Φίλιππου Θεοδοσίου ν. Γρηγόρη Γρηγορίου άλλως Loris Motors, Αρ. Αγωγής: 308/03, 22 Ιουνίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 308/03 Μεταξύ: Φίλιππου Θεοδοσίου Ενάγοντα -και- Γρηγόρη Γρηγορίου άλλως Loris Motors Εναγόμενου ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 18/06/2003 Φίλιππου Θεοδοσίου Ενάγοντα -και-
- Γρηγόρη Γρηγορίου άλλως Loris Motors
- A. N. Automarket Ltd Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 22 Ιουνίου, 2011 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Μιλτιάδους για Φοίβο και Χρίστο Κληρίδη (για να ακούσει απόφαση: κ. Μαυρομμάτης) Για Εναγόμενο 1: κ. Σωτηρίου (για να ακούσει απόφαση: κα Σωτηρίου) Για Εναγόμενο 2: κ. Σαββίδης (για να ακούσει απόφαση: κα Ζαχαρίου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας με ειδικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις ύψους Λ.Κ.17.255-, για παράβαση συμφωνίας αγοράς ενός οχήματος τύπου Subaru Impreza, αποζημιώσεις για την απώλεια χρήσης του συγκεκριμένου οχήματος καθώς επίσης και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για αμέλεια. Στην τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι κατά ή περί τον Νοέμβριο του 2001 είχε αγοράσει από τον Εναγόμενο 1 το όχημα τύπου Subaru Impreza, το οποίο δεν είχε αριθμούς εγγραφής, για το ποσό των Λ.Κ.13.500-. Ο Εναγόμενος 1 είχε παρουσιαστεί στον Ενάγοντα ως πωλητής αυτοκινήτων, εμπορευόμενος σαν «Loris Motors». Στη συνέχεια όμως, όταν παρουσιάστηκαν στο συγκεκριμένο αυτοκίνητο σοβαρά προβλήματα, πληροφορήθηκε από τον Εναγόμενο 1 ότι αυτός ενεργούσε για λογαριασμό της Εναγομένης
- Είναι η θέση του ότι το γεγονός αυτό δεν αποκαλύφθηκε κατά το χρόνο πώλησης του συγκεκριμένου αυτοκινήτου, οπόταν ευθύνη φέρει ο Εναγόμενος 1 για όλα όσα εξελίχθηκαν στη συνέχεια, αφού με αυτόν είχε επικοινωνία και είχε καταλήξει σε συμφωνία. Ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 του είχαν παραχωρήσει προφορική εγγύηση ενός έτους για το συγκεκριμένο όχημα καθώς επίσης του είχαν υποσχεθεί ότι θα εγγράψουν το συγκεκριμένο όχημα εντός 2-3 ημερών από την ημέρα πώλησης. Όμως, ούτε γραπτή εγγύηση δόθηκε, αλλά ούτε και το όχημα ενεγράφη. Είναι η καταγραφείσα θέση του Ενάγοντα, ότι από την ημερομηνία αγοράς και παράδοσης του συγκεκριμένου οχήματος, αυτό ήταν ακατάλληλο για χρήση και/ή ήταν ελαττωματικό, γι' αυτό και επιστράφηκε στη μάντρα αυτοκινήτων των Εναγομένων. Ο Ενάγοντας ζήτησε την επιστροφή του τιμήματος αγοράς, πλην όμως οι Εναγόμενοι υποσχέθηκαν ότι θα το επιδιόρθωναν ενόψει του ότι υπήρχε η εγγύηση και ο Ενάγοντας πείσθηκε. Οι Εναγόμενοι ανέλαβαν τη μεταφορά του οχήματος στον μηχανικό Κυριάκο Κυριάκου για αλλαγή μηχανής. Το έπραξαν και πλήρωσαν για τη συγκεκριμένη επιδιόρθωση το ποσό των Λ.Κ.1.300-, πλέον Φ.Π.Α., ενώ ο Ενάγοντας κλήθηκε να πληρώσει το υπόλοιπο. Ο μηχανικός αυτοκινήτων, Κυριάκος Κυριάκου και οι Εναγόμενοι, είχαν εγγυηθεί εκ νέου τη μηχανή ή και το όχημα. Όμως, μετά την παραλαβή του εξακολουθούσε να παρουσιάζει προβλήματα, τα οποία ο συγκεκριμένος μηχανικός επιχείρησε να διορθώσει εκ νέου με κόστος Λ.Κ.700-, πλην όμως ανεπιτυχώς. Ο Ενάγοντας αποτάθηκε τόσο στους Εναγόμενους, καθώς και στον μηχανικό, πλην όμως οι μεν Εναγόμενοι αρνήθηκαν οποιαδήποτε ευθύνη, ο δε μηχανικός εισηγήθηκε την τοποθέτηση νέας μηχανής με κόστος Λ.Κ.800-. Λόγω των γεγονότων, ο Ενάγοντας αποδέχθηκε την τοποθέτηση της νέας μηχανής με επιφύλαξη των δικαιωμάτων του, αλλά η τοποθέτηση της μηχανής έγινε με πολλά προβλήματα και πολλά ελαττώματα, τα οποία ανέλαβε ο μηχανικός να επιδιορθώσει με δικά του έξοδα. Το όχημα επιστράφηκε στον μηχανικό, Κυριάκο Κυριάκου για επιδιόρθωση και έκτοτε παρέμεινε κοντά του μέχρι την έκδοση διατάγματος επιστροφής του. Ο Ενάγοντας παρέλαβε το όχημα στις 18/07/2003 και μετά από συμβουλή εμπειρογνώμονα, το μετέφερε σε σταθμό ελέγχου για διεξαγωγή του «gas test», του οποίου το αποτέλεσμα ήταν θετικό. Οδηγώντας το αυτοκίνητο την ίδια μέρα, αυτό παρουσίασε εκ νέου πρόβλημα και ακινητοποιήθηκε. Υποβλήθηκε σε νέο έλεγχο από εμπειρογνώμονα με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή και διαπιστώθηκε ότι το πρόβλημα οφειλόταν σε ηλεκτρονική βλάβη που υπήρχε στο όχημα πριν την εισαγωγή του στην Κύπρο. Το πρόβλημα αφορούσε τον αισθητήρα ταχύτητας (speed sensor), ο οποίος έπρεπε να είχε αντικατασταθεί από την αρχή και αν το πρόβλημα συνεχιζόταν, τότε θα έπρεπε να αλλαχθεί και το ταχύμετρο (speedometer). Ακριβώς, λόγω του ότι ουδέποτε οι Εναγόμενοι έλεγξαν το αυτοκίνητο έτσι ώστε να αποκαλυφθεί το πραγματικό πρόβλημα, ο Ενάγοντας επιβαρύνθηκε με όλα τα έξοδα επιδιόρθωσης και κατά τον ισχυρισμό του, δικαιούται να αποζημιωθεί τόσο γι' αυτά καθώς επίσης και για την αξία του οχήματος, τις Λ.Κ.13.500-, που είχε καταβάλει ως τίμημα αγοράς, αφού το συγκεκριμένο όχημα αποδείχθηκε άχρηστο και ακατάλληλο για το σκοπό για τον οποίο είχε αγοραστεί. Διαζευκτικά αξιώνει, ο Ενάγοντας, το ποσό των Λ.Κ.2.405-, ως τα λεφτά που κατάβαλε για την επιδιόρθωση του αυτοκινήτου καθώς και Λ.Κ.10- ημερησίως για απώλεια χρήσης του οχήματος, από τον Δεκέμβριο
- Ο Εναγόμενος 1, στην Υπεράσπισή του αρνείται τη δική του ανάμειξη στη συναλλαγή και ισχυρίζεται ότι ενέργησε ως μεσάζοντας έναντι προμήθειας. Ήταν η καταγραφείσα θέση του, ότι ο Ενάγοντας είχε επισκεφθεί τη μάντρα αυτοκινήτων του και του ζήτησε όπως του βρει αυτοκίνητο μάρκας Subaru Impreza. Λόγω του ότι η δική του μάντρα δεν διέθετε τέτοιου είδους αυτοκίνητο, ζητήθηκε η βοήθεια της Εναγόμενης 2, η οποία διέθετε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, το οποίο και απέστειλαν στη μάντρα του Εναγομένου 1, για να επιθεωρηθεί από τον Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας πήρε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο για έλεγχο σε μηχανικό της επιλογής του και το βρήκε της απολύτου αρεσκείας του και το παρέλαβε. Ο Εναγόμενος 1 αρνείται τον ισχυρισμό ότι έδωσε προφορική και/ή γραπτή και/ή οποιασδήποτε άλλης μορφής εγγύηση, αφού ο Ενάγοντας είχε αγοράσει το συγκεκριμένο όχημα γνωρίζοντας ότι ήταν μεταχειρισμένο και ελέγχοντάς το μηχανικά. Ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι το συγκεκριμένο όχημα δεν είχε οποιαδήποτε βλάβη κατά το χρόνο της αγοράς του και η οποιαδήποτε βλάβη, η οποία προέκυψε, οφειλόταν στην κακή χρήση του οχήματος από τον Ενάγοντα. Ήταν περαιτέρω η θέση του, ότι ο ίδιος δεν έδωσε οποιαδήποτε προσωπική εγγύηση, ούτε μετέφερε το όχημα στον μηχανικό Κυριάκο Κυριάκου, αλλά ούτε και κάλυψε οποιοδήποτε κόστος ή μέρος αυτού, για την επιδιόρθωση του οχήματος. Καταλήγει δε, ότι ο Ενάγοντας επέλεξε και αγόρασε το όχημα μετά από έλεγχο από προσωπικό του μηχανικό, γνωρίζοντας ότι είναι μεταχειρισμένο και επιπρόσθετα, αναφέρει ότι οι οποιεσδήποτε διαφορές υπάρχουν μεταξύ του Ενάγοντα και του μηχανικού του, δεν τον αφορούν. Ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε Έκθεση Απαίτησης εναντίον της Εναγομένης 2, στην οποία ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας είχε επισκεφθεί, τον Νοέμβριο 2001, τη μάντρα αυτοκινήτων που διατηρεί, ψάχνοντας συγκεκριμένο αυτοκίνητο το οποίο ο ίδιος δεν διέθετε. Ο υπεύθυνος πωλήσεων του Εναγομένου 1, ο οποίος ήταν γνωστός του Ενάγοντα, ανάλαβε να τον βοηθήσει να βρει αυτοκίνητο της αρεσκείας του, πράγμα το οποίο έπραξε. Εντόπισε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο στη μάντρα της Εναγομένης 2 και ειδοποίησε τον Ενάγοντα να πάει να το δει για να το αγοράσει από την Εναγομένη
- Ο Ενάγοντας επισκέφθηκε τη μάντρα της Εναγομένης 2, βρήκε το αυτοκίνητο της αρεσκείας του και ζήτησε να το πάρει σε μηχανικό για το σχετικό μηχανικό έλεγχο και γι' αυτό μεταφέρθηκε στη μάντρα του Εναγομένου 1, από όπου και μεταφέρθηκε από τον Ενάγοντα σε μηχανικό της αρεσκείας του, όπου διαπιστώθηκε η άριστη μηχανική του κατάσταση. Ο Εναγόμενος 1 ειδοποίησε την Εναγομένη 2 για την απόφαση του Ενάγοντα να αγοράσει το αυτοκίνητο και ζήτησε να μάθει την τιμή, λαμβανομένης υπόψη και της δικής του προμήθειας. Η Εναγομένη Εταιρεία 2 καθόρισε την τιμή πώλησης στις Λ.Κ.13.500- και άφησε το θέμα της προμήθειας του Εναγομένου 1 στον ίδιο. Τότε, ο Εναγόμενος 1 πληροφόρησε τον Ενάγοντα ότι η τιμή πώλησης του αυτοκινήτου ήταν Λ.Κ.14.800-, από το οποίο οι Λ.Κ.13.500- θα καταβάλλονταν στην Εναγομένη 2 και οι Λ.Κ.1.300- θα πληρώνονταν στον ίδιο ως προμήθεια. Κατά τον ισχυρισμό του Εναγομένου 1, ο Ενάγοντας γνώριζε για την όλη συναλλαγή και ότι η ανάμειξη του Εναγομένου 1 είχε γίνει υπό την ιδιότητά του ως μεσάζοντας και ότι ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της Εναγομένης
- Γι' αυτό και αξιώνει, ο Εναγόμενος 1 από την Εναγομένη 2, δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Εναγομένη 2 έχει υποχρέωση να καλύψει οποιοδήποτε ποσό ή απόφαση εκδοθεί εναντίον της και προς όφελος του Ενάγοντα και αξιώνει απόφαση για συνεισφορά προς όφελός του και εναντίον της Εναγομένης 2 σε σχέση με την απαίτηση του Ενάγοντα. Η Εναγόμενη 2 στη δική της Υπεράσπιση, ισχυρίζεται άγνοια για τη συναλλαγή της πώλησης του αυτοκινήτου και προωθεί τη θέση ότι η συναλλαγή έγινε μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου
- Ισχυρίζεται ότι ουδέποτε είχε εξουσιοδοτήσει τον Εναγόμενο 1 να ενεργεί εκ μέρους της ή για λογαριασμό της και γι' αυτό ουδεμία ευθύνη φέρει για την απαίτηση του Ενάγοντα. Αρνείται επίσης ότι είχε δώσει οποιαδήποτε προφορική και/ή γραπτή και/ή οποιασδήποτε άλλης μορφής εγγύηση και/ή δέσμευσης στον Ενάγοντα. Προωθεί τη θέση ότι το συγκεκριμένο όχημα δεν είχε οποιαδήποτε βλάβη και η όποια βλάβη προέκυψε, οφείλεται στην κακή χρήση του οχήματος από τον Ενάγοντα. Η ίδια ουδέποτε είχε αναλάβει να επιδιορθώσει το συγκεκριμένο όχημα χωρίς πληρωμή. Όσον αφορά τις υποσχέσεις του Εναγόμενου 1 προς τον Ενάγοντα, ήταν η θέση της ότι δεν τη δεσμεύουν και ότι ουδεμία ευθύνη φέρει για τις όποιες επιδιορθώσεις στο όχημα, αφού δεν σχετίζεται με οποιοδήποτε τρόπο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή. Σύμφωνα με την Εναγομένη 2, υπήρχε συνεργασία πολλών ετών μεταξύ του Εναγομένου 1 και της Εναγόμενης Εταιρείας 2, αφού ο Εναγόμενος 1 αγόραζε από την Εναγομένη 2 αυτοκίνητα και τα μεταπωλούσε. Η ίδια πρακτική ακολουθήθηκε και με το επίδικο αυτοκίνητο, το οποίο παραδόθηκε στον Εναγόμενο 1, τον Νοέμβριο και/ή Δεκέμβριο
- Κατά τον ισχυρισμό της Εναγομένης 2, ο Εναγόμενος 1 θα εξέταζε μηχανικά το συγκεκριμένο όχημα. Έκτοτε, δεν είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με τον Εναγόμενο 1, μέχρι και το 2003 που αντιμετώπισε την υπό εξέταση αγωγή. Είναι ο ισχυρισμό της Εναγομένης 2, ότι το αυτοκίνητο ουδέποτε παραδόθηκε από τον Ενάγοντα ή επιστράφηκε σ' αυτήν, αλλά ούτε και τερματίστηκε η συμφωνία μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγομένου
- Καταλήγει δε, ότι η Εναγομένη 2 δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, αλλά ούτε και ευθύνεται για οποιαδήποτε βλάβη η ζημιά. Ο Ενάγοντας έδωσε πρώτος μαρτυρία και κάλεσε ακόμη έξι μάρτυρες για να υποστηρίξει την υπόθεσή του. Ήταν η θέση του Ενάγοντα ότι όταν διορίστηκε στο δημόσιο ως καθηγητής, τον Σεπτέμβριο του 2001, αποφάσισε να αγοράσει ένα αυτοκίνητο κάποιας αξίας. Έψαξε για δύο βδομάδες σε διάφορες μάντρες, μεταξύ αυτών στη μάντρα αυτοκινήτων του Γρηγόρη Γρηγορίου, άλλως «Loris Motors». Τη μέρα που είχε επισκεφθεί τη μάντρα αυτοκινήτων «Loris Motors», είδε εκεί να εργάζεται ο συγχωριανός του Νίκος Λοΐζου, ο οποίος του υποσχέθηκε ότι θα τον βοηθούσε να βρει ένα αυτοκίνητο της αρεσκείας του, αφού δεν είχε βρει στη συγκεκριμένη μάντρα αυτοκίνητο της αρεσκείας του. Πράγματι, μέσα στον Οκτώβριο ο Νίκος Λοΐζου του τηλεφώνησε και του ανάφερε ότι είχε βρει ένα αυτοκίνητο όπως αυτό που του είχε εξηγήσει ο ίδιος ότι ζητούσε. Δηλαδή, ένα αξιόπιστο, καλό και γρήγορο αυτοκίνητο, γύρω στις Λ.Κ.15.000-. Ερωτηθείς, υποστήριξε ότι τον Γρηγόρη Γρηγορίου του τον είχε συστήσει ο Νίκος Λοΐζου την πρώτη φορά που είχε επισκεφθεί τη μάντρα «Loris Motors» και του φάνηκε άνθρωπος εμπιστοσύνης και στη συνέχεια μιλούσε συχνά μαζί του. Μετά το τηλεφώνημα, επισκέφθηκε τη μάντρα «Loris Motors» και είδε το αυτοκίνητο, το οποίο ήταν ένα Subaru Impreza, το οποίο του άρεσε και συμφώνησαν την τιμή πωλήσεως στις Λ.Κ.14.200-. Του είχε αναφερθεί ότι όπως σε όλες τις περιπτώσεις πωλήσεων αυτοκινήτων, θα του δινόταν γραπτή εγγύηση ενός χρόνου και του υποσχέθηκαν, ο κ. Γεωργίου και ο κ. Λοΐζου, ότι οτιδήποτε συνέβαινε στο αυτοκίνητο θα ήταν δίπλα του, αφού τον θεωρούσαν δικό τους άνθρωπο. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 την παραγγελία του αυτοκινήτου με αριθμό
- Εξήγησε ότι η συγκεκριμένη παραγγελία αφορούσε το αυτοκίνητο το οποίο είχε παραλάβει και το οποίο είχε πληρώσει στον κ. Γρηγόρη Γρηγορίου με επιταγή της Σ.Π.Ε. Λυθροδώντα, ύψους Λ.Κ.13.500-, καθώς και μετρητά. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος είχε ζητήσει να εξεταστεί το αυτοκίνητο από δικό του μηχανικό. Θα το μετέφερε σε δικό του μηχανικό στη Λευκωσία για έλεγχο, συγκεκριμένα, ο γαμπρός του Στέλιος Κωνσταντίνου, ο οποίος ασχολείται με αυτοκίνητα και γνωρίζει αρκετούς μηχανικούς που ειδικεύονται σε τέτοιου είδους αυτοκίνητα. Όμως, ο Γρηγόρης Γρηγορίου του το αρνήθηκε, ισχυριζόμενος ότι ο φόρος του αυτοκινήτου ήταν απλήρωτος και αυτό δεν είχε εγγραφεί. Συγκατατέθηκε ο ίδιος στο να εξεταστεί το αυτοκίνητο από κάποιο μηχανικό στη Λάρνακα, τον οποίο γνώριζε ο Γρηγόρης Γρηγορίου, σε συνεννόηση με τον Νίκο Λοΐζου, λόγω της εμπιστοσύνης που είχε και στους δύο και λόγω του ότι είχαν αρνηθεί να μεταφερθεί το αυτοκίνητο στην Λευκωσία. Το αυτοκίνητο ελέχθηκε από τον συγκεκριμένο μηχανικό στη Λάρνακα και ο γαμπρός του, Στέλιος Κωνσταντίνου, επικοινώνησε μαζί του για να διαπιστώσει κατά πόσο το αυτοκίνητο ήταν καλό και τον επιβεβαίωσε ότι ήταν καλό. Παρά τις υποσχέσεις του Γρηγόρη Γρηγορίου για παροχή γραπτής εγγύησης ενός χρόνου μετά την παραλαβή του αυτοκινήτου, αυτό δεν έγινε. Πληρώθηκε το ποσό των Λ.Κ.13.500- στον κ. Γρηγορίου και του ανέφερε ότι θα του το μετέφερε το βράδυ στο χωριό ο κ. Νίκος Λοΐζου. Την επόμενη μέρα θα μετέβαιναν για την εγγραφή του αυτοκινήτου και θα του παρέδιδε τον τίτλο ιδιοκτησίας και τη γραπτή εγγύηση. Το αυτοκίνητο το μετέφερε στο χωριό ο Νίκος Λοΐζου και ο ίδιος είχε υπογράψει τις αιτήσεις για εγγραφή του οχήματος στο γραφείο του κ. Γρηγορίου. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 2, την αίτηση για εγγραφή του οχήματος. Υποστήριξε όμως ότι μέχρι σήμερα το αυτοκίνητο δεν έχει εγγραφεί και ο ίδιος δεν έχει τίτλο ιδιοκτησίας. Το βράδυ της παραλαβής του αυτοκινήτου, ο ίδιος ζήτησε από το γαμπρό του Στέλιο Κωνσταντίνου να πάνε μια βόλτα για να το ελέγξουν. Ενώ κατευθύνονταν από το Λυθρωδόντα προς το Μαθιάτη, έχοντας διανύσει μια διαδρομή 5 χιλιομέτρων, ο γαμπρός του εντόπισε πρόβλημα στο συμπλέκτη, στις ταχύτητες. Σταμάτησαν και τηλεφώνησε αμέσως ο ίδιος στον Νίκο Λοΐζου, ο οποίος του ζήτησε να μεταφέρει στη μάντρα το αυτοκίνητο την επόμενη μέρα. Κατά την επιστροφή στο Λυθρωδόντα, ακούστηκε ένας εκκωφαντικός θόρυβος από τη μηχανή, σαν να είχε γίνει κάποια έκρηξη και το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε. Αντιλήφθηκε, τόσο ο ίδιος καθώς και ο γαμπρός του, ότι κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά με το αυτοκίνητο και τηλεφώνησε αμέσως στον Γρηγόρη Γρηγορίου, ο οποίος τον καθησύχασε ότι θα έστελνε ειδικό αυτοκίνητο να παραλάβει το αμάξι και ότι θα διορθωνόταν λόγω της εγγύησης. Την επόμενη μέρα, λόγω της απογοήτευσής του, επισκέφθηκε τον Γρηγόρη Γρηγορίου ζητώντας του την επιστροφή των λεφτών του. Η απάντησή του ήταν ότι εάν επέστρεφε το αυτοκίνητο θα έχανε Λ.Κ.1.500- και ότι θα ήταν καλύτερα να δεχθεί να επιδιορθωθεί το αυτοκίνητο, αφού υπήρχε η εγγύηση. Αποδέχθηκε την επιδιόρθωση του αυτοκινήτου, γιατί δεν ήθελε να χάσει Λ.Κ.1.500- για χρήση 20 λεπτών. Ο κ. Γρηγορίου του ανέφερε ότι θα το έπαιρνε για επιδιόρθωση σε ένα μηχανικό στο Γέρι, ο οποίος ειδικευόταν σε αυτοκίνητα Subaru Impreza, τον Κυριάκο Κυριάκου. Ο ίδιος επικοινώνησε με το γαμπρό του, ο οποίος του ανάφερε ότι απ' ότι είχε μάθει, ο Κυριάκος Κυριάκου ειδικευόταν σε αυτού του τύπου τα αυτοκίνητα και ήταν καλός μηχανικός. Δέχθηκε και μεταφέρθηκε το αυτοκίνητο στο Γέρι και εκεί διαπιστώθηκε ότι η μηχανή του αυτοκινήτου ήταν διαλυμένη «έριξε πιέλλα» και έπρεπε να αλλαχθεί. Όπως του έχει αναφέρει ο μηχανικός, ο Γρηγόρης Γρηγορίου είχε συγκατατεθεί στην αλλαγή της μηχανής, την οποία θα πλήρωνε ο ίδιος. Αλλάχθηκε η μηχανή με μια καλύτερη απ' αυτή που είχε το αυτοκίνητο, με τη σύμφωνη γνώμη του Γρηγόρη Γρηγορίου και του ιδίου, της οποίας η εγκατάσταση και η αξία ανερχόταν στις Λ.Κ.3.755-. Του είχε αναφέρει ο μηχανικός, ότι η ακριβότερη μηχανή είναι πιο ανθεκτική και συγκεκριμένα του είχε υποσχεθεί ότι αντέχει για δέκα και πλέον χρόνια. Είχαν συμφωνήσει να καλύψει ο κ. Γρηγορίου το ποσό των Λ.Κ.1.300-, πλέον Φ.Π.Α., που ήταν το κόστος της αρχικής μηχανής και το υπόλοιπο θα το πλήρωνε ο ίδιος, πράγμα που έγινε. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 3, το τιμολόγιο με αριθμό 707, που αφορούσε την αλλαγή της μηχανής, το οποίο του είχε δώσει ο Κυριάκος Κυριάκου και το οποίο, σύμφωνα με τα όσα του είχε ο ίδιος αναφέρει, συνιστούσε και την εγγύηση της μηχανής. Όμως, εξήγησε ότι στο τιμολόγιο αυτό αναγραφόταν μόνο το ποσό που πλήρωσε ο πωλητής και όχι το επιπρόσθετο ποσό που πλήρωσε ο ίδιος Ήταν η θέση του ότι το ίδιο βράδυ, μετά που παρέλαβε το αυτοκίνητο από τον Κυριάκο Κυριάκου, ένα μήνα μετά και ενώ κατευθυνόταν στο χωριό του, άναψε το φωτάκι στο ταμπλό «check engine», καθώς και μια κόκκινη λάμπα, που ήταν η ένδειξη του λαδιού. Ο ίδιος κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, σταμάτησε το αυτοκίνητο, άνοιξε το καπό της μηχανής και διαπίστωσε ότι η μηχανή ήταν πάρα πολύ ζεστή και έβγαζε καπνούς. Επικοινώνησε αμέσως με τον Κυριάκο Κυριάκου, ο οποίος τον καθησύχασε ότι δεν ήταν κάτι σοβαρό. Την επόμενη μέρα μετέφερε το αυτοκίνητο στον μηχανικό, ο οποίος του ανάφερε ότι είχε καεί η μηχανή. Ειδοποίησε τον Γρηγόρη Γρηγορίου για το συμβάν, ενώ ο μηχανικός του υποσχέθηκε να του το επισκευάσει με κόστος Λ.Κ.700-. Ο Γρηγόρης Γρηγορίου αποποιήθηκε κάθε ανάμειξη όσον αφορά το θέμα της αλλαγής της μηχανής και ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να τον βοηθήσει πλέον. Ήταν απελπισμένος γιατί ο μηχανικός αρνείτο να βάλει καινούρια μηχανή, ο Γρηγόρης Γρηγορίου δεν ήθελε να αναμειχθεί με τον μηχανικό και το αυτοκίνητο δεν μπορούσε να μετακινηθεί, οπόταν ο ίδιος αποδέχθηκε την επισκευή της μηχανής. Ο μηχανικός τον κορόιδευε για ένα περίπου μήνα, του έλεγε κάθε μέρα να πάει να παραλάβει το αυτοκίνητο και κάθε μέρα που τον επισκεπτόταν δεν του παρέδιδε το αυτοκίνητο. Σε όλο αυτό το διάστημα ο Γρηγόρης Γρηγορίου αρνιόταν να αναμειχθεί στην υπόθεση, παρά το γεγονός ότι ο ίδιος τον παρακαλούσε να τηλεφωνήσει του μηχανικού. Του παραδόθηκε τελικά το αυτοκίνητο επισκευασμένο, το Πάσχα. Δύο μέρες μετά και ενώ βρισκόταν στη Λάρνακα, κοντά στη μάντρα του «Loris Motors», άναψε ξανά η ένδειξη «check engine» και σε ελάχιστα δευτερόλεπτα ο δείκτης της θερμοκρασίας άρχισε να ανεβαίνει απότομα. Αναγκάστηκε να σταθμεύσει το αυτοκίνητο κοντά στη μάντρα «Loris Motors» και να τηλεφωνήσει σε κάποιον φίλο του για να τον μεταφέρει πίσω στο χωριό. Την επόμενη μέρα επικοινώνησε πρώτα με τον κ. Γρηγορίου και του ανάφερε τι είχε συμβεί. Ο κ. Γρηγορίου του ανάφερε ότι θα έπρεπε μόνος του να διευθετήσει την κατάσταση, αφού ο ίδιος δεν είχε εισπράξει από τη συγκεκριμένη πράξη οποιοδήποτε ποσό. Του γεννήθηκαν ερωτηματικά και όταν ο ίδιος ρώτησε τον κ. Γρηγορίου τι εννοούσε, του ανέφερε ότι το αυτοκίνητο το πώλησε για κάποιον άλλο, τον Χαμπή της «Auto Market». Αυτό έγινε περίπου έξι μήνες μετά την αγορά του αυτοκινήτου. Τότε επισκέφθηκε ο ίδιος την «Auto Market» και μίλησε με τον κ. Χαμπή, του εξήγησε τι είχε συμβεί με το αυτοκίνητο και του ζήτησε να βρουν μια λύση. Η στάση του κ. Χαμπή ήταν αρνητική και ισχυρίστηκε ότι οι οποιεσδήποτε διαβουλεύσεις, θα έπρεπε να γίνουν με τον Γρηγόρη Γρηγορίου. Απογοητευμένος, επέστρεψε στον μηχανικό Κυριάκο Κυριάκου, ο οποίος του υποσχέθηκε ότι θα έφερνε μια άλλη μηχανή αξίας Λ.Κ.800-, από την Ιαπωνία. Περίμενε τρεις μήνες και το Πάσχα του 2002 τον ειδοποίησε ο μηχανικός Κυριάκος Κυριάκου ότι το αυτοκίνητο ήταν έτοιμο. Το παρέλαβε και όταν το ξεκίνησε, ακούγονταν κτυπήματα στη νέα μηχανή. Τον καθησύχασε ο μηχανικός και του υποσχέθηκε ότι το πρόβλημα θα διορθωνόταν από μόνο του σε λίγες μέρες. Όχι μόνο δε σταμάτησε ο θόρυβος, αλλά άναψε και η ένδειξη «check engine», οι στροφές του αυτοκινήτου έπεφταν συνεχώς, ανοιγόκλεινε το κεντρικό σύστημα «Central Locking» (σύστημα κλειδώματος του αυτοκινήτου), ακούγονταν δυνατοί θόρυβοι από το εξώστ και γενικά το όλο αυτοκίνητο ήταν σε άθλια κατάσταση. Μαζί με τον γαμπρό του, το πήρε για ακόμα μια φορά στον μηχανικό Κυριάκο Κυριάκου, ο οποίος του ανέφερε ότι για να αγγίξει το αυτοκίνητο ήθελε Λ.Κ.100-. Ο ίδιος δεν αποδέχθηκε, λόγω του ότι το αυτοκίνητο ήταν εγγυημένο, τόσο από τον ίδιο τον μηχανικό καθώς και από την «Auto Market» και τότε ο Κυριάκου άρχισε να φωνάζει και να ρίχνει εξαρτήματα αριστερά και δεξιά μέσα στο μηχανουργείο. Φεύγοντας από τον μηχανικό επικοινώνησε με τον Γρηγόρη Γρηγορίου, του ανέφερε όλα όσα είχαν συμβεί και επισκέφθηκε τον δικηγόρο του, ο οποίος έστειλε επιστολές, τόσο στον Γρηγόρη Γρηγορίου, καθώς και στον Κυριάκο Κυριάκου. Το αυτοκίνητο, στη συνέχεια ελέγχθηκε και από εμπειρογνώμονα και ετοιμάστηκε έκθεση, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση. Ο εμπειρογνώμονας πληρώθηκε για τον έλεγχο. Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 4 η απόδειξη πληρωμής του εμπειρογνώμονα. Διαπίστωσε, τα Χριστούγεννα 2002, ότι ο μηχανικός δεν είχε πρόθεση να φτιάξει το αυτοκίνητο. Αναγκάστηκε να κάνει νέο δάνειο ύψους Λ.Κ.4.500- για να αγοράσει άλλο αυτοκίνητο, ενώ για διάστημα ενός περίπου μήνα, ενοικίαζε αυτοκίνητο για να κυκλοφορεί. Λόγω όλης αυτής της ταλαιπωρίας, ο δικηγόρος του, μετά από δικές του οδηγίες, απέστειλε επιστολή, στις 29/07/2002, στον κ. Γρηγορίου καθώς και τον μηχανικό. Κατατέθηκε η συγκεκριμένη επιστολή ως Τεκμήριο
- Η επιστολή στάλθηκε προς τον Γρηγόρη Γρηγορίου με φαξ. Δεν υπήρξε καμία ανταπόκριση στη συγκεκριμένη επιστολή, είτε από τον κ. Γρηγορίου, είτε από τον κ. Κυριάκου. Ισχυρίστηκε ότι δεν είχε στείλει επιστολή στην «Auto Market», γιατί ουδέποτε είχε πιστέψει στην ανάμειξή της στην όλη συνδιαλλαγή. Το αυτοκίνητο παρέμεινε στον κ. Κυριάκου, το μηχανικό, ο οποίος αρνείτο να το επιστρέψει, μέχρι τα Χριστούγεννα του 2002, που παραδόθηκε με διάταγμα Δικαστηρίου. Κατατέθηκε το διάταγμα παράδοσης ως Τεκμήριο
- Αντεξεταζόμενος από τον δικηγόρο του Εναγόμενου 1, ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία πώλησης είχε γίνει με τον Γρηγόρη Γρηγορίου, τον Νοέμβριο του 2001, ήταν γραπτή και είχε αποτυπωθεί στο Τεκμήριο
- Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι η συγκεκριμένη συμφωνία αφορούσε την αγορά ενός αυτοκινήτου Subaru Impreza και η τιμή πωλήσεως ήταν Λ.Κ.14.800-. Πλήρωσε ο ίδιος Λ.Κ.13.500-, λόγω του ότι μετά που προέκυψε το πρώτο πρόβλημα, ο Γρηγόρης Γρηγορίου του χάρισε ακόμα Λ.Κ.500-. Το συγκεκριμένο αυτοκίνητο δεν ήταν στη μάντρα «Loris Motors» αλλά μεταφέρθηκε εκεί, όπως του είχε αναφέρει ο συγχωριανός του Νίκος Λοΐζου. Αρνήθηκε ότι ο ίδιος είχε ζητήσει συγκεκριμένο τύπο αυτοκινήτου. Υποστήριξε ότι ο ίδιος είχε ζητήσει ένα καλό αυτοκίνητο και ο κ. Γρηγορίου του ανέφερε ότι θα του εύρισκε. Είχε αναφέρει στον κ. Νίκο Λοΐζου ότι του άρεσαν τα αυτοκίνητα με μεγάλη ταχύτητα, όπως το «Subaru Impreza» και το «Mitsubishi», όμως δεν προκαθόρισε συγκεκριμένη μάρκα. Ακολούθησε τηλεφώνημα από τον Νίκο Λοΐζου, μετά από 1-2 βδομάδες, ο οποίος του ανέφερε ότι του είχαν βρει αυτοκίνητο. Ερωτηθείς για το πότε είχε μάθει ότι το αυτοκίνητο ήταν από άλλη μάντρα, ήταν η θέση του ότι το είχε μάθει έξι μήνες μετά, όταν του το ανέφερε ο κ. Γρηγορίου αναγκαστικά, λόγω των όσων είχαν γίνει καθώς και της πίεσης που ασκούσε ο ίδιος στον κ. Γρηγορίου, για να του επιστρέψει τα λεφτά του. Όσον αφορά το κατά πόσο είχε επιθεωρήσει το αυτοκίνητο μηχανικά πριν να το αγοράσει, ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος είχε ζητήσει να πάρει το αυτοκίνητο σε δικό του μηχανικό στη Λευκωσία, αλλά του το αρνήθηκε ο κ. Γρηγορίου. Τελικά, το αυτοκίνητο στάλθηκε σε κάποιο μηχανικό στη Λάρνακα, με τη μεσολάβηση του Νίκου Λοΐζου. Ο ίδιος δεν παραβρέθηκε στη συγκεκριμένη εξέταση, διότι είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στο συγχωριανό του και δεν περίμενε, αν κάτι πήγαινε στραβά, ότι δεν θα τον βοηθούσαν, λόγω του ότι είχε και στον κ. Γρηγορίου και στον κ. Λοΐζου εμπιστοσύνη. Στην επιθεώρηση αυτή, το αυτοκίνητο θεωρήθηκε εντάξει, όπως είχε αναφερθεί και από τον μηχανικό στον γαμπρό του. Ερωτηθείς επέμενε στη θέση του ότι ο ίδιος είχε εμπιστοσύνη, τόσο στον συγχωριανό του, τον Νίκο Λοΐζου, καθώς και στον Γρηγόρη Γρηγορίου, τον οποίο είχε εκτιμήσει από την πρώτη στιγμή που τον γνώρισε. Όμως, το αυτοκίνητο παρουσίασε το πρώτο πρόβλημα, την πρώτη κιόλας μέρα που του παραδόθηκε και αμέσως τηλεφώνησε στον συγχωριανό του και στον κ. Γρηγορίου, ζητώντας απ' αυτούς την επιστροφή των λεφτών του. Όμως, ο κ. Γρηγορίου επικαλέστηκε την εγγύηση και υποσχέθηκε να το φτιάξει. Με αναφορά στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, ισχυρίστηκε αντεξεταζόμενος ότι δεν είχε διαβάσει όλα όσα καταγράφονταν στο συγκεκριμένο έγγραφο, αλλά σίγουρα δεν είχε επιθεωρήσει το αυτοκίνητο όπως ο ίδιος ήθελε. Ήταν η θέση του ότι τον μηχανικό, Κυριάκο Κυριάκου, του τον είχε συστήσει ο Γρηγόρης Γρηγορίου και δεν ήταν δική του η επιλογή. Την πρώτη φορά που παρουσίασε προβλήματα το αυτοκίνητο, μεταφέρθηκε από το χωριό του στη Λάρνακα από τον Γρηγόρη Γρηγορίου, ο οποίος ανέλαβε στη συνέχεια και το μετάφερε στο Γέρι, στον μηχανικό Κυριάκο Κυριάκου. Ο ίδιος είχε συνεχή επικοινωνία με τον κ. Γρηγορίου. Όταν το αυτοκίνητο βρισκόταν την πρώτη φορά στον μηχανικό, αυτός γνωμοδότησε ότι υπήρχε ένα λάστιχο της πίεσης κομμένο. Στη συνέχεια, όταν επιθεώρησε τη μηχανή, συμφώνησαν στην αλλαγή της. Θα καταβάλλετο το ποσό των Λ.Κ.1.350- από τους πωλητές, λόγω της εγγύησης και τα υπόλοιπα λεφτά, Λ.Κ.2.350- θα τις κατέβαλλε ο ίδιος. Η απόδειξη τελικά εκδόθηκε στο όνομα της «Auto Market», όμως ο ίδιος δεν διερωτήθηκε γιατί είχε εκδοθεί η απόδειξη επ' ονόματι της «Auto Market», γιατί δεν την παρατήρησε. Ο ίδιος γνώριζε ότι ο μηχανικός μιλούσε με τους πωλητές, τον κ. Λώρη, για την επισκευή της μηχανής. Ήταν η θέση του ότι καταβλήθηκε τόσο μεγάλο ποσό για την αλλαγή της μηχανής γιατί, όπως του είχε αναφέρει ο μηχανικός, το συγκεκριμένο είδος μηχανής του αυτοκινήτου Subaru Impreza, παρουσίαζε συνεχώς προβλήματα και θα ήταν καλύτερα να τοποθετηθεί μια πιο ανθεκτική μηχανή. Μίλησε το θέμα με τον Γρηγόρη Γρηγορίου, με τον οποίο είχε συχνές επαφές, καθώς και με τον Νίκο Λοΐζου και έγινε η συμφωνία για την καταβολή των Λ.Κ.1.350- από τον κ. Γρηγορίου και τα υπόλοιπα θα τα έδινε ο ίδιος. Ερωτηθείς αναφορικά με το ποιος είχε παραχωρήσει εγγύηση για την καινούρια μηχανή, ήταν η θέση του ότι η «Auto Market» μαζί με τον μηχανικό, του είχαν εγγυηθεί την καινούρια μηχανή, σύμφωνα και με το Τεκμήριο
- Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο ίδιος είχε βρει το συγκεκριμένο μηχανικό μέσω του γαμπρού του και επέμενε στη θέση του ότι είχε σταλεί σε αυτόν και δεν ήταν δική του επιλογή. Κατέληξε, ότι ο ίδιος έχει σήμερα το αυτοκίνητο ως «στολίδι», αφού στα τόσα χρόνια που το είχε αγοράσει, δεν το είχε ουσιαστικά οδηγήσει. Εξέφρασε λύπη για το γεγονός ότι δεν γνώριζε ότι το αυτοκίνητο είχε παραχωρηθεί από την «Auto Market», γιατί αν γνώριζε, θα ζητούσε από την «Auto Market» να αναλάβει τις ευθύνες της ενωρίτερα. Αντεξετασθείς από τον κ. Σαββίδη, δικηγόρο της Εναγομένης 2, ισχυρίστηκε ότι ο γαμπρός του, ο Στέλιος Κωνσταντίνου, είναι πωλητής εξαρτημάτων και ασχολείται ερασιτεχνικά ως μηχανικός. Επέμενε στη θέση του ότι είχαν περάσει πολλοί μήνες, μπορεί και περισσότεροι από έξι, προτού του αποκαλυφθεί το γεγονός ότι το αυτοκίνητο το είχε προμηθεύσει η Εναγόμενη 2 στον Εναγόμενο
- Τότε, μετά την αποκάλυψη, πήγε στη μάντρα «Auto Market» με άλλο άτομο και μίλησε στον κ. Χαμπή. Ο κ. Γρηγορίου του είχε αναφέρει, το θυμόταν πολύ καλά, ότι δεν είχε ο ίδιος πάρει οποιαδήποτε λεφτά, αλλά την επιταγή την είχε παραδώσει στον κ. Χαμπή και τον παρέπεμψε σε αυτόν. Όμως, εκείνη τη στιγμή δεν πείστηκε, μέχρι που είδε τη δική του επιταγή οπισθογραφημένη από την εταιρεία «Auto Market», πολύ πρόσφατα. Ερωτηθείς κατά πόσο του είχε αναφερθεί από τον κ. Γρηγορίου ότι ήταν μεσάζον στη συναλλαγή, ήταν η θέση του ότι δεν θυμόταν, αλλά δεν αφορούσε τον ίδιο κατά πόσο ήταν μεσάζον ο κ. Γρηγορίου ή κατά πόσο η «Auto Market» είχε πωλήσει το αυτοκίνητο στον κ. Γρηγορίου. Του υποδείχθηκε η Ένορκη Δήλωση που είχε καταχωριστεί, ημερομηνίας 09/10/2003 και ερωτήθηκε κατά πόσο τα όσα ανέφερε σ' αυτήν ήταν αληθή. Ισχυρίστηκε ότι τα όσα καταγράφονται στην Ένορκη Δήλωση είναι τα ίδια με αυτά που ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατέληξε, ότι δεν είχε πεισθεί πραγματικά για την εμπλοκή της «Auto Market» στη συναλλαγή. Ο κ. Γρηγορίου τον είχε αφήσει με την εντύπωση ότι του έλεγε ψέματα αναφορικά με την «Auto Market», για να καλύψει τα δικά του σφάλματα. Όμως, ο ίδιος ένιωσε τέτοια απογοήτευση και τέτοια λύπη, που ζητά να αποζημιωθεί για τα όσα υπέφερε. Κατέληξε, ότι είχε δει και είχε μιλήσει με τον κ. Χαμπή, ακόμα και πρόσφατα για να τελειώνει η υπόθεση, πλην όμως δεν υπήρξε οποιαδήποτε κατανόηση. Δεύτερος, έδωσε μαρτυρία ο κ. Άριστος Θεοδοσίου (Μ.Ε.2), γραμματέας της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λυθροδώνα. Ανέφερε ότι ο κ. Θεοδοσίου είναι πελάτης της Συνεργατικής και διατηρεί εκεί λογαριασμό. Είχε αιτηθεί το 2001 δάνειο ύψους Λ.Κ.13.500-, το οποίο εγκρίθηκε και του δόθηκε η επιταγή. Διαπιστώθηκε ότι η Alpha Bank είχε πιστώσει τον πελάτη της, την «A. N. Auto Market», με το ποσό της επιταγής και υπάρχει πάνω στην επιταγή σφραγίδα της συγκεκριμένης εταιρείας. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε μόνο από τον συνήγορο της Εναγομένης
- Σε ερώτηση που του τέθηκε, ισχυρίστηκε ότι η επιταγή είχε εκδοθεί στις 19/11/2001 και είχε πληρωθεί στην Alpha Bank στις 21/11/
- Αναγνώρισε ως πρώτη υπογραφή αυτή του δικαιούχου, καθώς και τη σφραγίδα της εταιρείας που πήρε τα λεφτά. O Κωνσταντίνος Μιχαήλ Χαράκης ήταν ο επόμενος μάρτυρας (Μ.Ε.3). Ήταν η θέση του ότι είναι εκτιμητής ζημιών αυτοκινήτων, εργάζεται στην εταιρεία «Γ. Τζιρκαλλής Λτδ» και έχει πείρα από το
- Γνώρισε τον Ενάγοντα στις 18/07/2003, όταν κλήθηκε από τον ίδιο να εξετάσει το όχημά του. Αναγνώρισε το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση, ως την εκτίμηση που ο ίδιος είχε ετοιμάσει και αυτή κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ισχυρίστηκε ότι το όχημα το οποίο είχε εξετάσει, ήταν ένα Subaru Impreza, με αριθμό πλαισίου GC8-
- Το είχε επιθεωρήσει συνοδευόμενος από τον Ενάγοντα, στο γκαράζ «Αδελφοί Κ. & Π. Κυριάκου», στον κ. Κυριάκου, στο Γέρι. Το επιθεώρησε αρχικά εξωτερικά και λόγω του ότι του είχε αναφερθεί ότι υπήρχε μηχανικό πρόβλημα, επιθεώρησε και τη μηχανή ξεκινώντας το, για να ακούσει τον ήχο της μηχανής. Στη συνέχεια το οδήγησε και φαινόταν να λειτουργεί εντάξει, χωρίς να ανάψει οποιαδήποτε λάμπα. Εξήγησε ότι η ένδειξη «Check Engine» σημαίνει ότι η μηχανή μπαίνει σε ασφαλή λειτουργία, μπαίνουν «κόπτες» και ότι πρέπει να ελεγχθεί. Ζήτησε ο ίδιος από τον μηχανικό, κ. Κυριάκου, να του παρουσιάσει τις προηγούμενες μηχανές που είχαν τοποθετηθεί στο όχημα, για να ελεγχθούν. Όμως, δεν παρουσιάστηκαν οι μηχανές για να ελεγχθούν, παρόλο που ο συγκεκριμένος μηχανικός του είχε ζητήσει να τον επισκεφθεί στις 22/07/2003, για να του τις δώσει να τις εξετάσει. Όταν τον επισκέφθηκε, οι μηχανές δεν βρίσκονταν εκεί. Στη συνέχεια, ελέγχθηκε ηλεκτρονικά η μηχανή του συγκεκριμένου αυτοκινήτου και διαπιστώθηκε ότι υπήρχε η ένδειξη «Fault code 33», που σήμαινε ότι το αυτοκίνητο είχε κάποιο πρόβλημα με τον αισθητήρα ταχύτητας. Ήταν η άποψή του ότι εάν αλλαζόταν ο αισθητήρας ταχύτητας και συνέχιζε να υφίσταται το πρόβλημα, θα έπρεπε να αλλαχθεί το ταχύμετρο. Όμως, ήταν ο ισχυρισμός του, ότι δεν μπορεί να καεί η μηχανή από το συγκεκριμένο πρόβλημα στον αισθητήρα ταχύτητας. Κατέληξε ότι για να καίει τις μηχανές το συγκεκριμένο όχημα υπήρχε κάποιο πρόβλημα, το οποίο ο ίδιος δεν μπορούσε να βρει, γιατί έπρεπε να επιθεωρηθούν οι καμένες μηχανές για να μπορεί να διαπιστωθεί. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Εναγομένου 1, επέμενε στη θέση του ότι χωρίς να επιθεωρήσει τις καμένες μηχανές, δεν μπορούσε να εκδώσει πόρισμα για το λόγο που κάηκαν. Παρόλο που στις 18/07/2003, που είχε επισκεφθεί το γκαράζ, ο μηχανικός κ. Κυριάκου, είχε υποσχεθεί να του τις προσκομίσει στις 22/07/2003, όταν ο ίδιος επισκέφθηκε το γκαράζ, ο μηχανικός του είχε δηλώσει ότι δεν γνώριζε πού βρίσκονταν οι μηχανές. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο της Εναγομένης
- Ο Πάμπος Ευαγγέλου (Μ.Ε.4), είναι Τεχνικός Επιθεωρητής στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών Λάρνακας, για οκτώ χρόνια. Ανέφερε ότι είχε ελέγξει τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, για να διαπιστώσει κατά πόσο το συγκεκριμένο όχημα ήταν εγγεγραμμένο και διαπίστωσε ότι δεν είχε εγγραφεί. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 9, το σχετικό έντυπο του Τμήματος Οδικών Μεταφορών. Όσον αφορά το τι είχε διαμειφθεί το 2001, ο ίδιος δεν γνώριζε οτιδήποτε για να το αναφέρει. Αναφορικά με το Τεκμήριο 2, ήταν η θέση του ότι αυτό ήταν η αίτηση εγγραφής που συμπληρώθηκε όταν επιθεωρήθηκε το όχημα και καταχωρίστηκαν τα στοιχεία που αναγράφει. Κατέληξε, ότι αν κατατείθετο στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών η συγκεκριμένη φόρμα, το όχημα θα ήταν εγγεγραμμένο στο όνομα του κ. Θεοδοσίου. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Εναγομένου 1, ισχυρίστηκε ότι αν υπήρχαν τα απαραίτητα έγγραφα, θα εγγράφετο το όχημα, αφού είχε ήδη επιθεωρηθεί και υπήρχε φόρμα υπογραμμένη από τον Τεχνικό Επιθεωρητή και τον Επαρχιακό Επιθεωρητή, ότι είχε γίνει αποδεκτό το όχημα για εγγραφή. Όμως, δεν προχώρησαν τα μέρη στην εγγραφή. Ήταν δουλειά του Αιτητή να καταθέσει όλα τα απαραίτητα έγγραφα για εγγραφή του οχήματος. Δεν αντεξετάστηκε από τον συνήγορο της Εναγομένης
- Ο επόμενος μάρτυρας ήταν ο Στέλιος Κωνσταντίνου (Μ.Ε.5), κουνιάδος του Ενάγοντα, ο οποίος εργάζεται σε μια εταιρεία που ασχολείται με εξαρτήματα αυτοκινήτων. Ήταν η θέση του ότι μαζί με τον Ενάγοντα είχαν αποφασίσει σε κάποια μοντέλα αυτοκινήτων και μετά από αρκετό ψάξιμο, κατέληξαν στη μάντρα του κ. Λώρη, του Γρηγόρη Γρηγορίου. Εκεί είδε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο ο κουνιάδος του και του τηλεφώνησε. Ο ίδιος του είπε να ζητήσει να τους παραχωρήσουν το αυτοκίνητο για να το πάρουν σε δικό τους μηχανικό. Όμως, ο κ. Γρηγορίου αρνήθηκε με πρόφαση ότι το αυτοκίνητο δεν ήταν εγγεγραμμένο. Μίλησε και ο ίδιος με τον Νίκο Λοΐζου και έλαβε την ίδια απάντηση. Τελικά, βρήκε μηχανικό ο ίδιος ο Νίκος Λοΐζου, τον οποίο εκείνος δεν γνώριζε. Ο ίδιος απλά τηλεφώνησε του μηχανικού και τον ρώτησε και αυτός του ανέφερε ότι το αυτοκίνητο ήταν μια χαρά. Μετά την εξέλιξη αυτή, ο ίδιος ανέφερε στον κουνιάδο του ότι το αυτοκίνητο, όπως είχε αναφερθεί από τον μηχανικό που το είχε εξετάσει, ήταν εντάξει και τότε ο Φίλιππος έκανε δάνειο για να το πληρώσει. Το αυτοκίνητο το είχε φέρει στο χωριό ο Νίκος Λοΐζου. Μαζί με τον κουνιάδο του είχαν μπει το ίδιο βράδυ στο αυτοκίνητο για να πάνε βόλτα, από τον Λυθρωδόντα στο Μαθιάτη. Μόλις βγήκαν από το χωριό, το αυτοκίνητο παρουσίασε πρόβλημα με το κουτί ταχυτήτων, δυσκολεύονταν να μπουν οι ταχύτητες. Ο ίδιος που το οδηγούσε, το στάθμευσε και τηλεφώνησαν του Νίκου Λοΐζου, ο οποίος επικαλέστηκε πρόβλημα στην πόμπα του συμπλέκτη και ότι θα την άλλαζε. Όμως, στην επιστροφή προς το σπίτι «κρέπαρε» η μηχανή. Τηλεφώνησαν ξανά του Νίκου Λοΐζου και στάλθηκε αυτοκίνητο ρυμουλκό, το οποίο μετέφερε το αυτοκίνητο στη Λάρνακα, στη μάντρα του Γρηγόρη Γρηγορίου. Ο Φίλιππος, μετά από αυτή την εξέλιξη ζήτησε την επιστροφή των λεφτών του, όμως του υποσχέθηκαν ότι θα του το επιδιορθώσουν γιατί υπήρχε εγγύηση και τους σύστησαν τον μηχανικό στο Γέρι, τον κ. Κυριάκου. Ο ίδιος δεν τον γνώριζε, αλλά το όνομα το είχε ακουστά. Ακολούθησε η μεταφορά του αυτοκινήτου από τον κ. Γρηγορίου στον μηχανικό στο Γέρι. Ο ίδιος δεν επισκέφθηκε το συγκεκριμένο μηχανικό, όμως τον επισκέφθηκε ο Φίλιππος και ο μηχανικός του ανέφερε ότι θα του έβαζε μια μηχανή καλύτερη από εκείνη που υπήρχε στο αυτοκίνητο. Τότε ήταν που, κατά την άποψή του, ξεκίνησε το μαρτύριο. Αλλάχθηκε η μηχανή και ο Φίλιππος πλήρωσε τη διαφορά, οπόταν πήρε το αυτοκίνητο στο σπίτι. Μετά την πάροδο 2-3 ημερών, κάηκε η δεύτερη μηχανή. Τελικά, το συγκεκριμένο αυτοκίνητο έκαψε τέσσερις μηχανές και είναι καθηλωμένο έξω από το σπίτι του Φίλιππου. Ερωτηθείς, ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος γνώριζε ότι το αυτοκίνητο είχε αγοραστεί από τον «Λώρη», τον Γρηγόρη Γρηγορίου. Το ότι ήταν αγορασμένο από την «Auto Market», το άκουσε αργότερα από τον Φίλιππο, όταν του ανέφερε ότι είχε επισκεφθεί την «Auto Market», όπου εκεί του είχε αναφερθεί ότι η «Auto Market» δεν είχε οποιαδήποτε σχέση και ότι θα έπρεπε να βρει λύση με τον Γρηγόρη Γρηγορίου. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Εναγομένου 1, ισχυρίστηκε ότι ο Φίλιππος του είχε αναφέρει τηλεφωνικά ότι το αυτοκίνητο, το Subaru Impreza, βρισκόταν στη μάντρα του «Λώρη», του Γρηγόρη Γρηγορίου και ότι είχε κάνει μια πρώτη κουβέντα για την αγορά του. Μετά την πάροδο 3-4 ημερών από το τηλεφώνημα, του το παρέδωσαν στο σπίτι, μετά που ελέγχθηκε από μηχανικό. Ερωτηθείς, ισχυρίστηκε ότι ο Φίλιππος δεν έψαχνε για ένα συγκεκριμένο αυτοκίνητο. Ήταν η θέση του ότι ενόψει της γνωριμίας τους με τον Νίκο Λοΐζου, τον εμπιστεύθηκαν όταν εκείνος τους ανέφερε ότι θα το έπαιρνε σε μηχανικό στη Λάρνακα για έλεγχο, αφού δεν μπορούσε να μεταφερθεί στη Λευκωσία, γιατί δεν ήταν εγγεγραμμένο. Εν πάση περιπτώσει, δεν είχαν άλλη επιλογή. Ήταν η θέση του, ότι τον μηχανικό στο Γέρι τον γνώριζε λόγω του ότι αγόραζε εξαρτήματα, όμως ήταν ο Νίκος Λοΐζου που εισηγήθηκε το συγκεκριμένο μηχανικό ως έμπειρο μηχανικό για να επιδιορθώσει το συγκεκριμένο αυτοκίνητο. ΄ Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο της Εναγομένης 2, ο μάρτυρας παραδέχθηκε ότι ο κ. Κυριάκου ειδικεύεται στις επιδιορθώσεις των Subaru. Ερωτηθείς, γιατί συνέχιζαν ο Φίλιππος και ο ίδιος να παίρνουν το αυτοκίνητο στο συγκεκριμένο μηχανικό, υποστήριξε ότι είχε δώσει εγγύηση για τη δεύτερη μηχανή, οπόταν όφειλαν να πάρουν το αυτοκίνητο εκεί. Όσον αφορά τον πρώτο έλεγχο του αυτοκινήτου, τον μηχανικό τον γνώριζε ο Νίκος Λοΐζου και αυτός ήταν που μετέφερε το αυτοκίνητο σε αυτόν για έλεγχο. Ο Χρίστος Κανναβάς (Μ.Ε.6), ήταν ο επόμενος μάρτυρας. Με τον Ενάγοντα είναι παιδικοί φίλοι και παράλληλα γνωρίζει και τον Γρηγόρη Γρηγορίου. Ήταν η θέση του ενώπιον του Δικαστηρίου ότι μετά την πάροδο 5-6 μηνών από την αγορά του αυτοκινήτου, ο Ενάγοντας του είχε ζητήσει να τον μεταφέρει στη μάντρα του Γρηγόρη Γρηγορίου, του ανθρώπου που του είχε πουλήσει το αυτοκίνητο Subaru Impreza. Μετέφερε το φίλο του στη μάντρα και όταν ο Φίλιππος ρώτησε τον «Λώρη», τι θα γίνει με το αυτοκίνητο και του ζήτησε να τον βοηθήσει, ο «Λώρης» του απάντησε ότι ο ίδιος δεν είχε βγάλει «ούτε σελίνι» από την πώληση και ότι την επιταγή την είχε παραδώσει στην «Auto Market», στην οποία ανήκε το αυτοκίνητο. Τον παρέπεμψε στον κ. Χαμπή, στη μάντρα της «Auto Market», η οποία βρισκόταν στην ίδια λεωφόρο, λίγο πιο κάτω από τη μάντρα του κ. Λώρη. Μαζί με τον Φίλιππο επισκέφθηκαν τη μάντρα της «Auto Market» και εκεί βρήκαν δύο υπαλλήλους. Ρώτησαν ποιος είναι ο κ. Χαμπής και στη συνέχεια ο ίδιος είδε τον Φίλιππο να μπαίνει στο γραφείο και να έχει μια συνομιλία με κάποιο άτομο για 5-10 λεπτά. Όμως ο ίδιος δεν τον ακολούθησε στο γραφείο. Του ανέφερε, ο Φίλιππος, ότι το άτομο με το οποίο συζήτησε ήταν ο κ. Χαμπής, ο οποίος είχε ισχυριστεί ότι το αυτοκίνητο ήταν του Γρηγόρη Γρηγορίου και όχι δικό του. Υποστήριξε ότι ο ίδιος γνώριζε τα προβλήματα του αυτοκινήτου, γιατί μια μέρα, την ώρα που έφευγαν από τη θάλασσα, έσβησε στο δρόμο και στη συνέχεια διαπιστώθηκε ότι είχε καεί η μηχανή. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι ο Φίλιππος είχε ταλαιπωρηθεί πάρα πολύ, γιατί υποχρεωνόταν από τους φίλους του για τις μεταφορές του. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Εναγομένου 1, ισχυρίστηκε ότι το αυτοκίνητο αγοράστηκε το
- Στη μάντρα του Γρηγορίου είχαν πάει μαζί με τον Φίλιππο τον Ιούνιο του
- Μέχρι τότε, ο Φίλιππος δεν γνώριζε για την «Auto Market». Ερωτηθείς, υποστήριξε ότι ο ίδιος πήγε βόλτα αρκετές φορές με το αυτοκίνητο και σε μια απ' αυτές άναψαν κάποιες λάμπες στο ταμπλό. Ενώ, ερχόμενοι από τη Λάρνακα στο χωριό, διαπίστωσαν ότι είχε καεί η μηχανή. Στο τέλος, ο Φίλιππος περιόρισε τη χρήση του αυτοκινήτου σε μία ώρα το πολύ την εβδομάδα. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο της Εναγομένης 2, ισχυρίστηκε ότι ήταν η πρώτη φορά που επισκεπτόταν τη μάντρα του Γρηγόρη Γρηγορίου, όταν πήγε με τον Φίλιππο. Δεν θυμόταν πότε έγινε χρονικά το περιστατικό στο οποίο είχε αναφερθεί, δηλαδή που κάηκε η μηχανή του αυτοκινήτου επιστρέφοντας από τη θάλασσα. Ερωτηθείς, ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος ο Φίλιππος του είχε αναφέρει, ότι η βλάβη του αυτοκινήτου είχε σχέση με το ηλεκτρονικό του σύστημα. Όσον αφορά τον μηχανικό, τον κ. Κυριάκου, αρχικά ισχυρίστηκε ότι τον γνωρίζει, ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι του ήταν ακουστό το όνομά του. Επανεξεταζόμενος, αναγνώρισε τον Γρηγόρη Γρηγορίου εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου. Τελευταίος, έδωσε μαρτυρία ο Νίκος Λοΐζου (Μ.Ε.7). Ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι από το 1999 εργάζεται στη «Loris Motors», στην οδό Στρατηγού Τιμάγια, ως πωλητής αυτοκινήτων. Υποστήριξε ότι τον Φίλιππο Θεοδοσίου τον γνώρισε όταν ο ίδιος επισκέφθηκε το χώρο εργασίας του. Δεν τον γνώριζε από προηγουμένως. Ο ίδιος ενεργώντας ως πωλητής, τον βοήθησε στην αγορά του αυτοκινήτου. Όταν ζήτησε να πάρει το αυτοκίνητο σε μηχανικό, το αυτοκίνητο μεταφέρθηκε σε μηχανικό στη Λάρνακα. Ο ίδιος είχε λάβει εντολή από το γραφείο, σε συνεννόηση με τον Φίλιππο, να το μεταφέρει στο συγκεκριμένο γκαράζ. Ο μηχανικός του γκαράζ αυτού του ήταν άγνωστος και ο ίδιος δεν γνώριζε κατά πόσο είχε συνεργασία με τη μάντρα στην οποία εργαζόταν. Το οδήγησε ο ίδιος στο χωριό και του το παρέδωσε, 4-5 μέρες μετά από το μηχανικό έλεγχο και την ίδια νύχτα είχε χαλάσει το αυτοκίνητο. Ερωτηθείς κατά πόσο γνώριζε τον μηχανικό Κυριάκο Κυριάκου, ισχυρίστηκε ότι δεν τον γνώριζε. Ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε από τους Εναγόμενους. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας για τον Ενάγοντα, κλήθηκε ο Εναγόμενος 1 για να δώσει μαρτυρία. Ο κ. Γρηγόρης Γρηγορίου (Μ.Υ.1), ανάφερε ότι είναι πωλητής αυτοκινήτων από το 1987 και τα υποστατικά του βρίσκονται στην οδό Στρατηγού Τιμάγια. Ο κ. Νίκος Λοΐζου ήταν πωλητής του και πήγαινε και στο εξωτερικό για να βρει και να φέρει αυτοκίνητα. Ο Νίκος Λοΐζου ήταν έμπειρος πωλητής και μπορούσε από μόνος του να προχωρήσει σε πωλήσεις. Εκείνος είχε μιλήσει με τον Φίλιππο Θεοδoσίου, λόγω του ότι ήταν και συγχωριανοί και του είχε αναφέρει ότι ζητούσε ένα ειδικό αυτοκίνητο, αγωνιστικό. Όμως, ο ίδιος δεν διέθετε τέτοιου είδους αυτοκίνητα. Επειδή συνεργάζονταν για την εξυπηρέτηση των πελατών τους και με άλλες μάντρες, συνήθισαν να τηλεφωνούν και να ρωτούν κατά πόσο υπήρχαν αυτοκίνητα προς πώληση, του συγκεκριμένου είδους. Είχε ενημερωθεί από τον Νίκο Λοΐζου ότι είχε βρει ένα αυτοκίνητο για τον Φίλιππο στην «Auto Market» και ότι τον είχε συνοδεύσει στα υποστατικά της «Auto Market» για να το δει. Ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με τους ιδιοκτήτες του οχήματος και αρνήθηκε ότι το όχημα είχε αγοραστεί από τη μάντρα του. Η συνήθης πρακτική, σύμφωνα με τον κ. Γρηγορίου, ήταν να προσκομίζεται το αυτοκίνητο στη μάντρα του, μετά που θα δοθεί η προκαταβολή και θεωρείτο πλέον ότι ολοκληρώθηκε η πράξη. Τα λεφτά που αφορούν την αξία του αυτοκινήτου παραδίνονταν στον ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου, δηλαδή στη μάντρα στην οποία είχε βρεθεί το αυτοκίνητο και ο ίδιος λάμβανε την προμήθειά του. Όσον αφορά το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, ήταν η θέση του, ότι αυτό ήταν αφορολόγητο και έπρεπε πρώτα να πληρωθεί το τίμημά του για να καταβληθεί ο φόρος. Γνώριζε ότι ο Φίλιππος είχε ζητήσει, όπως είχε πληροφορηθεί από το Νίκο Λοΐζου, να μεταφερθεί το αυτοκίνητο για μηχανικό έλεγχο. Ο μηχανικός στον οποίο μεταφέρθηκε το αυτοκίνητο από τον Νίκο Λοΐζου, είχε υποδειχθεί από τον γαμπρό του Φίλιππου και τον Φίλιππο. Ο ίδιος, παρόλο που είναι 20 χρόνια στο επάγγελμα, δεν γνώριζε το συγκεκριμένο μηχανικό. Τελικά, τον πληροφόρησαν ότι το αυτοκίνητο ήταν εντάξει. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 1, αναγνώρισε σε αυτό την υπογραφή του, όμως αρνήθηκε ότι είχε δώσει οποιαδήποτε εγγύηση και υποστήριξε ότι τέτοια εγγύηση δεν του ζητήθηκε. Ισχυρίστηκε περαιτέρω, ότι ο Φίλιππος είχε κλείσει την πράξη με τον Νίκο Λοΐζου, ο οποίος θα του παρέδιδε και το αυτοκίνητο. Ο τίτλος εγγραφής θα του παραδινόταν μετά από 3-4 μέρες από την εγγραφή του. Το ότι υπήρχε πρόβλημα στη λειτουργία του αυτοκινήτου και ότι αυτό είχε μεταφερθεί σε μηχανικό στη Λευκωσία, το πληροφορήθηκε από τον Φίλιππο, όταν αυτός επισκέφθηκε το γραφείο του. Ο ίδιος δεν γνώριζε τον Κυριάκο, τον μηχανικό στη Λευκωσία. Όταν ζήτησε ο Φίλιππος την επιδιόρθωση του οχήματος, τότε του ανέφερε ότι το αυτοκίνητο δεν ήταν δικό του και τον παρέπεμψε στην «Auto Market» για να τον βοηθήσει. Ο ίδιος είχε επίσης μιλήσει με τον κ. Χαμπή, ο οποίος πλήρωσε για την επιδιόρθωση. Υποστήριξε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε τι επιδιορθώσεις είχαν γίνει στο αυτοκίνητο. Όμως, παραδέχθηκε ότι είχε τηλεφωνήσει του Κυριάκου του μηχανικού, σε μια προσπάθεια να βρεθεί μια λύση. Ο μηχανικός, κατά τη διάρκεια του συγκεκριμένου τηλεφωνήματος, ισχυρίστηκε ότι ο Φίλιππος ήταν η αιτία που είχε χαλάσει το αυτοκίνητο και ότι είχε κάνει κάποια επέμβαση πάνω σε αυτό. Λόγω του ότι είχε γίνει αλλαγή στη μηχανή, έπρεπε, για να μπορεί να εγγραφεί το αυτοκίνητο, να επιθεωρηθεί ξανά. Όμως, λόγω του ότι ο Φίλιππος δεν συνεργαζόταν, δεν μπορούσε να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Ο ίδιος, σύμφωνα με τα λεχθέντα του, δεν είχε αρνηθεί να το γράψει επ' ονόματί του. Ισχυρίστηκε ότι η αξία του αυτοκινήτου είχε συμφωνηθεί στις Λ.Κ.14.700-, πλην όμως ο Φίλιππος του είχε δώσει Λ.Κ.13.500- ως προκαταβολή και η επιταγή αυτή είχε σταλεί στον Χαμπή. Το υπόλοιπο Λ.Κ.1.300- ήταν η δική του προμήθεια, την οποία όμως δεν έλαβε ούτε από τον Ενάγοντα αλλά ούτε και από τον κ. Χαμπή. Ήταν η δική του θέση, ότι ο ίδιος δεν θυμόταν κατά πόσο είχε στείλει δικούς του υπαλλήλους για να μεταφέρουν το αυτοκίνητο στον μηχανικό στη Λευκωσία, ούτε και θυμόταν αν του είχε σταλεί κάποια επιστολή εκ μέρους του Ενάγοντα. Όμως, γνώριζε ότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο είχε αλλάξει μηχανές. Δεν γνώριζε όμως πόσες. Η «Auto Market» είχε πληρώσει τα λεφτά για να φτιαχτεί η πρώτη μηχανή. Δεν θυμόταν όμως, αν η «Auto Market» είχε αναλάβει κάποια υποχρέωση προς τη δική του εταιρεία. Κατέληξε, ότι όταν τα αυτοκίνητα μεταφέρονται για μηχανικό έλεγχο από τους πελάτες, καθίστανται πλέον ευθύνη των πελατών και όχι του ίδιου. Αντεξεταζόμενος, ανέφερε ότι «είχαν» μεταφέρει τον Φίλιππο στον κ. Χαμπή αρχικά και στη συνέχεια μεταφέρθηκε το αυτοκίνητο στη δική τους μάντρα. Ήταν σίγουρος ότι ο Φίλιππος είχε επισκεφθεί τη μάντρα της «Auto Market» δύο φορές, σύμφωνα με την πληροφόρηση που έλαβε από τον Νίκο Λοΐζου και τον κ. Χαμπή. Ερωτηθείς, παραδέχθηκε ότι το αυτοκίνητο είχε μεταφερθεί στον μηχανικό από τον Νίκο Λοΐζου, όμως δεν γνώριζε κατά πόσο είχε πάει μαζί του και ο Φίλιππος. Όσον αφορά την εγγύηση, ήταν η θέση του ότι παραχωρείται από τον πωλητή του αυτοκινήτου και δεν του είχε αναφέρει ο Νίκος Λοΐζου ότι είχε υποσχεθεί την παραχώρηση εγγύησης στο Φίλιππο. Αρνήθηκε ότι ο ίδιος είχε στείλει αυτοκίνητο πλατφόρμα για να μεταφέρει το αυτοκίνητο στη δική του μάντρα, όταν διαπιστώθηκε ότι αυτό είχε πρόβλημα. Αρνήθηκε ότι είχε μιλήσει με τον Φίλιππο μόλις δημιουργήθηκε το πρόβλημα και ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι ο Φίλιππος είχε μιλήσει μαζί του τη δεύτερη φορά που είχε παραληφθεί το αυτοκίνητο από τον μηχανικό. Υποστήριξε ότι ο ίδιος είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στον Νίκο Λοΐζου. Ήταν η θέση του, ότι ο ίδιος ανέφερε στο Δικαστήριο τα γεγονότα όπως τα πληροφορήθηκε από τον υπάλληλό του Νίκο Λοΐζου. Αρνήθηκε επίσης ότι ο Φίλιππος τον είχε επισκεφθεί την επόμενη μέρα από την παραλαβή του αυτοκινήτου, για να του ζητήσει την επιστροφή των λεφτών του. Ο Φίλιππος είχε μιλήσει μαζί του όταν παρέλαβε, τη δεύτερη φορά, το αυτοκίνητο από τον μηχανικό στη Λευκωσία και μετά που είχε τοποθετηθεί νέα μηχανή. Ο κ. Χαμπής είχε πληρώσει κάποια λεφτά για την επιδιόρθωση του αυτοκινήτου. Λόγω όμως του ότι ο Φίλιππος ήθελε μηχανή της αρεσκείας του, μεγαλύτερης ιπποδύναμης, επιφορτίστηκε με την πληρωμή του υπόλοιπου ποσού. Επέμενε ότι το αυτοκίνητο δεν ήταν δικό του, αλλά ανήκε στον Χαμπή και το είχε απλά μεταφέρει στη μάντρα του. Αυτός θα λάμβανε από την πώληση μόνο προμήθεια, την οποία τελικά δεν έλαβε. Ερωτηθείς, δεν θυμόταν σε ποια χρονική στιγμή είχε αναφέρει στον Φίλιππο, ότι το αυτοκίνητο ανήκε στον κ. Χαμπή. Παραδέχθηκε όμως, ότι ο ίδιος είχε κάνει την παραγγελία του αυτοκινήτου, την οποία αναγνώρισε στο Τεκμήριο
- Όμως, ήταν η θέση του ότι απόδειξη θα δινόταν από την «Auto Market». Ερωτηθείς για το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, παραδέχθηκε ότι είχε δεσμευτεί τόσο ο ίδιος, καθώς και ο πελάτης και ότι στο Τεκμήριο 1 δεν φαίνεται ως πωλητής η εταιρεία «Auto Market», αλλά ο ίδιος. Παραδέχθηκε επίσης, ότι είχε δεσμευτεί να βρει αυτοκίνητο στην Φίλιππο. Ισχυρίστηκε ότι με τον κ. Χαμπή συνεργάζεται χρόνια και ότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο είναι γραμμένο ως εισαχθέν από την «Auto Market». Ο ίδιος, κατά τη δική του άποψη, προσπάθησε να βοηθήσει τον Φίλιππο, λόγω του ότι ήταν συγχωριανός με τον υπάλληλό του. Υπήρξε συνεργασία μεταξύ του και του Φίλιππου, μέχρι που ο Φίλιππος μάλωσε με τον Κυριάκο τον μηχανικό. Προώθησε τη θέση ότι ο ίδιος έχει δικό του μηχανικό για χρόνια και δεν θα ρίσκαρε να μετέφερνε το αυτοκίνητο σε κάποιο μηχανικό που δεν γνώριζε. Αρνήθηκε κατηγορηματικά ότι ο ίδιος είχε αποστείλει το αυτοκίνητο στον μηχανικό Κυριάκο Κυριάκου στη Λευκωσία. Ο Φίλιππος ήταν αυτός που μετέφερε το αυτοκίνητο σε μηχανικό και στη συνέχεια το ενέκρινε. Παραδέχθηκε όμως, ότι είχε αρνηθεί στον Φίλιππο τη μεταφορά του αυτοκινήτου σε μηχανικό, λόγω του ότι αυτό δεν ήταν γραμμένο και ήταν αφορολόγητο, οπόταν δεν επιτρέπετο να μεταφερθεί εκτός Λάρνακας. Ερωτηθείς, υποστήριξε ότι ο Φίλιππος γνώριζε ότι το αυτοκίνητο ανήκε σε άλλη μάντρα. Αρνήθηκε ότι ο ίδιος είχε μεταπωλήσει το συγκεκριμένο αυτοκίνητο. Όσον αφορά το Τεκμήριο 2, ήταν η δική του θέση ότι δεν γνώριζε πώς τα συγκεκριμένα έγγραφα είχαν βρεθεί στην κατοχή του Φίλιππου. Ισχυρίστηκε ότι τα συγκεκριμένα έντυπα ήταν του κ. Χαμπή και του τα είχε δώσει για να προβεί στη μεταβίβαση, όταν όλα τα υπόλοιπα είχαν ολοκληρωθεί. Ως δεύτερος μάρτυρας του Εναγομένου 1, κλήθηκε ο Κυριάκος Κυριάκου (Μ.Υ.2), μηχανικός στο επάγγελμα. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 10, τη γραπτή κατάθεσή του. Σε αυτήν καταγράφει ότι κατά ή περί το τέλος του Νιόβρη του 2001, είχε μεταφερθεί στο γκαράζ του με ρυμουλκό ένα αυτοκίνητο μάρκας Subaru, το οποίο δεν ήταν εγγεγραμμένο. Μετά την άφιξη του συγκεκριμένου αυτοκινήτου, έλαβε τηλεφώνημα από κάποιο άτομο με το όνομα Στέλιος Κωνσταντίνου, ο οποίος τον πληροφόρησε ότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο ήταν ιδιοκτησίας του κουνιάδου του, του Φίλιππου και του έδωσε οδηγίες για αντικατάσταση της μηχανής με μια άλλη καλύτερη και πιο δυνατή. Στη συνέχεια, τον επισκέφθηκε ο ιδιοκτήτης του οχήματος, ο Φίλιππος, με τον οποίο συμφώνησε την αντικατάσταση της παλιάς μηχανής με μια καινούρια διαφορετικού τύπου. Παράλληλα, τον πληροφόρησε για το κόστος της αντικατάστασης, το οποίο ο Φίλιππος αποδέχθηκε και ανέλαβε να εξοφλήσει μέρος αυτού, ενώ το υπόλοιπο θα το επωμιζόταν ο πωλητής του οχήματος. Όταν θα εκδιδόταν το τιμολόγιο, του ζητήθηκε όπως εκδοθεί στο όνομα της «A.N. Auto Market Ltd». Το συγκεκριμένο τιμολόγιο εκδόθηκε στις 12/12/2001, επ' ονόματι της συγκεκριμένης εταιρείας. Του παραδόθηκε επιταγή της εταιρείας «A.N. Auto Market Ltd», για το ποσό των Λ.Κ.1.430-, προς εξόφληση του συγκεκριμένου τιμολογίου. Το υπόλοιπο ποσό, του το πλήρωσε ο ιδιοκτήτης του οχήματος. Μετά την παρέλευση κάποιων ημερών από την παραλαβή του οχήματος, επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικά ο Φίλιππος Θεοδοσίου, ο οποίος του ανάφερε ότι το όχημα είχε απώλεια νερού. Οι δικές του οδηγίες ήταν να ακινητοποιηθεί το όχημα, όμως ο ιδιοκτήτης του συνέχισε τη διαδρομή του από τη Λάρνακα στη Λευκωσία, με αποτέλεσμα να καταστραφεί η μηχανή και το όχημα να υποστεί περαιτέρω ζημιές. Το συγκεκριμένο όχημα ήταν αγωνιστικού τύπου και η οδήγησή του, καθώς και η χρήση του, απαιτεί εξειδικευμένο οδηγό. Κατέληξε, ότι το συγκεκριμένο όχημα, μετά το συμβάν, είχε μεταφερθεί από τον Φίλιππο ξανά στο δικό του γκαράζ και ο ίδιος είχε προβεί σε άλλες επιδιορθώσεις. Όμως, δεν του κατέβαλε, ο Φίλιππος, την αξία των επιδιορθώσεων, ισχυριζόμενος αμέλεια για τις βλάβες που υπέστη το όχημα, για τις οποίες καταχώρησε και αγωγή εναντίον του ο Φίλιππος. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 11, την Έκθεση Απαίτησης καθώς και την Υπεράσπιση στην Αγωγή Αρ.4568/03, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Αντεξεταζόμενος από τη συνήγορο του Ενάγοντα, ισχυρίστηκε ότι με τον Φίλιππο είχαν γνωριστεί μέσω του κουνιάδου του, του Στέλιου, τον οποίο γνώριζε λόγω του ότι εργάζεται σε εταιρεία εισαγωγής εξαρτημάτων αυτοκινήτων. Το συγκεκριμένο αυτοκίνητο είχε μεταφερθεί την πρώτη φορά με ρυμουλκό στο γκαράζ του και ήταν σε χρησιμοποιήσιμη κατάσταση. Ο ίδιος, τη δεδομένη στιγμή, δεν γνώριζε ούτε τους πωλητές, αλλά ούτε και τον αγοραστή του αυτοκινήτου. Ισχυρίστηκε, ότι όταν έφθασε στο γκαράζ του η πλατφόρμα, δεν ήξερε ο ίδιος ποιος είχε στείλει το αυτοκίνητο. Στη συνέχεια, του τηλεφώνησε ο Στέλιος, ο οποίος γνώριζε ότι επιδιορθώνει το συγκεκριμένο είδος αυτοκινήτου και ότι γνωρίζει τον τρόπο λειτουργίας του και του ανέφερε ότι το αυτοκίνητο ανήκε σε συγγενικό του πρόσωπο. Παραδέχθηκε ότι είχε καεί η μηχανή του αυτοκινήτου. Το είχε επιθεωρήσει μαζί με τον Στέλιο και τον Φίλιππο και συμφώνησαν να αντικατασταθεί η μηχανή με μια νέα μηχανή και ότι ο Φίλιππος θα μιλούσε με τον άνθρωπο από τον οποίο είχε αγοράσει το αυτοκίνητο για το θέμα της ζημιάς. Η αξία της μηχανής, που ο Φίλιππος ήθελε να τοποθετήσει στο αυτοκίνητο, ήταν Λ.Κ.2.300- με Λ.Κ.2.
- Την πληρωμή της μηχανής είχε αναλάβει να τη διευθετήσει ο Φίλιππος, ο οποίος θα μιλούσε με τους πωλητές. Όμως, τιμολόγιο εκδόθηκε στο όνομα της «A.N. Auto Market Ltd», όπως του είχε ζητηθεί από τον Φίλιππο και από τους ανθρώπους από τους οποίους είχε αγοραστεί το αυτοκίνητο, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τον κ. Λώρη. Στη συνέχεια, ισχυρίστηκε ότι δεν θυμόταν ποιος του είχε ζητήσει να εκδώσει τιμολόγιο στο όνομα της «A.N. Auto Market Ltd». Παραδέχθηκε, ότι είχε δώσει εγγύηση για την καλή λειτουργία της συγκεκριμένης μηχανής. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος είχε αλλάξει δύο φορές τη μηχανή του συγκεκριμένου αυτοκινήτου, λόγω του ότι μετά την πρώτη αλλαγή μηχανής, ο Φίλιππος του το επέστρεψε λόγω άλλων ηλεκτρολογικών προβλημάτων, τα οποία έγινε προσπάθεια να επιδιορθωθούν. Το αυτοκίνητο παρουσίαζε προβλήματα σε όργανα τα οποία έκαναν μετρήσεις, με αποτέλεσμα να αλλάζει ριζικά η λειτουργία της μηχανής. Αρνήθηκε την υποβολή ότι την πρώτη φορά που μεταφέρθηκε το αυτοκίνητο κοντά του η μηχανή ήταν καμένη. Ήταν η δική του θέση ότι το αυτοκίνητο δεν ήταν όπως αυτό κατασκευάστηκε, αλλά υπήρχαν σε αυτό έξτρα εφαρμοσμένα εξαρτήματα, που με μια μικρή ρύθμιση άλλαζαν τη λειτουργία του αυτοκινήτου και ειδικά της μηχανής. Ο Φίλιππος τον είχε παρακαλέσει να αφαιρεθούν τα επιπλέον εξαρτήματα, για να καταστεί η λειτουργία του αυτοκινήτου κανονική. Το συγκεκριμένο αυτοκίνητο μεταφέρθηκε κοντά του τρεις φορές και ο ίδιος προσπάθησε να εξυπηρετήσει τον πελάτη. Στους ελέγχους που γίνονταν, το αυτοκίνητο δεν παρουσίαζε κανένα πρόβλημα, μόνο όταν το οδηγούσε ο ιδιοκτήτης του, μόνος του, παρουσίαζε προβλήματα. Κατέληξε, ότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο επιθεωρήθηκε από εκτιμητή του γραφείου του κ. Τζιρκαλλή καθώς επίσης και από τον κ. Χαράκη, ο οποίος επιθεώρησε τις μηχανές στις 22/07/2003, για να ισχυριστεί στη συνέχεια ότι ο κ. Χαράκης δεν είχε χρόνο να επιθεωρήσει τις μηχανές, οι οποίες βρίσκονταν στην αποθήκη. Υποστήριξε ότι ο ίδιος μπορούσε, δηλαδή είχε την ικανότητα, να επιδιορθώσει οποιαδήποτε βλάβη στα συγκεκριμένα αυτοκίνητα, γιατί είχε ειδικότητα. Μαρτυρία για την Εναγομένη 2 δόθηκε από τον Χαράλαμπο Σάββα (Μ.Υ.3), ο οποίος από το 1997 είναι ο διευθυντής πωλήσεων της «Auto Market». Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 12, γραπτή του δήλωση. Σε αυτήν καταγράφει ότι τον Νοέμβριο-Δεκέμβριο 2001, του είχε τηλεφωνήσει ο Νίκος Λοΐζου, υπάλληλος του Εναγόμενου 1 και του είχε αναφέρει ότι έψαχναν αυτοκίνητα συγκεκριμένων μοντέλων, μεταξύ αυτών και το Subaru Impreza. Ο ίδιος του είπε ότι κατείχε ένα τέτοιο αυτοκίνητο και στη συνέχεια ο Νίκος Λοΐζου μαζί με τον πελάτη, τον Φίλιππο, προσήλθαν στα υποστατικά της «Auto Market» για να δουν το συγκεκριμένο αυτοκίνητο. Ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με τον αγοραστή του αυτοκινήτου. Ο Νίκος Λοΐζου του ζήτησε να μεταφέρει το συγκεκριμένο αυτοκίνητο για να εξεταστεί και αν αυτό ήταν εντάξει, θα το αγόραζε ο Γρηγόρης Γρηγορίου, για να το πωλήσει στον πελάτη του, τον Φίλιππο. Έκτοτε, ο ίδιος δεν είχε ξαναδεί τον Φίλιππο. Μετά απ' αυτό, του τηλεφώνησε είτε ο Γρηγόρης Γρηγορίου, είτε ο Νίκος Λοΐζου και του ανέφερε ότι το αυτοκίνητο είχε ελεγχθεί, είχε βρεθεί της αρεσκείας τους και θα το αγόραζαν. Η τιμή πώλησης είχε καθοριστεί στις Λ.Κ.13.500-. Στις μέρες που ακολούθησαν, ο ίδιος παραχώρησε όλα τα έγγραφα που αφορούσαν την εγγραφή του συγκεκριμένου αυτοκινήτου και του δόθηκε η επιταγή ύψους Λ.Κ.13.500-. Έκτοτε, η δική του εταιρεία δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με το αυτοκίνητο. Ο Γρηγόρης Γρηγορίου είχε στην κατοχή του όλα τα έγγραφα του αυτοκινήτου, για να ολοκληρώσει τη συμφωνία πώλησης που δέσμευε τον ίδιο και τον Φίλιππο. Η δική του εταιρεία δεν είχε υποσχεθεί οποιαδήποτε εγγύηση, γραπτή ή προφορική, στον Γρηγόρη Γρηγορίου. Όμως, όταν του τηλεφώνησε ο Γρηγόρης Γρηγορίου και του ανέφερε ότι είχε παρουσιάσει μηχανικά προβλήματα το αυτοκίνητο και ότι η μηχανή του χρειαζόταν αντικατάσταση, προθυμοποιήθηκε να τον βοηθήσει, λόγω της μακροχρόνιας συνεργασίας του με τον Γρηγορίου. Γι' αυτό και κατέβαλε ο ίδιος στον Γρηγόρη Γρηγορίου ή στον Νίκο Λοΐζου, δεν μπορούσε να θυμηθεί, επιταγή που αναλογούσε με το ποσό που είχε καθοριστεί για την αντικατάσταση της μηχανής. Ήταν η καταγραφείσα θέση του ότι σε αγοραπωλησίες αυτοκινήτων, από ένα πωλητή αυτοκινήτων στον άλλο, δεν παραχωρείται οποιαδήποτε εγγύηση. Με τον Γρηγόρη Γρηγορίου συνεργάζονταν αρκετά χρόνια και αυτός αγόραζε αυτοκίνητα τα οποία στη συνέχεια μεταπωλούσε στους πελάτες του. Η συνήθης πρακτική, στις περιπτώσεις όπου το αυτοκίνητο προορίζεται να πωληθεί σε έμπορα και στη συνέχεια σε τρίτο άτομο, είναι να παραδίδονται όλα τα σχετικά έγγραφα στον μεταπωλητή, έτσι ώστε να επιτευχθεί η εγγραφή σε οποιονδήποτε ο μεταπωλητής επιθυμεί. Αντεξεταζόμενος από τη συνήγορο του Ενάγοντα, δήλωσε ότι εργάζεται μέχρι και τώρα στην εταιρεία «Auto Market» και είναι διευθυντής πωλήσεων. Ήταν η θέση του ότι ο Γρηγόρης Γρηγορίου αγόραζε αυτοκίνητα ως μεταπωλητής από τη δική του εταιρεία. Παραδέχθηκε ότι είχε λάβει τηλεφώνημα από τα γραφεία του Γρηγόρη Γρηγορίου, κατά πόσο υπήρχε αυτοκίνητο του συγκεκριμένου είδους και της συγκεκριμένης μάρκας. Δεν ήταν όμως βέβαιος αν του είχε τηλεφωνήσει ο Νίκος Λοΐζου ή ο Γρηγόρης Γρηγορίου. Όσον αφορά τη συγκεκριμένη μάρκα αυτοκινήτου, το Subaru Impreza, ήταν η θέση του ότι κυκλοφορεί εδώ και αρκετά χρόνια στην αγορά και είχε αρχίσει να κυκλοφορεί στο κυπριακό παζάρι το 1995-
- Παραδέχθηκε ότι ο κ. Λοΐζου είχε επισκεφθεί τη δική του μάντρα με ένα πελάτη και είχαν δει το συγκεκριμένο αυτοκίνητο. Όμως, δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο ήταν ο Ενάγοντας, γιατί τον είχε δει μόνο μια φορά. Υποστήριξε ότι θα μπορούσε να ήταν και κάποιος άλλος. Υπέθεσε ότι ήταν ο Φίλιππος που είχε επισκεφθεί τη δική του μάντρα για να δει το αυτοκίνητο, λόγω του ότι τελικά το αγόρασε. Όμως, ο ίδιος είχε πωλήσει το αυτοκίνητο στον Γρηγόρη Γρηγορίου ως μεταπωλητή και δεν είχε οποιαδήποτε επαφή με τον Ενάγοντα. Τον Ενάγοντα δεν τον είχε ξαναδεί, μέχρι τη μέρα που βρέθηκαν στο Δικαστήριο. Αναφορικά με το κατά πόσο είχε ελεγχθεί μηχανικά το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, ήταν η θέση του ότι σύμφωνα με τα όσα του είχαν αναφέρει από το γραφείο του Γρηγόρη Γρηγορίου, το αυτοκίνητο είχε μεταφερθεί σε δικό τους μηχανικό, ο οποίος το έλεγξε και στη συνέχεια ζήτησαν από τον ίδιο να το εκτελωνίσει. Εκτελωνίστηκε και παραδόθηκε στον Γρηγόρη Γρηγορίου. Παραδόθηκαν επίσης τα έγγραφα του συγκεκριμένου αυτοκινήτου στον κ. Γρηγορίου, ο οποίος θα έπρεπε να είχε εγγράψει το αυτοκίνητο. Ήταν η θέση του ότι, ο ίδιος είχε πληρωθεί με επιταγή από τη «Loris Motors», στην οποία είχε πωληθεί το αυτοκίνητο, γι' αυτό και είχε στείλει το αυτοκίνητο στη μάντρα τους. Δεν είχε αναλάβει να αλλάξει τη μηχανή του αυτοκινήτου. Ο ίδιος είχε αναλάβει να βοηθήσει τον «Λώρη», δηλαδή τον Γρηγόρη Γρηγορίου, πληρώνοντας τα έξοδα που είχε κάνει. Ούτε και γνώριζε κατά πόσο θα αλλαζόταν η μηχανή ή θα επιδιορθωνόταν. Ερωτηθείς, ισχυρίστηκε ότι η ζημιά θα μπορούσε να είχε προέλθει και από κακή χρήση του αυτοκινήτου από τον Ενάγοντα, όμως ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κατά πόσο είχε πράγματι γίνει κακή χρήση του αυτοκινήτου από τον Ενάγοντα. Δεν κατέβαλε οποιαδήποτε προμήθεια, ούτε και γνώριζε κατά πόσο ο «Λώρης» είχε κάνει κέρδος από τη συγκεκριμένη πώληση. Ήταν η δική του θέση ότι ο Γρηγόρης Γρηγορίου δεν ενεργούσε ως μεσάζοντας, αλλά ως «dealer». Εξήγησε, ότι αν ο Γρηγορίου ενεργούσε ως μεσάζοντας, θα έφερνε τον Φίλιππο στο γραφείο του και ο ίδιος θα διενεργούσε την όλη διαδικασία, θα ολοκλήρωνε τη συμφωνία πώλησης και θα έδινε στον Φίλιππο και εγγύηση, ενώ στον Γρηγορίου ένα μικρό ποσό ως προμήθεια. Αντεξεταζόμενος από τον συνήγορο του Εναγόμενου 1, παραδέχθηκε ότι είχε γίνει εισαγωγή του συγκεκριμένου αυτοκινήτου από τη δική του εταιρεία. Αρνήθηκε την υποβολή ότι είχαν γίνει μετατροπές στο αυτοκίνητο. Ερωτηθείς, υποστήριξε ότι δεν του είχε αναφερθεί από τον Νίκο Λοΐζου το όνομα του μηχανικού που είχε αρχικά ελέγξει το αυτοκίνητο. Όμως, ο Νίκος Λοΐζου του είχε αναφέρει ότι ο αρχικός μηχανικός έλεγχος είχε διεξαχθεί από μηχανικό που είχε καθορίσει ο Ενάγοντας στη Λάρνακα. Κατά την άποψή του, η πραγματική αξία του αυτοκινήτου ήταν γύρω στις Λ.Κ.14.000- με Λ.Κ.14.500-, το
- Λόγω του ότι είχε πωληθεί σε μεταπωλητή, ο ίδιος είχε βάλει ένα πολύ μικρό ποσοστό κέρδους, για να έχει κάποιο περιθώριο κέρδους και ο μεταπωλητής. Επειδή το συγκεκριμένο αυτοκίνητο ήταν ακριβό, το περιθώριο κέρδους κυμαινόταν μεταξύ Λ.Κ.500- με Λ.Κ.1.000-. Η προμήθεια, κατά τον ισχυρισμό του, που δίνεται σε μεσίτη για την πώληση αυτοκινήτου, κυμαίνεται μεταξύ Λ.Κ.50- με Λ.Κ.100- και εξαρτάται από την περίπτωση. Ερωτηθείς, δεν γνώριζε κατά πόσο είχε εκδοθεί τιμολόγιο για την πώληση στον Εναγόμενο
- Αρνήθηκε ότι η πώληση στον Ενάγοντα ήταν δική του πώληση και ότι είχε χρησιμοποιηθεί ο Γρηγόρης Γρηγορίου ως μεσάζοντας. Υποστήριξε ότι έγινε πώληση από τη δική του εταιρεία, στην εταιρεία του «Λώρη». Λόγω του ότι ήταν πώληση από ένα μεταπωλητή αυτοκινήτων στον άλλο, δεν υπήρχε οποιαδήποτε εγγύηση, αφού άφηνε ένα μεγάλο περιθώριο κέρδους στον μεταπωλητή που αγόραζε αυτοκίνητο. Η τιμή του αυτοκινήτου ήταν Λ.Κ.14.800- και το πώλησαν στον κ. Γρηγορίου Λ.Κ.13.500-, αφήνοντάς του μεγάλο περιθώριο κέρδους. Εξήγησε ότι επαφίεται στον κάθε «dealer» το κέρδος που θα αποκομίσει από την πώληση. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 2, αναγνώρισε σε αυτό την υπογραφή του, όμως αρνήθηκε ότι είχε μεταφέρει το αυτοκίνητο ο ίδιος στο Τμήμα Επιθεώρησης Οχημάτων για έλεγχο. Ισχυρίστηκε, ότι αν υπήρχαν οποιεσδήποτε μετατροπές στο αυτοκίνητο, κατά τον έλεγχό του από το Τμήμα Επιθεώρησης Οχημάτων, θα υποδεικνύονταν για να διορθωθούν, έτσι ώστε το αυτοκίνητο να μπορεί να εγγραφεί. Κατέληξε, ότι η δική του εταιρεία δεν είχε υποχρέωση προς τον Ενάγοντα και ότι εάν πωλούσε απ' ευθείας το αυτοκίνητο η δική του εταιρεία στον Ενάγοντα, θα του παραχωρούσε και εγγύηση. Υποστήριξε εμφαντικά ότι η εταιρεία του είχε πωλήσει το αυτοκίνητο στον Γρηγόρη Γρηγορίου. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, η κάθε πλευρά προώθησε τις θέσεις της με γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες το Δικαστήριο έχει κατά νου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207, και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (A) Α.Α.Δ. 455 και Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας (ανωτέρω), έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Με βάση τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, προχωρώ στην αξιολόγηση της προσαχθείσας, από όλες τις πλευρές, μαρτυρία. Ο Ενάγοντας ήταν σταθερός στη μαρτυρία του. Έδωσε τη δική του εκδοχή για το πώς είχαν εξελιχθεί τα γεγονότα. Σίγουρα σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του είχε παρεισφρήσει κάποια υπερβολή. Όμως, ήταν συναισθηματικά φορτισμένος, καθ' όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας του, γιατί είχε αγοράσει ένα αυτοκίνητο το οποίο ποτέ δεν απόλαυσε. Φαινόταν να αντιλαμβάνεται τη σημασία του γεγονότος ότι το αυτοκίνητο που είχε αγοράσει δεν ήταν καινούριο, απλά το ήθελε να είναι λειτουργήσιμο. Δεν αρνήθηκε το γεγονός ότι ο ίδιος είχε εμπιστευθεί τον Γρηγόρη Γρηγορίου, λόγω και της ύπαρξης του Νίκου Λοΐζου. Πράγματι δεν γνώριζε αρχικά, όταν αγόρασε το αυτοκίνητο, για την ύπαρξη της «Automarket», σύμφωνα και με τη μαρτυρία του Εναγομένου 1, ο οποίος παραδέχθηκε ότι αποκάλυψε στον Φίλιππο την ύπαρξη της «Automarket», μετά που εμφανίστηκαν μηχανικά προβλήματα στο αυτοκίνητο. Η μαρτυρία του σε πολλά σημεία ήταν ταυτόσημη με αυτή του Χαράλαμπου Σάββα (Μ.Υ.3). Δεν μου έδωσε λόγο να μην τον πιστέψω. Ο κ. Θεοδοσίου (Μ.Ε.2), ο κ. Χαράκης (Μ.Ε.3) και ο κ. Ευαγγέλου (Μ.Ε.4), ήταν τυπικοί μάρτυρες, χωρίς οποιοδήποτε συμφέρον στην εξέλιξη της υπόθεσης και δεν μου έδωσαν λόγο για να απορρίψω τη μαρτυρία τους. Ο κ. Χαράκης (Μ.Ε.3), έδωσε μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας και ήταν τόσο ειλικρινής που ανέφερε ότι ο ίδιος με τα δεδομένα που είχε βρει και χωρίς να έχει δει τις άλλες μηχανές, δεν μπορούσε να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα αναφορικά με την αιτία του προβλήματος του καψίματος των μηχανών καθώς επίσης και ότι το αυτοκίνητο μπορούσε να φτιαχτεί. Οι άλλοι δύο μάρτυρες, ο Μ.Ε.2 και ο Μ.Ε.4, απλά ανάφεραν αυτά που γνώριζαν. Δεν μπορώ όμως να αξιολογήσω με τον ίδιο τρόπο τη μαρτυρία των άλλων δύο μαρτύρων για τον Ενάγοντα, του κ. Κωνσταντίνου (Μ.Ε.5) και του κ. Κανναβά (Μ.Ε.6), αφού αυτοί οι δύο μάρτυρες συνδέονται, ο μεν ένας συγγενικά με τον Ενάγοντα και ο άλλος φιλικά. Ιδιαίτερα ο κ. Κανναβάς (Μ.Ε.6), δεν έπεισε το Δικαστήριο για την αλήθεια των λεχθέντων του, αφού πρόσθεσε στη μαρτυρία του διάφορα γεγονότα στα οποία ο ίδιος ο Ενάγοντας δεν είχε κάνει αναφορά, όπως για παράδειγμα το γεγονός ότι είχε πάει πολλές φορές βόλτα με το συγκεκριμένο αυτοκίνητο μαζί με τον Ενάγοντα, καθώς και ότι ο Ενάγοντας είχε περιορίσει τη χρήση του συγκεκριμένου αυτοκινήτου σε μία ώρα την ημέρα. Ο Ενάγοντας ουδέποτε ανέφερε ότι χρησιμοποιούσε το αυτοκίνητο μια ώρα την ημέρα ή ότι πήγαινε βόλτες με φίλο του. Ούτε και είπε ότι είχε επισκεφθεί τη μάντρα του κ. Γρηγορίου τον Ιούνιο του 2002, μαζί με το συγκεκριμένο φίλο του. Η μαρτυρία του δεν ήταν πειστική, ήταν υπερβολική και άφησε το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι είχε έρθει στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να βοηθήσει το φίλο του και όχι για να πει την αλήθεια. Οπόταν, δεν θα αποδοθεί οποιοδήποτε βάρος στη μαρτυρία του. Η μαρτυρία του κ. Κωνσταντίνου (Μ.Ε.5), από την άλλη, είχε πολλά κοινά στοιχεία με τη μαρτυρία του Ενάγοντα, πλην όμως διακατεχόταν από μια ευδιάκριτη επιθυμία παροχής βοήθειας στον Ενάγοντα, ο οποίος είναι συγγενής του και αυτό το Δικαστήριο δεν μπορεί να το παραγνωρίσει. Ο κ. Λοΐζου (Μ.Ε.7), ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός στη μαρτυρία του και δεν διαφώτισε το Δικαστήριο αναφορικά με τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης. Προσπάθησε επιμελώς, από τη μια να μην βλάψει τα συμφέροντα του εργοδότη του, Εναγομένου 1, και από την άλλη να μην έρθει σε σύγκρουση με τον Ενάγοντα, ο οποίος είναι συγχωριανός του. Έφτασε στο σημείο να αναφέρει ότι δεν γνώριζε κατά πόσο ο μηχανικός που έλεγξε αρχικά το αυτοκίνητο, είχε συνεργασία με τη μάντρα. Η μαρτυρία του είναι περιορισμένης σημασίας και δεν μπορεί να γίνει πιστευτή, αφού ενώ ήταν ο άνθρωπος «κλειδί», σύμφωνα με τη μαρτυρία όλων των μαρτύρων, στις διαπραγματεύσεις και την ολοκλήρωση της συμφωνίας, ενώπιον του Δικαστηρίου παρέμεινε σιωπηλός. Ο Εναγόμενος 1 δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και προσπάθησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Και εξηγώ: Αρνήθηκε ότι το αυτοκίνητο είχε αγοραστεί από τη μάντρα του, κατά την κυρίως εξέταση, ξεχνώντας προφανώς την ύπαρξη του Τεκμηρίου 1, δηλαδή την παραγγελία. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι δεν είχε επαφή με την «Automarket», θέση την οποία αναίρεσε με τα λεχθέντα του στη συνέχεια, αφού ανέφερε ότι είχε μιλήσει με τον Χαμπή καθώς επίσης δεν θυμόταν αν η «Automarket» είχε αναλάβει υποχρέωση προς τη δική του εταιρεία και όλα αυτά ενώ είχαν χρόνια συνεργασία. Η μαρτυρία του ήταν αντιφατική σε πάρα πολλά σημεία, αφού από τη μία φαινόταν να γνωρίζει όλα τα γεγονότα που είχαν εξελιχθεί και από την άλλη αρνείτο οποιαδήποτε ανάμειξη στην πώληση του οχήματος. Ισχυρίστηκε ότι ήταν 20 χρόνια στο επάγγελμα, αλλά δεν γνώριζε τον μηχανικό, ο οποίος βρισκόταν στη Λάρνακα, που είχε μεταφερθεί το αυτοκίνητο για τον πρώτο έλεγχο προτού αγοραστεί. Επίσης, αρνήθηκε ότι γνώριζε τον μηχανικό, Κυριάκο Κυριάκου (Μ.Υ.2), πλην όμως στη συνέχεια ανάφερε ότι του τηλεφώνησε για να εξηγηθούν, θέση η οποία παρατέθηκε και από τον Κυριάκου. Υποστήριξε ότι ο κ. Νίκος Λοΐζου πώλησε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο στον Ενάγοντα, το οποίο ο Ενάγοντας είχε δει στη μάντρα αυτοκινήτων της Εναγομένης 2, αλλά ανέφερε ότι είχε παραγγελθεί στη δική του μάντρα και είχε εκδοθεί από τη δική του εταιρεία η παραγγελία και ότι είχε συμφωνήσει ο ίδιος ως τιμή πώλησης Λ.Κ.14.700-. Ξεχνώντας ότι είχε αρχικά υποστηρίξει ότι ο Νίκος Λοΐζου είχε πωλήσει το αυτοκίνητο στον Ενάγοντα, ο οποίος σύμφωνα με την καταχωρηθείσα Υπεράσπισή του, ήταν ο υπεύθυνος πωλήσεων στη μάντρα του, στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος ενήργησε ως μεσάζοντας για να εισπράξει προμήθεια, ενώ λίγο πιο πριν είχε αρνηθεί ότι ο ίδιος είχε οποιαδήποτε επαφή με τους ιδιοκτήτες του αυτοκινήτου. Όμως, παραδέχθηκε ότι δεν είχε αναφέρει στον Ενάγοντα, μέχρι που παρουσιάστηκαν τα μηχανικά προβλήματα του αυτοκινήτου, ότι το αυτοκίνητο δεν ήταν δικό του. Μέχρι και για την εγγύηση έδωσε διαφορετικές εκδοχές. Αρχικά είπε ότι ο Φίλιππος δεν του είχε ζητήσει εγγύηση, στη συνέχεια ανέφερε ότι ο κ. Λοΐζου δεν του είχε αναφέρει ότι είχε υποσχεθεί εγγύηση στον Φίλιππο, για να καταλήξει ότι επειδή ενεργούσε ως μεσάζοντας δεν θα έδινε εγγύηση. Υποστήριξε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε για την αρχική, πρώτη βλάβη του αυτοκινήτου, αλλά ότι ειδοποιήθηκε μόνο για τη δεύτερη βλάβη. Η θέση του αυτή αντικρούστηκε, όχι μόνο από τη δική του μαρτυρία, αλλά και από τη μαρτυρία του κ. Κυριάκου (Μ.Υ.2). Ήταν τόσες πολλές οι αντιφάσεις στη μαρτυρία του, που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Εγείρεται επίσης το εύλογο ερώτημα, γιατί αφού ενεργούσε ως μεσάζοντας δεν άφησε το αυτοκίνητο στη μάντρα της Εναγομένης 2, να το παραλάβει από εκεί ο Ενάγοντας και να συνάψει με εκείνη συμφωνία πώλησης, αλλά έφερε το αυτοκίνητο στη δική του μάντρα, το έστειλε σε μηχανικό, ενώ επίσης πρόσθεσε και στην τιμή πώλησης Λ.Κ.1.200- από αυτή που είχε καθορίσει η Εναγομένη
- Εν πάση περιπτώσει, η εκδοχή του ήταν εξωπραγματική, αφού προσπάθησε με έντονο τρόπο να μεταθέσει όλη την ευθύνη στον Ενάγοντα. Το Δικαστήριο απορρίπτει τη μαρτυρία του στην ολότητά της. Ο κ. Κυριάκου (Μ.Υ.2), επιμελώς προσπάθησε να μην εμπλέξει στην όλη ιστορία τον κ. Γρηγορίου. Αρχικά ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε τον κ. Κωνσταντίνου (Μ.Ε.5), ενώ στη συνέχεια, κατά την αντεξέταση, ανέφερε ότι τον γνώριζε. Αν όντως δεν τον γνώριζε, πώς μεταφέρθηκε το αυτοκίνητο από τον Κωνσταντίνου στο μηχανουργείο του; Και ενώ του αναφέρθηκε, την πρώτη φορά που το αυτοκίνητο μεταφέρθηκε στο γκαράζ του, ότι θα επωμιζόταν ο πωλητής του αυτοκινήτου μέρος της επισκευής της μηχανής, ο ίδιος δεν τηλεφώνησε για να διευκρινίσει το θέμα αυτό. Στη συνέχεια όμως, αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι τηλεφωνικά είχε μιλήσει με τον κ. Λώρη για την επισκευή της μηχανής. Προσποιήθηκε ότι δεν γνώριζε ποιος μετέφερε το αυτοκίνητο στο γκαράζ του, αλλά προέβηκε στην αλλαγή της μηχανής έχοντας μιλήσει με τον κ. Γρηγορίου και όχι με την Εναγομένη
- Η κατάληξή του, ότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο παρουσίαζε προβλήματα μόνο όταν το οδηγούσε ο Ενάγοντας, ήταν υπερβολική και έδειχνε μια προκατάληψη προς το πρόσωπο του Ενάγοντα, η οποία δεν μπορεί να αγνοηθεί. Ιδιαίτερα έχοντας υπόψη ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία, την πρώτη φορά που κάηκε η μηχανή, το αυτοκίνητο οδηγείτο από τον κ. Κωνσταντίνου (Μ.Ε.5). Δεν ήταν ειλικρινής μάρτυρας, αλλά προφανώς σκεφτόταν συμφεροντολογικά και προσπαθούσε να αποποιηθεί των ευθυνών του, αφού και ο ίδιος αντιμετώπιζε την καταχώρηση αγωγής εναντίον του, από τον Ενάγοντα. Ο κ. Χαράλαμπος Σάββα (Μ.Υ.3), ήταν ειλικρινής μάρτυρας και η μαρτυρία του σε πολλά σημεία ήταν σε συνοχή με αυτή του Ενάγοντα. Ο ίδιος αναγνώρισε την ευθύνη που του αναλογούσε, γι' αυτό και την πρώτη φορά που αλλάχθηκε η μηχανή είχε προθυμοποιηθεί να πληρώσει κάποιο ποσό. Όμως, παραδέχθηκε ότι ο ίδιος πώλησε το αυτοκίνητο στον κ. Γρηγορίου και όχι στον Ενάγοντα, ο οποίος κατά τα χρόνια της συνεργασίας τους, ενεργούσε ως μεταπωλητής. Ο ίδιος είχε πωλήσει το αυτοκίνητο στον Εναγόμενο 1 για το ποσό των Λ.Κ.13.500-, αφήνοντας του περιθώριο κέρδους. Αν το πωλούσε ο ίδιος στον Ενάγοντα, γιατί να του το αφήσει Λ.Κ.1.000- πιο κάτω από την κανονική τιμή; Η δική του εκδοχή φαινόταν πιο κοντά στην πραγματικότητα και την αλήθεια και γι' αυτό τον πιστεύω. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, καταλήγω ότι τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί ως ακολούθως: Ο Ενάγοντας, νεαρός στην ηλικία, μαζί με τον κουνιάδο του αποφάσισαν την αγορά ενός ιδιαίτερου αυτοκινήτου, του Subaru Imbreza και ο Ενάγοντας έψαχνε για να το βρει. Όταν επισκέφθηκε τη μάντρα αυτοκινήτων του Εναγομένου 1, διαπίστωσε ότι εργαζόταν εκεί, ως πωλητής, ο συγχωριανός του Νίκος Λοΐζου, στον οποίο ανέφερε το είδος του αυτοκινήτου που αναζητούσε. Ο Νίκος Λοΐζου το εντόπισε στη μάντρα αυτοκινήτων της Εναγομένης 2 και πήρε τον Ενάγοντα να το δει. Όταν συμφώνησε ο Ενάγοντας στο συγκεκριμένο αυτοκίνητο, το αυτοκίνητο μεταφέρθηκε στη μάντρα του Εναγομένου 1, για να πωληθεί στον Ενάγοντα από τον Εναγόμενο 1, μετά που είχε αγοραστεί από τον Εναγόμενο 1, για το ποσό των Λ.Κ.13.500-. Το αυτοκίνητο είχε εξεταστεί από μηχανικό στη Λάρνακα, ο οποίος συνεργαζόταν με τον Εναγόμενο
- Λόγω της εμπιστοσύνης που υπήρχε στο πρόσωπο του Νίκου Λοΐζου, δόθηκε από τον Ενάγοντα βαρύτητα στην επιλογή του, αναφορικά με τον μηχανικό και την άποψή του, ότι η μηχανική κατάσταση του αυτοκινήτου ήταν εντάξει και αποφασίστηκε η αγορά του. Τότε καταρτίστηκε και το Τεκμήριο 1, η παραγγελία. Το αυτοκίνητο, μετά την εξέταση, είχε μεταφερθεί στον Λυθροδόντα, από τον Νίκο Λοΐζου και από το πρώτο βράδυ παρουσίασε μηχανικό πρόβλημα και ακινητοποιήθηκε. Μεταφέρθηκε με ευθύνη του Εναγομένου 1 στον μηχανικό Κυριάκο Κυριάκου, στο Γέρι, ειδικευμένο μηχανικό για το συγκεκριμένο είδος αυτοκινήτων, για επισκευή και αλλάχθηκε η μηχανή του, λόγω του ότι είχε καεί. Για την επισκευή πλήρωσε η Εναγομένη 2 το ποσό των Λ.Κ.1.300- και το υπόλοιπο το πλήρωσε ο Ενάγοντας, λόγω της μακροχρόνιας σχέσης και συνεργασίας που υπήρχε μεταξύ του Εναγομένου 1 και της Εναγομένης
- Μετά την επισκευή της μηχανής, το ίδιο βράδυ, παρουσίασε εκ νέου σοβαρά μηχανικά και άλλα προβλήματα. Λόγω της άρνησης του Εναγομένου 1 να το επισκευάσει, ανέλαβε να πληρώσει ο ίδιος ο Ενάγοντας για τη δεύτερη επισκευή. Μετά και τη δεύτερη επισκευή, σε διάστημα δύο ημερών, το αυτοκίνητο ξαναπαρουσίασε προβλήματα, το Πάσχα 2002, και τότε τον πληροφόρησε ο Εναγόμενος 1, ότι το αυτοκίνητο, του το είχε προμηθεύσει η Εναγομένη 2, για να αποποιηθεί της ευθύνης τους ως πωλητής. Ο μηχανικός κ. Κυριάκου (Μ.Υ.2), του υποσχέθηκε ότι θα το επιδιόρθωνε, αλλά ακόμη και μετά την τρίτη επιδιόρθωση, το αυτοκίνητο δεν λειτουργούσε σωστά. Ο ίδιος αρνήθηκε να καταβάλει οποιαδήποτε άλλα ποσά στον κ. Κυριάκου, τον μηχανικό, και το αυτοκίνητο παρέμεινε ακινητοποιημένο έκτοτε στον Λυθροδόντα. Τα προβλήματα του συγκεκριμένου αυτοκινήτου προέκυψαν λόγω των συστημάτων που υπήρχαν στο συγκεκριμένο όχημα, τα οποία αν αφαιρούντο θα μπορούσαν να το καταστήσουν λειτουργήσιμο, σύμφωνα με τον εμπειρογνώμονα κ. Χαράκη (Μ.Ε.3). ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Θα πρέπει προτού αποφασιστεί οποιοδήποτε άλλο θέμα, να αποφασιστεί κατά πόσο υπήρξε συμφωνία πώλησης και με ποιον. Τα πραγματικά στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι το Τεκμήριο 1, που αφορά την παραγγελία του Ενάγοντα για το συγκεκριμένο αυτοκίνητο, Subaru Impreza, η οποία είχε απευθυνθεί προς τον Εναγόμενο 1, στις 17/11/
- Όμως, η αίτηση για εγγραφή του συγκεκριμένου αυτοκινήτου είχε απευθυνθεί, δηλαδή υπογραφτεί, από την Εναγομένη 2, ο μηχανικός Κυριάκος Κυριάκου είχε πληρωθεί, στις 12/12/2001 από την Εναγομένη 2 για την επιδιόρθωση του αυτοκινήτου, ενώ η επιταγή που είχε εκδοθεί για την πληρωμή του αυτοκινήτου, είχε εξαργυρωθεί στις 21/11/2001, από την Εναγομένη 2, Τεκμήριο 7, και είχε καταβληθεί από τον Εναγόμενο
- Εγείρεται λοιπόν το ερώτημα, κατά πόσο ο Εναγόμενος 1 ενεργούσε ως εκπρόσωπος «agent», της Εναγομένης 2 ή κατά πόσο πραγματοποίησε την πώληση του συγκεκριμένου αυτοκινήτου επ' ονόματί του. Η θέση του Εναγόμενου 1, όπως εκφράστηκε από τον ίδιο, ήταν ότι ενεργούσε ως μεσάζοντας. Ο όρος «μεσάζοντας» έχει ερμηνευθεί στο σύγγραμμα του Benjamin Sale of Goods, 7η εκδ., παράγρ.7-032, σελ.365, ως ακολούθως: «Mercantile agents. The provisions of the Act of 1889 relating to the question of agency apply to dispositions by mercantile agents. For the purposes of this Act, the expression "mercantile agent" is defined in section 1
(1)to mean "a mercantile agent having in the customary course of his business as such agent authority either to sell goods, or to consign goods for the purpose of sale, or to buy goods, or to raise money on the security of goods". The mere fact that a person is an agent is therefore insufficient to enable him to pass a good title by disposing of the goods. The authority given to him by the owner or with which he is customarily endowed must be such that, if carried to its normal result, it would end in his selling the goods, or consigning them for sale, buying goods or raising money on the security of goods. Thus a mere clerk or servant, carrier, warehouseman or other bailee will not by a mercantile agent. But the words "in the customary course of his business as such agent" do not require that he should be a person whose occupation corresponds to that of some known kind of commercial agent, such as a factor. He can be a mercantile agent even though his general occupation is that of an independent dealer in the goods in question or if he is authorised to act as a mercantile agent on a single occasion or by only one principal.» Δεν υπήρξε οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η Εναγομένη 2 είχε εξουσιοδοτήσει τον Εναγόμενο 1 να πωλήσει το συγκεκριμένο αυτοκίνητο. Από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει από το Τεκμήριο 1, ότι ο Ενάγοντας αγόρασε από τον Εναγόμενο 1 ένα αυτοκίνητο μάρκας Subaru Impreza, με αριθμό μηχανής GC8-056917, για το ποσό των Λ.Κ.14.800- και είχε καταβάλει με επιταγή το ποσό των Λ.Κ.13.500-. Η συγκεκριμένη παραγγελία εγκρίθηκε από τον Εναγόμενο 1 και ουδέποτε κατά την αγορά του αυτοκινήτου αποκαλύφθηκε η ύπαρξη της Εναγομένης 2. Αντίθετα, ο Εναγόμενος 1 πρόσθεσε στην τιμή Λ.Κ.1.200- για να το μεταπωλήσει στον Ενάγοντα. Στο σύγγραμμα του Chitty on Contracts, Volume II, παράγρ.31-085 καταγράφονται τα ακόλουθα: «When agent liable and entitled. The fact that a person is an agent and is known to be so does not therefore of itself necessarily prevent his incurring personal liability..... Whether this is so is to be determined by the construction of the contract, if written and by its nature and the surrounding circumstances.» (Βλ. Foxtons Ltd v. Thesleff [2005] EWCA Civ. 514,
(2005)2 EG.LR.29.) Ενώ στην παράγρ.31-096, σελ.62 του ίδιου συγγράμματος, αναφέρεται ότι: «Likewise where an agent...... or where his evidence on this question is disbelieved by the Court he may be held personally liable for the contract» (Βλ. Herson v. Barnett
(1955)1 QB 98.) Στην παράγρ.31-089, σελ.59 του ίδιου συγγράμματος καταγράφεται : «Undisclosed principal. A very important exception that an agent is neither entitled to sue nor liable to be sued on a contract made by him in a representative capacity is to be found where an authorised agent makes the contract in his own name without disclosing the fact that he is acting on behalf of another. On such contracts he can sue and be sued in his own name because he is then to all appearances the real contracting party.» Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές και έχοντας απορρίψει τη μαρτυρία του κ. Γρηγορίου, Εναγόμενου 1, θεωρώ ότι η πώληση του αυτοκινήτου είχε ολοκληρωθεί μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου 1 και όχι μεταξύ του Ενάγοντα και της Εναγόμενης Εταιρείας
- Ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 παραδέχθηκε στη μαρτυρία του ότι είχε αποκαλύψει την ύπαρξη της Εναγομένης 2 στον Ενάγοντα, μετά που παρουσιάστηκαν τα προβλήματα στο αυτοκίνητο. Αν ο Εναγόμενος 1 ενεργούσε ως μεσάζοντας, ο κ. Νίκος Λοΐζου δεν θα αναλάμβανε τόσες πολλές πρωτοβουλίες και δεν θα μεταφερόταν το αυτοκίνητο στη μάντρα του Εναγόμενου 1 για να συμπληρωθεί το Τεκμήριο 1, αλλά όλες οι διεργασίες θα γίνονταν στη μάντρα της Εναγομένης 2, η σύμβαση πώλησης θα υπογραφόταν από την Εναγομένη 2 και το αυτοκίνητο θα παραδινόταν από εκεί, το ίδιο θα ίσχυε και για την πληρωμή, ενώ δεν θα υπήρχε επίσης και η διαφορά στην τιμή πώλησης του οχήματος, δηλαδή ο Εναγόμενος θα το πωλούσε Λ.Κ.13.500- και όχι Λ.Κ.14.800-. Οπόταν, με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία που προσκομίσθηκε, έχω απορρίψει τη μαρτυρία του Εναγομένου
- Ο Εναγόμενος 1 ήταν ο πωλητής του αυτοκινήτου και όχι η Εναγομένη
- Πωλώντας το αυτοκίνητο Subaru Impreza στον Ενάγοντα, ο Εναγόμενος 1 όφειλε να διασφαλίσει ότι αυτό ήταν αποδεκτής ποιότητας, σύμφωνα και με το άρθρο 16
(2)
(3)και
(4)του περί Πώλησης Αγαθών Νόμου (Ν.10(Ι)/1994). Το άρθρο 16, εδάφια
(2),
(3)και
(4)προβλέπουν τα ακόλουθα: «
(2)Όταν ο πωλητής πωλεί αγαθά κατά τη διεξαγωγή των εργασιών του, υπάρχει σιωπηρός ουσιώδης όρος ότι τα αγαθά τα οποία προμηθεύει δυνάμει της σύμβασης είναι αποδεκτής ποιότητας.
(3)Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, αγαθά είναι αποδεκτής ποιότητας, αν ανταποκρίνονται στο επίπεδο το οποίο κάποιο λογικό πρόσωπο θα θεωρούσε ως αποδεκτό, αφού ληφθεί υπόψη οποιαδήποτε περιγραφή των αγαθών, η τιμή (εφόσο είναι σχετική) και κάθε άλλη συναφής περίσταση.
(4)Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, η ποιότητα των αγαθών περιλαμβάνει την κατάστασή τους, τα ακόλουθα δε (μεταξύ άλλων) αποτελούν σε κατάλληλες περιπτώσεις παράγοντες συναφείς με την ποιότητα των αγαθών, δηλαδή- (α) Η καταλληλότητα για όλους τους σκοπούς για τους οποίους τα αγαθά του συγκεκριμένου είδους συνήθως προμηθεύονται, (β) η εμφάνιση και η τελική επεξεργασία, (γ) η ανυπαρξία μικροελαττωμάτων, (δ) η ασφάλεια, (ε) η ανθεκτικότητα». Ο όρος «αποδεκτής ποιότητας» έτυχε ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων των αγγλικών Δικαστηρίων, καθώς και του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ο συγκεκριμένος όρος επεξηγήθηκε στην απόφαση Grant v. Australian Knitting Mills Ltd
(1935)All ER 209, ως ακολούθως: «The goods should be in such a state that the buyer, fully acquainted with the facts, and therefore knowing what hidden defects exist and not being limited to their apparent condition would buy them without abatement of the price obtainable for such goods». Στην υπόθεση Bernstein v. Pamson Motors (Golders Green) Ltd
(1987)2 All ER 220, η οποία αφορούσε μεταχειρισμένα αυτοκίνητα αναφορικά με την αποδεκτή ποιότητα, λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Δικαστή Rougie: «Though it may be possible to define in positive terms what makes a merchantable motor car it must be simpler to attempt some sort of analysis of factors which may make a car merchantable». Προχώρησε το Δικαστήριο στην υπόθεση Bernstein (ανωτέρω) και καθόρισε κριτήρια τα οποία θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στην κρίση του κατά πόσο ένα όχημα είναι αποδεκτής ποιότητας. Καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «
- a)Whether the car was capable of being driven in safety
- b)The ease or otherwise with which the defect could be remedied
- c)Whether the defect was of such kind that it was capable of being satisfactorily repaired as to produce a result as good as new, taking into account not only the parts at the site of the defect but also any other potential damage.
- d)Whether there was a succession of minor defects to be taken into consideration; and
- e)In appropriate cases, any cosmetic factors.» Στην υπόθεση Bartlett v. Sidney Marcus Ltd
(1965)2 All E.R. 753, η οποία αφορούσε επίσης μεταχειρισμένο αυτοκίνητο (second-hand car), ο Λόρδος Denning είπε ότι: «( ...... ) second hand car, it is merchantable if it is in usable condition, even though not perfect.» Σίγουρα, με τη φράση «not perfect» (όχι τέλειο) υπονοείται ότι ως μεταχειρισμένο, δεν θα είναι στην ίδια κατάσταση όπως ένα καινούριο, πλην όμως για να θεωρείται ότι είναι αποδεκτής ποιότητας, έστω και μεταχειρισμένο, πρέπει να βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση που να εξυπηρετεί τον σκοπό για τον οποίο αγοράστηκε, «fit for the purpose». Για να εξυπηρετεί το σκοπό για τον οποίο αγοράστηκε θα πρέπει να μπορεί να οδηγείται με ασφάλεια στο δρόμο (βλ. Bartlett v. Sidney Marcus Ltd (ανωτέρω)). Στην υπόθεση Crowther v. Shannon Motor Co (a firm)
(1975)1 All E.R. 139, ο όρος «fit for the purpose», στην έκταση που αφορά αυτοκίνητα, επεξηγήθηκε ως: «Fitness for purpose means, in the context of the sale of a car, to go as a car for a reasonable time». Φυσικά, η ποιότητα και η κατάσταση ενός μεταχειρισμένου αυτοκινήτου εξαρτώνται από τη χρήση και την απόσταση που διάνυσε το αυτοκίνητο μέχρι την ημέρα που θα το αγοράσει ο αγοραστής. Σε γενικές γραμμές, η ποιότητα όλων των μεταχειρισμένων προϊόντων θα κριθεί με βάση τα γεγονότα. Ο έντιμος Δικαστής Salmon J. στην υπόθεση Bartlett (ανωτέρω), είπε ότι: «The question whether or not goods are of merchantable quality is essentially a question of fact.» Στο σύγγραμμα Commercial Law του Goodge, στις σελίδες 218 και 219 καταγράφεται ότι: «The buyer is entitled to reject goods which do not conform to the contract description or are not of merchantable quality or fit for their purpose.» Στο ίδιο σύγγραμμα, στη σελίδα 266: «The duty to see that the goods are merchantable is not a continuing obligation; it is required to be satisfied only at the point of delivery.» Περαιτέρω, στη σελίδα 279: «As with merchantable quality the implied condition of fitness is not a continuing duty but is a once for all obligation which has to be satisfied at the time of delivery. On the other hand, if the goods cease to function or evince defects within a shorter period than normal that is evidence of the fact that they were not in proper condition when delivered.» Σύμφωνα με τις πιο πάνω παραταθείσες αρχές, σίγουρα το αυτοκίνητο που είχε αγοράσει ο Ενάγοντας δεν αναμενόταν να ήταν τέλειο και απαλλαγμένο από οποιοδήποτε πρόβλημα. Αυτό που αναμενόταν όμως σίγουρα, ήταν να είναι σε λειτουργήσιμη κατάσταση και όχι να κάψει από την πρώτη μέρα οδήγησής του, τη μηχανή του. Τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, σίγουρα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο δεν εξυπηρετούσε το σκοπό για τον οποίο αγοράστηκε και δεν ανταποκρινόταν στην ποιότητα που αναμένεται να έχει ένα μεταχειρισμένο αυτοκίνητο, το οποίο πωλείται για Λ.Κ.14.700-, όπως ήταν αυτή τούτη η πραγματική αξία του τη δεδομένη στιγμή. Το επόμενο ζήτημα που χρήζει εξέτασης είναι το θέμα της αποδοχής ή απόρριψης από τον αγοραστή των αγαθών τα οποία είναι ελαττωματικά ή δεν ανταποκρίνονται στο επίπεδο το οποίο ένα λογικό πρόσωπο θα θεωρούσε αποδεκτό ή ότι δεν είναι αποδεκτής ποιότητας. Όταν παραδοθούν αγαθά τα οποία είναι ελαττωματικά ή δεν ανταποκρίνονται στο επίπεδο, το οποίο λογικό πρόσωπο θα θεωρούσε αποδεκτό ή δεν είναι αποδεκτής ποιότητας, ο αγοραστής έχει δύο επιλογές, είτε να αποδεχτεί τα αγαθά ή να τα απορρίψει και να θεωρήσει τη συμφωνία ότι τερματίζεται ένεκα παράβασής της. Σχετικά με τις επιλογές του αγοραστή σε τέτοια περίπτωση στο σύγγραμμα του Goodge (ανωτέρω), στη σελ.298, καταγράφονται τα ακόλουθα: «Where defective goods are tendered the buyer has but two alternatives to adopt the contract or to reject the goods and thereby treat the contract as discharged. The typical buyer confronted with defective goods does not do either of these things. He tells the seller that the goods are not accepted in the condition in which they are tendered and asks that they be repaired or replaced. The tender is rejected but the buyer holds the contract open for performance by a fresh tender.» (Bλ. επίσης Benjamin Sale of Goods , παράγραφο 4-006, σελ.180.) Επίσης, στη σελίδα 219 του πιο πάνω συγγράμματος, αναφέρονται τα εξής: «Where the contract is for the sale of specific goods which are rejected by the buyer he can repair the goods so as to put them into proper condition.» Το γεγονός ότι ο αγοραστής δίδει την ευκαιρία στον πωλητή να προβεί σε επιδιόρθωση των αγαθών που είναι ελαττωματικά, δεν σημαίνει ότι χάνει το δικαίωμά του να τερματίσει και/ή ακυρώσει τη συμφωνία αν η επιδιόρθωση δεν είναι αποτελεσματική και δεν οδήγησε στο να λειτουργούν ή να εργάζονται κανονικά τα προϊόντα. Παραπέμπω σχετικά στη σελίδα 310 του συγγράμματος του Goodge, στο εξής απόσπασμα: «The buyer is also entitled to a reasonable time to decide whether to accept or reject, and for that purpose to ascertain what it would cost to repair the goods, how long repairs would take and whether a replacement is available either from the seller or from some other source. Not uncommonly, the seller will offer either to repair the goods himself or to send them back to the manufacturer for repair. If the buyer accepts this offer does he thereby adopt the sale so as to bar rejection if the repairs are not satisfactorily carried out'. Plainly the answer is no. His acceptance is conditional only. What he is in effect saying is that if the goods are satisfactorily repaired he will take them and if not he expects his money back. . . . ...» Μια ερώτηση που πρέπει να απαντάται, έχοντας υπόψη την κατάσταση του αυτοκινήτου, είναι: «Whether the defect is of such a kind that it is in act capable of being satisfactorily repaired so as to produce a result as good (...)». (Βλ. Bernstein v. Pamson Motor (Golden Green) Ltd
(1987)2 All E.R. 220.) Αν το πρόβλημα είναι κάτι που διορθώνεται, τότε ο πωλητής υποχρεούται να προβεί σε διαβήματα, έτσι ώστε να φτιαχτεί το αυτοκίνητο και να καταστεί ικανό για οδήγηση και να μπορεί να οδηγείται με ασφάλεια από τον αγοραστή. Το κόστος ολόκληρο θα το επιβαρυνθεί ο πωλητής. Αν η μηχανή καταστραφεί εξ ολοκλήρου, τότε το πρόβλημα θεωρείται σοβαρό σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης Crowther v. Shannon Motor Co (a firm) (ανωτέρω). «(.) replacing the engine was very different from a minor repair» Σχετικό είναι επίσης και το ακόλουθο απόσπασμα από το ίδιο σύγγραμμα, Goodge, στη σελίδα 294: «(ii) Repair. Where the seller instead of replacing defective goods tendered under the contract of sale, repairs the goods and sends them back to the buyer then if the repairs prove to have been ineffective to restore the goods to the condition called for by the contract the buyer can exercise the same rights and remedies as on the original non-conforming tender.» Ερχόμενη στα κυπριακά δεδομένα, σύμφωνα με τον περί Πώλησης Αγαθών Νόμο 10(Ι)/1999, άρθρο 42, εδάφιο
(1), καταγράφονται σχετικές πρόνοιες αναφορικά με το πότε θεωρείται ότι ο αγοραστής αποδέχτηκε τα αγαθά: «Ο αγοραστής θεωρείται ότι αποδέχτηκε τα αγαθά: (α) Αν αυτός δηλώσει στον πωλητή την αποδοχή αυτών (β) αν, αφού παραδοθούν σε αυτόν τα αγαθά, αυτός προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια αναφορικά με αυτά η οποία αντίκειται προς το δικαίωμα κυριότητας του πωλητή.» Στην υπόθεση Bernstein v. Pamson Motors (Golden Green) Ltd 220, (ανωτέρω), γίνεται αναφορά στο θέμα του τι είναι λογικός χρόνος εξέτασης ενός αντικειμένου. Με βάση το s.34
(1)του Sales of Goods Act 1979 της Αγγλίας: «Where goods are delivered to the buyer, and he has not previously examined them, he is not deemed to have accepted them until he has had a reasonable opportunity of examining them for the purpose of ascertaining whether they are in conformity with the contract.» Το s.59 του ίδιου Νόμου συμπληρώνει και καθορίζει ότι: «A reasonable time is defined as a question of fact, no more, as if it could be anything else.» Με βάση τον περί Πώλησης Αγαθών Νόμο 10(Ι)/1999, άρθρο 64: «(......) το ερώτημα εύλογος χρόνος αποτελεί ζήτημα πραγματικό.» Για ένα αυτοκίνητο, λογικά αποδεκτός χρόνος εξέτασης θα θεωρείται το διάστημα κατά το οποίο ο αγοραστής θα έχει την ευκαιρία να οδηγήσει το αυτοκίνητο και να το δοκιμάσει και όχι απλά να το δει εξωτερικά για οποιεσδήποτε ατέλειες. Εάν ο αγοραστής βρει ένα πρόβλημα στο αυτοκίνητο πριν το πέρας του λογικά αποδεκτού χρόνου και δεν το φέρει ης γνώση του πωλητή, τότε θεωρείται ότι αποδέχεται το αυτοκίνητο. «(..) stating merely that once a buyer has had the goods for a reasonable time, not, be it noted, related to the opportunity to discover any defect, he is deemed to have accepted them» (Βλ. s.35 Sales of Goods Act 1979 και την υπόθεση Bernstein v. Pamson Motors(Golden Green) Ltd
(1987)2 All E.R.220.) Εάν όμως επιστρέψει το όχημα σε λογικά αποδεκτό χρόνο για το λόγο ότι βρήκε κάποιο πρόβλημα, ο πωλητής, θα είναι ανάλογα με τους όρους που συμφωνήθηκαν, υπόχρεος να λάβει τα μέτρα του έτσι ώστε το όχημα που πώλησε να είναι σε κατάσταση που να επιτρέπει στον οδηγό να το οδηγά και να το οδηγά με ασφάλεια. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές, όπως προσπάθησα να τις σκιαγραφήσω, και εφαρμόζοντας τις στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης με βάση τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει, διαπιστώνω πρώτον, ότι το αυτοκίνητο που είναι το αντικείμενο της επίδικης συμφωνίας πώλησης δεν ήταν αποδεκτής ποιότητας λόγω των προβλημάτων και ελαττωμάτων που παρουσίασε από την αρχή κατά τη λειτουργία του. Δεύτερον, ο Ενάγοντας μόλις έθεσε το αυτοκίνητο σε λειτουργία, μετά την παράδοσή του, διαπίστωσε ότι η λειτουργία του δεν ήταν δυνατή και αμέσως κοινοποίησε το γεγονός αυτό στον Εναγόμενο 1, ζητώντας αρχικά τα λεφτά του και στη συνέχεια αποδέχθηκε να επιδιορθωθεί το αυτοκίνητο. Τρίτον, ο Ενάγοντας έδωσε αρκετές και επανειλημμένες ευκαιρίες στον μηχανικό του Εναγομένου 1 να προβεί σε επιδιόρθωση του αυτοκινήτου, που ήταν ελαττωματικό, χωρίς οποιοδήποτε όμως αποτέλεσμα. Εγείρεται το ερώτημα, κατά πόσο ο Ενάγοντας αποδέχθηκε το αυτοκίνητο. Από αυτά τούτα τα γεγονότα όπως παρατέθηκαν, ο Ενάγοντας ενήργησε με τέτοιο τρόπο, λάμβανε τέτοιες πρωτοβουλίες στην επιδιόρθωση του οχήματος, που αντίκειντο προς το δικαίωμα κυριότητας του πωλητή. Δηλαδή, έδινε οδηγίες στον μηχανικό Κυριάκο Κυριάκου για τη δεύτερη και τρίτη επιδιόρθωση του αυτοκινήτου, χωρίς την έγκριση του Εναγομένου 1. Επιπρόσθετα, ενώ αξίωσε την επιστροφή των λεφτών του με την επιστολή, Τεκμήριο 5, είχε και συνέχιζε να έχει στην κατοχή του το αυτοκίνητο. Θεωρώ ότι η συμπεριφορά του Ενάγοντα ήταν τέτοια που του αποστέρησε το δικαίωμα τερματισμού της σύμβασης πώλησης. ΑΠΟΖΗΜΕΙΩΣΕΙΣ Ο Ενάγοντας με γραπτή επιστολή του δικηγόρου του, Τεκμήριο 5, ημερομηνίας 29/07/2002, αξίωσε την επιστροφή του τιμήματος αγοράς, καθώς και αποζημιώσεις. Εγείρεται όμως το εύλογο ερώτημα, αν ο Ενάγοντας άσκησε δεόντως το δικαίωμά του για επιστροφή του τιμήματος με την επιστολή του ημερομηνίας 29/07/2002, αφού πρώτον, ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε αποδέχτηκε τον τερματισμό και δεύτερον υπήρξε καθυστέρηση δύο ετών στον τερματισμό μετά την παραλαβή του αυτοκινήτου, παρόλο που το πρόβλημα υπήρχε από την αρχή και ο Ενάγοντας συνεχίζει να κατέχει το όχημα μέχρι σήμερα, έχοντας προβεί σε ενέργειες ασυμβίβαστες με το δικαίωμα κυριότητας του πωλητή. Θα πρέπει επίσης να γίνει υπενθύμιση πως στην περίπτωση αποκατάστασης των μερών μετά τον τερματισμό μίας σύμβασης, η αρχή είναι να αποκατασταθούν τα μέρη στη θέση την οποία βρίσκονταν αρχικά. Ωστόσο, ενόψει της συμπεριφοράς του Ενάγοντα, να μην τερματίσει έγκαιρα την επίδικη συμφωνία, θα ήταν άδικο για τον Εναγόμενο 1 να διαταχθεί να επιστρέψει το τίμημα, γιατί θα έπαιρνε πίσω ένα αυτοκίνητο το οποίο σήμερα στοιχίζει πολύ λιγότερα, ενώ θα επέστρεφε ολόκληρο το τίμημα στον Ενάγοντα ο οποίος το κατείχε και κατέχει το αυτοκίνητο, έχοντας προβεί σε δικές του επιδιορθώσεις. Ως εκ τούτου, μόνο αποζημιώσεις δικαιούται να του επιδικαστούν για τη ζημιά από την παράβαση των σιωπηρών όρων της σύμβασης πώλησης. Επισημαίνεται πως ο Ενάγοντας είχε το δικαίωμα πέραν από τη ζημιά που υφίσταται λόγω του ελαττώματος του αυτοκινήτου, να διεκδικήσει και οποιαδήποτε άλλη ειδική ζημιά στη βάση των προνοιών του Ν.10(Ι)/94, άρθρο 60, πράγμα το οποίο έπραξε. Ο ίδιος καθόρισε ως ειδικές αποζημιώσεις την απώλεια χρήσης του συγκεκριμένου αυτοκινήτου. Τέτοιου είδους αποζημιώσεις, δηλαδή ειδικές, πρέπει να αποδεικνύονται με αυστηρότητα. Ο Ενάγοντας δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με την απώλεια αυτή, αντίθετα ανέφερε ότι έκανε δάνειο ύψους Λ.Κ.4.500-, για την αγορά νέου αυτοκινήτου. Όμως, λόγω του ότι έχει διαπιστωθεί παράβαση της εγγυητικής διαβεβαίωσης, ότι το αυτοκίνητο ήταν κατάλληλο για οδήγηση και δεν θα ήταν αποδεκτής ποιότητας, ο Ενάγοντας δικαιούται να αποζημιωθεί. Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Benjamin Sale of Goods, παράγρ.17-051, σελ.1069: «... measure of damages for breach of the seller´s contractual undertaking as to quality or condition of the goods is the difference between (a) the value of the goods if they complied with the undertaking, measured at the time and place of delivery; and (b) the actual value of the goods, in their actual condition, at the same time and place. With the sum of money which amounts to this difference, the buyer should (so far as the value of defective goods is concerned) be put into the financial position he would have been in if the seller had complied with his undertaking». Ενώ στην παράγραφο 16-074, σελ.1015, του ίδιου συγγράμματος, διαβάζουμε: «... for a buyer, faced with a breach of contract by the seller, the relevant market price is normally the buying price.....» Η απώλεια του Ενάγοντα μπορεί να εκτιμηθεί στο ποσό των Λ.Κ.2.405- ήτοι €4.109,19 που ο ίδιος πλήρωσε για την επιδιόρθωση του συγκεκριμένου αυτοκινήτου καθώς επίσης και το εύλογο ποσό των Λ.Κ.4.000- ήτοι €6.834,41 για την αξία του αυτοκινήτου. Το ποσό των Λ.Κ.13.500- μειώθηκε λόγω του ότι ο Ενάγοντας είχε καθήκον να περιορίσει τη ζημιά του (mitigate his loss), πράγμα που δεν έπραξε και άφησε το συγκεκριμένο αυτοκίνητο ακινητοποιημένο, χωρίς να προβεί σε οποιεσδήποτε άλλες ενέργειες, γνωρίζοντας το πόρισμα του κ. Χαράκη (Μ.Ε.3), ότι το αυτοκίνητο μπορούσε να φτιαχτεί. Έρχομαι τώρα στην αξίωση του Εναγομένου 1 για συνεισφορά. Υπό το φως της αξιολόγησης μου επί της προσαχθείσας μαρτυρίας, των ευρημάτων στα οποία κατέληξα και εφόσον η μαρτυρία που προσκομίσθηκε από πλευράς Εναγόμενου 1 κρίθηκε αναξιόπιστη, ο Εναγόμενος 1 απέτυχε να αποσείσει το νομικό βάρος απόδειξης που είχε, σε σχέση με την απαίτησή του για συνεισφορά. Αναξιόπιστη μαρτυρία δεν αποτελεί αποδεικτικό υλικό. Δεν αποδεικνύει τίποτα. Μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να προσμετρήσει στην επενέργεια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Ως θέμα αρχής και νομολογιακής τάξης η αξιοπιστία των μαρτύρων διαχωρίζεται από την απόσειση του βάρους της απόδειξης. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Kades v. Nicolaou and another
(1986)1 C.L.R.212 στις σελίδες 215-216: «... ... ... One other distinction trial Courts must always keep in mind is that between findings of fact and the application of the rules relevant to the discharge of the evidential burden of proof. Ponderation of the discharge of the burden of proof cast on a party can only be made by reference to evidence accepted by the Court as credible. Adjudication on the credibility of witnesses is a matter wholly separate and distinct from the balancing of the evidence in order to ascertain on which side it preponderates. If the evidence of a witness is rejected as unworthy of credit there is nothing to weigh thereafter. The rules defining the burden of proof and the circumstances of its discharge, have nothing to do with the credibility of witnesses. A witness may either be believed or disbelieved (wholly or in part) according to the view taken of his credibility by the Court. A question of discharge of the burden of proof can only arise if there is credible evidence to weigh on the two sides. If there is no credible evidence to support the case of the party upon whom the burden of proof lies, as in this case, there is nothing to weigh thereafter. ....» Δέστε επίσης την απόφαση Αθανασίου ν. Κουνούνης
(1997)1 Α.Α.Δ.135 και Wynne v Mavronicolas
(2009)1(Β) ΑΑΔ
- Συνεπακόλουθα, κρίνεται ορθό και δίκαιο όπως ο Ενάγοντας αποζημιωθεί στη βάση των γενικών αποζημιώσεων για την αξία των επιδιορθώσεων, δηλαδή Λ.Κ.2.405 (€4.109,19). Επίσης, μπορεί να του αποδοθεί ως γενική αποζημίωση, η μείωση της αξίας του αυτοκινήτου, αφού για τόσα χρόνια δεν έχει χρησιμοποιηθεί, δηλαδή Λ.Κ.4.000- (€6.834,41). Δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τα έξοδα που θα προκύψουν για αποκατάσταση του αυτοκινήτου, οπόταν δεν μπορούν να αποδοθούν. Σημειώνεται ότι το αυτοκίνητο βρίσκεται ακόμη στην κατοχή του Ενάγοντα και σύμφωνα με τη μαρτυρία του εμπειρογνώμονα, είναι σε λειτουργήσιμη κατάσταση. Όσον αφορά την αξίωση του Ενάγοντα εναντίον της Εναγομένης 2, αυτή απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του. Επίσης, απορρίπτεται η απαίτηση του Εναγομένου 1 για συνεισφορά από την Εναγόμενη
- Εκδίδεται, με βάση τα πιο πάνω, απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και ενταντίον του Εναγομένου 1, για το ποσό των Λ.Κ.6.405- (€10.943,59), πλέον νόμιμο τόκο από 20/01/
- Επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου 1, τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού. Όσον αφορά τα έξοδα της Εναγομένης 2, αυτά θα βαραίνουν τον Ενάγοντα, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο