανατρέπει¨. Στο σύγγραμμα Williams On Wills, Fourth Edition, σελ. 85, κάτω από τον τίτλο "Presumption of a due execution" (Τεκμήριο της ορθής εκτέλεσης) διαβάζουμε τα ακόλουθα: «The Presumption. If a will, on the face of it, appears to be duly executed, the presumption is in favour of due execution, applying the principle omnia praesumuntur rite esse acta. The force of the presumption varies with the circumstances. If the will is entirely regular in form, it is very strong, but if the form is irregular and unusual the maxim does not apply with the same force. If the witnesses are entirely ignorant of the details of the execution the presumption is the same. If they profess to remember and state that the will was not duly executed, and this negative evidence is not rebutted by showing that the witnesses are not to be credited, or, taking their statement of the facts, that their memories are defective, the will must be pronounced against. The court does not require direct affirmative evidence of due execution. Attestation Clause. Where there is a proper attestation clause, even though the witnesses have no recollection of having witnessed the will, the presumption applies. In the absence of such a clause a will which on the face of it is duly executed is accepted, although no evidence is forthcoming. Where there is such a clause, the court requires the strongest evidence before deciding that the will was not duly executed. Evidence Rebutting Presumption. This must be positive and reliable and the court must not give undue weight to the circumstances on which the presumption is founded and on the other hand must not lose sight of them. The burden of proving due execution, whether by presumption or by positive evidence rests on the propounder. The direct evidence of other attesting witnesses unless discounted rebuts the presumption and the evidence of one of the witnesses has been held to do so." Σε ελεύθερη μετάφραση όπως αυτή παρατίθεται στην ίδια υπόθεση: Το τεκμήριο. Αν μια διαθήκη στην όψη της, φαίνεται να έχει δεόντως καταρτισθεί, υπάρχει τεκμήριο υπέρ της δέουσας κατάρτισης κατ΄εφαρμογή της αρχής omnia praesumuntur rite esse acta. H δύναμη του τεκμηρίου ποικίλλει ανάλογα με τη περίπτωση. Αν η διαθήκη συνάδει πλήρως με τον τύπο, το τεκμήριο είναι πολύ δυνατό, αλλά αν είναι αντικανονική ή ασυνήθιστη, τότε η πιο πάνω αρχή δεν έχει εφαρμογή με την ίδια δύναμη. Αν οι μάρτυρες αγνοούν τελείως τις λεπτομέρειες κατάρτισης της διαθήκης το τεκμήριο είναι το ίδιο. Αν όμως, ισχυρίζονται ότι θυμούνται και δηλώνουν ότι η διαθήκη δεν έχει καταρτισθεί δεόντως και αυτή η αρνητική μαρτυρία δεν αντικρουστεί με τρόπο που να δείχνει ότι οι μάρτυρες δεν πρέπει να γίνουν πιστευτοί ή δεχόμενοι την δήλωση τους ως προς τα γεγονότα, ότι οι μνήμες τους είναι ελαττωματικές, τότε θα πρέπει να κηρυχθεί άκυρη η διαθήκη. Το Δικαστήριο δεν απαιτεί άμεση θετική μαρτυρία περί της δέουσας κατάρτισης. Τύπος Επιβεβαίωσης. Όπου υπάρχει ένας κανονικός τύπος επιβεβαίωσης και αν ακόμα οι μάρτυρες δεν έχουν καλή μνήμη ότι ήταν μάρτυρες στη διαθήκη, το τεκμήριο επίσης τυγχάνει εφαρμογής. Στην απουσία τέτοιου τύπου επιβεβαίωσης, μια διαθήκη η οποία στην όψη της φαίνεται να έχει δεόντως καταρτισθεί, γίνεται αποδεκτή και αν ακόμα δεν υπάρχει μαρτυρία. Μαρτυρία που αντικρούει το τεκμήριο. Αυτή πρέπει να είναι θετική και βάσιμη και το Δικαστήριο δεν πρέπει να δίδει υπέρμετρη βαρύτητα στις περιστάσεις στις οποίες βασίζεται το τεκμήριο, αλλά και από την άλλη δεν πρέπει να τις αγνοεί τελείως. Το βάρος απόδειξης της δέουσας κατάρτισης, είτε με βάση το τεκμήριο είτε με θετική μαρτυρία, είναι στον προσβάλλοντα τη διαθήκη. Η άμεση μαρτυρία των δύο επιβεβαιωτών μαρτύρων εκτός αν απορριφθεί, ανατρέπει το τεκμήριο και η μαρτυρία ενός από τους μάρτυρες αποφασίστηκε ότι ήταν επίσης αρκετή¨. Στην ίδια πιο πάνω απόφαση γίνονται παραπομπές και στις υποθέσεις Παρισσινού v. Χαραλαμπίδη κ.ά.,
(1998)1 (Β) ΑΑΔ 781, όπου το εφετείο ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε κηρυχθεί άκυρη η διαθήκη και εξέδωσε δήλωση αναγνώρισης της εγκυρότητας της και στην υπόθεση Athienou Municipality v. Varda & Another,
(1976)4 J.S.C. 606, που αφορούσε το ζήτημα κατά πόσο είχαν τηρηθεί οι πρόνοιες του άρθρου 23 του Κεφ. 195. Η μαρτυρία του κ. Σέργη και της κας Κυριάκου (Μ.Υ.3) σε σχέση με τις συνθήκες κατάρτισης της διαθήκης είναι καθοριστική. Ο κ. Σέργη κατά την κατάθεση του ενώπιον του δικαστηρίου αναγνώρισε τη διαθήκη και τις υπογραφές σε αυτή καθώς ανέφερε ότι ήταν αυτός που τη συνέταξε και ήταν παρών κατά τη κατάρτιση της. Η εκτενής και επίμονη αντεξέταση του κ. Σέργη δεν κλόνισε σε καμιά περίπτωση την αξιοπιστία του αλλά και την επαγγελματική ευσυνειδησία που επέδειξε κατά τον καταρτισμό της διαθήκης. Όταν διαπίστωσε ότι τα χέρια της αποβιώσασας έτρεμαν και δεν μπορούσε να υπογράψει, ήταν ο ίδιος που αποφάσισε όπως αυτή εναποθέσει το δακτυλικό της αποτύπωμα και ενώπιον πιστοποιούσας υπαλλήλου προς άρση κάθε αμφισβήτησης του γεγονότος και δεν θεωρώ μεμπτό το γεγονός ότι μετέβησαν στο γραφείο της πιστοποιούσας υπαλλήλου και δεν την κάλεσε στο γραφείο του. Αυτό δείχνει ότι ναι μεν τα χέρια της διαθέτιδας έτρεμαν, δεν είχε όμως κανένα πρόβλημα να μεταβεί στο γραφείο της πιστοποιούσας υπαλλήλου λίγα μέτρα από το δικηγορικό του γραφείο. Το ζήτημα αυτό της μετάβασης δηλαδή όλων μαζί στο γραφείο της πιστοποιούσας υπαλλήλου κας Αγνής Αγαθαγγέλου Πετακτού σχολιάστηκε από τη πλευρά των εναγόντων ως παράδοξη ενέργεια και της δόθηκε υπέρμετρη σημασία, αχρείαστη κατά την άποψη μου εφόσον αυτό είναι ζήτημα που ανάγεται στη πρακτική που ακολουθείται από τους επαγγελματίες σε αυτόν τον τομέα για το που θα γίνει μια πιστοποίηση ή ακόμα μπορεί και να είναι και απόφαση της στιγμής, άνευ κατά τα άλλα σημασίας. Για το γεγονός της μη δυνατότητας εκ μέρους της πιστοποιούσας υπαλλήλου να καταθέσει ενώπιον του δικαστηρίου λόγω της ασθένειας της, κρίνω ότι έχει δοθεί αρκούντως ικανοποιητική μαρτυρία από την θυγατέρα της και δικηγόρο, κα Ρίνα Σιάλλαρου (Μ.Υ.4) και αυτό το γεγονός δεν επηρεάζει καθόλου την αξιοπιστία των Μ.Υ. 1 και 3 σε σχέση με τις συνθήκες κατάρτισης της διαθήκης. Για το ζήτημα της γνωριμίας της πιστοποιούσας υπαλλήλου με την διαθέτιδα αρκεί να αναφέρω ότι αυτό πιστοποιείται από το λεκτικό της ίδιας της σφραγίδας που εναπόθεσε η πιστοποιούσα υπάλληλος επί της διαθήκης και σχετική περί της γνωριμίας της διαθέτιδος με την πιστοποιούσα υπάλληλο είναι η μαρτυρία του Μ.Υ. 1 κ. Σέργη ότι ήταν γνώριμες ήδη από προηγούμενη πιστοποίηση της υπογραφής της και εν πάση περιπτώσει η σειρά που ακολουθήθηκε κατά την εν λόγω πιστοποίηση όπως περιγράφτηκε από τους Μ.Υ.1 και 3 ότι δηλαδή μετέβησαν όλοι μαζί στο γραφείο της πιστοποιούσας υπαλλήλου όπου η διαθέτιδα έθεσε το δακτυλικό της αποτύπωμα στη παρουσία όλων και στη συνέχεια οι δύο επιβεβαιωτές μάρτυρες υπέγραψαν ως τέτοιοι στη παρουσία της διαθέτιδας και της πιστοποιούσας υπαλλήλου και στο τέλος η τελευταία έθεσε τη σφραγίδα της επί της διαθήκης για την πιστοποίηση της υπογραφής της κατά την άποψη μου πληροί όλα τα κριτήρια ή προϋποθέσεις που καθορίζει ο νόμος (άρθρο 7 του περί Πιστοποιούντων Υπαλλήλων Νόμου, Κεφ. 39) (βλ. επίσης την Αντωνίου v. Χριστοδούλου,
(2003)1 ΑΑΔ σελ. 183). Ούτως ή άλλως η επιλογή εκ μέρους του Μ.Υ.1 να πιστοποιηθεί η υπογραφή της διαθέτιδος ενώπιον πιστοποιούντος υπαλλήλου ήταν κατά την άποψη μου πλεονασμός σε ό,τι απαιτείται από το νόμο και η πιστοποίηση εκ μέρους της πιστοποιούσας υπαλλήλου μόνο περιθωριακή σημασία ενέχει ως προς το ζήτημα της νομότυπης κατάρτισης της διαθήκης. Η απουσία από το εδώλιο του μάρτυρος της δεύτερης επιβεβαιωτού μάρτυρος στη διαθήκη κας Νίκης Κωνσταντινίδου, ενόψει της νομολογίας που υπάρχει στο ζήτημα αυτό κρίνω ότι δεν ήταν απαραίτητη. Η κατάθεση μιας διαθήκης στο Πρωτοκολλητείο του Δικαστηρίου δεν είναι προϋπόθεση της εγκυρότητας της ούτε και της γνησιότητας της ελεύθερης βούλησης από ένα διαθέτη ούτε και κατά την άποψη μου το γεγονός αυτό δημιουργεί υποψίες στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κα Κυριάκου (Μ.Υ. 3) που φαίνεται ως επιβεβαιωτής μάρτυρας της επίδικης διαθήκης αναγνώρισε ενώπιον του δικαστηρίου τόσο τη δική της υπογραφή όσο και της άλλης επιβεβαιωτού μάρτυρος της κας Νίκης Κωνσταντινίδου αλλά και το αποτύπωμα της διαθέτιδας. Αποδεχόμενος τη μαρτυρία των μαρτύρων κ. Σέργη και κας Κυριάκου (Μ.Υ.1 και 3), ως αξιόπιστη, συγκροτημένη, σαφή και πειστική ως προς τα γεγονότα που συνόδευσαν την κατάρτιση της διαθήκης κρίνω ότι η επιλογή της εναπόθεσης του δακτυλικού αποτυπώματος της διαθέτιδας στη διαθήκη της ήταν υπό τις περιστάσεις η ορθή και νομότυπη διαδικασία η οποία θα έπρεπε να ακολουθηθεί. Το γεγονός ότι υπήρξαν κάποιες μικροδιαφοροποιήσεις των μαρτύρων αυτών ως προς τις συνθήκες κατάρτισης της επίδικης διαθήκη όταν ρωτήθηκαν για λεπτομέρειες και κατά τη περιγραφή των γεγονότων, όπως επισημάνθηκαν κατά τη τελικήν εισήγηση των ευπαιδεύτων συνηγόρων των εναγόντων, κρίνονται ως φυσιολογικές και καθόλου δεν επιδρά στη συνολική εικόνα που και οι δύο παρουσίασαν. Οι όποιες διαφοροποιήσεις δικαιολογούνταν από το χρόνο που παρήλθε έκτοτε, πέραν των έξι χρόνων, αλλά και την αντίληψη που κάθε άτομο μπορεί να έχει ή την σημασία που προσδίδει σε κάποια γεγονότα ή την σειρά που αυτά λαμβάνουν χώρα. Στην υπόθεση Κάτζη κ.ά (πιο πάνω) λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με αυτό το ζήτημα: ¨Η πλευρά του εφεσείοντα έθιξε και το ότι ο Μ.Υ.3 στη μαρτυρία του ανάφερε σε αρκετά σημεία ότι δε θυμόταν την περίπτωση. Λαμβανομένου όμως υπόψη ότι ο μάρτυρας αναγνώρισε την υπογραφή του καθώς και αυτήν της Ελένης Καραγιάννη και έχοντας υπόψη τα όσα αναφέρονται στο προαναφερθέν σύγγραμμα WILLIAMS ON WILLS, σελ. 85, το γεγονός ότι δεν θυμόταν ο Μ.Υ.3 λεπτομέρειες των συνθηκών υπογραφής της διαθήκης, δεν επηρεάζει την όλη υπόθεση. Καταλήγουμε λοιπόν ότι η πρωτόδικη απόφαση είναι ορθή και οι λόγοι έφεσης δεν ευσταθούν¨. Στην υπόθεση Γιαννίδης v. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ σελ. 143 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα; ¨Οι αντιφάσεις για να οδηγούν σε απόρριψη της μαρτυρίας πρέπει να είναι ουσιώδεις δηλαδή, να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία στο βαθμό που καθίσταται επικίνδυνη ή άδικη η αποδοχή της από το δικαστήριο¨. Η νομολογία δέχεται πως αντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία η οποία, είναι γενικά πειστική, αντίθετα, τέτοιες αντιφάσεις καταδεικνύουν ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Ξυδιάς v. Αστυνομίας,
(1993)2 ΑΑΔ σελ. 174, Πέτρου κ.ά. v. Αστυνομίας,
(1994)2 ΑΑΔ σελ.76 και Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας άλλως Ρόπας v. Δημοκρατίας,
(2000)2 ΑΑΔ σελ.628.) Αυστηρή γραμματική ερμηνεία του όρου ¨υπογραφή¨ και ¨ να υπογράφει¨ στο Άρθρο 2 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195, με τη χρήση της φράσης ¨προκειμένου για αναλφάβητο πρόσωπο¨, περιορίζει με αποκλειστικόν τρόπον τη συμπερίληψη στην έννοια της υπογραφής το σημείο ή τη σφραγίδα του διαθέτη όπως είναι το δακτυλικό αποτύπωμα μόνο για αναλφάβητο πρόσωπο και ταυτόχρονα εξ αντιδιαστολής αποκλείει τον τρόπο αυτό ως υπογραφή για πρόσωπα που γνωρίζουν γραφή και ανάγνωση. Συμφωνώ όμως με τη θέση την οποία εξέφρασε η πλευρά των εναγομένων κατά την τελική της εισήγηση ότι θα πρέπει να δίδεται μια διασταλτική ερμηνεία καθώς πρόθεση του νομοθέτη δεν ήταν να αποκλείσει τα ανήμπορα πρόσωπα, αλλά πνευματικά υγιή από του να καταρτίζουν διαθήκη, πράγμα που θα ήταν και αντισυνταγματικό, αλλά αντίθετα πρόθεση του ήταν να διασφαλίσει το δικαίωμα να μπορεί κάποιος να κάμει διαθήκη εφόσον πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο νόμος και από την άλλη η δημιουργία όσον το δυνατό μεγαλύτερης ασφάλειας στην έκφραση της ελεύθερης βούλησης του διαθέτη που αποτυπώνεται γραπτώς. Δεν υπάρχει ειδική διάταξη που να προνοεί για τη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να ταυτιστεί το ανήμπορο πρόσωπο αλλά πνευματικά υγιές με πρόσωπο που αποκλείεται να καταρτίσει διαθήκη. Το ανήμπορο πρόσωπο να υπογράψει λόγω προβλήματος στα χέρια του ή στα δάκτυλα του εντάσσεται στο ανίκανο πρόσωπο να υπογράψει το όνομα του που αναφέρεται στην ερμηνεία του όρου «υπογράφω» του άρθρου 2 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1 και περιλαμβάνει το αποτύπωμα, καθότι η λέξη ανίκανο στον εν λόγω όρο σίγουρα δεν μπορεί να έχει την έννοια του πνευματικά μη υγιή αλλά του πράγματι ανίκανου προσώπου να υπογράψει λόγω σωματικής αναπηρίας. Έτσι, ένα ανήμπορο πρόσωπο που δεν μπορεί να υπογράψει το όνομα του και είναι πνευματικά υγιές, μπορεί να θέσει το δακτυλικό του αποτύπωμα αντί της υπογραφής του ονόματος του και για αυτό το γεγονός δεν απαιτείται να γίνει ειδική επιβεβαίωση η ειδική σημείωση προς τούτο από οποιονδήποτε. Στη προκείμενη περίπτωση υπήρξε επιπλέον και επιβεβαίωση του γεγονότος αυτού από πιστοποιούσα υπάλληλο. (βλ. Georgios Pavlides v. Socrates Potamitis,
(1910)9 CLR 119, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Παρισινού v. Χαραλαμπίδη κ.ά,
(1998)1 (Β) ΑΑΔ 781, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: « attestation does not imply certification. A witness who attests a document does not necessarily write a certificate upon the document. If he merely signs his name, even without adding the word "witness", indenting to show thereby that he is a witness of its execution, he "attest" it within the legal meaning of the word." Στην υπόθεση Vassili Ricca v. HajiTowli Haji Vassili
(1922)11 CLR 16» , αποφασίστηκε ότι μελάνωμα του αντίχειρα και η θέση του αντίχειρα πάνω στο τέλος εις το κάτω μέρος της διαθήκης συνιστά υπογραφή (βλ. επίσης Κακόπιερος κ.ά v. Καλαμά κ.ά,,
(2009)1 (Α) ΑΑΔ σελ. 413 και το σύγγραμμα του Αχιλλέα Κ. Αιμιλιανίδη, Κυπριακό Κληρονομικό Δίκαιο, όπου στις σελ. 103 και 104 αναφέρεται ότι η εναπόθεση του δακτυλικού αποτυπώματος συνιστά υπογραφή του διαθέτη.) Στην υπόθεση Παρισινού v. Χαραλαμπίδη κ.ά, (πιο πάνω) λέχθηκαν τα ακόλουθα: ¨ Ένα δεύτερο ζήτημα που τέθηκε και εξετάστηκε αναφορικά με την εγκυρότητα της διαθήκης ήταν το κατά πόσο απαιτείται, δυνάμει του εδαφίου (γ) του άρθρου 23, μνημόνιο επιβεβαίωσης ως μέρος της διαθήκης. Το δικαστήριο απάντησε το ερώτημα καταφατικά, εκφράζοντας την άποψη πως η πρόνοια ότι ¨κανένας τύπος επιβεβαίωσης δεν είναι αναγκαίος¨ σήμαινε μόνο πως δεν είναι αναγκαίος κάποιος συγκεκριμένος τύπος και όχι ότι δεν χρειαζόταν η καταγραφή μνημονίου επιβεβαίωσης. Δε συμμεριζόμαστε αυτή την άποψη. Η εν λόγω διάταξη έχει πρότυπο το Αγγλικό Wills Act 1837 τη φρασεολογία του οποίου ακολούθησε επί του προκειμένου. Αυτό επήλθε μετά την κατάργηση το 1945 προηγούμενης διάταξης βάσει της οποίας απαιτείτο μνημόνιο επιβεβαίωσης με συγκεκριμένο τύπο. Η έννοια της επιβεβαίωσης δεν περιέχει, ως μέρος της, σημείωση περί του συμβάντος. Όπως υποδείχθηκε στην Pavlides and Others v. Potamitis and Others, CLR. Vol.IX 119 στη σελ. 121: It is clear from the case of Roberts v. Philips, and from the judgment of Lord Campbell in Burdett v. Spillsbury, that attestation does not imply certification. A witness who attests a document does not necessarily write a certificate upon the document. If he merely signs his name, even without adding the word ¨witness¨, intending to show thereby that he is a witness of its execution, he ¨attests¨ it within the legal meaning of the word¨. To αυτό καταδείχνουν και οι Αγγλικές υποθέσεις Re Denning (deceased), Harnett v. Elliott & Others
(1958)2 All E.R. 1 και in the Goods of Frances Peverett
(1902)P.D. σελ. 205)¨. Η διαθέτιδα στη παρούσα υπόθεση σύμφωνα με τη μαρτυρία των Μ.Υ. 1 και 3 ήταν πρόσωπο ¨ανίκανο¨ όπως καθορίζεται στο νόμο να υπογράψει θέτοντας την υπογραφή της όπως συνήθιζε να κάμνει προηγουμένως καθώς έτρεμαν τα δάκτυλα της και έτσι κρίθηκε από τον δικηγόρου που του είχε αναθέσει την σύνταξη της διαθήκης της και τον οποίο όριζε και εκτελεστή της κατά την υπογραφή της ότι ήταν καλύτερα να εναπόθετε το αποτύπωμα της όχι μόνο στη παρουσία των επιβεβαιωτών μαρτύρων αλλά και πιστοποιούσας υπαλλήλου όλων ταυτόχρονα παρισταμένων, όπως και έγινε. Επομένως, η πλευρά των εναγόντων, κρίνω ότι δεν κατάφερε να κλονίσει το τεκμήριο της δέουσας κατάρτισης και κανονικότητας της επίδικης διαθήκης. Τα γεγονότα που συνόδευσαν τη σύνταξη και ακολούθως την κατάρτιση της επίδικης διαθήκης περιγράφηκαν από τους Μ.Υ.1 και 3 κατά απλό και ξεκάθαρο τρόπο. Η διαθέτιδα μετέβη την προηγούμενη της υπογραφής της στο δικηγορικό γραφείο του Μ.Υ.1 μόνη της και του έδωσε τις σχετικές οδηγίες και πληροφορίες που απαιτούνταν για την ετοιμασία της διαθήκης της. Συμφώνησαν την επόμενη ημέρα να τον επισκεφθεί και πάλι για την υπογραφή της όταν θα την ετοίμαζε. Όταν πράγματι πήγε στο γραφείο του Μ.Υ.1 την επόμενη ημέρα αυτός της τη διάβασε και η διαθέτιδα συμφώνησε με το περιεχόμενο της. Το γεγονός ότι η προσθήκη του αριθμού του δελτίου ταυτότητας του κληροδόχου έγινε κατά την ημέρα της κατάρτισης της διαθήκης, δεν αποτελεί μεμπτή ενέργεια και δεν ενέχει ιδιαίτερη σημασία. Εξάλλου ούτε δύσκολο ήταν ούτε και πολύπλοκο. Αυτό έγινε πριν την υπογραφή της. Η εξήγηση που δόθηκε για την επιλογή της εναπόθεσης του δακτυλικού αποτυπώματος της διαθέτιδας στη διαθήκη και ενώπιον πιστοποιούσας υπαλλήλου ούτε αυτές κρίνονται ως μεμπτές ενέργειες ή συνεπεία αυτών των γεγονότων οι συνθήκες πλέον καθίσταντο ασυνήθιστες ή ύποπτες κατά τρόπο που έπρεπε να ενεργοποιηθούν επιπρόσθετες διασφαλίσεις όπως αυτές που με επιμέλεια οι συνήγοροι της πλευράς των εναγόντων επισήμαναν στην τελική τους εισήγηση. Ούτε και το γεγονός ότι δε φυλάχθηκαν οι σημειώσεις που κράτησε αρχικά ο Μ.Υ.1 κατά την πρώτη του επαφή με την διαθέτιδα όταν αυτή του έδωσε σχετικές οδηγίες για τη σύνταξη της διαθήκης της αποτελεί μεμπτή παράλειψη εφόσον όπως εξήγησε ο Μ.Υ.1 το περιεχόμενο των σημειώσεων που πήρε αποτυπώθηκε στο κείμενο στη διαθήκης. Επιπρόσθετα, θα έλεγα, τα γεγονός ότι δύο φορές η διαθέτιδα μετέβη στο δικηγορικό γραφείο του Μ.Υ.1 μόνη της και στη συνέχεια έφυγε τουλάχιστον τη δεύτερη φορά όπως έγινε αντιληπτή χρησιμοποιώντας ταξί, φανερώνει μια φυσιολογική γυναίκα σε σχέση με τη σωματική, διανοητική και ψυχική της κατάσταση. Ούτε και από αυτής της άποψης συνέτρεχαν οποιεσδήποτε συνθήκες ασυνήθιστες και ύποπτες οι οποίες θα έπρεπε να θέσουν σε εγρήγορση τα αντανακλαστικά του Μ.Υ.1 έτσι ώστε να διασφαλίσει κατά αδιάβλητο τρόπο ότι η διαθέτιδα εξέφραζε ελεύθερα την τελευταία της βούληση. Σημειώνω ότι ως προς τα γεγονότα σύνταξης και κατάρτισης της επίδικης διαθήκης δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να τα αντικρούει. Επομένως όλη η επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε εκ μέρους των ευπαιδεύτων συνηγόρων των εναγόντων και αφορούν το πώς θα έπρεπε να είχε συνταχθεί η διαθήκη και τους τύπους που έπρεπε να ακολουθηθούν καθώς η διαθήκη θα πρέπει να αντικριστεί με δυσπιστία και προσοχή δεν έχει έρεισμα στη μαρτυρία. Η διαθήκη (Τεκμήριο 3), στην όψη της φαίνεται ότι έχει καταρτισθεί δεόντως και νομότυπα. Υπάρχει μάλιστα και ο σχετικός τύπος επιβεβαίωσης (attestation clause) της υπογραφής της διαθέτιδας από τους επιβεβαιωτές μάρτυρες και από πιστοποιούσα υπάλληλο και οι υπογραφές επί αυτής είναι όπως προβλέπει ο νόμος. Κατ΄αυτόν τον τρόπο τυγχάνει πλήρους εφαρμογής το τεκμήριο της δέουσας κατάρτισης και κανονικότητας της διαθήκης. Η ΔΙΚΑΙΟΠΡΑΚΤΙΚΗ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΔΙΑΘΕΤΙΔΑΣ: Η θέση την οποία προώθησε η πλευρά των εναγόντων ενώπιον του δικαστηρίου και στην οποία ουσιαστικά περιστράφηκε το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας αφορά τον ισχυρισμό ότι η διαθέτιδα κατά τον ουσιώδη χρόνο κατάρτισης, σύνταξης και υπογραφής της διαθήκης έπασχε από σοβαρής μορφής αρτηριοσκλήρωση η οποία δεν της επέτρεπε να έχει οποιαδήποτε δικαιοπρακτική ικανότητα και δεν ήταν σε θέση να καταλαβαίνει τι πραγματικά υπέγραφε ή να δώσει οδηγίες για τη σύνταξη της διαθήκης της ή να εκφράσει την τελευταία βούληση της ή να αντιληφθεί τις συνέπειες των πράξεων της και όλα αυτά σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως (παράγραφος 9) ήδη από το
  1. Η μαρτυρία που προσκομίστηκε εκ μέρους της πλευράς των εναγόντων προς απόδειξη του πιο πάνω ισχυρισμού τους προήλθε και από τους τρεις μάρτυρες που κάλεσε. Η κα Σοφία Πετρίδου (Μ.Ε. 1) και ενάγουσα 2, είναι ετεροθαλής αδελφή της διαθέτιδας. Αναφέρθηκε σε συγκεκριμένα περιστατικά της καθημερινότητας της διαθέτιδας για να καταδείξει την αλήθεια του ισχυρισμού των εναγόντων χωρίς όμως και να είναι σε θέση να τα προσδιορίσει χρονικά. Αφορούσε περιστατικό όπου χάθηκε στη Λευκωσία και δεν μπορούσε να εξηγήσει στον οδηγό ταξί που τα μετέφερε που ήταν το σπίτι της μάρτυρος ή ότι αντί στο σπίτι της πήγε στο σπίτι γειτόνισσας της, ότι δεν αναγνώρισε τον γιό της και ότι αντί να βάζει ζάχαρη σε κολοκοτές έβαζε αλάτι ή ότι χρησιμοποιούσαν πολύ αλάτι στο φαγητό τους με την αδελφή της την Όλγα με την οποία συγκατοικούσαν. Σημειώνω ότι τα όσα ανέφερε ενώπιον του δικαστηρίου ότι ασθενούσε μόλις τα τελευταία τρία χρόνια πριν πεθάνει με αρτηριοσκλήρωση, διαφοροποίησαν τη δικογραφημένη θέση των εναγόντων (παράγραφος 9) όπου αναφέρουν ότι ήταν από το 1997 που έπασχε από αυτήν την ασθένεια. Η μαρτυρία της μπορώ να πω ότι έβριθε αντιφάσεων ως προς την κατάσταση της υγείας της διαθέτιδας καθώς η περιγραφή ενός περιστατικού ανατρεπόταν με τη περιγραφή ενός άλλου. Θα αναφερθώ στα ακόλουθα συγκεκριμένα παραδείγματα τα οποία προέρχονται από τη μαρτυρία της:
  2. Η διαθέτιδα χωρίς να προσδιορίζεται χρονικά πότε, έφτιαξε κολοκοτές και σε αυτές αντί ζάχαρη έβαλε αλάτι. Όμως το γεγονός ότι μια γριά αποφάσισε να φτιάξει κολοκοτές αυτό καταδεικνύει ότι δεν έπασχε από σοβαρής μορφής αρτηριοσκλήρωση. Ούτε και από το γεγονός ότι έβαζε πολύ αλάτι στο φαγητό της μπορεί να εξαχθεί ένα τέτοιο συμπέρασμα, τουναντίον μάλιστα το γεγονός ότι μαγείρευε το φαγητό της καταδεικνύει ότι δεν μπορούσε να πάσχει και από σοβαρής μορφής αρτηριοσκλήρωση.
  3. Ούτε από το γεγονός ότι δεν μπορούσε να επισημάνει το σπίτι της αδελφής της στη Λευκωσία δεν είναι επίσης σημάδι τέτοιας σοβαρής μορφής ασθένειας αφού κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί στο καθένα αλλά και από την άλλη ένα πρόσωπο με σοβαρής μορφής αρτηριοσκλήρωση δεν πηγαίνει από μόνο του στη Λευκωσία με ταξί.
  4. Το γεγονός ότι όσο ζούσε η διαθέτιδα, η άλλη τους αδελφή, η Όλγα, με την οποία συγκατοικούσαν δεν χρειάστηκε οικιακή βοηθό και ετοίμαζαν μόνες τους το φαγητό τους και το νοικοκυριό τους, ενώ μόλις πέθανε η διαθέτιδα, της έβαλαν οικιακή βοηθό, φανερώνει ότι η διαθέτιδα ενόσω ζούσε εκτός από τον εαυτό της φρόντιζε και την μεγαλύτερη σε ηλικία αδελφή της Όλγα. Η κακοπιστία της μάρτυρος φάνηκε και από το γεγονός ότι ενώ απέκρυψε το γεγονός ότι ήταν ετεροθαλής αδελφή με τη διαθέτιδα (βλέπε παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης) όπου διαλαλεί ότι είναι εξ αίματος αδέλφια με τη διαθέτιδα χωρίς να διαχωρίζει τα ετεροθαλή από τα αμφιθαλή, θέλησε περαιτέρω να διασκεδάσει την εντύπωση που δημιουργούσε το γεγονός ότι δύο αδελφές έφεραν το ίδιο όνομα ¨Ελένη¨, λέγοντας γελώντας και σε κυπριακή διάλεκτο τη φράση: ¨αλλόπως και οι παπάδες που τις βάφτιζαν εν ήξεραν τι έκαμναν¨. Κρίνω ότι η μάρτυρας εμφανώς απέκρυψε την αλήθεια από το Δικαστήριο προς εξυπηρέτηση των δικών της σκοπών και ότι τα περιστατικά στα οποία αναφέρθηκε από την καθημερινότητα μιας γριάς γυναίκας την οποία έβλεπε μόνο κάποτε, όταν αυτή μετέβαινε στον ιατρό της στη Λευκωσία και αν ακόμα ανταποκρίνονταν στην αλήθεια δεν συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι με τέτοια δραστηριότητα και πρωτοβουλίες δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως άτομο αρτηριοσκληρωτικό. Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της και την απορρίπτω. Ο κ. Πέτρος Πετρίδης (Μ.Ε.3), γιος της προηγούμενης μάρτυρος και αδελφότεχνος της διαθέτιδας χαρακτήρισε την διαθέτιδα ως μια καλοσυνάτη γυναίκα και εξαιρετική νοικοκυρά και μαγείρισσα. Μέχρι τον Μάιο του 2004 όπου επαναπατρίστηκε ο ίδιος ζούσε στην Αμερική και έβλεπε τη θεία του μόνον όταν ερχόταν για διακοπές στη Κύπρο οπότε αντιλαμβανόταν ότι χρόνο με το χρόνο η υγεία της χειροτέρευε. Αναφέρθηκε σε επαφή που είχε μαζί με τη διαθέτιδα λίγες ημέρες πριν από την κατάρτιση της διαθήκης της και συγκεκριμένα στις 3.06.2004 όπου τη μετέφερε στη Λευκωσία πράγμα που έγινε κατορθωτό μετά από τηλεφωνική παρέμβαση της μητέρας του καθώς αυτή αρνείτο να πάει, η οποία τελικά την έπεισε να πάει για να τη δει ο γιατρός της με τον οποίο είχε ραντεβού την επόμενη στις 4.06.
  5. Ανέφερε ότι στεναχωρήθηκε γιατί η θεία του δεν τον αναγνώρισε και τσακωνόταν με την άλλη του θεία την Όλγα όταν έψαχναν για κάποιο αντικείμενο. Στη διαδρομή προς τη Λευκωσία η θεία του κατά διαστήματα κοιμόταν και τον ρωτούσε που πηγαίνουν και όταν αυτός της έλεγε στο γιατρό αυτή τον ρωτούσε ποιο γιατρό. Ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με τη θεία του και αργότερα στο σπίτι της μητέρας του αυτή καθόταν σε ένα καναπέ όπου τις περισσότερες ώρες κοιμόταν. Περιέγραψε ότι ακόμα και μετά την εξέταση της από το γιατρό της την επόμενη διαπίστωσε όταν τη μετέφερε από τη Λευκωσία στη Λάρνακα ότι αυτή βρισκόταν στην ίδια κατάσταση. Περιέγραψε ακόμα επίσκεψη του στο σπίτι της διαθέτιδας στις αρχές Μαρτίου 2005 όπου διαπίστωσε ότι τη βρήκε σε άσχημη κατάσταση από πλευράς υγιεινής τη βρήκε κατάχλωμη και φανερά εξαντλημένη. Τη μετέφερε στο γιατρό της στη Λευκωσία και πάλι μετά από παρέμβαση της μητέρας του καθώς ο ίδιος δεν μπορούσε να συνεννοηθεί μαζί της. Δέχθηκε κατά την αντεξέταση του ότι η θεία του είχε αδυναμία στον 2ο εναγόμενο και κληροδόχο της. Σε άλλη δε ερώτηση κατά την αντεξέταση του παραδέχθηκε ότι εάν η θεία του ήταν καλά στην υγεία της ήταν ελεύθερη να διαθέσει τη περιουσία της όπου αυτή ήθελε. Η μαρτυρία και του μάρτυρος αυτού κρίνεται ως μη πειστική για τους ακόλουθους λόγους:
  6. Αναφέρθηκε εκτεταμένα στο περιστατικό όπου μετέφερε τη θεία του και διαθέτιδα στη Λευκωσία λίγες ημέρες πριν την κατάρτιση της διαθήκης της στις 3.
  7. 2004 και τις διαπιστώσεις του σε σχέση με την υγεία της, γεγονός για το οποίο δεν έκαμε αναφορά η ίδια η μητέρα του Μ.Ε.
  8. Ενώ είχε διαπιστώσει την ημέρα που μετέφερε τη διαθέτιδα πίσω στη Λάρνακα μετά που την εξέτασε ο γιατρός της ότι η υγεία της δεν βελτιώθηκε και παρουσίαζε κατά την άποψη του τόσο σοβαρά συμπτώματα, εντούτοις τη μετέφερε πίσω στο σπίτι της και στις άθλιες συνθήκες που περιέγραψε ότι αντίκρισε όταν μετέβη εκεί για να την παραλάβει τη προηγούμενη, να διαμένει με μια άλλη γριά χωρίς το τόσο ενδιαφέρον της οικογένειας του για αυτήν, όπως το περιέγραψαν τόσο αυτός όσο και η μητέρα του (Μ.Ε.1), να τους οδηγήσει στη σκέψη να την αφήσουν στη Λευκωσία έτσι ώστε αν επιδεινωνόταν η κατάσταση της να βρίσκεται κοντά στο γιατρό της.
  9. Εύλογο είναι ακόμα το ερώτημα, αν πράγματι η διαθέτιδα βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση όπως την περιέγραψε, γιατί ο θεράπων ιατρός της να μην την κρατήσει ως εσωτερικό ασθενή. Στον ιατρικό της φάκελο (Τεκμήριο 5) την αντίστοιχη ημερομηνία δηλαδή 4.06.2004 δεν γίνεται καμιά τέτοια περιγραφή για την υγεία της όπως αυτή που έκαμε ο μάρτυρας. Ούτε επίσης και στις επισκέψεις που ακολούθησαν όπως στις 9.07.04 και 8.10.04 οι οποίες χαρακτηρίστηκαν από τον θεράποντα ιατρό της ως επισκέψεις ρουτίνας.
  10. Η εξήγηση που έδωσε όταν ανέφερε ότι δεν υπάκουε στη προτροπή του να την μεταφέρει στη Λευκωσία για να επισκεφθεί τον ιατρό της ότι δηλαδή πείστηκε από τηλεφώνου από τη μητέρα του, της οποίας ήταν γνώριμη η φωνή της, δεν είναι καθόλου πειστική καθώς αν η διαθέτιδα βρισκόταν πράγματι σε μια τέτοια κατάσταση σοβαρής αρτηριοσκλήρωσης, πως ήταν δυνατό να πειστεί μέσω τηλεφώνου και όχι από τον ίδιο που ήταν κοντά της.
  11. Η αντίληψη του μάρτυρος για την κατάσταση της υγείας της διαθέτιδος ήδη από τον Ιούνιο του 2004 έρχεται σε αντίθεση με όσα ακόμα και ο ίδιος ο θεράπων ιατρός της Δρ. Παπατρύφωνος (Μ.Ε.2) διόρθωσε κατά την αντεξέταση του, ότι δηλαδή επρόκειτο για περιοδική αρτηριοσκλήρωση και αυτό συνέβηκε μόνο προς το τέλος της ζωής της όταν επιδεινώθηκε η κατάσταση της. Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη κρίνω ότι ο μάρτυρας είχε επιλεκτική μνήμη με το να θυμάται δύο συγκεκριμένα περιστατικά από τη ζωή της διαθέτιδας με τόση λεπτομέρεια και το ένα από αυτά να είναι περίπου ή πλησίον με το χρόνο της κατάρτισης της διαθήκης της στις 3 και 4.06.
  12. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω τη μαρτυρία του ως μη πειστική και δόθηκε επί σκοπού και ότι αυτή ελαύνετε από προσωπικό συμφέρον ως γιος της ενάγουσας
  13. Ο Δρ. Αντώνης Παπατρύφωνος (Μ.Ε.2) ήταν ο θεράπων ιατρός της διαθέτιδας και γνώστης των προβλημάτων υγείας τα οποία αντιμετώπιζε καθώς την παρακολουθούσε για χρόνια μέχρι και τον θάνατο της, και συγκεκριμένα από τότε που παρουσιάστηκε το πρόβλημα υγείας της το 1997 το ¨πολλαπλού μυέλωμα¨ που όπως εξήγησε είναι μια μορφή καρκίνου. Στο πιστοποιητικό που κατέθεσε (Τεκμήριο 4) βεβαιώνει την πιο πάνω ασθένεια της διαθέτιδας και αναφέρει ότι παράλληλα παρουσίαζε προοδευτικά γεροντική άνοια (αρτηριοσκλήρυνση). Είναι γεγονός ότι ο μάρτυρας σε δύο περιπτώσεις ενώπιον του δικαστηρίου ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με τον ιατρικό φάκελο της διαθέτιδας (Τεκμήριο 5): ¨Μέσα στον ιατρικό φάκελο της διαθέτιδας είναι καταχωρημένες όλες οι πληροφορίες σε σχέση με τις εξετάσεις που έγιναν σε όλο το διάστημα που παρακολουθείτο στο νοσοκομείο, δηλαδή παρουσιάζεται η εικόνα των επισκέψεων της ασθενούς και των εξετάσεων που γίνονταν, ότι ο ιατρικός φάκελος είναι δείκτης που δείχνει ότι από τις αρχές του 2005 άρχισε η κατιούσα μέχρι που πέθανε στις 2.04.2005¨. Προκύπτει από μελέτη του ιατρικού φακέλου αλλά και από όσα ανέφερε ο ίδιος ο μάρτυρας αλλά και αργότερα ο ιατρός Δρ. Κυριάκος Βερεσιέ (Μ.Υ. 2) ο οποίος επίσης μελέτησε τον εν λόγω φάκελο, ότι δεν υπάρχει για οκτώ χρόνια που τηρείτο ο φάκελος αυτός καταγραφή σε αυτόν που ήταν το ιατρικό ιστορικό της διαθέτιδας ότι αυτή καθ΄όλο αυτό το χρονικό διάστημα έπασχε από αρτηριοσκλήρωση ή ότι είχε ελαττωμένη επικοινωνία με το περιβάλλον της ή ότι είχε συμπτώματα μνήμης ή ότι δεν μπορούσε να αυτοσυντηρηθεί ή να αντιληφθεί τι έπραττε. Επομένως, στον ιατρικό φάκελο της διαθέτιδας, ¨δείκτης¨ της κατάστασης της υγείας της, για τα οκτώ χρόνια πριν από το θάνατο της όπου φαίνονται καταγραφές τόσο από τον ίδιο τον Δρ Παπατρύφωνος όσο και από άλλους ιατρούς δεν γίνεται καμιά αναφορά για συμπτώματα της μορφής που μόλις πιο πάνω προανέφερα. Σε σχέση με τον ισχυρισμό του ίδιου μάρτυρος ότι η διαθέτιδα παρέμενε συχνά στο νοσοκομείο ως εσωτερικός ασθενής παρατηρώ ότι ο ίδιος μάρτυρας κατά την αντεξέταση του και όταν του υποδείχθηκε ο ιατρικός της φάκελος παραδέχθηκε ότι αυτή είχε παραμείνει ως εσωτερικός ασθενής μόνο κατά την πρώτη εξέταση της όπου διαπιστώθηκε το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε το 1997 και όταν τον Μάρτιο του 2005 εισήχθηκε με συμπτώματα πνευμονίας και υποτροπή και επιδείνωση της ασθένειας της και έτσι αναγκάστηκε να διαφοροποιηθεί από την αρχική του τοποθέτηση. Δέχθηκε επίσης ότι όσο η ασθενής του ανταποκρινόταν θετικά στη θεραπεία που της παρείχε ως αιματολόγος, οι επισκέψεις της κάθε μήνα για παρακολούθηση της κατάστασης της ήταν επισκέψεις ρουτίνας και ότι αυτή δεν αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα επικοινωνίας από όταν αυτό είχε παρουσιαστεί. Όταν το 2005 επιδεινώθηκε η υγεία της ακόμα και αυτή την περίοδο υπήρχαν περίοδοι που επικοινωνούσε φυσιολογικά. Δέχθηκε επίσης ότι οι περίοδοι εξάρσεων των προβλημάτων της ήταν οι περίοδοι που ήταν εμπύρετη και ότι στο νοσοκομείο κρατείτο αν ήταν πολύ συγχυσμένη ή αν είχε πυρετό ή σοβαρές λοιμώξεις και ότι αν δεν είχε κάτι σοβαρό την έστελνε στο σπίτι της. Προέκυψε ακόμα από τη μαρτυρία του ότι όταν η κατάσταση της υγείας της βρισκόταν σε ύφεση δεν χρειαζόταν να κρατείται στο νοσοκομείο και ότι σε τέτοια κατάσταση μπορούσε να επικοινωνεί με το περιβάλλον της και να λέγει και να ξέρει τι κάμνει. Η ασθενής που επισκεπτόταν το νοσοκομείο για εξετάσεις ρουτίνας κάθε μήνα χαρακτηριζόταν ότι είχε μια καλή πορεία και ότι η αγωγή που της παρεχόταν ήταν συντηρητική και ότι τα προβλήματα επικοινωνίας και σκέψης τα είχε παρουσιάσει τον Φεβρουάριο του 2005 και εκείνη τη περίοδο πήγαινε συχνά στο νοσοκομείο αφού μόλις τότε υποτροπίασε. Τέλος, για τον Ιούνιο του 2004 είχε πάρει αυξητικούς παράγοντες για τα λευκά αιμοσφαίρια και η κατάσταση της αντιμετωπίστηκε. Η μαρτυρία του μάρτυρος για κάποιους δικούς του λόγους υπήρξε αντιφατική και δεν την αποδέχομαι ως προς το σημείο που αφορά την άποψη του που εκφράστηκε στο ιατρικό του πιστοποιητικό όπως την κατέγραψα πιο πάνω ότι δηλαδή ¨παράλληλα παρουσίαζε προοδευτικά γεροντική άνοια (αρτηριοσκλήρυνση)¨. Οι απαντήσεις που έδωσε κατά την αντεξέταση του ανέτρεψαν την εικόνα που θέλησε να παρουσιάσει κατά την κυρίως εξέταση του. Χαρακτηρίζεται ως μη αντικειμενική εφόσον δεν υποστηρίζεται από τις καταγραφές στον ιατρικό φάκελο της διαθέτιδας και δεν θα την αποδεχθώ σε όσο μέρος της υποστηρίζει ότι η διαθέτιδα παρουσίασε προοδευτικά γεροντική άνοια (αρτηριοσκλήρυνση). Προκύπτουν από τη μαρτυρία του διάφορα σημεία τα οποία με οδήγησαν στο πιο πάνω συμπέρασμα μου στα οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια.
  14. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του να διαφοροποιήσει τη θέση του σε σχέση με τη ψυχική κατάσταση της διαθέτιδας αντιμέτωπος με το περιεχόμενο του ιατρικού της φακέλου (Τεκμήριο 5). Ανέφερε ότι η ψυχική της κατάσταση παρουσίαζε εξάρσεις και υφέσεις, ότι δηλαδή η άνοια εμφανιζόταν περιοδικά καθώς μπορούσε τη μια ημέρα να ήταν συγχυσμένη ή και καθόλου, ότι κατά τις επόμενες επισκέψεις της μετά τη σύνταξη της διαθήκης της είχε διαπιστώσει ότι μπορούσε να ήταν τη μια ημέρα εντελώς καλά και την άλλη λιγότερο καλά, ότι οι φάσεις των εξάρσεων και υφέσεων δεν ήταν σταθερές και δεν μπορούσε κανείς να προκαθορίσει επακριβώς πότε άρχιζε και πότε τελείωνε κάθε φάση, και τέλος ότι ο ιατρικός της φάκελος φανερώνει ότι η κατιούσα για την ασθενή άρχισε από τις αρχές του 2005 όπως εξάλλου παραδέχθηκε και σε σχετικές ερωτήσεις κατά την αντεξέταση του, μέχρι που αυτή πέθανε.
  15. Το γεγονός ότι στον ιατρικό της φάκελο ως ο θεράπων ιατρός της σε κανένα σημείωμα του δεν αναφέρεται στα συμπτώματα που περιέγραψε αλλά ούτε τέτοια αναφορά σημειώθηκε από άλλους ιατρούς που την εξέτασαν ούτε και από το νοσηλευτικό προσωπικό. Αντίθετα στο δελτίο νοσηλευτικής αξιολόγησης της κατά τις 24.03.2005 όταν έγινε η εισαγωγή της στο νοσοκομείο στη στήλη ¨νευρολογικό σύστημα¨ αναγράφεται ότι την ημέρα της εισαγωγής της ήταν σε ετοιμότητα προσανατολισμού σε τόπο, χρόνο, πρόσωπα, δεν είχε πρόβλημα με συμπεριφορά αντί. κόρων οφθαλμών, ομιλίας, συντονισμού και κινητικότητας και μνήμης. Δεν υπήρχε κανένα μη φυσιολογικό εύρημα εκτός εκεί που αναφέρεται στο αναπνευστικό σύστημα όπου αναγράφεται ¨έχει βήχα¨ στοέντυπο ¨Νοσηλευτική αξιολόγηση εισαγωγής ασθενούς¨ στο Τεκμήριο
  16. Η εξήγηση που έδωσε ο μάρτυρας για την μη αναγραφή των συμπτωμάτων που ανέφερε ότι παρουσίαζε η διαθέτιδα στον ιατρικό της φάκελο δεν είναι καθόλου πειστική και μάλλον πλημμελής υπήρξε εκ μέρους του η παράλειψη της αναγραφής τέτοιων συμπτωμάτων, αν υπήρχαν, χρόνιας άνοιας η οποία μάλιστα επιδεινωνόταν με τον καιρό. Ήταν δε υποχρέωση του όπως και των άλλων ιατρών που την εξέτασαν κατά καιρούς αν είχαν διαπιστώσει κάτι τέτοιο να το ανέγραφαν, όπως ανέφερε και ο Δρ. Βερεσιέ (Μ.Υ.2) στη δική του κατάθεση. Επομένως η μη καθαρότητα της μαρτυρίας του μάρτυρος αυτού, η αμφισημία του λόγου του όταν κλήθηκε να εξηγήσει τον ιατρικό φάκελο της διαθέτιδας και όσα προσπάθησε να διασκεδάσει σε σχέση με τα αναγραφόμενα του στο πιστοποιητικό που εξέδωσε, καθιστούν τη μαρτυρία του επισφαλή, ατεκμηρίωτη και χωρίς το αναγκαίο σταθερό υπόβαθρο πάνω στην οποία θα μπορούσε το δικαστήριο να στηριχθεί και να εξαγάγει τα ορθά του συμπεράσματα προερχόμενα από έναν ανεξάρτητο μάρτυρα που θέλησε να παρουσιαστεί και ως εμπειρογνώμονας. Τέλος, δεν διαφωτίζεται καθόλου το δικαστήριο από την μαρτυρία του για ό,τι ενδιαφέρει την υπόθεση αυτή, δηλαδή αν την συγκεκριμένη ημέρα που εκτέλεσε τη διαθήκη της η διαθέτιδα δεν είχε την πνευματική ικανότητα η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα να μη μπορεί να εκτελέσει τη διαθήκη της. Επομένως πάνω στο ουσιώδες αυτό ζήτημα δεν προήλθε εκ μέρους της πλευράς των εναγόντων πειστική μαρτυρία παρά μόνο έγιναν νεφελώδεις αναφορές χωρίς τον αναγκαίο χρονικό προσδιορισμό. Για όλους αυτούς τους λόγους η μαρτυρία του μάρτυρα αυτού δεν στάθηκε καθόλου υποβοηθητική για τη πλευρά των εναγόντων, άφησε κενά και ασάφειες και ως αντιφατική καθίσταται εκ των πραγμάτων μη αποδεκτή και ως εκ τούτου θα την απορρίψω. Ως προς το ζήτημα της σωματικής, ψυχικής και πνευματικής υγείας της διαθέτιδας κατά τον χρόνο κατάρτισης της διαθήκης της είναι σημαντικά τα όσα αναφέρθηκαν από τους ανθρώπους που την είχαν δει κατά τον χρόνο εκείνο. Για το πως αντικρίζω τη μαρτυρία του κ. Σέργη και της κας Κυριάκου έχω κάμει αναφορά πιο πάνω. Επαναλαμβάνονται τα ίδια και ως προς το ζήτημα του πως αντίκρισαν την διαθέτιδα. Ο κ. Σέργη την είχε δει και την προηγούμενη της κατάρτισης της όταν μόνη της, και αυτό έχει σημασία για την κατάσταση της υγείας της, τον είχε επισκεφθεί στο γραφείο του όπου και του έδωσε οδηγίες για τη σύνταξη της διαθήκης της. Περιέγραψε με σαφήνεια και πιστεύω με ειλικρίνεια για το πώς αντίκρισε και τις δύο ημέρες τη διαθέτιδα, τις κινήσεις της, τι διημείφθη μεταξύ τους και τα σχετικά με τη σύνταξη και στη συνέχεια την υπογραφή της διαθήκης. Κατά παρόμοιο τρόπο και η κα Κυριάκου αναφέρθηκε και αυτή, παρά τη πάροδο αρκετών χρόνων από τότε, σε λεπτομέρειες για το πώς θυμόταν τη διαθέτιδα που όπως και στον κ Σέργη καθόλου δεν τους φάνηκε ότι ήταν μια γυναίκα άρρωστη πάσχουσα από γεροντική άνοια ή αρτηριοσκλήρωση μια γυναίκα ανήμπορη. Θυμόταν επίσης όσα έκαμε η ίδια και η συνάδελφος της κα Κωνσταντινίδου ως επιβεβαιωτές μάρτυρες της διαθήκης και όσα η ίδια αντιλήφθηκε. Το γεγονός ότι μόνη της είχε επισκεφθεί το γραφείο τους και μόνη της μετά την υπογραφή της ενώπιον της πιστοποιούσας υπαλλήλου απεχώρησε για να πάρει ταξί για να μεταβεί σπίτι της, δεν δείχνει άτομο που έπασχε από όσα της καταλογίστηκαν εκ μέρους των εναγόντων. Προβάλλεται από τους ενάγοντες ότι δεν έχει δικογραφηθεί ο λόγος που αντί της υπογραφής τέθηκε το αποτύπωμα της διαθέτιδας επί της διαθήκης της. Κατά την άποψη μου καλύπτονται από τις παραγράφους 6 και 9 της Υπεράσπισης όπου υπάρχει ο ισχυρισμός ότι κατά το χρόνο που έδωσε οδηγίες για τη σύνταξη της διαθήκης της και την στη συνέχεια κατάρτιση της, η ασθένεια της δεν την επηρέαζε ως προς την κρίση, τη βούληση και την πνευματική της διαύγεια και κατανόηση του περιεχομένου της και αυτή έγινε χωρίς την επέμβαση οποιουδήποτε. Επομένως δεν κρίνω ότι ο ισχυρισμός περί του ¨τρέμουλου¨ του χεριού της διαθέτιδος είναι επινόηση εκ των υστέρων εφόσον ό,τι ενδιέφερε τους εναγόμενους καλύφθηκε από το δικόγραφο τους. Εξάλλου, ότι η διαθέτιδα είχε θέσει το αποτύπωμα της επί της διαθήκης της δεν ήταν κάτι το οποίο οι εναγόμενοι θα μπορούσαν να αποκρύψουν. Το γεγονός ότι ο Μ.Υ. 1 δεν παρουσίασε την απόδειξη πληρωμής που έλαβε από την διαθέτιδα για τη σύνταξη και κατάρτιση της διαθήκης της δεν μπορεί να καταλογιστεί σε βάρος του εκτός του ότι δεν ενέχει οποιαδήποτε σημασία αλλά και γιατί έδωσε πειστική εξήγηση ότι τα διπλότυπα των τιμολογίων ή αποδείξεων του βρισκόντουσαν στον Φόρο Εισοδήματος ο οποίος του διενεργούσε έλεγχο. Δέχομαι εξ ολοκλήρου τη μαρτυρία τους ως των μόνων προσώπων τα οποία κατέθεσαν ενώπιον του δικαστηρίου και είχαν επαφή με τη διαθέτιδα κατά τον ουσιώδη χρόνο που ενδιαφέρει την παρούσα και τα οποία είχαν άμεση εικόνα της κατάστασης της. Αυτή βέβαια η εικόνα επιβεβαιώθηκε και από την πιστοποιούσα υπάλληλο την κα Αγνή Αγαθαγγέλου Πετακτού την άμεση μαρτυρία της οποίας δυστυχώς το δικαστήριο αποστερήθηκε για τους λόγους που εξήγησε η θυγατέρα της και δικηγόρος κα Ρίνα Σιάλλαρου (Μ.Υ. 4) της οποίας επίσης τη μαρτυρία αποδέχομαι χωρίς κανένα ενδοιασμό. Ο Δρ. Κυριάκος Βερεσιέ (Μ.Υ. 2) ειδικός νευρολόγος και ψυχίατρος μου προκάλεσε εξαιρετική εντύπωση και μπορώ να βασιστώ στην επιστημονική του μαρτυρία για την εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων μου. Η γεροντική άνοια ανέφερε, εμπίπτει κυρίως στην ειδικότητα της νευρολογίας και τα ψυχιατρικά επακόλουθα της στην ψυχιατρική. Δεν απέρριψε εισήγηση ότι και ιατροί με άλλες ειδικότητες μπορούν να αντιληφθούν το πρόβλημα της άνοιας αλλά η αντιμετώπιση της είναι πολύ εξειδικευμένη και δεν μπορεί να ασκηθεί από άλλες ειδικότητες. Εξήγησε επιστημονικά σε τι συνίσταται η γεροντική άνοια που εκφράζεται με απώλεια μνήμης πολύ πρόσφατων γεγονότων με εμφανή δυσκολία στον προσανατολισμό, στις καθημερινές ανάγκες ακόμα και σε απλά πράγματα της καθημερινότητας των ασθενών όπως είναι το ντύσιμο, το φαγητό και σίγουρα δεν μπορεί ο ασθενής να μάθει νέα πράγματα και παρουσιάζει συνεχή επιδείνωση. Εξήγησε ότι υπάρχουν διάφορα στάδια από τα οποία περνούν οι ασθενείς όπου στα πρώτα στάδια υπάρχουν κάποια προβλήματα αλλά μπορεί ένα άτομο να διαχειριστεί πλήρως τη ζωή του και τα οικονομικά του όπως και άλλες καταστάσεις που παρουσιάζονται στη ζωή του. Στα τελικά στάδια δεν υπάρχουν κρίσεις. Υπάρχουν όπως ανέφερε φάρμακα που βοηθούν τον άρρωστο αρκετά, σταματούν την πορεία και καλυτερεύουν αρκετά τις γνωστικές του ικανότητες ιδιαίτερα στο πρώτο και δεύτερο στάδιο η αποτελεσματικότητα είναι δεδομένη ενώ στο τελικό στάδιο πολύ λίγο. Στο τελικό στάδιο είναι εμφανές ότι το άτομο δεν μπορεί να επικοινωνήσει καθόλου με το περιβάλλον, δεν μπορεί να ικανοποιήσει τις βασικές του ανάγκες, έχει πρόβλημα προσανατολισμού και έφερε ως παράδειγμα ότι αν ανοίξει τη πόρτα και βγει έξω δεν θα γνωρίζει να επιστρέψει πίσω αλλά κινδύνους αντιμετωπίζει και στο ίδιο του το σπίτι γι΄αυτό ένα τέτοιο άτομο χρειάζεται απαραίτητα φροντιστή. Εξήγησε ακόμα ότι τέτοια συμπτώματα είναι απαραίτητα όπως αναγράφονται σε ένα ιατρικό φάκελο έτσι που να μπορεί ο κάθε ιατρός που θα εξετάζει τον ασθενή να ενημερώνεται και να ελέγχει τη πορεία της ασθένειας. Εξήγησε ότι η πορεία ενός ασθενούς γίνεται κάθε έξι μήνες στη βάση ενός test με την αγγλική ορολογία ¨mini mental stage examination". Ο μάρτυρας είχε την ευκαιρία να μελετήσει τον ιατρικό φάκελο της διαθέτιδας και έκαμε τις ακόλουθες διαπιστώσεις: (α) ότι ουδέποτε παραπέμφθηκε για εξέταση από νευρολόγο ή ψυχίατρο ή ψυχολόγο, (β) δεν πήρε ποτέ κανένα φάρμακο ή της έγινε οποιαδήποτε θεραπεία που αφορά την αρτηριοσκλήρωση ή την άνοια ή φαίνεται από το φάκελο ότι αυτή έπασχε από τέτοια συμπτώματα, (γ) όλα τα φάρμακα του φακέλου αφορούν τη σωματική της παθολογία, δηλαδή το πολλαπλού μυέλωμα, (δ) από το δελτίο νοσηλευτικής αξιολόγησης της ασθενούς με ημερομηνία 24.03.2005 όταν εισήχθη στο νοσοκομείο φαίνεται ότι η μόνη αρνητική καταχώρηση ήταν το αναπνευστικό σύστημα για το οποίο αναφέρεται η λέξη ¨βήχας¨. Δεν υπάρχει ούτε ένα μη φυσιολογικό εύρημα. Καμιά επίσης καταχώρηση μέχρι και την ημερομηνία θανάτου της δεν αναφέρεται σε σύμπτωμα άνοιας. Η σύγχυση που υπήρχε και τα σκαμπανεβάσματα οφείλονταν στο πυρετό. Στη καρτέλα εισαγωγής της στο νοσοκομείο με ημερομηνία 24.03.2005 κατά την αξιολόγηση των νοσηλευτών που αναφέρεται στη δραστηριότητα του καθημερινού της βίου σημειώθηκε το γράμμα Α που σημαίνει ανεξάρτητη αντί του γράμματος Ε που σημαίνει εξαρτημένη. Δέχομαι επίσης τη μαρτυρία του Δρ. Βερεσιέ ως ειδικού και όχι αυτή του Δρ. Παπατρύφωνος ότι στους ασθενείς με πολλαπλού μυέλωμα παράγεται παραπρωτεϊνη που έχει σχέση με τη λειτουργία του εγκεφάλου και οι ασθενείς σε διάφορες φάσεις και κυρίως προς το τέλος της ασθένειας είναι αποπροσανατολισμένοι, αναφέροντας ο ίδιος ότι η παραπρωτεϊνη δεν επηρεάζει τον εγκέφαλο αλλά μόνο τα κύτταρα του αίματος όπου εκεί δημιουργείται η βλάβη του πολλαπλού μυελώματος. Η βιβλιογραφία δεν αναφέρει κάτι τέτοιο ότι δηλαδή το πολλαπλού μυέλωμα μπορεί να οδηγήσει σε άνοια. Συνέχισε δε να εξηγεί ότι εάν ως απόρροια του πολλαπλού μυελώματος υπάρχουν πυρετοί μπορεί να δημιουργήσουν αυτοί στο άτομο αποδιοργάνωση η οποία όμως είναι προσωρινή και όχι μόνιμη και σίγουρα δεν οδηγεί σε άνοια. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του Δρ. Βερεσιέ στην ολότητα της γιατί ήταν απλή και συγκροτημένη έτσι που να γίνεται κατανοητή και στον μη ειδικό, αρκούντως κατατοπιστική σε βαθμό που δεν επιδέχεται αμφισβήτησης. Όσα ο μάρτυρας αυτός προσπάθησε να μεταδώσει στο δικαστήριο σε σχέση με την ασθένεια από την οποία έπασχε η διαθέτιδα και τα συμπτώματα που είχε συνεπεία αυτής της ασθένειας της και ποια θα ήταν αν αυτή αντιμετώπιζε άνοια ή αρτηριοσκλήρωση, γνώση η οποία προήλθε από τη μελέτη του ιατρικού της φακέλου και των καταγραφών σε αυτόν και σε συνδυασμό με την επιστημονική του γνώση και εμπειρία, κρίνονται ως αντικειμενικά ευρήματα και παρέμειναν παρά την αντεξέταση του αδιαμφισβήτητα και τα αποδέχομαι. Η αδελφότεχνη της διαθέτιδας, μητέρα του εναγόμενου 2 κα Ευρούλλα Δημητρίου (Μ.Υ.5), κρίνω ότι ήταν ειλικρινής μάρτυρας και όσα ανέφερε σε σχέση με τις σχέσεις της οικογένειας της και ειδικότερα του γιού της και βαπτιστικού της διαθέτιδας μαζί της, ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Για όσα κατάθεσε με τη γραπτή της δήλωση σε κανένα στάδιο της αντεξέτασης της δεν αμφιταλαντεύτηκε. Επέμενε σε αυτά και δεν μου φάνηκε ότι θέλησε να κρύψει οτιδήποτε ή να υπερβάλει σε άλλα έτσι που να βοηθούσε την υπόθεση του γιού της εναγόμενου
  17. Κατάθεσε νηφάλια, ήταν απλή και κατανοητή ήταν διάχυτη επίσης η θλίψη της γιατί βρέθηκαν σε αυτή την δικαστική αντιδικία με συγγενικά της πρόσωπα αλλά εξήγησε με πειστικό τρόπο ποιοι ήταν οι λόγοι που ώθησαν τη θεία της να αφήσει ως μοναδικό της κληροδόχο τον βαπτιστικό της, τον εναγόμενο 2, λόγω και του προβλήματος υγείας που παρουσίασε. Ήταν σε όλη τη ζωή της τόσο στη Κύπρο όσο και στην Αγγλία όπου έζησαν για κάποια χρόνια ως οικονομικοί μετανάστες, τόσο η ίδια όσο και οι γονείς της και ο γιός της και βαπτιστικός της διαθέτιδας πολύ κοντά της και η ενέργεια της να αφήσει την περιουσία της σ΄αυτόν όπως ήταν η επιθυμία της την οποία δεν απέκρυβε, για την ίδια ήταν φυσιολογική ενέργεια αν και δεν ήταν αυτό που επιδίωκαν με όσα πρόσφεραν σε αυτήν όπως τα περιέγραψε ή όσα η διαθέτιδα με τον τρόπο της πρόσφερε στην ίδια ή στην οικογένεια της από υποχρέωση και φυσική αγάπη η οποία ήταν αμοιβαία. Σε σχέση δε με τη υγεία της διαθέτιδας αναφέρθηκε στο πρόβλημα που αντιμετώπιζε και τη φαρμακευτική αγωγή που λάμβανε όπως και τις εξετάσεις που διενεργούσε. Διέμενε με τη μητέρα της και φρόντιζαν και οι δύο τον εαυτό τους χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα από τρίτους. Η καθημερινότητα της διαθέτιδας μέχρι που εισήχθη στο νοσοκομείο τον Μάρτιο του 2005 λίγο πριν πεθάνει ήταν φυσιολογική, φρόντιζε τα του σπιτιού της μαζί με την αδελφή της την Όλγα με την οποία συγκατοικούσαν, διαχειρίζονταν μόνες τους τα οικονομικά τους, βοηθούσε την ίδια στις δουλειές της μέχρι και τα τελευταία χρόνια της ζωής της, κυκλοφορούσε μόνη της στη πόλη είτε πεζή είτε με ταξί δραστηριότητες που δεν χαρακτηρίζουν ή φανερώνουν άτομο που πάσχει από σοβαρής μορφής αρτηριοσκλήρωση. Δέχομαι τη μαρτυρία της ότι ήταν γνήσια και εφόσον αφορούσαν οικογενειακές καταστάσεις ακόμα και οικογενειακά μυστικά προήλθε εκ βάθους καρδίας και ότι ακόμα προήλθε από ένα ειλικρινές άτομο το οποίο ούτε προσπάθησε να αποκρύψει οτιδήποτε ούτε και να υπερβάλει παρά την έντονη αντεξέταση που υπέστη και την υποβολή των θέσεων των εναγόντων τα οποία βέβαια δεν υποστήριξαν με μαρτυρία όπως ήταν ότι η οικογένεια της χρησιμοποιούσε την αποβιώσασα ως ¨δούλα¨ ή ότι ο γιός της το ίδιο βράδυ που είχε πεθάνει η θεία και νονά του διασκέδασε σε μπουζούκια. Η μαρτυρία του κτηματολογικού λειτουργού Σταύρου Προδρομή (Μ.Υ.6) δεν έχει ουσιαστική σημασία για τη παρούσα υπόθεση και μάλλον αποσκοπούσε στο να διευκρινίσει λανθασμένες αναφορές σε πιστοποιητικό έρευνας (Τεκμήριο 12) και σε δήλωση μεταβίβασης ακινήτου (Τεκμήριο 25), τα οποία βέβαια διαπίστωσε για πρώτη φορά ενώπιον του δικαστηρίου όταν του υποδείχθηκαν. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή για όση σημασία μπορεί να έχει για τη παρούσα υπόθεση και από αυτή προέκυψε ότι δεν είχε γίνει οτιδήποτε το παράνομο ή το μεμπτό εκ μέρους των διαχειριστών της περιουσίας του προαποβιώσαντος συζύγου της διαθέτιδας Βαρθολομαίου Παντελή Χαραλάμπους προς όφελος του εναγομένου
  18. Ουσιώδης χρόνος τον οποίο λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο για να διαπιστώσει εάν ο διαθέτης είχε σώας τας φρένας είναι η ημερομηνία σύνταξης της διαθήκης. Η διαθήκη θα είναι έγκυρη, αν ο διαθέτης είχε σώας τας φρένας κατά τον χρόνο κατάρτισης της, ανεξάρτητα αν δεν είχε σώας τας φρένας σε οποιοδήποτε προγενέστερο ή μεταγενέστερο χρόνο από τη σύνταξη της. Η μαρτυρία επομένως που ανάγεται στο χρόνο σύνταξης της διαθήκης προτιμάται από το δικαστήριο σε σύγκριση με άλλη μαρτυρία που δίδεται για την διανοητική κατάσταση του ασθενή σε προγενέστερο ή μεταγενέστερο χρονικό σημείο (βλ. Aitken and Another v. Mc Meckman,
(1895)AC 310, η οποία υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Andreas Karaolis v. The estate of the Deseased Christodoulos Savvas Karaolis,
(1965)CLR 24. Στην υπόθεση Κακόπιερου v. Καλαμά, (πιο πάνω) το Ανώτατο Δικαστήριο στη διαπίστωση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι η αποβιώσασα λόγω της κακής κατάστασης της υγείας της των τελευταίων ημερών δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με το περιβάλλον και να αντιληφθεί τα τεκταινόμενα ανέφερε τα ακόλουθα: ¨Αυτό το εύρημα του δικαστηρίου βρίσκουμε ότι είναι αυθαίρετο γιατί δεν υπάρχει ουσιαστικά οποιαδήποτε μαρτυρία που να οδηγεί ή θα μπορούσε να οδηγήσει σ΄αυτό το συμπέρασμα. Και αν ακόμα δεχθούμε ότι η αποβιώσασα μεταφέρθηκε από τη Λεμεσό στη Λευκωσία στις 19.05.1995 όπως πρόβαλαν οι μάρτυρες των εναγόντων και όχι στις 14.04.1995 όπως πρόβαλαν οι μάρτυρες των εναγομένων, και πάλι δεν υπάρχει μαρτυρία για το τι είχε συμβεί μεταξύ 19.05.και 22.05.1995 έτσι ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση με ασφάλεια, να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι η αποβιώσασα δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με το περιβάλλον ή να αντιληφθεί τα τεκταινόμενα.¨ Περαιτέρω το δικαστήριο δεν θα πρέπει να δίνει περισσότερη σημασία σε μαρτυρία ιατρών που δεν είχαν την ευκαιρία να εξετάσουν την διαθέτιδα κατά την ημερομηνία κατάρτισης της διαθήκης και προβαίνουν σε εικασίες ως προς την κατάσταση της διανοητικής υγείας της διαθέτιδας κατά την ημερομηνία σύνταξης της διαθήκης όταν υπάρχει αντίθετη, άμεση και θετική μαρτυρία ως προς την πραγματική κατάσταση της διανοητικής υγείας της διαθέτιδας κατά τον κρίσιμο χρόνο (βλ. Andreas Karaolis v. The estate of the Diseased Christodoulos Savvas karaolis,
(1965)CLR 24.). Με την αξιολόγηση της μαρτυρίας που επιχείρησα πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η διαθέτιδα βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση από ψυχικής υγείας η οποία δεν μπορούσε να της επιτρέψει να ασκήσει ελεύθερα τη βούληση της για την κατάρτιση της διαθήκης της. Η κατάσταση της υγείας της όπως τελικά προκύπτει από τη μαρτυρία του θεράποντος ιατρού της, όπως ο ίδιος την παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του, αλλά και οι κινήσεις της κατά τον ουσιώδη χρόνο όπως έγιναν αντιληπτές από τους Μ.Υ.1 και 3 ήταν τέτοιες που δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία στο δικαστήριο ότι αυτή είχε την ικανότητα να αντιληφθεί τις συνέπειες των πράξεων της. Πριν ολοκληρώσω θα ήθελα να κάμω μερικά σχόλια και για τους άλλους ισχυρισμούς των εναγόντων στο δικόγραφο τους. Ισχυρίστηκαν ότι η κατάρτιση, σύνταξη και υπογραφή της επίδικης διαθήκης από τη διαθέτιδα ήταν το αποτέλεσμα εκμετάλλευσης της υγείας της και/ή ήταν αποτέλεσμα συμπαιγνίας και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή αθέμιτης επιρροής των εναγομένων και/ή εξαναγκασμού της. Στο άρθρο 2 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195 δίνεται η ερμηνεία των εξής όρων: ¨εξαναγκασμός¨ σημαίνει τη διάπραξη ή την απειλή διάπραξης οποιασδήποτε πράξης που απαγορεύεται από τον Ποινικό Κώδικα ή την παράνομη κατακράτηση ή την απειλή κατακράτησης οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου, προς βλάβη οποιουδήποτε προσώπου η οποία έγινε με την πρόθεση να εξαναγκασθεί οποιοδήποτε πρόσωπο να τελέσει πράξη παρά τη θέληση του, και είναι χωρίς σημασία κατά πόσο ο Ποινικός Κώδικας ισχύει ή μη στον τόπο όπου ασκείται ο εξαναγκασμός¨. ¨Ψυχική πίεση¨ σημαίνει την άσκηση πίεσης από πρόσωπο προς κυριαρχία της θέλησης άλλου προσώπου όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ τους είναι τέτοιες, ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί στη θέληση του άλλου και επωφελείται από τη θέση αυτή για εξασφάλιση αθέμιτου οφέλους έναντι άλλου¨. ¨απάτη¨ περιλαμβάνει οποιαδήποτε από τις πιο κάτω πράξεις που διαπράττονται από κάποιο πρόσωπο ή με τη συγκατάθεση του ή από τον αντιπρόσωπο του με σκοπό την εξαπάτηση άλλου προσώπου ή του αντιπροσώπου του ή την εξώθηση του στην τέλεση οποιασδήποτε πράξης, δηλαδή: i. την παράσταση μη αληθινού γεγονότος ότι είναι αληθινό, από πρόσωπο που δεν πιστεύει ότι αυτό είναι αληθινό, ii. την ενεργό αποκάλυψη γεγονότος από κάποιο που έχει γνώση του γεγονότος ή που πιστεύει αυτό, iii. υπόσχεση που δόθηκε χωρίς πρόθεση εκπλήρωσης της, iv. οποιαδήποτε άλλη πράξη που είναι ικανή για εξαπάτηση. Το άρθρο 29 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195 προβλέπει ότι οποιαδήποτε διαθήκη ή οποιοδήποτε τμήμα διαθήκης καταρτίσθηκε μετά από εξαναγκασμό, απάτη ή ψυχική πίεση που ασκήθηκε στον διαθέτη είναι άκυρη και στερείται οποιουδήποτε εκ του νόμου αποτελέσματος. Το βάρος απόδειξης ότι υπάρχει εξαναγκασμός, απάτη ή ψυχική πίεση βαραίνει τα πρόσωπα που τον επικαλούνται (βλ. Baker v.Batt,
(1838)2 Moo PC 317, Boyse v. Rossborough,
(1857)6 HLC 2. Το βάρος απόδειξης αν και δεν είναι στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων εντούτοις είναι ιδιαίτερα μεγάλο (βλ. Panayiota Constantinou Mosaicos v. Zehra Eren,
(1958)23 CLR 286). Θα πρέπει επομένως να έχει αποδειχθεί από τους ενάγοντες θετικά και με ικανοποιητική μαρτυρία ότι υπήρξε εξαναγκασμός, απάτη ή ψυχική πίεση (βλ. Χόππη κ.ά. v. Παναγή κ.ά,
(1992)1 ΑΑΔ 534, στην οποία κρίθηκε ότι η υπόθεση των εφεσειόντων ήταν προδήλως αδύνατη, βασισμένη σε αόριστες υποθέσεις και σε μικροεπεισόδια της καθημερινής ζωής (βλ. σύγγραμμα του Αχιλλέα Αιμιλιανίδη, Κυπριακό Κληρονομικό Δίκαιο, σελ. 125 έως 128). Σε αντίθεση με ό,τι ισχύει στο Δίκαιο των Συμβάσεων, η ψυχική πίεση δεν τεκμηριώνεται Parfitt v. Lawless,
(1872)LR 2 P & D 462, αλλά μπορεί να αποδειχθεί μόνο εφόσον ο διαθέτης έχει εξαναγκασθεί ή εξαπατηθεί να πράξει κάτι το οποίο δεν επιθυμούσε στην πραγματικότητα να πράξει. Είναι φανερό ότι η ψυχική πίεση δεν συνιστά απλώς συναισθηματική παράκληση, εισήγηση, συμβουλή ή υπενθύμιση γεγονότων κατά τρόπο που να ευαισθητοποιεί τον διαθέτη, αλλά αντίθετα συνιστά πίεση στον διαθέτη να πράξει κάτι που είναι αντίθετο με τη θέληση του Christakis Michael Christopoulou v. Maria Marianthi Christopoulou,
(1971)1 CLR 437. Στην υπόθεση Χόππη κ.ά v. Παναγή κ.ά, (πιο πάνω) λέχθηκαν τα ακόλουθα σημαντικά : ¨ Οι εφεσείοντες βασίστηκαν σε ένα - δύο μικροεπεισόδια για να δείξουν πως η διαθέτιδα ήταν ¨ουσιαστικά φυλακισμένη και κάτω από τον απόλυτο έλεγχο του εφεσίβλητου¨. Το Εφετείο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που απέρριψε την αγωγή, το οποίο έκρινε αναξιόπιστη αναξιόπιστη μάρτυρα των εφεσειόντων που ισχυρίστηκε ότι όταν πλησίασε την πόρτα της κουζίνας άκουσε κλάματα και φωνές και άκουσε τη διαθέτιδα να λέει ¨σταμάτα να με κτυπάς αχάριστε, θα σου υπογράψω¨, παρατήρησε ότι εάν έτσι είχαν τα πράγματα, όπως τα προέβαλλαν οι ενάγοντες, δηλαδή η διαθέτιδα έπασχε από αρτηριοσκλήρυνση που την καθιστούσε πνευματικά ανάπηρη και ¨φυλακισμένη¨ του εφεσίβλητου, θα αναμενόταν να μην εισακούσουν παράκληση της να μη γίνει καταγγελία στην αστυνομία.¨ Είναι γεγονός ότι δεν έχει προσφερθεί εκ μέρους της πλευράς των εναγόντων οποιαδήποτε μαρτυρία που να στοιχειοθετεί τους πιο πάνω ισχυρισμούς και η μαρτυρία δεν κατέδειξε ότι συνέτρεχαν κατά τον καταρτισμό της διαθήκης τέτοιες περιστάσεις ή έγιναν προς τη διαθέτιδα τέτοιες παραστάσεις. Τουναντίον η διαθέτιδα μόνη της και χρησιμοποιώντας ταξί μετέβη σε δικηγορικό γραφείο για να καταρτίσει της διαθήκη της. Πρόκειται εν τέλει για ισχυρισμούς που παρέμειναν παντελώς αναπόδεικτοι και ως ατεκμηρίωτοι δεν θα με απασχολήσουν περαιτέρω. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω κανένα από τα σημεία τα οποία προέβαλε η πλευρά των εναγόντων τόσο ως προς την εγκυρότητα και νομιμότητα της διαθήκης όσο και ως προς τη ψυχική υγεία της διαθέτιδας και τη διανοητική της κατάσταση κατά τον χρόνο της κατάρτισης της διαθήκης της δεν έχουν αποδειχθεί και ως εκ τούτου η διαθήκη της κρίνεται έγκυρη, νομότυπη και προϊόν άσκησης της ελεύθερης βούλησης της. Η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και σε βάρος των εναγόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.)........ Χρ. Γ. Φιλίππου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.