ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΣ ν. ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ, Αρ. Αγωγής: 924/07, 22 Ιουνίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 924/07 Μεταξύ: ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΣ Ενάγοντας και ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΣΠΕΤΣΙΩΤΗΣ Εναγομένου και MAMAΣ ΑΘΗΝΟΔΩΡΟΥ Τριτοδιάδικος Ημερομηνία: 22 Ιουνίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κ. Α.Παπαλλής. Για τον Εναγόμενο: κ. Χ. Κυριακίδης. Για τον τριτοδιάδικο: κα Ν.Οικονόμου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο ενάγων αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και ζημιές που υπέστη συνεπεία τραυματισμού του στις 17/8/06 σε τροχαίο δυστύχημα με εμπλεκόμενα οχήματα το υπ' αριθμό εγγραφής XL057 στο οποίο ήταν συνεπιβάτης και το υπ΄αριθμό εγγραφής ΚΗΖ520 που οδηγούσε ο εναγόμενος. ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ Όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης ο βασικός ισχυρισμός του ενάγοντα είναι ότι το όχημα ΚΗΖ520 εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας σε σχέση με την πορεία του και ανέκοψε την πορεία του οχήματος στο οποίο επέβαινε ο ενάγοντας προκαλώντας το επίδικο δυστύχημα. Στην Υπεράσπιση του ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ενώ οδηγούσε επιμελώς το όχημα του ΚΗΖ520 μοτοσυκλέτα που οδηγείτο από τον τριτοδιάδικο αμελώς εισήλθε στην πορεία του εναγόμενου από παρακείμενη πάροδο και απότομα ανέκοψε την πορεία του εναγόμενου με αποτέλεσμα ο εναγόμενος για να αποφύγει την σύγκρουση με τον τριτοδιάδικο εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και επέπεσε επί του οχήματος στο οποίο επέβαινε ο ενάγοντας. Μεταξύ εναγόμενου και τριτοδιαδίκου ανταλλάγησαν δικόγραφα. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Κατά την ακροαματική διαδικασία που διεξήχθη από πλευράς ενάγοντα κατέθεσαν 9 συνολικά μάρτυρες ως ακολούθως: Μ.Ε.1 - Αστ. 1546 Α.Κκαϊλής Μ.Ε.2 - Θεόδωρος Μαυρής Μ.Ε.3 - Γιαννάκης Παπανικόλα (Ενάγοντας) Μ.Ε.4 - Ρίτα Φραγκοπούλου Μ.Ε.5 - Γιαννάκης Κέκκος Μ.Ε. 6 - Χαράλαμπος Οικονομίδης Μ.Ε. 7 - Στέλιος Κοκκής Μ.Ε. 8 - Δρ. Θεόδωρος Παλλαρής. Μ.Ε. 9 - Δρ. Ανδρέας Τάνος. Από πλευράς εναγομένου κατέθεσαν τρεις μάρτυρες ως εξής: ΜΥ1 - Δρ. Ηλίας Γεωργίου. ΜΥ2 - Μαρία Κοκκίνου. ΜΥ3 - Εναγόμενος. Από πλευράς τριτοδιαδίκου κατέθεσε ο ίδιος ο τριτοδιάδικος και ακόμη ένας μάρτυρας ο Κώστας Ζαχαρίου. Μαρτυρία από πλευράς ενάγοντα Ο ΜΕ1 είναι ο εξεταστής του επίδικου δυστυχήματος. Κατέθεσε πρόχειρο και συμμετρικό σχεδιάγραμμα της σκηνής ως Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα. Σύμφωνα με τα ευρήματα του η σύγκρουση επεσυνέβη στην πορεία του οχήματος XL057, δηλαδή στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας συμφώνως της πορείας του εναγόμενου. Αναφέρθηκε ο ΜΕ1 στις μετρήσεις που έκαμε στην σκηνή και εξήγησε τα ευρήματα του. Όσον αφορά τις ζημιές των ενεχομένων οχημάτων στο όχημα ΚΗΖ520 υπήρχαν ζημιές σε όλο το μπροστινό μέρος και είχε ανοίξει ο αερόσακος του οδηγού και συνεπιβάτη. Όσον αφορά το όχημα Xl057 και σε αυτό οι ζημιές ευρίσκονταν σε όλο το μπροστινό μέρος. Η σύγκρουση μεταξύ των ενεχομένων οχημάτων ήταν μετωπική. Από τους εμπλεκόμενους οδηγούς ο ΜΕ1 έλαβε καταθέσεις. Πρόκειται για τα Τεκμήρια 3 και 4 (κατάθεση και γραπτή κατηγορία εναγόμενου), το Τεκμήριο 5 (κατάθεση τριτοδιάδικου) και Τεκμήριο 7 (κατάθεση ενάγοντα). Στο μέρος όπου έγινε το δυστύχημα υπήρχε απεριόριστη ορατότητα και στις δύο κατευθύνσεις, ενώ στο οδόστρωμα υπήρχε συνεχής άσπρη γραμμή που υποδηλούσε ότι απαγορεύετο το προσπέρασμα. Ο ΜΕ2 ήταν ο οδηγός του οχήματος XL
- Σε κάποιο σημείο του δρόμου μπήκε στο αυτοκίνητο του ο ενάγων ως συνοδηγός και σε λίγη απόσταση ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο του είδε ένα αυτοκίνητο που ερχόταν κατά πάνω του στην δική του λωρίδα. Το μόνο που πρόλαβε να κάνει ήταν να πατήσει τα φρένα του και στην συνέχεια τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν μετωπικά. Η σύγκρουση έγινε στην λωρίδα που οδηγούσε ο ΜΕ
- Ο ενάγων και συνοδηγός του τραυματίστηκε και ειδοποίησαν ασθενοφόρο που ήρθε στο μέρος και τον πήρε στο νοσοκομείο. Επίσης στο μέρος ειδοποιήθηκε και ήρθε αστυνομία. Ο ΜΕ2 έχει αποζημιωθεί για το επίδικο δυστύχημα. Στην αντεξέταση διευκρίνισε ότι το όχημα του εναγόμενου το είχε δει στα 5 με 6 μέτρα να παίρνει την δική του λωρίδα και αμέσως ο ΜΕ2 χρησιμοποίησε τα φρένα του. Ο ΜΕ3 είναι ο συνοδηγός στο όχημα XL
- Αναφερόμενος στο επίδικο δυστύχημα είπε ότι όταν το όχημα εισήλθε στον δρόμο προς Ξυλοφάγου που είναι ένας ευθύς δρόμος είχε δει από την αντίθετη κατεύθυνση ένα μοτοποδήλατο στην μέση του δρόμου. Η απόσταση που το είδε ήταν στα 80 μέτρα. Σε κάποια φάση ενώ το μοτοποδήλατο ήταν στο κέντρο του δρόμου πήγε στην αριστερή άκρια του δρόμου, πέρασε την πάροδο που υπήρχε και κατευθύνθηκε στο δρόμο προς τα δεξιά. Σε κάποιο στάδιο ο ΜΕ3 είδε το αυτοκίνητο του εναγόμενου να προσπαθεί να αποφύγει το μοτοποδήλατο. Εκείνη την στιγμή ο ΜΕ3 είπε στον οδηγό του αυτοκινήτου που ήταν συνοδηγός " έφαεν τον" νομίζοντας ότι δεν θα μπορούσε να αντιδράσει ενώ, τελικά, ο εναγόμενος συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε ο ΜΕ3 εισερχόμενος στην δική τους λωρίδα κυκλοφορίας. Το μόνο που πρόλαβε να κάμει ο οδηγός του αυτοκινήτου στο οποίο επέβαινε ο ΜΕ3 ήταν να πατήσει τα φρένα του και ακολούθησε η σύγκρουση. Ο ΜΕ3 τραυματίστηκε από το δυστύχημα. Έσπασε τον ώμο του, υπέστη θλάση πνευμόνων και κρανιοεγκεφαλική κάκωση έτυχε παρακολούθησης από διάφορους γιατρούς. Συγκεκριμένα πρώτα στο Νοσοκομείο Παραλιμνίου και μετά στο Νοσοκομείο Λάρνακας. Κατέθεσε ως Τεκμήρια 8 μέχρι 12 σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά και άδειες από γιατρούς. Μετά το δυστύχημα για 34 μέρες δεν μπορούσε να κοιμηθεί σε κρεβάτι και ήταν σε καρέκλα. Είχε ανυπόφορους πόνους. Για 4 μήνες έπινε Voltaren τα οποία σταμάτησε όταν άρχισε να ενοχλείται το στομάχι του. Μετά το τέλος της θεραπείας ο γιατρός Τάνος του έδωσε δύο επιλογές, είτε αυτή της εγχείρισης, είτε την επιλογή για φυσιοθεραπεία και φαρμακευτική αγωγή. Η Μ.Ε.4 είναι ασφαλιστική λειτουργός στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις στο τμήμα επιθεώρησης. Κατέθεσε ότι ο ενάγοντας είναι αυτοεργοδοτούμενος και με βάση τα στοιχεία του τμήματος της κατέθεσε ως Τεκμήριο 16 λεπτομέρειες του ασφαλιστικού του λογαριασμού. Με βάση αυτά το 2005 είχε ασφαλιστέες αποδοχές ΛΚ5609, το 2006 ΛΚ5245, το 2008 ΛΚ
- Εξήγησε ότι όσον αφορά τον τρόπο καθορισμού των ασφαλιστέων αποδοχών ένας αυτοεργοδοτούμενος πληρώνει εισφορές βάσει του τεκμαρτού εισοδήματος του ανάλογα με την κατηγορία επαγγέλματος του που στην προκειμένη περίπτωση ήταν ελαιοχρωματιστής. Στην περίπτωση του Ενάγοντα όσον αφορά το 2006 το ποσό ΛΚ5245 περιλαμβάνει δηλωμένο εισόδημα για ποσό ΛΚ3663 και ποσό ΛΚ1582 που αποτελεί πίστωση από τις κοινωνικές ασφαλίσεις από το επίδομα που πήρε. Για το 2007 το ποσό των ΛΚ8976 αναλύεται σε ΛΚ8673 ως τεκμαρτό εισόδημα πάνω στο οποίο πλήρωσε και ποσό ΛΚ303 που αποτελεί πίστωση εισφορών από το εισόδημα του. Διευκρίνισε ότι το 2007 έγιναν αλλαγές στις εισφορές και ενώ το 2006 το τεκμαρτό εισόδημα ήταν ΛΚ111 εβδομαδιαίως το 2007 αυξήθηκε σε ΛΚ177 εβδομαδιαίως. Κατέθεσε επίσης το Τεκμήριο 21 σε σχέση με αυτά που ανέφερε στη μαρτυρία της. Ανέφερε ακόμη ότι ο Ενάγοντας έλαβε επίδομα ασθενείας για ποσό ΛΚ1025,34 για την περίοδο από 20/8/06 μέχρι 30/11/
- Επίσης έλαβε επίδομα ασθενείας για ποσό ΛΚ189.73 για την περίοδο από 10/7/07 μέχρι 27/7/
- Για το σκοπό αυτό κατατέθηκε το Τεκμήριο
- Εξήγησε ότι ο ενάγοντας είχε υποβάλει αίτηση στο τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων με πιστοποιητικό γιατρών και, αφού εξετάστηκε η αίτηση και εγκρίθηκε, του δόθηκε το επίδομα και του αφαιρέθηκαν οι αντίστοιχες περίοδοι από την υποχρέωση καταβολής κοινωνικών ασφαλίσεων. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι το ποσό τεκμαρτού εισοδήματος είναι το ίδιο ανάλογα με την κατηγορία του ασφαλισμένου. Όσον αφορά το Τεκμήριο 17 και ερωτηθείσα κατά πόσο ο ενάγων ήταν ανίκανος προς εργασία απάντησε ότι έχει εξεταστεί αλλά η ίδια προσωπικά δεν μπορεί να απαντήσει. Δεν έχει στην κατοχή της οτιδήποτε ότι ο ενάγων εξετάστηκε από επιτροπή και δέχθηκε ότι μπορεί και ένας ιδιώτης γιατρός να δηλώσει ότι ένα πρόσωπο δεν είναι σε θέση να εργαστεί και το τμήμα μπορεί να το εγκρίνει ή όχι το αίτημα για παροχή επιδόματος ασθενείας. Δεν ήταν σε θέση να απαντήσει ποιος γιατρός στην προκειμένη περίπτωση είχε προβεί σε βεβαίωση γιατί δεν είχε μπροστά της τα πιστοποιητικά. Η ίδια δεν έχει δει τα πιστοποιητικά και απλώς αναφέρει τη διαδικασία. Διευκρίνισε ότι στον ηλεκτρονικό υπολογιστή όπου καταχωρήθηκε η αίτηση και την πέρασε ο λειτουργός βάσει του πιστοποιητικού που του δόθηκε αναφέρεται ως ασθένεια η κρανιοεγκεφαλική διάσειση. Ο Μ.Ε.5 είναι ελεγκτής και το ελεγκτικό γραφείο στο οποίο εργάζεται ως συνέταιρος έχει ως πελάτη τον ενάγοντα. Κατέθεσε ότι σε σχέση με τον ενάγοντα είναι το γραφείο του που επεξεργάζεται τις δηλώσεις που υποβάλλει στο Φόρο Εισοδήματος και εξήγησε ότι μέχρι το 2005 ο ενάγων, ο οποίος είναι αυτοτελώς εργαζόμενος, είχε υποχρέωση να υποβάλλει φορολογικές δηλώσεις, ενώ από το 2006 ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις. Αναφέρθηκε στο Τεκμήριο 18 που αποτελεί φορολογική δήλωση του ενάγοντα για το έτος 2005 και στην οποία καταγράφεται ως φορολογητέο εισόδημα το ποσό των Λ.Κ.9.
- ΄Οσον αφορά το έτος 2006 αναφέρθηκε στο Τεκμήριο 19 όπου καταγράφεται ως φορολογητέο εισόδημα το ποσό των Λ.Κ.7.
- Ο ίδιος κατέθεσε τη φορολογική δήλωση για το έτος 2007 (Τεκμήριο 23) και, επίσης, τη φορολογική δήλωση για το έτος 2008 (Τεκμήριο 24). Για το φορολογικό έτος 2006 κατέθεσε, επίσης, έκθεση και οικονομικές καταστάσεις (Τεκμήριο 25) στην οποία υπάρχει ανάλυση λογαριασμού. Από το εν λόγω τεκμήριο προκύπτει ότι ο ενάγων είχε κύκλο εργασιών («τζίρο») πάνω από Λ.Κ.40.
- Κατέθεσε, επίσης, την έκθεση και οικονομικές καταστάσεις του ενάγοντα για το φορολογικό έτος 2007 (Τεκμήριο 26), όπως επίσης την έκθεση και οικονομικές καταστάσεις για το φορολογικό έτος 2008 (Τεκμήριο 27). Ερωτηθείς πώς κατέληξε στο Τεκμήριο 25 απάντησε ότι είναι σύμφωνα με τα λογιστικά βιβλία και αν αυτά συμφωνούν με τις δηλώσεις. Ο ίδιος τρόπος έχει ακολουθηθεί και στις άλλες εκθέσεις και οικονομικές καταστάσεις που κατέθεσε. ΄Οσον αφορά το φορολογητέο εισόδημα για το έτος 2007 αυτό ανέρχετο με βάση το Τεκμήριο 26 στο ποσό των Λ.Κ.8.692 ενώ για το έτος 2008 με βάση το Τεκμήριο 27 ανέρχετο στο ποσό των €18.
- Το κριτήριο για τον καθορισμό εισοδήματος είναι τα εισοδήματα που τιμολογήθηκαν μείον το κόστος και τα έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση που αφορά τον ενάγοντα και ο οποίος ήταν βαφέας αυτοκινήτων λήφθηκαν υπόψη για σκοπούς καθορισμού του εισοδήματός του οι τιμολογημένες υπηρεσίες. Οι ελεγκτές ελέγχουν την τιμολόγηση. Ερωτηθείς γιατί στο φορολογητέο κέρδος το έτος 2006 είναι χαμηλότερο από το έτος 2007 επεσήμανε ότι πράγματι ο «τζίρος» και το κέρδος για το 2006 ήταν πιο χαμηλά και πρόσθεσε ότι ο ενάγων για μια περίοδο του 2006 δεν εργαζόταν. ΄Οσον αφορά τις φορολογικές δηλώσεις για το 2007 και το 2008 (Τεκμήρια 23 και 24 αντίστοιχα) εξήγησε τον λόγο που υποβλήθηκαν εντός του 2010 και συγκεκριμένα στις 29/03/
- Όταν ο ενάγων είχε ζητήσει από τους ελεγκτές του αντίγραφα των φορολογικών του δηλώσεων για τα έτη αυτά διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχαν και προχώρησαν να τα ετοιμάσουν. Ερωτηθείς πώς κατέληξαν στα συγκεκριμένα ποσά όσον αφορά το φορολογητέο εισόδημα απάντησε ότι αυτό γίνεται με βάση τον έλεγχο των στοιχείων που έχουν στα χέρια τους και με βάση τα διεθνή πρότυπα. Αντεξεταζόμενος και ερωτηθείς κατά πόσο με βάση τα τεκμήρια που κατατέθηκαν υπάρχει μείωση των πωλήσεων το 2005 σε σύγκριση με το 2006 απάντησε ότι αυτό προκύπτει αναφορικά με τις πωλήσεις. Ερωτηθείς κατά πόσο το καθαρό κέρδος για τα έτη 2006, 2007 και 2008 αυξάνετο απάντησε καταφατικά στηριζόμενος στους αριθμούς που φαίνονται στα τεκμήρια. ΄Οσον αφορά το έτος 2005 δέχθηκε ότι έχει μια διαφορά όσον αφορά το καθαρό κέρδος σε σύγκριση με το 2006 περίπου για ποσό Λ.Κ.2.500 και δέχθηκε ότι το έτος 2006 λήφθηκε υπόψη ποσό Λ.Κ.2.500 ως τόκοι που περιόρισαν το κέρδος. Δέχθηκε, ακόμη, ότι το 2006 το καθαρό κέρδος θα ήταν μεγαλύτερο εάν δεν είχε τόκους. Στις δηλώσεις δεν συμπεριλαμβάνονται τα προσωπικά δάνεια του ενάγοντα αλλά μόνο τα επαγγελματικά, δηλαδή δάνεια και έξοδα χρηματοδότησης που αφορούν την εργασία του. Ερωτηθείς κατά πόσο μπορούμε να κρίνουμε αν υπήρξε μείωση του πραγματικού κέρδους το 2005 σε σύγκριση με το 2006 με δεδομένο ότι για το 2005 δεν είχε αφαιρέσει δάνεια και τόκους απάντησε ότι δεν μπορούσε να το πράξει. Ερωτηθείς κατά πόσο μπορούσε ο ίδιος να βεβαιώσει τον ισχυρισμό ότι ο ενάγοντας για ένα χρονικό διάστημα δεν εργαζόταν και ότι η απουσία του πιθανώς να επηρέασε τον κύκλο εργασιών του απάντησε ότι από τις πληροφορίες που του είχαν δοθεί είχε υποστεί ο ενάγοντας ένα ατύχημα και για περίοδο 3-4 μηνών απουσίαζε από την εργασία του και δεν κατέβαλλε κοινωνικές ασφαλίσεις. Πρόσθεσε ότι ο ίδιος πάντως δεν είναι σε θέση να επιβεβαιώσει τον σχετικό ισχυρισμό. Ο ΜΕ6 είναι γιατρός ακτινολόγος και έχει εξειδίκευση στην μαγνητική τομογραφία. Στον ενάγοντα έχει διενεργηθεί μαγνητική τομογραφία στον δεξιό ώμο και ετοίμασε έκθεση η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με αυτά υπήρχε μερική ρήξη της κατάφυσης του υπερακάνθιου τένοντα, υπερτροφία της ακρωμιοκλειδικής άρθρωσης με οίδημα ενδεικτικό φλεγμονώδους αρθρίτιδας. Επίσης παρατηρείται τενοντίτιδα στην κατάφυση του υπερακάνθιου και υποακάνθιου τένοντα, παρατηρείται μικρή εστία επασβέστωσης, αποτιτάνωσης στην κατάφυση του υπερακάνθιου τένοντα το μέγεθος της οποίας είναι 5 χιλιοστά. Επίσης υπερτροφική ακρομιοκλειδική άρθρωση που προκαλούσε ήπια πίεση στο μυοτενόντιο τμήμα του υπερακάνθιου μυός. Ο υποακρωμιακός χώρος μετράτο 1 εκατοστό χωρίς σημεία σημαντικής πίεσης. Παρατηρείτο θυλακίτιδα στο υποακρωαμιακό-υποδελτοειδή θύλακα και σημεία ασβεστοποιού τενοντίτιδας. Τα συμπεράσματα του ήταν τα εξής: § Φλεγμονώδης αρθρίτιδα της ακρωμιοκλειδικής άρθρωσης με ήπια πίεση στο μυοτενόντιο τμήμα του υπερακάνθιου μυός. § Ασβεστοποιός τενοντίτιδα του υπερακάνθιου τένοντα. § Μερική ρήξη στην αρθρική επιφάνεια της κατάφυσης του υπερακάνθιου τένοντα. § Τενοντίτιδα του υπερακάνθιου και υποακάνθιου τένοντα και θυλακίτιδα στο υποακρωμιακό-υποδελτοειδή θύλακα. Ερωτηθείς κατά πόσο τα ευρήματα αυτά συνάδουν με τραυματισμό του ασθενούς σε τροχαίο δυστύχημα απάντησε ότι τα περισσότερα από αυτά θα μπορούσε να είναι λόγω χρόνιας κατάστασης. Αν ένας τραυματισμός θα επηρεάσει αυτή την κατάσταση δεν μπορεί να αξιολογηθεί με το MRI, αλλά, αξιολογείται με κλινική αξιολόγηση. Ερωτηθείς κατά πόσο θα απέκλειε την επιδείνωση της κατάστασης μετά από σοβαρό τραυματισμό σε τροχαίο δυστύχημα απάντησε ότι δεν μπορούσε να το αποκλείσει ιδίως σε ότι αφορά την κατάσταση της ακρωμιοκλειδικής άρθρωσης που θεωρητικά θα μπορούσε να επηρεαστεί από ένα τραυματισμό αν επέλθει κάποια διάσταση της άρθρωσης, αλλά αυτό δεν μπορεί να αξιολογηθεί με το MRI και σε ότι αφορά την μερική ρήξη στον υπερακάνθιο τένοντα, μπορεί αυτή να προϋπήρχε ή μπορεί να ήταν απότοκο του τραυματισμού και ότι εξαρτάτο από την κλινική αξιολόγηση πριν και μετά τον τραυματισμό. Ευρήματα όπως είναι η ασβεστοποιός τενοντίτιδα είναι χρόνια παρόλο που η ηλικία δεν μπορεί να αξιολογηθεί με το MRI. Ανέφερε σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ότι ένα κάταγμα στον αυχένα της ωμοκλείνης θα μπορούσε να προκαλέσει σε μακροχρόνια βάση οστεοαρθρίτιδα αλλά δεν μπορεί να δει άμεση διασύνδεση μεταξύ ενός πρόσφατου κατάγματος στον αυχένα της ωμοκλείνης με τα ευρήματα της έκθεσης. Αυτό το κάταγμα θα μπορούσε να επιδεινώσει τα συμπτώματα του ασθενούς. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ6 και ερωτηθείς κατά πόσο από το MRI και την έρευνα που έκανε είχε διαπιστώσει οποιοδήποτε κάταγμα στον ενάγοντα απάντησε ότι στην περιοχή η οποία απεικονίστηκε με την μαγνητική τομογραφία δεν υπάρχουν στοιχεία κατάγματος. Ερωτηθείς κατά πόσο όλα όσα έχει αναφέρει αποτελούν εκφυλιστικές αλλοιώσεις απάντησε ότι τα περισσότερα από αυτά είναι τέτοια αλλά εκείνο που δεν μπορεί ένας να ξεχωρίσει είναι η μερική ρήξη του τένοντα η οποία μπορεί να είναι αποτέλεσμα χρόνιας εκφυλιστικής τενοντίτιδας ή οξείας τραυματικής ρήξης ή και συνδυασμός. Επίσης όσον αφορά την ακρωμιοκλειδική άρθρωση το οίδημα πιθανόν να οφείλεται σε χρόνια οστεοαρθρίτιδα ή μπορεί να είναι μετατραυματικό ή συνδυασμός. Όσον αφορά την ρήξη του τένοντα ο τραυματισμός, ο πιο συνήθης μηχανισμός τραυματισμού είναι από πτώση. Όσον αφορά την ακρωμιοκλειδική άρθρωση επειδή υπάρχει υπερτροφία και οίδημα γύρω από την άρθρωση, το οίδημα μπορεί να είναι συνοδός σημείου χρόνιας οστεοαρθρίτιδας. Επειδή δε είναι ήπια δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι μέρος του είναι αποτέλεσμα τραυματισμού ή ότι έχει τραυματικό υπόβαθρο. Αν είναι απότοκος της οστεοαρθρίτιδας είναι χρόνια, ενώ αν είναι απότοκος πρόσφατου τραυματισμού είναι κάποιων εβδομάδων ή κάποιων ημερών. Ερωτηθείς στο σημείο αυτό κατά πόσο συμφωνούσε ότι η υπερτροφία δεν ήταν απότοκος πρόσφατου τραυματισμού απάντησε ότι είναι χρόνια και απότοκος χρόνιας οστεοαρθρίτιδας. Ο ΜΕ7 είναι γιατρός ακτινολόγος ο οποίος ετοίμασε την έκθεση Τεκμήριο 12 που αφορά τον ενάγοντα. Το εν λόγω τεκμήριο αποτελεί μαγνητική τομογραφία της αυχενικής μοίρας. Σύμφωνα με αυτό παρατηρείται αφυδάτωση στους ανώτερους τρείς σπονδύλους της αυχενικής μοίρας και μερική απώλεια της φυσιολογικής καμπύλης λόρδωσης, ευθυγράμμισης. Δεν παρατηρείται μεγάλη προβολή δίσκου πίεσης του νωτιαίου μυελού ή σημαντική στένωση των εξερχομένων τριμμάτων. Δεν παρατηρείται εικόνα μυελοπάθειας και υπάρχει μία κύστη η οποία δεν έχει σχέση με τον αυχένα. Η γνώμη που καταγράφεται στο Τεκμήριο 12 είναι ότι, εκτός από μερική αφυδάτωση των μεσοσπονδύλιων δίσκων της ανώτερης αυχενικής μοίρας, δεν παρατηρούνται άλλα παθολογικά ευρήματα. Ερωτηθείς τι μπορεί να προκαλέσει απώλεια της αυχενικής λόρδωσης απάντησε ότι προκαλείται από μυϊκό σπασμό που μπορεί να προέλθει πιθανώς από κάποια κάκωση αλλά πρόσθεσε ότι πολλές φορές βλέπουμε απώλεια της φυσιολογικής λόρδωσης εκ γενετής. Είναι ο κλινικός γιατρός που μπορεί να αξιολογήσει την κατάσταση. Ο μυϊκός σπασμός μπορεί να προέλθει από τράνταγμα, δηλαδή παθαίνει σπασμό ο μυς και ευθειάζεται η αυχενική μοίρα. Ερωτηθείς κατά πόσο είναι πιθανό να προέρχεται από τροχαίο δυστύχημα αν η πρόσκρουση είναι από μπροστά ή από πίσω απάντησε ότι είναι πολύ πιθανόν γιατί γίνεται τράνταγμα στην αυχενική μοίρα και μπορεί να μετατοπιστούν κάποιοι σπόνδυλοι οι οποίοι μετά επανέρχονται στην θέση τους. Ερωτηθείς κατά πόσο αυτό το τραύμα πιθανό να προήλθε από δυστύχημα με δεδομένο ότι 40 μέρες πριν την εξέταση ο ασθενής είχε τροχαίο δυστύχημα με μετωπική σύγκρουση απάντησε ότι είναι πολύ πιθανόν αλλά κάτι τέτοιο είναι θέμα κλινικού γιατρού να το αξιολογήσει λαμβάνοντας υπόψη την κλινική εικόνα του αρρώστου. Αντεξεταζόμενος συμφώνησε ότι το θέμα της αφυδάτωσης αφορά χρόνια εκφύλιση την οποία ο ίδιος βλέπει πολύ συχνά και σε νεαρά άτομα. Όσον αφορά το θέμα της μερικής απώλειας της αυχενικής λόρδωσης εξήγησε ότι λόγω μυϊκού σπασμού από κάποιο τράνταγμα ή κάκωση χάνει ο αυχένας την φυσιολογική του καμπύλη, έχει κάποια ευθυγράμμιση ενώ πρέπει φυσιολογικά να υπάρχει καμπύλη. Πρόσθεσε ότι αυτό καμιά φορά είναι εκ γενετής. Ερωτηθείς κατά πόσο αυτού του είδους οι μυϊκοί σπασμοί υποχωρούν μετά από τρείς - τέσσερεις εβδομάδες απάντησε ότι μπορεί να είναι μετά από περισσότερο χρονικό διάστημα, δεν γνωρίζει ακριβώς και δεν του έτυχε να κάνει ένα MRI και μετά να το επαναλάβει για να δει αν επανήλθε. Αυτό είναι θέμα κλινικής εξέτασης. Ο Μ.Ε.8 είναι χειρουργός στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου. Τον ενάγοντα τον είδε για πρώτη φορά στις 21/09/
- Είχε παραπεμφθεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας, έμεινε δύο μέρες και πήρε εξιτήριο αφού έλαβε φαρμακευτική αγωγή και οδηγίες. Όταν ο Μ.Ε.8 τον είδε στις 21/9/2006 ο ενάγων του ανέφερε ότι είχε άλγος στη δεξιά κατ΄ ώμο άρθρωση. ΄Ηδη ο ενάγων είχε αρχίσει σειρά φυσιοθεραπειών. Τον ενάγοντα ο Μ.Ε.8 κάλυψε με αναρρωτική άδεια που του χορήγησε για την περίοδο που μεσολάβησε από 1/09/2006 μέχρι 15/09/2006 και με περαιτέρω αναρρωτική άδεια για την περίοδο από 16/09/2006 μέχρι 30/09/
- Στον ενάγοντα ο Μ.Ε.8 σύστησε να εξεταστεί από ορθοπεδικό του Νοσοκομείου και τον παρέπεμψε στο Δρα Τάνο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στις 21/09/2006 είχε διενεργήσει κλινική εξέταση για τον ενάγοντα. Δεν του έκανε ορθοπεδική κλινική εξέταση. Το πρόβλημα ήταν καθαρά ορθοπεδικό και καθόλου χειρουργικό. Συνομίλησε μαζί του και αφού δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει τα λεγόμενα του ενάγοντα του παραχώρησε την αναρρωτική άδεια που χρειαζόταν. Ο ΜΕ9 είναι ορθοπεδικός χειρούργος. Εξέτασε τον ενάγοντα για πρώτη φορά στις 21/9/2006 στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου. Ο ενάγων παραπονείτο για αυχεναλγία και πόνο στην δεξιά κατ΄ ώμον άρθρωση. Εξετάζοντας τον και λαμβάνοντας υπόψη της ακτινογραφίες της ημέρας του ατυχήματος υποψιάστηκε κάταγμα της δεξιάς ωμοπλάτης στον αυχένα της ωμογλύνης και της ακρωμιοκλειδικής διάστασης με υπόνοια κατάγματος της τα οποία επιβεβαίωσε με επανάληψη των ακτινογραφιών του δεξιού ώμου. Για το σκοπό αυτό εισηγήθηκε όπως ο ενάγων υποβληθεί σε μαγνητική τομογραφία του δεξιού ώμου. Οι ακτινογραφίες αυτές έγιναν στις 27/9/
- Επειδή στην ακτινογραφία της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης διαπίστωσε ευθειασμό του αυχένα εισηγήθηκε όπως ο ενάγων υποβληθεί σε μαγνητική τομογραφία του αυχένα. Οι εξετάσεις μαγνητικής τομογραφίας έγιναν στις 28/9/2006 και τα ευρήματα τους αναγράφονται στις εκθέσεις των ακτινολόγων του διαγνωστικού κέντρου Άγιος Θέρισσος. Με βάση τα ευρήματα της μαγνητικής τομογραφίας για τον ώμο έκρινε ότι η αποκατάσταση της κάκωσης θα γινόταν μόνο με χειρουργική επέμβαση. Έκρινε, όμως, καλό όπως δοθεί ένα εύλογο χρονικό διάστημα για συντηρητική αντιμετώπιση των συμπτωμάτων. Η κάκωση του ενάγοντα ήταν βασικά η ρήξη τένοντα και ο ενάγων παρεπονείτο για ανικανότητα εκτέλεσης κινήσεων που συνήθιζε να κάνει. Η κλινική συμπτωματολογία για ρήξη τένοντα αναφέρεται σε αδυναμία εκτέλεσης υπό μυϊκή αντίσταση περιστροφής του βραχίονα. Συγκεκριμένα ο ΜΕ1 εισηγήθηκε στον ενάγοντα να ακολουθήσει φαρμακευτική αγωγή και να απέχει από την εργασία του, να τοποθετήσει αυχενικό κολάρο και να υποβληθεί σε φυσικοθεραπεία και, αν η συντηρητική αντιμετώπιση δεν απέδιδε, τότε να προχωρήσουν με χειρουργική αντιμετώπιση. Δεδομένου του ιστορικού, των ακτινογραφιών και τις κλινικής εξέτασης η ρήξη που περιγράφεται στο MRI προκλήθηκε από το τροχαίο δυστύχημα. Εφόσον ο ενάγων ήταν συνοδηγός φορώντας ζώνη ασφαλείας, η πρόσκρουση στο τροχαίο άφησε τον δεξιό ώμο να κινηθεί, να αποκτήσει έντονη κινητική ενέργεια που η βίαιη μετακίνηση του μπορεί να προκαλέσει ρήξη του τένοντα. Επιβαρυντικός παράγων ήταν η ύπαρξη μίας επασβέστωσης που καθιστά τον ώμο κατά το 1/3 λιγότερο κινητικό και με λιγότερη αντοχή στην εργασία. Ο ΜΕ9 κατέθεσε 4 διαφάνειες ακτινογραφιών που αφορούσαν αυχένα και δεξιό ώμο. Στο Τεκμήριο 27Β που αποτελεί ακτινογραφία του αυχένα φαινόταν ευθειασμός του αυχένα. Από τα συμπτώματα, την κλινική εξέταση και το MRI αλλά και τις ακτινογραφίες ο ΜΕ9 συμπέρανε ότι ο ενάγων λόγω του τροχαίου δυστυχήματος υπέστη κάκωση της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης μετά από μηχανισμό κάκωσης που περιγράφεται ως «Whiplash Injury». Δηλαδή προσθοπίσθια μετακίνηση του αυχένα πέραν της μια φοράς με μεγάλη κινητική ενέργεια προκαλώντας μετακίνηση των σπονδύλων επί αλλήλων και προκαλώντας βιοχημική αλλοίωση των μεσοσπονδύλιων δίσκων. Η κάκωση αυτή έχει ως αποτέλεσμα την ευθυγράμμιση της αυχενικής μοίρας, αντί της φυσιολογικής κάμψης της, γνωστή ως «ευθειασμός αυχενικής μοίρας». Ο ευθειασμός της αυχενικής μοίρας δηλώνει ότι οι μύες του αυχένα είναι σε έντονη σύσπαση και αυτό γίνεται όταν υπάρχει βίαιη μετακίνηση αυχένα και προσπάθεια του οργανισμού να συγκρατήσει τους αυχενικούς σπονδύλους. Το αυχενικό σύνδρομο είναι μία κατάσταση η οποία μπορεί να επιδεινωθεί ή να αναπτυχθεί μετά από μία κάκωση. Το κύριο παράπονο του ασθενή είναι έντονη αυχεναλγία. Η κάκωση αυτή είναι πολύ επώδυνη και επισπεύδει την εξέλιξη της χρόνιας οστεοαρθρίτιδας επί αρκετών ετών και έτσι αναμένεται στο εγγύς μέλλον ο ενάγων να υποφέρει από συχνές κρίσεις έντονων πόνων και συμπτωματολογία αυχενικού συνδρόμου ιδιαίτερα κατά τις εναλλαγές των καιρικών συνθηκών. Όσον αφορά την άλλη κάκωση που υπέστη ο ενάγων στο δεξιό του ώμο, δηλαδή την ρήξη τένοντα, ο γιατρός δεν ανέμενε σημαντική βελτίωση χωρίς την διενέργεια χειρουργικής επέμβασης. Η χρήση του ώμου του ενάγοντα δεν θα επανερχόταν ποτέ στο φυσιολογικό χωρίς χειρουργική επέμβαση, η δε συντηρητική αγωγή γινόταν για ανακούφιση των συμπτωμάτων. Όσον αφορά το κόστος της χειρουργικής επέμβασης με βάση τα σημερινά δεδομένα ανέρχεται σε €6000 και θα χρειάζονταν φυσιοθεραπεία μετεγχειρητικά. Περαιτέρω θα έπρεπε να απέχει ο ενάγων από την εργασία του 6 μήνες μετά την εγχείριση δεδομένης της φύσης της εργασίας του που είναι πογιατζής αυτοκινήτων. Μαρτυρία από πλευράς εναγόμενου Ο Μ.Υ.1 είναι γιατρός με ειδίκευση στην ορθοπεδική. Είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει την ιατρική μαρτυρία που δόθηκε στην παρούσα υπόθεση και εξέτασε τις σχετικές ιατρικές εκθέσεις που κατατέθηκαν ως ακολούθως: ® Tεκμήριο 8 - Ιατρική έκθεση Δρ.Τάνου. ® Τεκμήριο 9 - Ιατρική βεβαίωση Δρ. Άλκηστης Νικολάου. ® Τεκμήριο 10 - Ιατρική έκθεση Δρ. Παλλαρή. ® Τεκμήριο 11 - Έκθεση Δρ. Οικονομίδη. ® Τεκμήριο 12 - Έκθεση Δρ. Κοκκή. ® Τεκμήριο 20 - Ιατρικό πιστοποιητικό Δρ. Γ. Λάμπρου. Περαιτέρω είχε την ευκαιρία να δει τις ακτινογραφίες Τεκμήρια 28Α, Β, Γ και Δ Το πρώτο κεφάλαιο προς εξέταση είναι αυτό που αφορά τον αυχένα. Εξήγησε ότι το Whiplash Injury αποτελεί μηχανισμό σύγκρουσης, τρόπον εξάσκησης της εξωτερικής βίας στον αυχένα. Ένας τραυματίας σε τέτοια περίπτωση υφίσταται διάστρεμμα του αυχένα και προκαλείται τραυματισμός των μαλακών μορίων από υπερέκταση του αυχένα. Προκαλείται δε όταν εξασκηθεί εξωτερική βία στην οπίσθια επιφάνεια του ανθρωπίνου σώματος με πιο συχνή αιτία την σύγκρουση αυτοκινήτων. Συγκεκριμένα απαιτείται όπως το όχημα που επιβαίνει ο τραυματίας κτυπηθεί βίαια στο πίσω μέρος από άλλο όχημα. Άλλη περίπτωση είναι να προκληθεί από βίαια αθλήματα ή η περίπτωση του συνδρόμου βρεφών (Βattered baby syndrome). Σχολιάζοντας το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12 είπε ότι η αφυδάτωση των ανωτέρω μεσοσπονδυλίων δίσκων συνιστά εύρημα χρονιότητας και παρουσιάζεται όταν ο μεσοσπονδύλιος δίσκος αφυδατώνεται λόγω σταδιακής απώλειας μιας ουσίας κολλαγόνου που περιέχει. Όσον αφορά τον ευθειασμό αυχένα αυτό δεν αποτελεί μορφή τραυματισμού αλλά ακτινολογικό εύρημα. Εξήγησε ότι η αυχενική μοίρα έχει μία καμπύλη, φυσιολογική λόρδωση και στις ακτινογραφίες μπορούμε να δούμε ευθειασμό ο οποίος προκαλείται από μυϊκό σπασμό των παρασπονδυλίων μυών. Στην καθομιλουμένη αυτό συμβαίνει όταν λέμε ότι «πιάστηκε το σβέρκο μου». Το ακτινολογικό εύρημα παύει να υφίσταται με την υποχώρηση του μυϊκού σπασμού. Όσον αφορά την αιτιολογία ο μυϊκός σπασμός προκαλείται από διάφορους παράγοντες όπως και από διάστρεμμα αυχένα. Η πρόγνωση του διαστρέμματος δεν δικαιολογεί ανάπτυξη οστεοαρθριτικών αλλοιώσεων μετατραυματικής αιτίας. Αυτές δικαιολογούνται μετά από κατάγματα. Το διάστρεμμα αυχένα είναι η συχνότατη μορφή τραυματισμού σε τροχαία και η θεραπεία που δίδεται συνίσταται στην χορήγηση αντιφλεγμονωδών και αναλγητικών φαρμάκων και, εκεί όπου κριθεί αναγκαίο, φυσιοθεραπευτική αγωγή που, συνήθως, αποτελείται από 12 μέχρι 18 συνεδρίες. Η διάρκεια της θεραπείας δεν υπερβαίνει κατά κανόνα τις 6 εβδομάδες. Όσον αφορά το κεφάλαιο που αναφέρεται στον δεξιό ώμο ο ΜΥ1 αναφέρθηκε στο Τεκμήριο 8 που είναι ιατρική έκθεση του Δρ. Τάνου και παρατήρησε ότι σε αυτή καταγράφεται υποψία κατάγματος για: £ Δεξιά ωμοπλάτη στον αυχένα ωμογλύνης. £ Κάταγμα ακρωμιοκλειδικής. Για τα πιο πάνω παρατηρεί τα εξής: ® Στο τεκμήριο 11 που αποτελεί την έκθεση της μαγνητικής τομογραφίας στον δεξιό ώμο του ενάγοντα ουδεμία αναφορά γίνεται για οποιοδήποτε κάταγμα. ® Όλοι οι υπόλοιποι θεράποντες ιατροί που εξέτασαν τον ενάγοντα και τον περιέθαλψαν ουδείς διαπίστωσε και διέγνωσε οποιοδήποτε κάταγμα. Αντίθετα υπάρχει αναφορά για απουσία κατάγματος. ® Από τις ακτινογραφίες δεν διαπίστωσε οποιοδήποτε κάταγμα. Ο γιατρός Τάνος έμμεσα κατέληξε στο συμπέρασμα για ύπαρξη κατάγματος λέγοντας ότι διαπίστωσε πόρωση (δηλ. παρουσία ασβεστίου) στην περιοχή ωμοπλάτης ως απόδειξη ύπαρξης κατάγματος. Ο ΜΥ1 δεν διαπίστωσε τέτοιο ασβέστιο επουλωτικής επεξεργασίας αλλά ούτε στην μαγνητική τομογραφία (ΜRΙ) υπάρχει τέτοιο εύρημα. Όσον αφορά την φλεγμονή της ακρωμιοκλειδικής άρθρωσης και τα σχετικά σχόλια που γίνονται στο Τεκμήριο 8 ο ΜΥ1 εξήγησε ότι η επασβέστωση ενός τένοντα χρήζει μεγάλου χρονικού διαστήματος για να δημιουργηθεί και όχι σε λίγες εβδομάδες. Κατά συνέπεια η ασβεστοποίηση δεν ήταν αποτέλεσμα τραυματισμού αλλά προϋπήρχε και συνάδει με την ηλικία του τραυματία. Όσον αφορά τα ευρήματα του ΜRΙ που καταγράφονται στο Τεκμήριο 11 σχετικά με την ρήξη του υπερακάνθιου τένοντα τόνισε ότι στην εν λόγω έκθεση περιγράφεται ως "small partial undersurface tear", δηλαδή πρόκειται για μικρή και μερική ρήξη. Εξήγησε ότι μπορεί ένα τραύμα να προκαλέσει μια μικρή μερική ρήξη, αν και σπάνιο υπό την προϋπόθεση ότι ο μηχανισμός πρόκλησης απαιτεί πτώση του τραυματία στο έδαφος με το άνω άκρο πλήρως ευθειασμένο. Για το θέμα αυτό παρέπεμψε στο Τεκμήριο 32 όπου καταγράφονται οι αιτίες που προκαλούν ρήξη τένοντα με πιο συχνή αυτή της επαναλαμβανόμενης κίνησης μέσω του χρόνου. Όσον αφορά την προτελευταία παράγραφο στο Τεκμήριο 8 όπου ο Δρ. Τάνος αναφέρει ότι ο ενάγων υπέστη «σοβαρή κάκωση του δεξιού ώμου με εγκατάσταση οστεοαρθρίτιδας» ο ΜΥ1 ανέφερε ότι εκλαμβάνει αυτή την φράση ότι σημαίνει ότι ως αποτέλεσμα της κάκωσης έχει εγκατασταθεί μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα. Ωστόσο, πρόσθεσε, στα ευρήματα του MRI ή στις απλές ακτινογραφίες δεν υπάρχουν τέτοια ευρήματα. Σε σχέση με την αναφορά του Δρ. Τάνου ότι η συνεχής τριβή της επασβέστωσης επί του υπερακάνθιου τένοντα προκάλεσε την ρήξη του τόνισε ότι οι αλλοιώσεις λόγω τριβής χρήζουν μακρού χρόνου και η τριβή αυτή δεν προκλήθηκε από το δυστύχημα. Το σύνδρομο τριβής είναι δευτεροπαθές και δεν οφείλεται σε οξύ/άμεσο τραυματισμό αλλά αναπτύσσεται σταδιακά μέσω άλλων αιτιών. Σχολιάζοντας το Τεκμήριο 10 ο ΜΥ1 παρατήρησε ότι ο γιατρός που εξέτασε τον ενάγοντα στις 21/9/2006, δηλαδή 5 εβδομάδες μετά το δυστύχημα, δεν αναφέρει ότι αυτός παραπονέθηκε για πόνο στον αυχένα. Επίσης στο Τεκμήριο 9 παραδόξως απουσιάζουν οποιαδήποτε ενοχλήματα ώμου και αυχένα και το μόνο παράπονο είναι για άλγος στο θώρακα. Όσον αφορά το Τεκμήριο 20 από αυτό προκύπτει ότι την ημέρα του ατυχήματος ο πρώτος χειρουργός που εξέτασε τον ενάγοντα δεν καταγράφει ενοχλήσεις στον ώμο, ούτε κλινικά ευρήματα. Ο ΜΥ1 απέκλεισε ο ενάγων να έχει υποστεί Whiplash Injury, ωστόσο δεν απέκλεισε να έχει υποστεί τραυματισμό μαλακών μορίων του αυχένα κάτι το οποίο δεν δικαιολογεί λειτουργικά κατάλοιπα ή αναπηρία. Ούτε δικαιολογείται από τον τραυματισμό μετατραυματική οστεοαρθρίτιδα εφόσον απουσιάζουν κατάγματα που αποτελούν παράγοντα ανάπτυξης της. Όσον αφορά το θέμα των καταγμάτων και αν μπορούν να φανούν στο MRI τόνισε ότι η μαγνητική τομογραφία είναι τόσο ευαίσθητη που δεν μπορεί να μην τα αποκαλύψει. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε η Μαρία Κοκκίνου, ανώτερη στενογράφος στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας. Η Μ.Υ.2 έχει λάβει τα πρακτικά στην ποινική υπόθεση υπ΄αριθμό 262/07 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου κατά τη δικάσιμο στις 6/06/
- Επίσης η Μ.Υ.2 έχει αποστενογραφήσει τα στενογραφημένα πρακτικά τα οποία στη συνέχεια κατατέθηκαν στο φάκελο της υπόθεσης. Όταν ζητήθηκε από τη Μ.Υ.2 να καταθέσει τα αποστενογραφημένα πρακτικά της συγκεκριμένης δικασίμου στην οποία μάρτυρας Υπεράσπισης κατέθεσε ο ενάγων υπεβλήθη ένσταση με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην επιτρέψει, για τους λόγους που αναφέρονται στην ενδιάμεσή του απόφαση, την κατάθεση των εν λόγω πρακτικών. O εναγόμενος (Μ.Υ.3) υιοθέτησε ως μέρος της κύριας εξέτασης του την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, Τεκμήριο
- Από αυτήν προκύπτουν βασικά τα ακόλουθα: Στις 17/8/06 και περί ώρα 9.00 π.μ. οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής ΚΗΖ520 με κατεύθυνση το Λιοπέτρι και με ταχύτητα περίπου 50 ΧΑΩ. Μπροστά του δεν υπήρχε αυτοκίνητο. Ενώ οδηγούσε πλησίασε σε ένα σημείο του δρόμου που υπάρχουν δύο παρόδοι, η μία στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του και η άλλη στα δεξιά και οι οποίες παρόδοι δεν είναι ακριβώς απέναντι η μία από την άλλη. Όταν πλησίασε στο σημείο όπου στα αριστερά του υπάρχει πάροδος είδε στην αριστερή πλευρά του δρόμου ένα μοτοσικλετιστή να κινείται με χαμηλή ταχύτητα. Στη συνέχεια τον είδε να μπαίνει με τη μοτοσυκλέτα του στη μέση του δρόμου έχοντας το τιμόνι γυρισμένο προς τα δεξιά για να μπει σε πάροδο που ευρίσκετο στα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του εναγόμενου. Δεν θυμάται αν ο μοτοσικλετιστής έδειξε ότι θα έστριβε δεξιά με τον σηματοδότη του. Όπως βρισκόταν ο μοτοσικλετιστής σταματημένος στη μέση του δρόμου με πρόθεση να στρίψει δεξιά ξαφνικά τον είδε να στρίβει το τιμόνι του προς τα αριστερά γιατί είδε ότι ερχόταν αυτοκίνητο από απέναντι και δεν θα προλάμβανε να διασταυρώσει το δρόμο για να εισέλθει στην πάροδο που βρισκόταν στα δεξιά τους. Μόλις ο εναγόμενος είδε αυτή την κίνηση του μοτοσικλετιστή και διαπίστωσε ότι αυτός μπήκε μέσα στη λωρίδα κυκλοφορίας του εναγομένου, κανένα μέτρο περίπου, τότε ο Εναγόμενος στην προσπάθεια του να αποφύγει τη σύγκρουση αναγκάστηκε να στρίψει το τιμόνι του δεξιά για να αποφύγει τον μοτοσικλετιστή. Όπως έστριψε το τιμόνι του δεξιά εισήλθε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και συγκρούστηκε με το εξ αντιθέτου αυτοκίνητο που ερχόταν από απέναντι του με κατεύθυνση την Ξυλοφάγου και το οποίο οδηγείτο από τον Θεόδωρο Μαύρου έχοντας ως συνοδηγό του τον Ενάγοντα. Από το δυστύχημα τραυματίστηκαν οι επιβαίνοντες στο αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής XL
- Mετά το δυστύχημα αφού βγήκε από το αυτοκίνητο τόσο ο Εναγόμενος όσο και ο Ενάγοντας, ο Ενάγοντας ανέφερε στον Εναγόμενο, τον οποίο γνώριζε, ότι δεν έφταιγε για το δυστύχημα ο Εναγόμενος. Αυτή την κουβέντα την επανέλαβε ο Ενάγοντας στον Εναγόμενο όταν ο τελευταίος τον επισκέφθηκε στο Νοσοκομείο. Του ανέφερε περαιτέρω ότι για το δυστύχημα έφταιγε ο μοτοσικλετιστής. Τα ίδια ανέφερε ο Ενάγοντας όταν έδωσε μαρτυρία στην ποινική υπόθεση στην οποία ο Εναγόμενος ήταν κατηγορούμενος. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Παπαλλή ανέφερε ότι 100 μέτρα πριν την πάροδο είδε μία μοτοσυκλέτα να βγαίνει και όταν πλησίασε ο Εναγόμενος η μοτοσυκλέτα μπήκε στη μέση του δρόμου με το τιμόνι να γέρνει δεξιά σύμφωνα με την πορεία του εναγόμενου και ενώ ο Εναγόμενος είδε σε απόσταση 3-4 μέτρα το εξ αντιθέτου όχημα γύρισε η μοτοσυκλέτα προς τα αριστερά επειδή δεν μπορούσε να μπει στα δεξιά, ο εναγόμενος την είδε να παίρνει την πλευρά του και κάτω από αυτές τις συνθήκες για να τον αποφύγει πήγε στα δεξιά και έγινε η σύγκρουση. Με την κίνηση του μοτοσικλετιστή από το μέσο του δρόμου προς τα αριστερά ένα με ενάμιση μέτρο έκοψε το δρόμο του εναγόμενου. Ερωτηθείς κατά πόσο μετά το δυστύχημα είχε προσεγγίσει τον Ενάγοντα κλαίοντας και του ζήτησε συγγνώμη απάντησε ότι πράγματι του είχε ζητήσει συγγνώμη γιατί πήγε να τον σκοτώσει. Ο ενάγοντας του είπε ότι δεν έφταιγε ο εναγόμενος. Ο λόγος που έκλαιγε ήταν γιατί, χωρίς να φταίει, μπορούσε να προκαλέσει κάτι που δεν ήθελε. Αρνήθηκε την υποβολή ότι σε καμία περίπτωση ο Ενάγοντας είπε στο Δικαστήριο ή αλλού ότι δεν έφταιγε ο Εναγόμενος. Η μοτοσικλέτα ευρισκόμενη στη μέση του δρόμου ήταν σταματημένη και σε λειτουργία και ο εναγόμενος βρισκόταν σε απόσταση 4 μέτρα από αυτήν. Αρνήθηκε την υποβολή ότι οδηγούσε αφηρημένα και δεν είχε προσέξει τον μοτοσικλετιστή. Αντεξεταζόμενος ο Εναγόμενος από την κα Οικονόμου του υπεδείχθη ότι στην κατάθεση του (Τεκμήριο 3) δεν αναφέρθηκε στο ότι ο μοτοσικλετιστής έβγαινε από πάροδο και ότι, απλώς, αναφέρεται ότι τον είδε ο Εναγόμενος στην αριστερή πλευρά, του δρόμου. Ο Εναγόμενος επανέλαβε ότι ο μοτοσικλετιστής είχε βγει από πάροδο. Ανέφερε ακόμη ότι ο μοτοσικλετιστής όταν πήρε τη μέση του δρόμου και γύρισε το τιμόνι του στα δεξιά δεν έδειξε με το σηματοδότη του. Αναγνώρισε, ωστόσο, ότι στην κατάθεση του είχε πει ότι δεν θυμόταν. Ανέφερε, επίσης, ότι όταν είδε τον μοτοσικλετιστή να μπαίνει στην πορεία του ο Εναγόμενος, αστραπιαία, για να τον αποφύγει, πήγε δεξιά. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος και ενήργησε στιγμιαία. Αν πατούσε τα φρένα του θα τον σκότωνε. Αρνήθηκε ότι υπήρχε τρόπος να φύγει από τα αριστερά. Αρνήθηκε, επίσης, ότι ανέφερε ότι δεν είχε δει τον μοτοσικλετιστή και πρόσθεσε ότι, ενώ ο μοτοσικλετιστής έκανε όλη τη ζημιά, στο τέλος μαρτύρησε εναντίον του εναγομένου στην ποινική υπόθεση. Αρνήθηκε, περαιτέρω, την υποβολή ότι ο μοτοσικλετιστής δεν του είχε κόψει το δρόμο και διαφώνησε με τη θέση ότι υπήρχαν άλλες εναλλακτικές λύσεις για να τον αποφύγει. Δεν συμφώνησε ούτε με τη θέση ότι την τελευταία στιγμή αντιλήφθηκε τον μοτοσικλετιστή και ότι οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα ο ίδιος. Μαρτυρία από πλευράς τριτοδιάδικου O Mάμας Αθηνοδώρου είναι ο τριτοδιάδικος. Στη μαρτυρία του κατέθεσε ότι στις 17/8/06 οδηγούσε το μοτοποδήλατο του στο δρόμο όπου επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα με κατεύθυνση το Λιοπέτρι και είχε δει ότι πίσω του ήταν ο εναγόμενος. Ο τριτοδιάδικος είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά σύμφωνα με την πορεία του στην πάροδο οδός Α.Δίσπυρου. Λίγο πριν την πάροδο είδε να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση ένα αυτοκίνητο. Ο ίδιος οδηγούσε σιγά, χρησιμοποίησε το σηματοδότη του για να δείξει ότι θα έστριβε και κοίταξε στο δεξί του καθρεφτάκι. Το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εναγόμενος συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο που ερχόταν εξ αντιθέτου. Ο τριτοδιάδικος υιοθέτησε ως μέρος της κύριας του εξέτασης την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5). Από αυτή προκύπτουν τα εξής, όπως μπορώ να συνοψίσω: Στις 17/8/06 οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του με αρ. εγγραφής KJC089 στο δρόμο Ξυλοφάγου - Λιοπετριού με κατεύθυνση το Λιοπέτρι με πρόθεση να πάει στην οδό Α.Δίσπυρου. Η ταχύτητα του ήταν περίπου 25 χ.α.ω. όταν πέρασε την πάροδο που βρισκόταν αριστερά σύμφωνα με την πορεία του λόγω του ότι ένα άγνωστο αυτοκίνητο μπήκε κανένα μέτρο στον κύριο δρόμο και ο ίδιος ήταν σχεδόν στη μέση του δρόμου όταν πλησίασε στην πάροδο που βρισκόταν στα δεξιά σύμφωνα με την πορεία του. Ενώ, λοιπόν, βρισκόταν σχεδόν στη μέση του δρόμου εν κινήσει κοίταξε από το καθρεφτάκι του αν ερχόταν αυτοκίνητο από πίσω. Τότε είδε ένα αυτοκίνητο σε απόσταση 3 μέτρα από πίσω του το οποίο μπήκε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας και σε κλάσματα δευτερολέπτου συγκρούσθηκε με το εξ αντιθέτου αυτοκίνητο το οποίο πήγαινε προς Ξυλοφάγου. Τη συγκεκριμένη στιγμή που έγινε το δυστύχημα ο τριτοδιάδικος βρισκόταν εν κινήσει με τη μοτοσικλέτα του με ταχύτητα περίπου 5 χ.α.ω. σχεδόν στη μέση του δρόμου. Άκουσε τον εναγόμενο να λέει «Παναγία μου εν τον είδα, παρ΄ ολίγο να τον σκοτώσω». Το δυστύχημα έγινε μισό μέτρο στα δεξιά του. Αρνήθηκε ότι εξέρχετο από πάροδο και ότι έκανε απότομη κίνηση και μπήκε 1 μέτρο στη λωρίδα που κινείτο ο εναγόμενος. Αντεξεταζόμενος είπε ότι τη δήλωση που ανέφερε ότι την έκανε ο Εναγόμενος δεν την είπε στην κατάθεση του γιατί δεν τον ρώτησε ο αστυνομικός. Ούτε στην ποινική υπόθεση που έδωσε μαρτυρία το ανέφερε γιατί ούτε εκεί τον ρώτησαν. Πρώτη φορά το λέει τώρα στο Δικαστήριο γιατί ρωτήθηκε. Πριν πάει από αριστερά προς το κέντρο της λωρίδας του συμβουλεύτηκε το καθρεφτάκι του και είδε το αυτοκίνητο του εναγομένου σε απόσταση 100 μέτρα πίσω του. Απέναντι του έρχονταν δύο αυτοκίνητα. Το δεύτερο αυτοκίνητο πίσω είχε εμπλοκή στο δυστύχημα. Δεν θυμάται αν γι΄ αυτό το γεγονός ρωτήθηκε στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ή στη μαρτυρία του στο ποινικό Δικαστήριο. Στην κατάθεση του (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5) δεν το ανέφερε γιατί δεν τον ρώτησε ο αστυνομικός. Όταν έφτασε στο σημείο της παρόδου όπου επρόκειτο να στρίψει το πρώτο αυτοκίνητο που ερχόταν εξ αντιθέτου είχε ήδη περάσει και τότε ο ίδιος κοίταξε ξανά πίσω του και είδε το αυτοκίνητο που ερχόταν από πίσω του να παίρνει την εξ αντιθέτου κατεύθυνση και να συγκρούεται με το εξ αντιθέτου όχημα. Την ώρα που περνούσε το προπορευόμενο εξ αντιθέτου όχημα ο εναγόμενος ήταν πίσω από τον τριτοδιάδικο. Όταν ήλθε το δεύτερο όχημα που ακολουθούσε εξ αντιθέτου ο εναγόμενος έκανε την κίνηση, μπήκε δεξιά προσπαθώντας να αποφύγει τον τριτοδιάδικο γιατί πιθανότητα να μην τον είχε δει. Αν δεν τον απέφευγε θα του κτυπούσε. Ερωτηθείς κατά πόσο ο Εναγόμενος θα μπορούσε να περάσει από τα αριστερά απάντησε ότι στο ΑΛΤ στα αριστερά σύμφωνα με την πορεία του τριτοδιάδικου υπήρχε αυτοκίνητο που προσπαθούσε να μπει στο δρόμο και είναι, ίσως, γι΄αυτό ο εναγόμενος δεν κινήθηκε αριστερά. Ερωτηθείς κατά πόσο είχε αναφέρει ξανά αυτόν τον ισχυρισμό απάντησε ότι είχε πει στην ποινική υπόθεση ενώ στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ανέφερε ότι δεν ρωτήθηκε. Διαφώνησε με την υποβολή ότι βρισκόταν στο κέντρο του δρόμου απέναντι από την πάροδο και έκανε απότομη κίνηση στα αριστερά με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του εναγομένου ο οποίος ευρισκόμενος τόσο κοντά δεν είχε άλλη επιλογή από το να κάμει απότομη κίνηση στα δεξιά του για να μην σκοτώσει τον τριτοδιάδικο με αποτέλεσμα να συγκρουσθεί με το εξ αντιθέτου ερχόμενο αυτοκίνητο. Πρόσθεσε ότι είχε ελαττώσει την ταχύτητα του, έδειξε με το σηματοδότη του και περίμενε τα εξ αντιθέτου ερχόμενα αυτοκίνητα να περάσουν για να μπορέσει να στρίψει δεξιά. Αρνήθηκε, επίσης, την υποβολή ότι δεν λέγει την αλήθεια για το θέμα του τρίτου οχήματος στην πάροδο για να μπλέξει τον Εναγόμενο. Απέρριψε, ακόμη, την υποβολή ότι όταν αντιλήφθηκε ότι δεν μπορούσε να πάει δεξιά έκανε απότομη κίνηση στα αριστερά χρησιμοποιώντας μέρος της πορείας του με αποτέλεσμα να κάνει ο εναγόμενος ότι έκανε. Ο Κώστας Ζαχαρίου κατέθεσε απλώς ότι αγόρασε το μοτοποδήλατο KJC089 από τον τριτοδιάδικο στις 16.7.
- Επίσης κατέθεσε και σε σχέση με τις διαστάσεις του εν λόγω μοτοποδηλάτου. Ο μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάσθηκε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως προς τη νομική πτυχή της εξέτασης και διακρίβωσης αμέλειας, συντρέχουσας αμέλειας και του καθορισμού ευθύνης μεταξύ των διαδίκων, ο Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δ. Στυλιανίδης (όπως ήταν τότε), ανάφερε τα ακόλουθα στην υπόθεση Μαυρίδης ν. Dharaghji
(1990)1 A.A.Δ.1013, σελ.1013-1024: «Το ουσιαστικό δίκαιο προβλέπεται στα Άρθρα 51, 57 και 64 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148: Η ορθή προσέγγιση του Δικαστηρίου όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Fitzgerald v. Lord
(1988)2 All E.R.961, η οποία ανέτρεψε την απόφαση του Lord Pearce στην υπόθεση The Miraflores and the Abadese
(1967)1 All E.R.672,677, είναι: Το Δικαστήριο αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των Εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 αν ο Ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Αποφασίζει το ποσοστό της ευθύνης μεταξύ των Εναγομένων, από τη μια και Ενάγοντα από την άλλη και μειώνει το ποσό των αποζημιώσεων ανάλογα με το ποσοστό της συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα. .....» Στον καταμερισμό της ευθύνης μεταξύ των δύο οδηγών οι καθοριστικοί παράγοντες είναι η υπαιτιότητα και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών της σύγκρουσης και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης[1]. Στην υπόθεση Κυριάκου Χριστοδούλου ν. Γρηγόρη Γρηγορίου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.178, ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε) ανάφερε στις σελίδες 183-184: «Ο καταμερισμός της ευθύνης είναι πρωτίστως έργο του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Οι καθοριστικοί παράγοντες για τον καθορισμό της ευθύνης είναι δύο: (α) Η υπαιτιότητα (blameworthiness) που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου και (β) Η αιτιώδης συνάφεια (causative potency) μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας. Οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη όπως επεξηγείται στις υποθέσεις Charalambous v. Kassapis
(1988)1 C.L.R.25 και Polykarpou v. Adamou
(1988)1 C.L.R.727. (Δέστε επίσης Βελάρης ν. Ηροδότου
(1991)1 Α.Α.Δ.881,885).» Η έννοια της αμέλειας, όπως καθορίστηκε από το Δικαστή Κωνσταντινίδη στην απόφαση της πλειοψηφίας στις υποθέσεις Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ.475, ως πραγματικού γεγονότος συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στη σελίδα 484 αναφέρει τα εξής: «Αυτό κατά εναρμονισμό προς το θεμελιωμένο ότι η αμέλεια ως πραγματικό γεγονός συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Συναφώς θα υπενθυμίζαμε πως γενικά, εφόσον η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι εύλογα εμφανής, η παράλειψη λήψης μέτρων προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Elpiniki Panayiotou v. Georghios Kyriakou Mavrou
(1970)1 C.L.R.215).» Η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού[2] και ο προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή. Το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων διαφαίνεται κατά τη λογική πρόβλεψη[3]. Στην υπόθεση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ.420 ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ.Μ.Πικής, εισάγει ένα ευρύτερο προσδιοριστέο καθήκον των χρησιμοποιούντων το δρόμο, το καθήκον της επιμέλειας για την ασφάλεια των άλλων η εκπλήρωση του οποίου τους καθιστά υπόλογους για αμέλεια. «Το καθήκον», συνεχίζει η απόφαση, «για επιμέλεια γεννάται αφότου η διακίνηση άλλων προσώπων καθιστά εξ΄αντικειμένου μέριμνα του προσώπου που χρησιμοποιεί το δρόμο τη λήψη προφυλακτικών μέτρων για την προστασία της ασφάλειάς τους.» Περαιτέρω αναφέρεται για το κριτήριο αμέλειας ως εξής: «Το κριτήριο της αμέλειας είναι καθολικό και απρόσωπο. Η αμέλεια κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός συνετού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο λελογισμένα και με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούν το δρόμο.» Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Κυριάκου ν. Κανάρη
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ.1436[4] η απόφραξη του δρόμου από οδηγό αυτοκινήτου υποδηλώνει γενικά παράλειψη εκπλήρωσης του καθήκοντος προς άλλα άτομα τα οποία χρησιμοποιούν το δρόμο. Το ότι η απόφραξη του δρόμου από οδηγό αυτοκινήτου συνιστά πράξη η οποία μπορεί να στοιχειοθετήσει αμέλεια αναγνωρίζεται ευθέως στην Αγγλική απόφαση Rouse v. Squires and others
(1973)2 All E.R.903. Επίσης στην υπόθεση Panayiotou v. Mavros
(1970)1 C.L.R. 215, λέχθηκε ότι αναμένεται από ένα λογικό οδηγό να χρησιμοποιεί το δρόμο και να ασκεί τα δικαιώματα του κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην επεμβαίνει στα δικαιώματα των άλλων. Η υπόθεση Παύλος Γεωργίου κ.α. v. Ανδρέα Πιερίδη
(1997)1 Α.Α.Δ.1194 αφορούσε σύγκρουση στον κύριο δρόμο Λευκωσίας-Λεμεσού μεταξύ αυτοκινήτου σαλούν που οδηγούσε ο Εφεσίβλητος και αρθρωτού οχήματος που οδηγούσε ο Εφεσείων όταν ο τελευταίος στην προσπάθεια του να προσπεράσει προπορευόμενο φορτηγό απέκοψε την πορεία του Εφεσίβλητου. Ο επιμερισμός ευθύνης 85% για Εφεσείοντα και 15% για τον Εφεσίβλητο στον οποίο προέβη το Πρωτόδικο Δικαστήριο επικυρώθηκε από το Εφετείο. Παραθέτω από τις σελίδες 1197-1198 της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου το ακόλουθο απόσπασμα αναφορικά με τους παράγοντες που λήφθηκαν υπόψη για το θέμα της ευθύνης: «Είναι νομίζουμε προφανές ότι πράγματι πρωταρχική και άμεση αιτία του ατυχήματος ήταν το ότι ο Εφεσείων κατέλαβε χωρίς προειδοποίηση και χωρίς να ελέγξει όπισθεν τη δεξιά λωρίδα αποκόπτοντας έτσι την πορεία του Εφεσίβλητου. Η ταχύτητα του Εφεσίβλητου επέτεινε την κατάσταση όπως μπορεί εύκολα να υποτεθεί από την άποψη τουλάχιστον ότι κατέστησε σφοδρότατη τη σύγκρουση και τις συνέπειες πιο σοβαρές. Διότι δεν διακριβώθηκε το κατά πόσο εάν ο Εφεσίβλητος δεν υπέρβαινε το επιτρεπόμενο όριο θα αποφεύγετο η σύγκρουση.» Στην υπόθεση Koudellaris v. Christoforou and others
(1975)1 C.L.R.366 ο Ενάγων οδηγούσε το όχημα του από Λευκωσία προς Ξερό και λίγο έξω από το Ακάκι συνάντησε φορτηγό που οδηγείτο προς την ίδια κατεύθυνση. Επειδή το φορτηγό οδηγείτο αργά κι επειδή ο δρόμος μπροστά ήταν καθαρός ο Ενάγων αφού ήχησε τη σειρήνα του άρχισε τη διαδικασία του προσπεράσματος. Σε κάποιο στάδιο το φορτηγό κινήθηκε προς τα αριστερά και ο Ενάγων σχηματίζοντας την εντύπωση ότι η ενέργεια αυτή του οδηγού του φορτηγού ήταν για να του δώσει περισσότερο χώρο να προσπεράσει αύξησε την ταχύτητά του στα 60 μ.α.ω. για να περάσει. Όταν ο Ενάγων ήταν γύρω στα 40 π. από το φορτηγό αντιλήφθηκε το φορτηγό να στρίβει απότομα δεξιά και χωρίς προηγουμένως να είχε δώσει οποιοδήποτε σήμα. Για να αποφύγει τη σύγκρουση χρησιμοποίησε τα φρένα του, ήχησε εκ νέου τη σειρήνα του και κάτω από την αγωνία της στιγμής έστριψε ελαφρά προς τα αριστερά χωρίς όμως να αποφύγει τη σύγκρουση. Το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση του Εναγομένου επιβεβαίωσε την πρωτόδικη απόφαση σύμφωνα με την οποία ο Εναγόμενος οδηγός του φορτηγού όχι μόνο δεν είχε τη δέουσα παρατηρητικότητα, αλλά ούτε και βεβαιώθηκε ότι ήταν ασφαλές γι' αυτόν να στρίψει δεξιά με αποτέλεσμα να βρει τον Εναγόμενο εξολοκλήρου υπεύθυνο. Επιπλέον αναφέρθηκε ότι ο Ενάγοντας δεν συνέτεινε καθ' οιονδήποτε τρόπο στην πρόκληση του δυστυχήματος. Στην πιο πάνω απόφαση λέχθηκαν, μεταξύ άλλων και τα εξής σχετικά: «In the case in hand the trial Court as we said earlier, found that the cause of the accident is the negligent driving of the defendant because although he looked momentarily in his mirror and saw no vehicle following him it is clear in our view that when he turned and cut across the road he did not make sure that he could execute that manoeuvre in safety, and one cannot but draw the inference that had he looked once again to see in his mirror before actually turning he would have been in position to see the plaintiff driver who sounded his horn in order to overtake him .......» Στον Bingham σελ. 92, αναφέρεται επίσης ότι το καθήκον του οδηγού που αλλάζει κατεύθυνση είναι (ι) να δώσει εμφανές σήμα και (ιι) να βεβαιωθεί ότι κανείς δεν τίθεται σε δυσμενή θέση με την αλλαγή της πορείας. Στην υπόθεση Pratt v. Bloom
(1958)Cr.L.R. 817, αποφασίστηκε ότι αποτελεί αμέλεια η ένδειξη ότι ο οδηγός θα στρίψει προς μια κατεύθυνση, ενώ μετά κινείται προς την αντίθετη χωρίς να λάβει τέτοια μέτρα για να βεβαιωθεί ότι δεν κινείται άλλο όχημα πίσω του. Επίσης αμέλεια είναι η παραπλανητική ένδειξη σήματος για στροφή, ενώ, τελικώς, αυτή δεν πραγματοποιείται[5]. Η μεταβολή κατεύθυνσης χωρίς προειδοποίηση και ενώ αμέσως προηγουμένως σηματοδόθηκε ή δόθηκε διαφορετική εντύπωση εύλογα αποτιμούμενη στα περιστατικά της υπόθεσης, αποτελεί αμέλεια και οδήγησε στην απόρριψη σχετικής έφεσης στην υπόθεση Ανδρέα Σαββίδη ν. Paul Christopher David White, Πολ. ΄Εφεση αρ. 8781 ημερ. 27.05.1996. Είναι νομολογημένο ότι ένα όχημα που ακολουθεί άλλο προπορευόμενο όχημα έχει το στοιχειώδες καθήκον της τήρησης απόστασης ασφαλείας από το προπορευόμενο και παράλληλα το καθήκον το οποίο έχει κάθε οδηγός οχήματος πάντοτε και σε κάθε περίπτωση αυτό της πρέπουσας προσοχής και παρατήρησης (proper lookout). Με λίγα λόγια, θα πρέπει να κρατεί, στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό, τέτοια απόσταση από το προπορευόμενο όχημα και να οδηγεί με τέτοιο τρόπο ο οποίος θα του επέτρεπε να αντιμετωπίσει με επιτυχία οποιοδήποτε έκτακτο τροχαίο περιστατικό το οποίο ήταν εύλογα προβλεπτό[6]. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Antoniou v. The Police
(1976)2 CLR 140: « We were urged in the course of debate to substitute our own definition of the limits of a following driver's duty, and even to prescribe the proper interval at which successive vehicles should keep station when travelling in a city street. I am not prepared to do so. The distance which should separate two vehicles travelling one behind the other must depend upon many variable factors—their speed, the nature of the locality, the other traffic present or to be expected, the opportunity available to the following driver of commanding a view ahead of the leading vehicle, the distance within which the following vehicle can be pulled up, and many other things. The following driver is, in my view, bound so far as reasonably possible, to take up such a position, and to drive in such a fashion, as will enable him to deal successfully with all traffic exigencies reasonably to be anticipated: but whether he has fulfilled this duty must in every case be a question of fact, just as it is a question of fact whether, on any emergency disclosing itself, the following driver acted with the alertness, skill and judgment reasonably to be expected in the circumstances." ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΓΕΝΙΚΑ Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ΄ αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν, η πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα κ.τ.λ.[7]. Προτού προχωρήσω να αξιολογώ τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, θέλω να τονίζω ότι η αξιολόγηση μου δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[8] Επισημαίνω από την αρχή ότι η μαρτυρία της Μαρίας Κοκκίνου (ΜΥ2) δεν είχε τελικώς οποιαδήποτε σημασία εφόσον δεν κατατέθηκαν τα πρακτικά της ποινικής υπόθεσης που αφορούσε στο επίδικο τροχαίο δυστύχημα που ήταν και ο σκοπός της κλήτευσης της ως μάρτυρα. Όσον αφορά τη μαρτυρία του μάρτυρα εκ μέρους του τριτοδιαδίκου Κώστα Ζαχαρίου, η οποία δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης, δεν έχω διαπιστώσει να έχει οποιαδήποτε χρησιμότητα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και δεν θα ασχοληθώ περαιτέρω μαζί της. Όσον αφορά τη μαρτυρία της κας Ρίτας Φραγκοπούλλου (ΜΕ4) ασφαλιστικός λειτουργός στο γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, θεωρώ ότι η μαρτυρία της ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη. Πέραν τούτου, δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης κατά το στάδιο της αντεξέτασης. Απλώς κατ΄ εκείνο το στάδιο επεδιώχθη η εξασφάλιση κάποιων περαιτέρω διευκρινίσεων. Κατ΄ ακολουθία η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Από αυτή τη μαρτυρία προκύπτουν οι ασφαλιστέες αποδοχές του Ενάγοντα κατά το έτος 2005, 2006, 2007 και
- Επίσης από αυτή τη μαρτυρία προκύπτει ότι ο Ενάγων έλαβε επίδομα ασθενείας για την περίοδο από 20.8.2006 μέχρι 30.11.2006 και για την περίοδο από 10.7.2007 μέχρι 27.7.
- Βεβαίως διευκρινίζω ότι η μάρτυρας αυτή δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο ο Ενάγων ήταν ανίκανος προς εργασία κατά τον ουσιώδη χρόνο και η μαρτυρία της περιορίστηκε στα στοιχεία που είχε ενώπιον της, εξήγησε δε τη σχετική διαδικασία που ακολουθείται. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ Οι μάρτυρες η μαρτυρία των οποίων σχετίζεται με το θέμα της ευθύνης για την πρόκληση του επίδικου τροχαίου δυστυχήματος είναι ο αστυνομικός εξεταστής Μ.Ε.1, ο οδηγός του ενός από τα ενεχόμενα οχήματα, το υπ΄ αρ. εγγραφής ΧL057, Μ.Ε.2, ο συνοδηγός του Μ.Ε.2, ο Μ.Ε.3, ο Εναγόμενος ο οποίος ήταν οδηγός του άλλου ενεχόμενου οχήματος (Μ.Υ.3) και ο τριτοδιάδικος. Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου. Παρατήρησα ιδιαιτέρως το ύφος τους και τον τρόπο με τον οποίο έδιδαν τη μαρτυρία τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Εξετάζοντας εν πρώτοις τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 αστυνομικού εξεταστή του επίδικου δυστυχήματος παρατηρώ ότι δεν έχει αμφισβητηθεί μέσω της αντεξέτασης. Αντίθετα στη διάρκεια της αντεξέτασης δόθηκε η ευκαιρία στο μάρτυρα να επεξηγήσει περαιτέρω τα ευρήματα του στη σκηνή του επίδικου δυστυχήματος και να επεκταθεί και σε περισσότερα στοιχεία και δεδομένα της σκηνής. Τα ευρήματα του στη σκηνή παρέμειναν αδιαμφισβήτητα και αναντίλεκτα. Η μαρτυρία του Μ.Ε.1, ο οποίος φάνηκε να είναι ένας αμερόληπτος, ανεξάρτητος και αντικειμενικός εξεταστής του δυστυχήματος γίνεται αποδεκτή καθόσον αφορά τα πραγματικά του ευρήματα. Κατά συνέπεια, η διαμόρφωση της οδού Θεοφάνους στη Ξυλοφάγου, όπως αυτή απεικονίζεται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2, οι σχετικές μετρήσεις που έκανε ο μάρτυρας, οι τελικές θέσεις των ενεχομένων οχημάτων, το σημείο σύγκρουσης, τα ίχνη τροχοπέδησης που εντόπισε στην άσφαλτο προερχόμενα από το όχημα ΧLO59 όπως και οι ζημιές στα ενεχόμενα οχήματα αποτελούν τα πραγματικά ευρήματα για την αξιολόγηση της μαρτυρίας και ακρίβειας της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας αναλύθηκε και επεξηγήθηκε σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η πραγματική μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να αποκαλύψει πως έχει επισυμβεί ένα δυστύχημα. Εντούτοις αποτελεί γνώμονα για την κρίση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας και στην αξιολόγηση των διισταμένων εκδοχών και σταθερό οδηγό για τον έλεγχο της ακρίβειας και των λεπτομερειών της μαρτυρίας σε θέματα τα οποία οι άμεσα αναμεμειγμένοι εύκολα μπορεί να κάνουν λάθος, όπως οι αποστάσεις και ο χρόνος που μεσολαβεί μεταξύ των διαδραματιζομένων. Είναι αυτονόητο ότι η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας ποικίλει ανάλογα με τον βαθμό στον οποίο διαφωτίζει ως προς τα ουσιώδη γεγονότα[9]. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 οδηγού του XL059 διαπιστώνω ότι ήταν σαφής και θετική. Περιέγραψε όσο καλύτερα μπορούσε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το επίδικο δυστύχημα. Εκείνο που βασικά μπόρεσε να δει και να αντιληφθεί ήταν ότι, ενώ οδηγούσε κανονικά το αυτοκίνητο του στην πορεία του στη δική του πλευρά, είδε ξαφνικά, σε απόσταση 5-6 μ., ένα αυτοκίνητο που ερχόταν εξ αντιθέτου στη δική του λωρίδα και το μόνο που πρόλαβε να κάνει ήταν να πατήσει τα φρένα του χωρίς, όμως, να αποφευχθεί, τελικά, η σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων που ήταν μετωπική και επεσυνέβη εντός της δικής του λωρίδας κυκλοφορίας. Η μαρτυρία του δεν έχει αμφισβητηθεί καθόλου κατά την αντεξέταση και παρέμεινε αναντίλεκτη. Η εκδοχή του παρέμεινε και σ΄ αυτό το στάδιο της μαρτυρίας του συνεπής και σταθερή. Ο Μ.Ε.2 ήταν ένας ειλικρινής μάρτυρας που ήλθε στο Δικαστήριο να πει την αλήθεια και, επομένως, αποδέχομαι τη μαρτυρία του. Προχωρώντας στη συνέχεια να αξιολογήσω τη μαρτυρία του Ενάγοντα (Μ.Ε.3) λέω από την αρχή ότι διεπίστωσα ότι προέβηκε σε αφήγηση των γεγονότων που αφορούσαν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα με απλό αλλά ταυτόχρονα φυσικό και αβίαστο τρόπο. Περιέγραψε με άνεση και θετικότητα τα σχετικά γεγονότα. Ήταν σαφής και κατηγορηματικός ότι, ενώ ευρίσκετο συνοδηγός στο όχημα που οδηγούσε ο Μ.Ε.2 στο δρόμο με κατεύθυνση από Λιοπέτρι προς Ξυλοφάγου, είχε δει πρώτα και σε απόσταση 80 μ. ένα μοτοποδήλατο να κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση και να βρίσκεται στη μέση του δρόμου. Το εν λόγω μοτοποδήλατο το είχε δει αρχικά ενώ ήταν στο κέντρο του δρόμου να πηγαίνει στην αριστερή άκρια του δρόμου, να περνά την πάροδο που υπήρχε στα αριστερά, συμφώνως της πορείας του, και να κατευθύνεται προς τα δεξιά φτάνοντας στο ύψος της παρόδου που υπήρχε στ΄ αριστερά σύμφωνα με την πορεία του οχήματος που οδηγείτο από τον Μ.Ε.
- Σε κάποια φάση είδε ένα αυτοκίνητο που, όπως προέκυψε, επρόκειτο για το όχημα που οδηγείτο από τον Εναγόμενο να προσπαθεί να αποφύγει το μοτοποδήλατο και τότε ο Μ.Ε.3 φοβήθηκε ότι θα κτυπούσε το μοτοποδήλατο και η συνέχεια ήταν το όχημα του Εναγόμενου να έλθει στη λωρίδα που εκινείτο το όχημα του Μ.Ε.2 και να συγκρουσθεί μ΄ αυτό. Όπως χαρακτηριστικά περιέγραψε ο Μ.Ε.3 την κίνηση του οχήματος του Εναγόμενου αυτή ήταν αστραπιαία. Όπως αντιλήφθηκε ο Μ.Ε.3 και ξεκάθαρα το έθεσε, η κίνηση αυτή έγινε στην προσπάθεια του Εναγόμενου να αποφύγει σύγκρουση με το μοτοποδήλατο οπόταν και ήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και συγκρούσθηκε με το όχημα που οδηγούσε ο Μ.Ε.
- Η εκδοχή του Μ.Ε.3 για το πώς επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα δεν έτυχε αμφισβήτησης, κατά την αντεξέταση. Το μόνο που διερευνήθηκε από το συνήγορο του Εναγόμενου κατά την αντεξέταση ήταν η εκτίμηση του Μ.Ε.3 σχετικά με την ταχύτητα του Εναγόμενου την οποία έκανε λαμβάνοντας υπόψη την έκταση των ζημιών στα ενεχόμενα οχήματα. Εκείνο, βασικά, που του τέθηκε ήταν ότι το όχημα του Εναγόμενου δεν είχε μετακινήσει το όχημα που οδηγούσε ο Μ.Ε.2 μετά τη σύγκρουση, θέση με την οποία ο Μ.Ε.3 διαφώνησε. Θεωρώ ότι ο Μ.Ε.3 ήταν ειλικρινής και κατέθεσε τα αληθινά γεγονότα για το πώς επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα. Ωστόσο, δεν μπορώ να δεχτώ τη γνώμη του και/ή την εκτίμηση που εξέφρασε σε σχέση με την ταχύτητα του Εναγόμενου πριν γίνει η σύγκρουση διότι αυτό αποτελεί θέμα εμπειρογνώμονα και δεν είναι αρκετό να μπορεί να καθορισθεί η ταχύτητα ενός οχήματος από την έκταση των ζημιών που προκλήθηκαν και, ειδικότερα, αν αυτή υπερέβαινε τα 50 χ.α.ω. επειδή ο Μ.Ε.3 τυγχάνει να είναι ισιωτής. Κατά συνέπεια η εκδοχή του για το πώς επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα γίνεται αποδεκτή. Προχωρώ να αξιολογήσω στη συνέχεια τη μαρτυρία του Εναγόμενου (ΜΥ3). Εν πρώτοις πρέπει να υπογραμμίσω ότι η εκδοχή που παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν συνάδει με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Εναγόμενου τόσο στην Υπεράσπιση του όσο και στην Έκθεση Απαίτησης που κατεχώρησε εναντίον του τριτοδιαδίκου. Ενώ η δικογραφημένη θέση είναι ότι ο τριτοδιάδικος εισήλθε στην πορεία του Εναγόμενου από παρακείμενη πάροδο ή/και απότομα ανέκοψε την πορεία του οχήματος του Εναγόμενου με αποτέλεσμα ο Εναγόμενος για να αποφύγει την σύγκρουση με τον τριτοδιάδικο εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και επέπεσε επί του οχήματος στο οποίο επέβαινε ο Ενάγοντας, ενώπιον του Δικαστηρίου προώθησε μια άλλη εκδοχή. Συγκεκριμένα στη μαρτυρία του ισχυρίσθηκε ότι ο τριτοδιάδικος βρισκόταν σταματημένος στο κέντρο του δρόμου μπροστά από το όχημα του Εναγόμενου με πρόθεση να στρίψει δεξιά για να μπει σε πάροδο που βρισκόταν στα δεξιά, σύμφωνα με την πορεία τόσο του τριτοδιάδικου όσο και του Εναγόμενου, με γυρμένο το τιμόνι του δεξιά όταν ξαφνικά τον είδε να στρίβει το τιμόνι του προς τα αριστερά γιατί ερχόταν αυτοκίνητο από απέναντι και δεν θα έφτανε για να διασταυρώσει το δρόμο και να εισέλθει στην πάροδο και να κινείται προς τα αριστερά ένα με ενάμιση μέτρο κόβοντας το δρόμο του Εναγόμενου ο οποίος, για να τον αποφύγει, πήγε δεξιά και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όπου και συγκρούσθηκε με το όχημα που οδηγούσε ο Μ.Ε.
- Στο σημείο αυτό παραθέτω την παράγραφο 4 της Υπεράσπισης του Εναγόμενου, η οποία έχει ως εξής: «
- . . . . . . . . . Την 17.8.2006 και περί ώρα 09:10 π.μ. και ενώ ο εναγόμενος οδηγούσε νομίμως και επιμελώς το όχημα του υπ΄ αρ. εγγραφής ΚΗΖ520 στην οδό Ν. Θεοφάνους στο Ξυλοφάγου με κατεύθυνση προς Λιοπέτρι, μοτοσικλέτα ή/και δίκυκλο όχημα τύπου σκούτερ ή/και μοτοποδήλατο ή/και το υπ΄ αριθμό KJC089 ή/και όχημα που οδηγείτο από τον Μάμα Αθηνοδώρου, από το Ξυλοφάγου, τοσούτον αμελώς ή/και κατά παράβαση των εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων, εισήλθε στην πορεία του εναγομένου από παρακείμενη πάροδο ή/και απότομα ανέκοψε την πορεία του οχήματος του εναγόμενου, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος, επιχειρώντας να αποφύγει την σύγκρουση με τον εν λόγω Αθηνοδώρου, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ή/και αντίθετη πλευρά του δρόμου ή/και επέπεσε επί του οχήματος στο οποίο επέβαινε ο ενάγοντας.» (δική μου υπογράμμιση) Περαιτέρω, στην παράγραφο 5 της Υπεράσπισης καταγράφονται οι λεπτομέρειες αμέλειας του αναφερόμενου Μάμα Αθηνοδώρου, που στη συνέχεια της διαδικασίας κατέστη τριτοδιάδικος, οι οποίες λεπτομέρειες συνάδουν με τα όσα καταγράφονται στην παράγραφο 4 της Υπεράσπισης. Παραθέτω, ειδικότερα, τις λεπτομέρειες υπό στοιχεία (γ),(δ),(ε),(στ) και (ζ) οι οποίες έχουν ως εξής: «(α) .......................................... (β) ........................................... (γ) Ενώ είδε ή/και ενώ όφειλε να δει το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος, εντούτοις παρέλειψε να ελαττώσει ταχύτητα ή/και συνέχισε την πορεία του ή/και παρέλειψε να παραχωρήσει δικαίωμα προτεραιότητας στον εναγόμενο. (δ) Επιχείρησε να διασταυρώσει το δρόμο εντός του οποίου νόμιμα κινείτο ο εναγόμενος από μη ελεγχόμενο σημείο ή/και από πάροδο ή/και από σημείο όπου ο εναγόμενος είχε προτεραιότητα ή/και εν πάση περιπτώσει εντελώς απότομα και χωρίς να ελέγξει καθόλου ή/και επαρκώς τον δρόμο ή και την διαδρομή που ακολουθούσε ο εναγόμενος. (ε) Παρέλειψε να σταματήσει επί της πορείας του ή/και να αναμένει μέχρις ότου καταστεί ασφαλές για εκείνον ή/και τους άλλους οδηγούς που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο. (στ) Παρέλειψε να αναμένει μέχρις ότου του δοθεί προτεραιότητα ή και μέχρις ότου η πορεία όπου προτίθετο να κινηθεί ήταν καθαρή. (ζ) Ενώ είδε ή και όφειλε να δει την πορεία και κατεύθυνση του οχήματος του εναγόμενου, εντούτοις έστριψε δεξιά αποκόπτοντας την πορεία του εναγόμενου.» Περαιτέρω, στην Έκθεση Απαίτησης που καταχωρήθηκε εναντίον του τριτοδιαδίκου στην παράγραφο 2 επαναλαμβάνεται η ίδια εκδοχή όπως και στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου και έχει ως εξής: «
- ..... ενώ ο εναγόμενος οδηγούσε νομίμως και επιμελώς το όχημα του υπ΄ αρ. εγγραφής ΚΗΖ520 στην οδό Ν. Θεοφάνους στο Ξυλοφάγου με κατεύθυνση προς Λιοπέτρι, μοτοσικλέτα ή/και δίκυκλο όχημα τύπου σκούτερ ή/και μοτοποδήλατο ή/και το υπ΄ αριθμό KJC089 ή/και όχημα που οδηγείτο από τον Μάμα Αθηνοδώρου, από το Ξυλοφάγου, τοσούτον αμελώς ή/και κατά παράβαση των εκ του νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων, εισήλθε στην πορεία του εναγομένου από παρακείμενη πάροδο ή/και απότομα ανέκοψε την πορεία του οχήματος του εναγομένου, με αποτέλεσμα ο εναγόμενος, επιχειρώντας να αποφύγει την σύγκρουση με τον εν λόγω Αθηνοδώρου, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ή/και αντίθετη πλευρά του δρόμου ή/και επέπεσε επί του οχήματος στο οποίο επέβαινε ο ενάγοντας.» (δική μου υπογράμμιση) Στις λεπτομέρειες αμέλειας που καταγράφονται στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαίτησης Εναγόμενου κατά τριτοδιαδίκου και, ειδικότερα, σε αυτές υπό στοιχεία (γ), (δ), (ε), (στ) και (ζ) τα όσα αναφέρονται συνάδουν με την εκδοχή που καταγράφεται στην παράγραφο 2 ανωτέρω. Τις παραθέτουμε: «(α) ......................................... (β) .......................................... (γ) Ενώ είδε ή/και ενώ όφειλε να δει το όχημα που οδηγούσε ο εναγόμενος, εντούτοις παρέλειψε να ελαττώσει ταχύτητα ή/και συνέχισε την πορεία του ή/και παρέλειψε να παραχωρήσει δικαίωμα προτεραιότητας στον εναγόμενο. (δ) Επιχείρησε να διασταυρώσει το δρόμο εντός του οποίου νόμιμα κινείτο ο εναγόμενος από μη ελεγχόμενο σημείο ή/και από πάροδο ή/και από σημείο όπου ο εναγόμενος είχε προτεραιότητα ή/και εν πάση περιπτώσει εντελώς απότομα και χωρίς να ελέγξει καθόλου ή/και επαρκώς τον δρόμο ή και την διαδρομή που ακολουθούσε ο εναγόμενος. (ε) Παρέλειψε να σταματήσει επί της πορείας του ή/και να αναμένει μέχρις ότου καταστεί ασφαλές για εκείνον ή /και τους άλλους οδηγούς που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο. (στ) Παρέλειψε να αναμένει μέχρις ότου του δοθεί προτεραιότητα ή και μέχρις ότου η πορεία όπου προτίθετο να κινηθεί ήταν καθαρή. (ζ) Ενώ είδε ή και όφειλε να δει την πορεία και κατεύθυνση του οχήματος του εναγόμενου, εντούτοις έστριψε δεξιά αποκόπτοντας την πορεία του εναγομένου.» Το γεγονός της πιο πάνω διάστασης που υπάρχει μεταξύ δικογραφημένων ισχυρισμών και μαρτυρίας που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι λόγος για να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή η εκδοχή του Εναγόμενου και να πρέπει να απορριφθεί. Επί του σημείου αυτού χρήσιμη είναι η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση Charalambous v. Pillakouris
(1976)1 CLR 198: «Before concluding this judgment I must say that there was another reason for which although not argued before him, the trial Judge should not have accepted the version of the plaintiff, in that his evidence as to what constituted the negligence of the appellant differs materially from the particulars of negligence enumerated in his statement of claim. Needless to say that where the version of facts found by the trial Judge was not just variation, modification or development, but was something new, separate and distinct and not merely a technicality, there had been so radical a departure from the pleaded case as to disentitle the plaintiff to succeed ....» Ανεξάρτητα, όμως, από την πιο πάνω διαπίστωση η εκδοχή του Εναγόμενου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και κατόπιν αξιολόγησης της. Λέγω από την αρχή ότι ο Μ.Υ.3/Εναγόμενος έδιδε την εντύπωση τόσο με το ύφος όσο και με τον τρόπο που κατέθετε ότι ήλθε στο Δικαστήριο με μοναδικό σκοπό να παρουσιάσει μια εκδοχή που, κατά τη γνώμη μου, θα τον υποβοηθούσε για να απαλλαγεί της ευθύνης πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος. Ευθύς εξ αρχής και αυτό, πιστεύω, ήταν χαρακτηριστικό προσπάθησε να υποστηρίξει ότι ο Ενάγων του είχε πει ότι δεν έφταιε και ότι ήταν ο μοτοσικλετιστής που είχε δημιουργήσει το πρόβλημα. Επικαλέστηκε δε, τα πρακτικά της δίκης που έγινε σε σχέση με την ποινική υπόθεση που αφορούσε το επίδικο δυστύχημα για να ισχυρισθεί ότι αυτός ο ισχυρισμός επιβεβαιώνεται. Ωστόσο, όταν αντεξετάζετο ο Ενάγοντας (Μ.Ε.3) ουδέποτε του τέθηκε από το συνήγορο του Εναγόμενου ένας τέτοιος ισχυρισμός για να επιβεβαιώσει το γεγονός ότι είχε πράγματι πει κάτι τέτοιο ο Ενάγων στον Εναγόμενο και, βεβαίως, στην κύρια εξέταση του ο Μ.Ε.3 σε κανένα σημείο δεν ανέφερε κάτι τέτοιο. Αντίθετα ο Μ.Ε.3 δίδοντας μια δική του εκτίμηση για το πώς προκλήθηκε το επίδικο δυστύχημα ανέφερε, χωρίς να αντεξετασθεί επί τούτου, ότι το πιο πιθανό ήταν να μην αντιλήφθηκε ο Εναγόμενος τον μοτοσικλετιστή και ότι, στην προσπάθεια του να τον αποφύγει, εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας που εκινείτο ο Ενάγων. Μάλιστα ο Εναγόμενος ισχυρίσθηκε ότι δεν ήταν μόνο στην ποινική δίκη που ο Ενάγων είχε πει ότι δεν έφταιε ο Εναγόμενος αλλά ο τριτοδιάδικος. Ισχυρίσθηκε ότι κάτι τέτοιο του είχε πει ο Ενάγων αμέσως μετά το δυστύχημα ότι, δηλαδή, δεν έφταιε ο ίδιος γι΄ αυτό αλλά ο μοτοσικλετιστής και ότι αυτό ο Ενάγων το επανέλαβε και στο νοσοκομείο. Επαναλαμβάνω ότι αυτός ο ισχυρισμός που ο Εναγόμενος προέβαλε στη μαρτυρία του ενώ κατέθετε ουδέποτε προηγουμένως τέθηκε στον Ενάγοντα για να τον επιβεβαιώσει εφόσον τον αφορούσε και υποτίθεται προέρχετο από τον ίδιο καθ΄ ην στιγμή μάλιστα ο Ενάγων στη μαρτυρία του είχε ουσιαστικά επιρρίψει την ευθύνη με τα λεγόμενα και τη δική του εκτίμηση που εξέφρασε σε βάρος του Εναγόμενου. Πρόκειται σαφώς για μια εκδοχή που προβάλλεται εκ των υστέρων όταν πλέον δεν υπάρχει η δυνατότητα περαιτέρω διερεύνησης της και την οποία δεν μπορώ να αποδεχτώ. Έπειτα στη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου προσπάθησε να παρουσιάσει ότι ο τριτοδιάδικος μοτοσικλετιστής είχε βγει από πάροδο που υπήρχε 100 μ. πριν το σημείο του δυστυχήματος στ΄ αριστερά σύμφωνα με την πορεία του ενώ στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) δεν αναφέρει κάτι τέτοιο αλλά ότι είχε δει τον μοτοσικλετιστή στην αριστερά πλευρά του δρόμου να πηγαίνει με χαμηλή ταχύτητα και αυτό όταν πλησίασε ο Εναγόμενος μια πάροδο που υπήρχε στα αριστερά της πορείας του. Μάλιστα, όταν του τέθηκε κατά την αντεξέταση της συνηγόρου του τριτοδιαδίκου ότι ο μοτοσικλετιστής ουδέποτε ήταν στην πάροδο ο Εναγόμενος δεν αρκέστηκε μόνο να το αρνηθεί αλλά και πάλι να επικαλείται τον Ενάγοντα και να λέει ότι κάτι τέτοιο του είχε πιστοποιήσει ο Ενάγων. Σ΄ ένα άλλο σημείο της μαρτυρίας του ισχυρίσθηκε ότι ο μοτοσικλετιστής δεν είχε δείξει με το σηματοδότη του την πρόθεση του να στρίψει δεξιά ενώ στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία που ήταν στις 21.8.2006, λίγες μέρες μετά το δυστύχημα, είχε αναφέρει ότι δεν θυμόταν αν ο μοτοσικλετιστής είχε δείξει με το σηματοδότη του ότι θα έστριβε δεξιά. Ένα άλλο σημείο ενδεικτικό του τρόπου που κατέθετε και της ευκολίας που είχε να προβάλει ισχυρισμούς που θα μπορούσαν να είναι υποβοηθητικοί για τον ίδιο και που θα τον απάλλασσαν της ευθύνης για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος ήταν και η θέση που προέβαλε ότι ο Ενάγων του είχε πει ότι ο μοτοσικλετιστής «έπαιζε μέσα στο δρόμο, πήγαινε και ερχόταν» και ότι μάλιστα αυτό του το είπε ο Ενάγων και αμέσως μετά το δυστύχημα αλλά και στο Δικαστήριο στα πλαίσια της ποινικής δίκης που έγινε για το επίδικο δυστύχημα. Επισημαίνω και επαναλαμβάνω ότι τέτοια εκδοχή δεν παρουσιάστηκε από τον Ενάγοντα/Μ.Ε.3 όταν αυτός κατέθεσε στο Δικαστήριο και ότι, αντίθετα, η άποψη που εξέφρασε για το πώς προκλήθηκε το δυστύχημα και ο Εναγόμενος βρέθηκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας ήταν επιβαρυντική για τον Εναγόμενο. Προχωρώ στη συνέχεια να αξιολογήσω τη μαρτυρία του τριτοδιάδικου. Ο τριτοδιάδικος θεωρώ ότι προέβηκε σε αφήγηση των γεγονότων που αφορούσαν το επίδικο δυστύχημα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτό προκλήθηκε με σαφήνεια και θετικότητα. Ήταν σαφής και κατηγορηματικός στην εκδοχή του ότι ενώ οδηγούσε σιγά σιγά το μοτοποδήλατό του εντός της λωρίδας του κοντά στο κέντρο του δρόμου εκεί που είναι η διακεκομμένη γραμμή με πρόθεση να στρίψει στα δεξιά του όπου υπήρχε πάροδος, είδε το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο εναγόμενος και βρισκόταν από πίσω του να παίρνει την αντίθετη κατεύθυνση κυκλοφορίας και να εισέρχεται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όπου συγκρούστηκε με αυτοκίνητο που ερχόταν από απέναντι. Ο τριτοδιάδικος απάντησε όλες τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν με άνεση χωρίς οποιαδήποτε δυσκολία ή δισταγμό. Ήταν ξεκάθαρος ότι βρισκόταν κανονικά στην λωρίδα του, είχε ελαττώσει ταχύτητα και χρησιμοποίησε το σηματοδότη του για να δείξει ότι θα έστριβε στα δεξιά και ανέμενε, ευρισκόμενος προς το κέντρο του δρόμου όπου υπήρχε η διακεκομμένη γραμμή, να περάσουν τα αυτοκίνητα που εκινούνταν εκείνη τη στιγμή στην αντίθετη κατεύθυνση για να μπορέσει να στρίψει δεξιά. Η μαρτυρία του τριτοδιάδικου δεν κλονίστηκε, ούτε διαφοροποιήθηκε κατόπιν αντεξέτασης και παρέμεινε αταλάντευτα σταθερός και συνεπής στην εκδοχή του. Παραδέχθηκε δε ότι για πρώτη φορά έλεγε, ενώ κατέθετε στο Δικαστήριο, την αναφορά του εναγόμενου μετά το δυστύχημα ότι δεν είχε δει τον τριτοδιάδικο και ότι παραλίγο να τον σκότωνε και ότι κάτι τέτοιο δεν είχε αναφέρει στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, ούτε στην ποινική δίκη που έγινε για το ίδιο δυστύχημα. Η εξήγηση που έδωσε για το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή δεν ρωτήθηκε τότε, ήταν, πιστεύω, εύλογη και αληθοφανής. Αρνήθηκε κατηγορηματικά την υποβολή ότι ενώ ευρισκόταν στο κέντρο του δρόμου είχε κάνει απότομη κίνηση στ' αριστερά με αποτέλεσμα να ανακόψει την πορεία του εναγόμενου και επεσήμανε ότι το μοτοποδήλατο του ευρισκόταν μπροστά από το όχημα του εναγόμενου και ότι ο εναγόμενος θα έπρεπε να το είχε δει και να ελαττώσει ταχύτητα ή να σταματήσει εφόσον το μοτοποδήλατο περίμενε τα αυτοκίνητα που κινούνταν από την αντίθετη κατεύθυνση να περάσουν και να στρίψει στη συνέχεια δεξιά. Το ότι στη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία δεν είχε αναφερθεί στην ύπαρξη και δεύτερου αυτοκινήτου που εκινείτο στην αντίθετη κατεύθυνση δεν επηρεάζει, κατά την άποψή μου, με οποιοδήποτε τρόπο την αξιοπιστία του. Τώρα που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν φυσιολογικό και αναμενόμενο να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προκλήθηκε το δυστύχημα, ενώ στα πλαίσια μιας κατάθεσης αναμένεται ότι γίνεται μια πιο συνοπτική περιγραφή των ουσιαστικών γεγονότων. Όσον αφορά την εκτίμηση που εξέφρασε ο τριτοδιάδικος όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση γιατί ο εναγόμενος είχε πάει δεξιά στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, δηλαδή ότι προσπαθούσε ο εναγόμενος να τον αποφύγει γιατί πιθανότατα να μην το είδε, πιστεύω ότι αποτελεί καθαρά ένα συμπέρασμα του τριτοδιάδικου το οποίο εναπόκειται στο Δικαστήριο να το εξάξει και, σίγουρα, δεν αποτελεί μια διαπίστωση που έκανε ο τριτοδιάδικος με βάση αυτά που είδε. Περαιτέρω σ' ό,τι αφορά την εκτίμηση του τριτοδιαδίκου ότι ο εναγόμενος δεν κινήθηκε αριστερά και πήγε δεξιά στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας πιθανό γιατί προσπαθούσε αυτοκίνητο να μπει στο δρόμο από πάροδο που υπήρχε στ' αριστερά του δεν μπορώ στο σημείο αυτό να δεχθώ τη θέση του τριτοδιάδικου γιατί με βάση τη μαρτυρία του εξεταστή του δυστυχήματος η πάροδος στα αριστερά της πορείας του μοτοποδηλάτου και του εναγόμενου απείχε γύρω στα 80μ. από την πάροδο στα δεξιά τους και δεν ήταν απέναντι από αυτή. Αυτό, όμως, δεν επηρεάζει κατά τη γνώμη μου την αξιοπιστία του τριτοδιάδικου για δύο βασικά λόγους: Πρώτον ενδεχομένως να είχε κάνει λάθος σε σχέση με την απόσταση που χώριζε την πάροδο στ' αριστερά από την πάροδο στα δεξιά και Δεύτερο δεν φάνηκε να είναι σε θέση να πει γιατί ο εναγόμενος δεν είχε κινηθεί στ' αριστερά εφόσον σε άλλες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν σχετικά μ' αυτό το θέμα και ειδικά σχετικά με το τι εμπόδιζε τον εναγόμενο για να καταλήξει να κινηθεί στο τέλος δεξιά και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, απάντησε, σε μία περίπτωση, ότι μπορούσε να εμπόδιζε ο ίδιος και, σε άλλη περίπτωση, ανέφερε ότι για το θέμα αυτό πρέπει να ρωτηθεί ο ίδιος ο εναγόμενος. Από τις απαντήσεις του αυτές φάνηκε ξεκάθαρα ότι ο ίδιος δεν ήταν, τελικά, σε θέση να δώσει μία εξήγηση για την οδική συμπεριφορά του εναγόμενου παρά το γεγονός ότι είχε αποτολμήσει να το κάνει. Με λίγα λόγια ο τριτοδιάδικος πιθανολογούσε σε σχέση με τα αίτια της οδικής συμπεριφοράς του εναγόμενου. Κατ' ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης αποδέχομαι την εκδοχή του τριτοδιάδικου για το πώς επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα θεωρώντας την αληθινή και αξιόπιστη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ ΠΡΟΚΛΗΣΗΣ ΤΟΥ ΕΠΙΔΙΚΟΥ ΔΥΣΤΥΧΗΜΑΤΟΣ Υπό το φως της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας προχωρώ στη διαπίστωση των ευρημάτων του Δικαστηρίου: ü Στις 17/8/06 και περί ώρα 9:00πμ. ο εναγόμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο με αρ.εγγραφής ΚΗΖ520 στο δρόμο Ξυλοφάγου-Λιοπετρίου με κατεύθυνση το Λιοπέτρι. Μπροστά του εκινείτο το μοτοποδήλατο με αρ.εγγραφής KJC089 που οδηγείτο από τον τριτοδιάδικο. Όταν το μοτοποδήλατο πλησίασε στην πάροδο (οδός Δίσπυρου) που ευρισκόταν στα δεξιά σύμφωνα με την πορεία τόσο του εναγόμενου όσο και του τριτοδιάδικου ελάττωσε ταχύτητα και χρησιμοποίησε το σηματοδότη του για να δείξει ότι θα έστριβε στα δεξιά και ανέμενε εν κινήσει και ευρισκόμενος στη μέση του δρόμου όπου υπήρχε διακεκομμένη γραμμή να περάσουν τα αυτοκίνητα που εκινούντο εκείνη τη στιγμή στην αντίθετη κατεύθυνση για να μπορέσει να στρίψει δεξιά. Αφού πέρασε το πρώτο αυτοκίνητο που ερχόταν εξ αντιθέτου, ο εναγόμενος, αιφνιδίως, έστριψε δεξιά του και εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όπου εκείνη τη στιγμή εκινείτο το όχημα που οδηγούσε ο ΜΕ2 με αρ. εγγραφής XL057 και στο οποίο συνοδηγός ήταν ο ενάγων. Ευρισκόμενος ο ΜΕ2 μόλις 5 - 6μ. απόσταση από το όχημα του εναγομένου όταν είδε το όχημα του εναγομένου να εισέρχεται στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας και να κατευθύνεται κατά πάνω του το μόνο που πρόλαβε να κάνει ήταν να πατήσει τα φρένα του αλλά η σύγκρουση μεταξύ των δύο αυτών οχημάτων δεν απεφεύχθη και συγκρούσθηκαν μετωπικά. ü Η σύγκρουση η οποία ήταν μετωπική επεσυνέβη εντός της λωρίδας κυκλοφορίας που εκινείτο το όχημα στο οποίο επέβαινε ο Ενάγων στο σημείο Χ όπως αυτό σημειώνεται στο σχεδιάγραμμα ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- ü Τα ενεχόμενα οχήματα XL057 και ΚΖΗ520 κατέληξαν στις τελικές τους θέσεις όπως αυτές εμφαίνονται στο σχεδιάγραμμα ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- ü Το όχημα XL057 άφησε ίχνη τροχοπέδησης όπως αυτά καθορίζονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- ü Τα δύο ενεχόμενα οχήματα υπέστησαν εκτεταμένες ζημιές στο μπροστινό τους μέρος. Στο όχημα XL057 είχε ανοίξει ο αερόσακος του οδηγού και συνεπιβάτη. ü Ο δρόμος στον οποίο επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα είναι ευθύς και επίπεδος, η δε ορατότητα και στις δύο κατευθύνσεις είναι απεριόριστη. ü Τη μέρα του δυστυχήματος οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές και το οδόστρωμα στεγνό. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω ευρημάτων, η γενεσιουργός αιτία του επίδικου δυστυχήματος ήταν το γεγονός της ξαφνικής εισόδου του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Εναγόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας όπου εκινείτο το όχημα στο οποίο επέβαινε ως συνεπιβάτης ο Ενάγων, στα πλαίσια της προσπάθειας του Εναγομένου να αποφύγει σύγκρουση με το προπορευόμενο του μοτοποδήλατο, που οδηγείτο από τον τριτοδιάδικο, λόγω της μη τήρησης από τον Εναγόμενο του καθήκοντος της δέουσας επιτήρησης της τροχαίας που υπήρχε μπροστά του (proper lookout) και/ή της μη τήρησης απόστασης ασφαλείας, με αποτέλεσμα να προκληθεί σύγκρουση μεταξύ των δύο αυτών οχημάτων. Υπό τα περιστατικά και συνθήκες της υπόθεσης, όπως αυτά έχουν διαπιστωθεί στα ευρήματα του Δικαστηρίου, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να γίνει επίκληση της αρχής της αγωνίας της στιγμής (agony of the moment). Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, κρίνω ότι η ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος βαραίνει αποκλειστικά τον Εναγόμενο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΓΙΑ ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΒΛΑΒΕΣ Προχωρώ να αξιολογήσω τη μαρτυρία που προσκομίστηκε σε σχέση με τις σωματικές βλάβες του Ενάγοντα. Οι μάρτυρες που κάλυψαν αυτό το θέμα είναι πέντε και συγκεκριμένα ο Ενάγων (Μ.Ε.3), οι ακτινολόγοι Χαράλαμπος Οικονομίδης (Μ.Ε.6) και Στέλιος Κοκκής (Μ.Ε.7) και οι ορθοπεδικοί γιατροί Δρ. Ανδρέας Τάνος (Μ.Ε.9) και Δρ. Ηλίας Γεωργίου (Μ.Υ.1). Αξιολόγηση ιατρικής μαρτυρίας Εξετάζοντας την μαρτυρία των Μ.Ε.6, Μ.Ε.7, Μ.Ε.9 και Μ.Υ.1 λέγω από την αρχή ότι, αφού εξέτασα το επάγγελμα τους, την εκπαίδευση που έτυχαν, την πείρα τους και τα προσόντα τους, έχοντας κατά νου τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας[10], είναι η κατάληξη μου ότι οι μάρτυρες αυτοί είναι εμπειρογνώμονες. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία τους θα προσεγγιστεί με βάση τις αρχές προσέγγισης μαρτυρίας εμπειρογνώμονα. Όπως έχει συναφώς νομολογηθεί ο εμπειρογνώμονας, κατ΄ εξαίρεση προς τον γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητας του[11]. Σε τέτοια περίπτωση ο εμπειρογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία[12]. Να προσθέσω, επίσης, ότι όσον αφορά τους μάρτυρες γιατρούς είναι γνωστή η αρχή ότι η συμπεριφορά ειδικών μαρτύρων όπως οι γιατροί στο εδώλιο του μάρτυρα δεν είναι τόσο σημαντική για τους σκοπούς εκτιμήσεως της αξιοπιστίας τους, όπως στη περίπτωση ενός μάρτυρα πάνω σε γεγονότα[13]. Αξιολόγηση μαρτυρίας ακτινολόγων Μ.Ε.6 και Μ.Ε.7 Ξεκινώντας από τη μαρτυρία του ακτινολόγου γιατρού Μ.Ε.6 διεπίστωσα ότι αυτός με σαφήνεια αναφέρθηκε στα ευρήματα έκθεσης που ετοίμασε μετά από διενέργεια μαγνητικής τομογραφίας στο δεξιό ώμο του Ενάγοντα, τα οποία, στη συνέχεια, κλήθηκε να επεξηγήσει περαιτέρω. Δεν υπήρξε από πλευράς Υπεράσπισης αμφισβήτηση ούτε των ευρημάτων του, ούτε των όσων επεξηγηματικά είχε αναφέρει και, επομένως, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της. Τα ίδια σχόλια και παρατηρήσεις επαναλαμβάνω και σε σχέση με τη μαρτυρία του γιατρού ακτινολόγου Μ.Ε.7, ο οποίος και αυτός κατέθεσε με σαφήνεια σε σχέση με τα ευρήματα που διαπίστωσε από μαγνητική τομογραφία που διενεργήθη στην αυχενική μοίρα του Ενάγοντα επεξηγώντας, όπου χρειαζόταν, αυτά τα ευρήματα. Και στην περίπτωση του Μ.Ε.7 δεν υπήρξε οποιαδήποτε αμφισβήτηση από την Υπεράσπιση, η οποία κατά το στάδιο της αντεξέτασης απλώς επεδίωξε να εξασφαλίσει από το μάρτυρα περαιτέρω διευκρινίσεις επί των ευρημάτων του. Αποδέχομαι, επομένως, τη μαρτυρία του. Όσον αφορά τη μαρτυρία του Μ.Ε.8, ο οποίος είναι χειρούργος στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου και ο οποίος ετοίμασε ιατρική βεβαίωση σε σχέση με τον Ενάγοντα (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10), αυτή συνίστατο βασικά στο γεγονός ότι είχε δει τον Ενάγοντα μια φορά και συγκεκριμένα στις 21.9.2006 και του είχε χορηγήσει αναρρωτική άδεια για την περίοδο από 1.9.2006 μέχρι 15.9.2006 και στη συνέχεια για την περίοδο από 16.9.2006 μέχρι 30.9.
- Επισημαίνεται ότι ο εν λόγω μάρτυρας, ο οποίος, επαναλαμβάνω είναι χειρουργός, δεν έχει διενεργήσει στον Ενάγοντα, όπως προέκυψε ξεκάθαρα από την αντεξέταση του, οποιαδήποτε ορθοπεδική κλινική εξέταση λαμβάνοντας υπόψη ότι ο μάρτυρας είναι χειρουργός και, επίσης, ότι το πρόβλημα του Ενάγοντα ήταν καθαρά ορθοπεδικό. Επομένως, η μαρτυρία του Μ.Ε.8, η οποία ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη και δεν έχει αμφισβητηθεί, έχει περιορισμένη σημασία στην παρούσα υπόθεση διότι περιορίστηκε στο γεγονός ότι αυτός ο γιατρός είχε παραχωρήσει στον Ενάγοντα άδεια ασθενείας στηριζόμενος στα λεγόμενά του, σε σχέση, δηλαδή, με αυτά που παραπονείτο ο Ενάγων ότι αισθανόταν. Ο Μ.Ε.8 δεν μπορεί, επομένως, να διαφωτίσει περαιτέρω σε σχέση με την κατάσταση της υγείας του Ενάγοντα. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΡΟΚΥΠΤΟΥΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΜΑΓΝΗΤΙΚΗΣ ΤΟΜΟΓΡΑΦΙΑΣ Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση των ορθοπεδικών γιατρών (Μ.Ε.9 και Μ.Υ.1) θεωρώ κατάλληλο το στάδιο να διατυπώσω τα ευρήματα του Δικαστηρίου όπως προκύπτουν από τη μαρτυρία των ακτινολόγων Μ.Ε.6 και Μ.Ε.
- Από τη μαγνητική τομογραφία που διενεργήθηκε στο δεξιό ώμο του Ενάγοντα διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα: ® Μερική ρήξη στην αρθρική επιφάνεια της κατάφυσης του υπερακάνθιου τένοντα. Αυτή μπορεί να προϋπήρχε και να ήταν αποτέλεσμα χρόνιας εκφύλισης του τένοντα, αλλά μπορεί και να ήταν απότοκο τραυματισμού (οξεία τραυματική ρήξη) ή και συνδυασμός. ® Μικρή εστία επασβέστωσης στην κατάφυση του υπερακάνθιου τένοντα πέντε χιλιοστών (ασβεστοποιός τενοντίτιδα). Πρόκειται για χρόνια κατάσταση. ® Υπερτροφία της ακρωμιοκλειδικής άρθρωσης με οίδημα γύρω από την άρθρωση (που προκαλεί ήπια πίεση στο μυοτενόντιο τμήμα του υπερακάνθιου μυός) ενδεικτικό φλεγμονώδους αρθρίτιδας. Η υπερτροφία είναι χρόνια και απότοκος χρόνιας οστεοαρθρίτιδας. Το οίδημα μπορεί να είναι συνοδός σημείου χρόνιας οστεοαρθρίτιδας, αλλά δεν μπορεί να αποκλειστεί και το ενδεχόμενο να είναι απότοκο τραυματισμού, δηλαδή να έχει τραυματικό υπόβαθρο. ® Τενοντίτιδα στην κατάφυση του υπερακάνθιου και υποακάνθιου τένοντα. ® Δεν υπήρχαν στοιχεία κατάγματος στηνπεριοχή η οποία απεικονίσθηκε με μαγνητική τομογραφία (MRI). Από τη μαγνητική τομογραφία που διενεργήθηκε στη σπονδυλική στήλη του Ενάγοντα διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα: ® Μερική απώλεια φυσιολογικής αυχενικής καμπύλης - ευθιασμός αυχενικής μοίρας. Μπορεί να υπάρξει απώλεια της φυσιολογικής αυχενικής καμπύλης/λόρδωσης εκ γενετής. Μπορεί, επίσης, να προέλθει από μυϊκό σπασμό, από κάποια κάκωση/τράνταγμα στην αυχενική μοίρα που προκαλεί μετατόπιση σπονδύλων τα οποία μετά επανέρχονται στη θέση τους. Ο μυς παθαίνει μυϊκό σπασμό και ευθιάζεται η αυχενική μοίρα. ® Μερική αφυδάτωση της ανώτερης μεσοσπονδύλιας μοίρας και συγκεκριμένα των τριών μεσοσπονδυλίων δίσκων στην ανώτερη αυχενική μοίρα. Πρόκειται για χρόνια εκφύλιση. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΟΡΘΟΠΕΔΙΚΩΝ ΓΙΑΤΡΩΝ Για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας των δύο ορθοπεδικών γιατρών πιστεύω θα ήταν ευχερέστερο όπως αναφερθούμε ξεχωριστά στα είδη σωματικών βλαβών που αποτέλεσαν αντικείμενο διαφοράς και αμφισβήτησης μεταξύ των γιατρών λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας. Θεωρώ ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας θα πρέπει να γίνει έχοντας κατά νου τρεις βασικές ενότητες που αναφέρονται σε ξεχωριστές σωματικές βλάβες του Ενάγοντα. Αυτές είναι: i. ΚΑΚΩΣΗ ΑΥΧΕΝΙΚΗΣ ΜΟΙΡΑΣ ΣΠΟΝΔΥΛΙΚΗΣ ΣΤΗΛΗΣ ii. ΡΗΞΗ ΥΠΕΡΑΚΑΝΘΙΟΥ ΤΕΝΟΝΤΟΣ iii. ΚΑΤΑΓΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΑΥΧΕΝΑ ΤΗΣ ΩΜΟΠΛΑΤΗΣ Εκείνο που μπορώ γενικά να πω στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας των δύο ιατρών, Μ.Ε.9 και Μ.Υ.1 είναι ότι καθόσον αφορά την κλινική εικόνα του Ενάγοντα και τη συμπτωματολογία του ασφαλώς εκείνος που ήταν σε καλύτερη θέση να μαρτυρήσει ήταν ο Μ.Ε.9 υπό την ιδιότητα του ως θεράπων ιατρός του Ενάγοντα ο οποίος τον είχε δει λίγες μέρες μετά το δυστύχημα στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου αλλά και στη συνέχεια που τον επανεξέτασε. Τέτοια ευκαιρία δεν είχε ο Μ.Υ.1 ο οποίος, όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του, στηρίχθηκε στα ιατρικά πιστοποιητικά που είχαν κατατεθεί ως Τεκμήρια στην παρούσα υπόθεση και στην ιατρική μαρτυρία που είχε προσκομισθεί κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Μάλιστα, κατά την αντεξέταση ο Μ.Υ.1, δέχτηκε ότι η ένταση των συμπτωμάτων που δηλώνει ένας ασθενής αποτελεί θέμα κλινικής εξέτασης του θεράποντα του ιατρού. Επαναλαμβάνω, ότι ο Μ.Υ.1 δεν εξέτασε τον Ενάγοντα και τα όσα κατέθεσε βασίσθηκαν στα ιατρικά πιστοποιητικά που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια και στην ιατρική μαρτυρία που παρακολούθησε στην ακρόαση της παρούσας υπόθεσης. Κατά συνέπεια τα όσα κατέθεσε ο Μ.Ε.9 σε σχέση με τα συμπτώματα που είχε ο Ενάγων όσες φορές τον εξέτασε και γενικά ό,τι αφορά την κλινική εικόνα της υγείας του Ενάγοντα αλλά και την πρόβλεψη του για την κατάσταση της υγείας του Ενάγοντα στο μέλλον και τις διαπιστώσεις του, τα οποία κατέθεσε με σαφήνεια και θετικότητα, τα αποδέχομαι. Επισημαίνω, περαιτέρω, ότι δεν έτυχαν αμφισβήτησης από την άλλη πλευρά. Εκεί όπου δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Ε.9 είναι σε σχέση με: ¾ Το χαρακτηρισμό του είδους του τραυματισμού που ο Ενάγων υπέστη - το whiplash injury - στον αυχένα ¾ Την άποψη του ότι η κάκωση του αυχένα επισπεύδει την εξέλιξη και ανάπτυξη οστεοαρθρίτιδας στο σπόνδυλο ¾ Την άποψη του ότι υπήρχαν κατάγματα στην περιοχή της δεξιάς ωμοπλάτης ¾ Την αιτιολογία της ρήξης του υπερακάνθιου τένοντα Για αυτά τα συγκεκριμένα ζητήματα επιλέγω και αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 η οποία ήταν πλήρως αιτιολογημένη και τεκμηριωμένη όπως θα προσπαθήσω να εξηγήσω στη συνέχεια κάνοντας ειδική αναφορά σε καθένα από τα πιο πάνω ζητήματα. ΚΑΚΩΣΗ ΑΥΧΕΝΙΚΗΣ ΜΟΙΡΑΣ ΣΠΟΝΔΥΛΙΚΗΣ ΣΤΗΛΗΣ Ο Δρ. Η. Γεωργίου (Μ.Υ.1) ήταν κατηγορηματικός ότι ο όρος whiplash injury δεν συνιστά είδος τραυματισμού γιατί αυτός ο όρος υποδηλεί μηχανισμό σύγκρουσης, τρόπο εξάσκησης εξωτερικής βίας στον αυχένα και, συγκεκριμένα, στην οπίσθια επιφάνεια του ανθρωπίνου σώματος. Η σύγκρουση αυτοκινήτου, όπως εξήγησε, αποτελεί την πιο συχνή αιτία όπου ένα όχημα στο οποίο επιβαίνει ο τραυματίας έχει κτυπηθεί βίαια στο πίσω μέρος από άλλο όχημα. Σε μια τέτοια περίπτωση προκαλείται τράνταγμα του αυχένα μπροστά και εν συνεχεία προς τα πίσω με αποτέλεσμα να υφίσταται ο τραυματίας διάστρεμμα του αυχένα λόγω τραυματισμού των μαλακών μόρων από υπερέκταση (hyperflexion) και υπερέκταση του αυχένα (hyperextension). Ήταν σαφής κατά την αντεξέταση του ότι δεν απέκλειε την πρόκληση στον Ενάγοντα whiplash injury επειδή δεν είχε υπόψη του το μηχανισμό σύγκρουσης στο επίδικο δυστύχημα αλλά εξήγησε τον μηχανισμό πρόκλησής του. Απέκλειε, ωστόσο, πρόκληση whiplash injury σε μετωπική σύγκρουση - όπως ήταν η περιγραφή του επίδικου δυστυχήματος - χωρίς, ωστόσο, να αποκλείει τραυματισμό των μαλακών μορίων του αυχένα του Ενάγοντα, ή με άλλα λόγια, διάστρεμμα του αυχένα. Επισημαίνω ότι τη θέση του για το τι είναι whiplash injury ο γιατρός Γεωργίου την τεκμηρίωσε και με αναφορά σε έγγραφο που προέρχεται από την Εθνική Ιατρική Βιβλιοθήκη των ΗΠΑ Medline Plus, βιβλιοθήκη του διαδικτύου, όπου καταγράφονται τα εξής (Τεκμήριο 30): «Whiplash Whiplash is when the soft tissues of the neck are injured by a sudden jerking or "whipping" of the head. This type of motion strains the muscles and ligaments of the neck beyond their normal range of motion". .............................................. Considerations When a vehicle stops suddenly in a crash or is struck from behind, a seat belt will keep a person's body from being thrown forward. But the head may snap forward, then backward, causing whiplash.» Αντίθετα, ο γιατρός Τάνος (Μ.Ε.9), αφού υποστήριξε ότι ο όρος διάστρεμμα του αυχένα δεν ανήκει στην ιατρική ορολογία, επέμενε ότι ομιλούμε για whiplash injury οπότε υπάρχει αιφνίδια μετακίνηση κεφαλής στο μπροστεοπίσθιο άξονα του αυχένα και ότι αυτό δεν προκαλείται μόνο από ισχυρό κτύπημα από πίσω αλλά και από πτώση στο έδαφος χωρίς, όπως το έθεσε, να υπάρχουν «παρωπίδες στους γιατρούς». Δεν τεκμηρίωσε, ωστόσο, τη θέση του αυτή, ούτε μπόρεσε να παραπέμψει σε οποιαδήποτε συγγράμματα προς υποστήριξη των πιο πάνω παρά το γεγονός ότι κλήθηκε να το κάνει κατά την αντεξέταση. Ένα άλλο ζήτημα που απετέλεσε αντικείμενο διαφοράς ήταν η αναφορά του γιατρού Τάνου (Μ.Ε.9) ότι η κάκωση του αυχένα επισπεύδει την εξέλιξη και ανάπτυξη οστεοαρθρίτιδας στον σπόνδυλο, ενώ σ΄ ό,τι αφορά τις αναφορές του στον ευθιασμό της σπονδυλικής στήλης φάνηκε να θεωρεί ότι κάτι τέτοιο αποτελεί σύμπτωμα. Για να το θέσω πιο συγκεκριμένα ο γιατρός Τάνος (Μ.Ε.9) χαρακτήρισε τον ευθειασμό της αυχενικής μοίρας ως «σύμπτωμα» από το οποίο βγαίνει διάγνωση ότι όντως υπέστη κάκωση ο αυχένας. Ο γιατρός Γεωργίου (Μ.Υ.1) ήταν κατηγορηματικός ότι η πρόγνωση του διαστρέμματος δεν δικαιολογεί ανάπτυξη οστεοαρθριτικών αλλοιώσεων μετατραυματικής αιτίας γιατί αυτές δικαιολογούνται μόνο μετά από κατάγματα. Ήταν σαφής ότι μόνο ένα κάταγμα προδιαθέτει σε ανάπτυξη οστεοαρθρίτιδας και ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρχε κάταγμα σπονδύλου στον αυχένα. Όσον αφορά δε τον ευθειασμό αυχένα ο γιατρός Γεωργίου ήταν πλήρως κατατοπιστικός ότι αυτό αποτελεί ακτινολογικό εύρημα και όχι μορφή τραυματισμού, όπως φάνηκε να το παρουσιάζει ο γιατρός Τάνος (Μ.Ε.9), και το οποίο παύει να υφίσταται με την υποχώρηση του μυϊκού σπασμού των παρασπονδύλιων μυών που προκάλεσε τον ευθειασμό της αυχενικής μοίρας. Η θέση αυτή συνάδει απόλυτα και εναρμονίζεται και με τα όσα ανέφερε ο ακτινολόγος Κοκκής (Μ.Ε.7) στη μαρτυρία του όταν τόνισε ότι ο ευθειασμός της αυχενικής μοίρας μπορεί να προέλθει από μυϊκό σπασμό λόγω κάποιας κάκωσης/τραντάγματος στην αυχενική μοίρα που προκαλεί μετατόπιση σπονδύλων τα οποία μετά επανέρχονται στη θέση τους. Όταν του τέθηκε ευθέως κατά την αντεξέταση του γιατρού Τάνου (Μ.Ε.9) ότι ο τραυματισμός των μαλακών μορίων στον αυχένα δεν δικαιολογούσε πρόγνωση μετατραυματικής οστεοαρθρίτιδας, ενώ δέχτηκε ότι η κάκωση μαλακών μορίων δεν επιφέρει αυτούσια πρόγνωση οστεοαρθρίτιδας πρόσθεσε ότι η κάκωση του αυχένα δεν είναι μόνο κάκωση μαλακών μορίων αλλά και σπονδύλων και μεσοσπονδυλίων δίσκων και σπονδυλικών συνδέσμων και ότι γίνεται βιοχημική αλλοίωση των μεσοσπονδυλίων δίσκων χωρίς, ωστόσο, να δίδει οποιαδήποτε περαιτέρω εξήγηση. Όσον αφορά τόσο τη θεραπεία που δίδεται σε περιπτώσεις που υπάρχει διάστρεμμα του αυχένα όσο και τη διάρκεια της αποθεραπείας διαπίστωσα ότι υπήρχε κοινό έδαφος σχετικά με την περίοδο αποθεραπείας εφόσον τόσο ο γιατρός Τάνος (Μ.Ε.9) όσο και ο γιατρός Γεωργίου (Μ.Υ.1) την καθόρισαν μέχρι έξι εβδομάδες. Συγκεκριμένα, ο γιατρός Τάνος ανέφερε ότι η κάκωση αυχένα της έκτασης που παρουσίαζε η παρούσα περίπτωση δικαιολογούσε μια περίοδο αποθεραπείας τεσσάρων μέχρι έξι εβδομάδων, ενώ ο γιατρός Γεωργίου ανέφερε ότι η διάρκεια της θεραπείας δεν υπερβαίνει κατά κανόνα τις έξι εβδομάδες. Περαιτέρω, σ΄ ό,τι αφορά τα είδη της θεραπείας ο γιατρός Γεωργίου μίλησε για χορήγηση αντιφλεγμονωδών και αναλγητικών φαρμάκων και για φυσιοθεραπευτική αγωγή, όπου κρίνεται αναγκαίο, που συνήθως αποτελείται από δώδεκα μέχρι δεκαοκτώ συνεδρίες. Παρομοίως ο γιατρός Τάνος αναφέρθηκε σε λήψη φαρμάκων και κατάλληλη φυσικοθεραπευτική βοήθεια καθορίζοντας ένα αριθμό κατ΄ ελάχιστον δεκαπέντε συνεδριών φυσιοθεραπείας. ΡΗΞΗ ΥΠΕΡΑΚΑΝΘΙΟΥ ΤΕΝΟΝΤΟΣ Ένα άλλο σημείο διαφωνίας μεταξύ των ιατρών Μ.Ε.9 και Μ.Υ.1 ήταν πρώτον η αιτία της ρήξης του υπερακάνθιου τένοντα και δεύτερον κατά πόσο ενδείκνειτο η διενέργεια χειρουργικής επέμβασης. Η αιτία της ρήξης του υπερακάνθιου τένοντα Η θέση του Μ.Ε.9 ήταν ότι ο Ενάγων είχε υποστεί σοβαρή κάκωση του δεξιού ώμου με εγκατάσταση οστεοαρθρίτιδας λόγω της κάκωσης στην περιοχή του ακρωμίου και η οποία δημιούργησε επασβέστωση που η συνεχής τριβή της επί του υπερακάνθιου τένοντα προκάλεσε τη ρήξη του. Όσον αφορά το αίτιο της ρήξης ο Μ.Ε.9 ανέφερε ότι δεδομένου του ιστορικού, των ακτινογραφιών και της κλινικής εξέτασης η ρήξη που περιγράφεται στη μαγνητική τομογραφία (MRI) έγινε ως αποτέλεσμα του τροχαίου ατυχήματος στο οποίο ο Ενάγων είχε εμπλακεί. Συγκεκριμένα εξήγησε ότι ο Ενάγων, όντας συνοδηγός σε αυτοκίνητο όταν έγινε η πρόσκρουση στο τροχαίο ατύχημα, είχε αφήσει το δεξιό του ώμο να κινηθεί, να αποκτήσει έντονη κινητική ενέργεια που η βίαιη μετακίνηση του μπορούσε να προκαλέσει ρήξη του τένοντα. Τόνισε ότι ρήξη τένοντα μπορεί να προκληθεί από μια βίαιη πρόσκρουση του τένοντα είτε πάνω στην ακρωμιοκλειδική άρθρωση, είτε από μία βίαιη κίνηση. Ανέφερε, ακόμη, ότι δεν είναι η οστεοαρθρίτιδα που προκάλεσε την κάκωση του δεξιού ώμου. Δέχτηκε, ωστόσο, κατά την αντεξέταση ότι η ρήξη του τένοντα μπορούσε να προκληθεί κατόπιν εκφυλισμού αλλά και κατόπιν τραυματισμού. Αντίθετα, ο Μ.Υ.1 αναφερόμενος στην αιτία της ρήξης του τένοντα που, όπως αποσαφήνισε, επρόκειτο για μια μικρή και μερική ρήξη, τόνισε ότι μπορούσε ένα τραύμα να προκαλέσει μια τέτοια μικρή, μερική ρήξη υπό την προϋπόθεση ότι ο μηχανισμός πρόκλησης απαιτεί πτώση του τραυματία στο έδαφος με το άνω άκρο πλήρως ευθειασμένο. Απέκλεισε, δε, τη βίαιη σύγκρουση και μετατόπιση ως την ενδεχόμενη τραυματική αιτιολογία. Κατηγορηματικά ανέφερε ότι ένα απλό τράνταγμα δεν μπορεί να προκαλέσει ρήξη. Ανέφερε, ακόμη, ότι υπό την προϋπόθεση της πλήρους εκφύλισης του τένοντα οποιαδήποτε απλή κίνηση μπορεί να δημιουργήσει τη ρήξη του. Αντεξεταζόμενος ο Μ.Υ.1 σε σχέση με αυτό το θέμα ήταν κατηγορηματικός ότι δεν υπάρχει άλλος μηχανισμός πρόκλησης της ρήξης εκτός από την περίπτωση πτώσης του τραυματία στο έδαφος και εξάσκησης ικανού βαθμού βίας με το άνω άκρο πλήρως ευθειασμένο. Δεν απέκλεισε, ωστόσο, την περίπτωση εξάσκησης βίας επί του ευθειασμένου άνω άκρου από κτύπημα π.χ. στο ταμπλό του αυτοκινήτου, που του τέθηκε από τον συνήγορο του Ενάγοντα ως ένα πιθανό ενδεχόμενο. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Μ.Υ.1 εξηγώντας και καθορίζοντας τις αιτίες πρόκλησης ρήξης του τένοντα έχει παραπέμψει το Δικαστήριο σε σχετικές ιατρικές αναφορές, συγκεκριμένα έγγραφα από ιστοσελίδες που προέρχονται από ιατρικές πηγές, απ΄ όπου προκύπτει ότι οι πιο κοινές αιτίες πρόκλησης ρήξης τένοντα είναι αφενός, η επαναλαμβανόμενη κίνηση που γίνεται για αρκετό χρόνο, και, αφετέρου ο τραυματισμός. Σχετική παραπομπή έγινε στην ιστοσελίδα OurHealthNetwork.com και παραθέτω την ακόλουθη περικοπή (Τεκμήριο 32): «The two most common causes of rotator cuff tears are: · Repetitive or Over Use Injury In this type of injury to the rotator cuff, repeated activities cause damage to the rotator cuff tendons. Over time, the tendons wear thin and a rotator cuff tear can develop within the tendons. · Traumatic Injuries Traumatic injuries to the rotator cuff are usually seen after falling on an outstretched arm and hand. The traumatic event can cause a rotator cuff tear by injuring the rotator cuff tendons. This type of injury is much less common than repetitive use injuries.» Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Ενάγων πριν το ατύχημα δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας και ούτε οποιοδήποτε από τα συμπτώματα που ο γιατρός Μ.Ε.9 περιέγραψε κατά την κλινική εξέταση του Ενάγοντα, όπως προέκυψε από τη μαρτυρία του Ενάγοντα, και το ότι δεν μπορούσε να αποκλειστεί ο τραυματισμός του κατά τον τρόπο που είχε περιγράψει ο συνήγορός του (έκταση χεριού Ενάγοντα στο ταμπλό του αυτοκινήτου όπου βρίσκει αντίσταση), αυτό οδηγεί στο εύλογο συμπέρασμα ότι η μερική ρήξη στην αρθρική επιφάνεια της κατάφυσης του υπερακάνθιου τένοντα ήταν απότοκο του τραυματισμού του Ενάγοντα στο ατύχημα έστω και αν προϋπήρχαν, με βάση τα ευρήματα της μαγνητικής τομογραφίας, εκφυλιστικές αλλοιώσεις και, συγκεκριμένα, επασβέστωση στην κατάφυση του υπερακάνθιου τένοντα που αποτελούσαν στοιχείο επιβαρυντικό για τον Ενάγοντα. Επισημαίνω εδώ και τη θέση του ακτινολόγου Μ.Ε.6, του οποίου η μαρτυρία έγινε αποδεκτή, ότι το εύρημα της μαγνητικής τομογραφίας για μερική ρήξη στην αρθρική επιφάνεια της κατάφυσης του υπερακάνθιου τένοντα μπορεί να προϋπήρχε και να ήταν αποτέλεσμα χρόνιας εκφύλισης του τένοντα, ή μπορεί να ήταν απότοκο τραυματισμού (οξεία τραυματική ρήξη) αλλά και συνδυασμός αυτών των δύο πιο πάνω αιτιών. Επισημαίνεται, περαιτέρω, και η αναφορά του Μ.Υ.1 ότι πολύ συχνά μετά την ηλικία των σαράντα ετών υφίσταται η εκφύλιση η οποία δεν είναι η ίδια για όλα τα άτομα, αλλά, ανάλογα με την εργασία, αθλητικές δραστηριότητες και συνήθειες του ατόμου. Επαναλαμβάνω ότι, ενώ αποδέχομαι τη γνώμη που εξέφρασε ο Μ.Υ.1 σε σχέση με το μηχανισμό πρόκλησης κατόπιν τραυματισμού μιας μικρής μερικής ρήξης του υπερακάνθιου τένοντα, την οποία αιτιολόγησε και τεκμηρίωσε με σχετικές παραπομπές σε ιατρικές πηγές, κάτι το οποίο δεν έκανε ο Μ.Ε.9, ο οποίος απλώς διαφώνησε με τη θέση αυτή, λόγω του γεγονότος ότι ο Μ.Ε.9 ήταν ο θεράπων γιατρός του Ενάγοντα ο οποίος είχε την ευκαιρία να τον εξετάσει κλινικά και τον εξέτασε, θεωρώ ότι η άποψή του περί ύπαρξης τραυματικής αιτιολογίας πρόκλησης της ρήξης του τένοντα ήταν ορθή. Υπενθυμίζω, τέλος, ότι τα ευρήματα της μαγνητικής τομογραφίας στα οποία υπήρχαν εκφυλιστικές αλλοιώσεις και, συγκεκριμένα, επασβέστωση στην κατάφυση του υπερακάνθιου τένοντα του Ενάγοντα έχουν, επίσης, ερμηνευθεί από τον ακτινολόγο Μ.Ε.6 και δεν έχει αποκλειστεί η τραυματική αιτιολογία πρόκλησης της ρήξης του τένοντα, παρά την ύπαρξη εκφύλισης. Η κατάληξη δε, στο αίτιο πρόκλησης της ρήξης του τένοντα είναι αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω στοιχείων και παραμέτρων που προέκυψαν από τη μαρτυρία που το Δικαστήριο έχει αποδεχθεί και δεν έχει περιοριστεί το Δικαστήριο σε μια ακαδημαϊκή προσέγγιση του ζητήματος. Κατά πόσο ενδείκνυτο η διενέργεια χειρουργικής επέμβασης Για το θέμα της αντιμετώπισης της ρήξης του τένοντα η θέση του Μ.Ε.9 ήταν ότι ο Ενάγων θα έπρεπε να υποβληθεί σε χειρουργική αποκατάσταση της ρήξης του τένοντα. Αρχικά είχε εισηγηθεί στον Ενάγοντα συντηρητική αντιμετώπιση λόγω του δισταγμού του Ενάγοντα για χειρουργική επέμβαση. Το δεξί άνω άκρο είχε ακινητοποιηθεί σε φάκελο ακινητοποίησης και ακολούθησε η συντηρητική αντιμετώπιση με φάρμακα και φυσικοθεραπεία. Ωστόσο, ο Μ.Ε.9 τόνισε ότι δεν ανέμενε πολλή βελτίωση χωρίς τη διενέργεια χειρουργικής επέμβασης. Η χρήση του ώμου του δεν θα ανερχόταν ποτέ στο φυσιολογικό χωρίς τη χειρουργική επέμβαση, η δε συντηρητική θεραπεία αποσκοπούσε στην ανακούφιση των συμπτωμάτων. Μια χειρουργική επέμβαση στον ώμο θα είχε ως αποτέλεσμα να λειτουργήσει καλύτερα απ΄ ό,τι τώρα. Όπως το έθεσε η εγχείρηση στόχευε στην αύξηση της ικανότητας κινητοποίησης του ώμου. Δεν παρέλειψε, ωστόσο, να αναφέρει ότι, ακόμα και μετά τη διενέργεια χειρουργικής επέμβασης, ο Ενάγων θα εξακολουθεί να υποφέρει με συχνές φλεγμονές του ώμου και θα έχει ανάγκη λήψης φαρμακευτικής αγωγής και φυσικοθεραπείας καθώς και περιόδων αναγκαστικής αναρρωτικής άδειας. Ο Μ.Υ.1 από την άλλη, υποστήριξε ότι όταν θα εισηγηθεί ο ίδιος επέμβαση χειρουργική θα πρέπει να εξηγήσει το όφελος που ο Ενάγων θα αποκομίσει, διαφορετικά δεν υπάρχει λόγος να το εισηγηθεί επισημαίνοντας ότι στην προκειμένη περίπτωση ο Μ.Ε.9 έχει πει ότι ακόμα και μετά την εγχείριση η εικόνα θα είναι η ίδια διαφωνώντας μ΄ αυτό τον τρόπο με τη θέση του Μ.Ε.9 περί της αναγκαιότητας διενέργειας χειρουργικής επέμβασης. Επαναλαμβάνω. Για το ζήτημα αυτό - ήτοι του ενδεδειγμένου τρόπου αντιμετώπισης της ρήξης του τένοντα - θεωρώ ότι πιο κατάλληλος να εκφέρει άποψη ήταν ο θεράπων ιατρός του Ενάγοντα, δηλαδή ο Μ.Ε.9, ο οποίος είχε την ευκαιρία να τον εξετάσει λίγες μέρες μετά το τροχαίο ατύχημα και στη συνέχεια και μέχρι πρόσφατα. Ο Μ.Ε.9 αναφέρθηκε στη συγκεκριμένη κλινική συμπτωματολογία που παρουσίαζε ο Ενάγων, η οποία συνίστατο σε αδυναμία εκτέλεσης υπό μυϊκή αντίσταση περιστροφής του βραχίονα και των παραπόνων που είχε εκφράσει ο Ενάγων για ανικανότητα εκτέλεσης κινήσεων που συνήθιζε να κάνει. Ένα άλλο ζήτημα στο οποίο υπήρξε διαφορετική θέση από το Μ.Υ.1 ήταν σε σχέση με την αναφορά του Μ.Ε.9 στο Τεκμήριο 8 ότι ο Ενάγων «υπέστη σοβαρή κάκωση του δεξιού ώμου με εγκατάσταση οστεοαρθρίτιδας λόγω της κάκωσης στην περιοχή του ακρωμίου και η οποία δημιούργησε επασβέστωση που η συνεχής τριβή της επί του υπερακάνθιου τένοντα προκάλεσε τη ρήξη του.» Δύο σημεία τόνισε ο Μ.Υ.1 σε σχέση με την πιο πάνω αναφορά του Μ.Ε.9: Πρώτον δεν υπήρξε εγκατάσταση μετατραυματικής οστεοαρθρίτιδας ως αποτέλεσμα της κάκωσης γιατί τέτοιο εύρημα δεν υπάρχει στην εξέταση του MRI ή στις απλές ακτινογραφίες. Δεύτερον η επασβέστωση ενός τένοντα χρήζει μεγάλου χρονικού διαστήματος για να δημιουργηθεί και όχι λίγες εβδομάδες. Συνεπώς, η ασβεστοποίηση δεν ήταν αποτέλεσμα τραυματισμού αλλά προϋπήρχε και συνήδε με την ηλικία του Ενάγοντα. Τρίτον η συνεχής τριβή δεν οφείλετο σε οξύ/άμεσο τραυματισμό αλλά αναπτύσσεται σταδιακά μέσω άλλων αιτιών. Η τριβή αυτή δεν προκλήθηκε από το ατύχημα και οι αλλοιώσεις λόγω τριβής χρήζουν μακρού χρόνου. Βέβαια, πρέπει να επισημάνω ότι, παρά τη θέση που εκφράζεται στο Τεκμήριο 8, κατά την αντεξέταση ο Μ.Ε.9 δήλωσε ότι η επασβέστωση στον τένοντα του υπερακανθίου προϋπήρχε και στην κύρια εξέτασή του διευκρίνισε ότι η επασβέστωση που φάνηκε με την μαγνητική τομογραφία πέντε χιλιοστών δεν δημιουργήθηκε από τα ατύχημα. Πρόσθεσε δε ότι η ακινητοποίηση σαράντα μέρες του δεξιού άνω άκρου φέρει μια έξαρση στην αύξηση του ρυθμού επασβεστοποίησης, δηλαδή, επισπεύδει τον ρυθμό ανάπτυξης της. Η κατάληξη μου είναι ότι η θέση του Μ.Υ.1 ήταν σαφής και πλήρως τεκμηριωμένη και σε σχέση με το πιο πάνω ζήτημα και, επομένως, την αποδέχομαι. ΔΕΞΙΟΣ ΩΜΟΣ/ΚΑΤΑΓΜΑΤΑ Ο Μ.Ε.9 ανέφερε ότι όταν εξέτασε τον Ενάγοντα στις 21.9.2006 και έλαβε υπόψη τις ακτινογραφίες της ημέρας του δυστυχήματος υποψιάστηκε
(1)κάταγμα της δεξιάς ωμοπλάτης,
(2)κάταγμα στον αυχένα της ομογλύνης και
(3)κάταγμα της ακρωμιοκλειδικής τα οποία κατάγματα επιβεβαίωσε με επανάληψη των ακτινογραφιών του δεξιού ώμου. Αντίθετη ήταν η μαρτυρία του Μ.Υ.1 επί του θέματος της ύπαρξης των πιο πάνω καταγμάτων. Ο Μ.Υ.1 από τις ακτινογραφίες δεν διαπίστωσε οποιοδήποτε κάταγμα ούτε και διάσταση της ακρωμιοκλειδικής άρθρωσης. Αντίθετα επιβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε κάταγμα. Μάλιστα, κοιτάζοντας τις ακτινογραφίες Τεκμήριο 28(Α)-(Δ) επεσήμανε ότι τα βελάκια που είχε τοποθετήσει ο Μ.Ε.9 για να δείξει ότι στην ακρωμιοκλειδική άρθρωση δεν υπήρχε ανατομική επαλληλία ήταν στην αριστερή ωμοπλάτη και όχι στον δεξιό ώμο, υποστηρίζοντας ο Μ.Υ.1 ότι, αντίθετα, υπήρχε πλήρης επαλληλία η οποία φαινόταν. Ως ενισχυτικό αυτής του της θέσης ο Μ.Υ.1 ανέφερε και το ότι και στα ευρήματα του MRI στο δεξί ώμο (Τεκμήριο 11) ουδεμία αναφορά γίνεται για οποιοδήποτε κάταγμα. Επιπλέον, ο Μ.Υ.1 σχολίασε και την αναφορά του Μ.Ε.9 ότι υπήρχε κάταγμα λόγω του ότι είχε διαπιστώσει στις ακτινογραφίες το σημάδι της πόρωσης του στην περιοχή της ωμοπλάτης (δηλαδή παρουσία ασβεστίου). Ο Μ.Υ.1 κατηγορηματικά ανέφερε ότι δεν διαπίστωσε ο ίδιος τέτοιο ασβέστιο επουλωτικής επεξεργασίας και, επιπλέον, ότι τέτοιο εύρημα δεν υπήρχε ούτε και στα αποτελέσματα της μαγνητικής τομογραφίας. Ο Μ.Υ.1 δεν παρέλειψε να τονίσει ότι η εξέταση της μαγνητικής τομογραφίας είναι εξειδικευμένη εξέταση η οποία δείχνει με κάθε λεπτομέρεια την παρουσία ενός τραυματικού ευρήματος κατά πολύ καλύτερο τρόπο απ΄ ό,τι μια απλή ακτινογραφία. Ο Μ.Ε.9 όταν κλήθηκε κατά την αντεξέταση να σχολιάσει τα ευρήματα της μαγνητικής τομογραφίας και, συγκεκριμένα, το γεγονός ότι δεν υπήρχε σ΄ αυτά αναφορά σε οποιοδήποτε κάταγμα αρκέστηκε να πει ότι η παραπομπή σε μαγνητική τομογραφία δεν είχε γίνει για επιβεβαίωση του κατάγματος αλλά για τους τένοντες του ώμου. Βεβαίως, εκείνο που δεν εξηγείται ήταν αν είχε σημασία ο σκοπός της παραπομπής του Ενάγοντα σε μαγνητική τομογραφία του δεξιού του ώμου και όχι το αποτέλεσμα αυτής της εξέτασης. Όπως δε, το έθεσε εύστοχα ο Μ.Υ.1, ο ακτινολόγος θα αναφερθεί σ΄όλα τα ακτινολογικά ευρήματα όταν διενεργηθεί μια μαγνητική τομογραφία και ότι, αν έβλεπε κάταγμα, θα το κατέγραφε στην έκθεση. Χαρακτηριστική ήταν η αναφορά του Μ.Υ.1 ότι «δεν στέλλω κάποιο για μαγνητική τομογραφία για να μου πει μόνο για τον τένοντα αλλά να μην μου πει αν έχει κάταγμα. Όπως ξεκαθάρισε ο Μ.Υ.1, ο ακτινολόγος είναι σε καλύτερη μοίρα να διαβάσει τις εξειδικευμένες αυτές εξετάσεις και ότι όταν διενεργηθεί μια εξέταση μαγνητικής τομογραφίας, στην έκθεση του ο ακτινολόγος θα καταγράψει όλα τα παθολογικά ευρήματα. Αντίθετα, ο Μ.Ε.9 ανέφερε, χωρίς να εξηγεί, όταν του τέθηκε στην αντεξέταση ότι δεν αναφέρονται κατάγματα στην έκθεση μαγνητικής τομογραφίας ότι αυτή η εξέταση δεν είναι ειδική εξέταση για τέτοια πράγματα και ότι δεν θα περίμενε από τη μαγνητική τομογραφία να εντοπίσει οστικές κακώσεις. Μάλιστα, ισχυρίστηκε ότι το MRI δεν αποτελεί εξειδικευμένη εξέταση για οστά και ότι τα κατάγματα μπορούσε να μην φαίνονται σ΄ αυτού του είδους την εξέταση και να φαίνονται στις απλές ακτινογραφίες. Ερωτηθείς κατά πόσο δεν τον ενδιέφερε να επιβεβαιώσει τις υποψίες του για ύπαρξη καταγμάτων μέσω της μαγνητικής τομογραφίες πάλι διατύπωσε τη θέση, χωρίς να την τεκμηριώνει, ότι η μαγνητική τομογραφία δεν είναι η κατάλληλη εξέταση για επιβεβαίωση κατάγματος. Η θέση του Μ.Υ.1 περί απουσίας καταγμάτων επιβεβαιώνεται και ενισχύεται και από το γεγονός ότι ουδείς από τους υπόλοιπους θεράποντες ιατρούς του Ενάγοντα που τον εξέτασαν και τον περιέθαλψαν διεπίστωσε και διέγνωσε οποιοδήποτε κάταγμα. Είναι σημαντικό εδώ, πιστεύω, να αναφερθούμε στα σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά που εκδόθηκαν και από τα οποία προκύπτει ότι ουδεμία αναφορά έγινε περί ύπαρξης κατάγματος. Στο πιστοποιητικό Τεκμήριο 20 του Δρ. Λάμπρου χειρουργού του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας, αφού αναφέρεται ότι ο Ενάγων προσκομίσθηκε στο Τμήμα Πρώτων Βοηθειών του Γενιού Νοσοκομείου Λάρνακας στις 17.8.2006 συνεπεία τροχαίου, καταγράφεται ότι «Αιτιάτο δια άλγος στην αυχενική μοίρα της σπονδυλικής στήλης στη μεσότητα του στέρνου και οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης με ευαισθησία στη ψηλάφιση. Επίσης έφερε κάκωση μετωπιαίας χώρας χωρίς περιτραυματική αμνησία ή απώλεια αισθήσεων. U/S κοιλιάς, CT AMΣΣ, ΟΜΣΣ και ο λοιπός RO έλεγχος χωρίς παθολογικά ευρήματα. Ο ασθενής εισήχθη στη χειρουργική κλινική δια παρακολούθηση λόγω κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης και θλάσης θωρακικού τοιχώματος. Εκτιμήθηκε από ορθοπεδικό ο οποίος συνέστησε αυχενικό κηδεμόνα. Εξήλθε στις 18.8.2006 εν βελτιώση λαβών οδηγίες για επανεκτίμηση.» Στο πιστοποιητικό Τεκμήριο 9 της Δρα Άλκηστης Νικολάου Γενικής Χειρουργού στο Γενικό Νοσοκομείου Αμμοχώστου, αναφέρεται ότι ο Ενάγων είχε μεταφερθεί από ιδιωτική κλινική στα εξωτερικά ιατρεία του Νοσοκομείου και διεπιστώθη ότι ήταν σταθερός αιματοδυναμικά και ότι λόγω μικροσκοπικής αιματουρίας και άλγους θώρακα είχε διακομισθεί με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας για εισαγωγή, παρακολούθηση και περαιτέρω διερεύνηση. Με βάση την ιατρική βεβαίωση του Δρα Θ. Παλλαρή, Βοηθού Διευθυντή χειρουργικής κλινικής στο Γενικό Νοσοκομείο Αμμοχώστου, Τεκμήριο 10 αναφέρεται ότι στις 21.9.2006 ο Δρ. Παλλαρής είχε εξετάσει τον Ενάγοντα ο οποίος του ανέφερε ότι παρουσίαζε άλγος κάθε πρωί στη δεξιά κατ΄ ώμο άρθρωση και του χορήγησε αναρρωτική άδεια για τις περιόδους που καταγράφονται. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ενάγοντα αναφορικά με τις σωματικές του βλάβες Προχωρώ στη συνέχεια να αξιολογήσω τη μαρτυρία του Ενάγοντα όσον αφορά τα όσα κατέθεσε σε σχέση με τις σωματικές του βλάβες και γενικά την κατάσταση της υγείας του ως αποτέλεσμα του τραυματισμού του στο επίδικο ατύχημα. Το είδος του τραυματισμού που υπέστη ο Ενάγων όσο και η θεραπεία που έτυχε προκύπτουν από την ιατρική μαρτυρία που προσκομίστηκε και την έχουμε ήδη αξιολογήσει ανωτέρω. Ο Ενάγων αναφέρθηκε με απλό αλλά θετικό τρόπο στα προβλήματα που αντιμετώπισε μετά τον τραυματισμό του στο ατύχημα και την ταλαιπωρία αλλά και τις επιπτώσεις που προκλήθηκαν στην απόδοσή του στην εργασία. Ήταν κατηγορηματικός ότι πριν το ατύχημα δεν είχε οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας, αλλά ούτε και οποιοδήποτε σύμπτωμα όπως αυτά που είχε μετά τον τραυματισμό του. Αναφέρθηκε στους πόνους που αισθάνθηκε και που συνεχίζει να αισθάνεται ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες και στη θεραπεία που έλαβε τόσο φαρμακευτική όσο και φυσικοθεραπευτική. Δεν έχω διαπιστώσει να υπερβάλλει ο Ενάγων στις αναφορές του σε σχέση με τα ενοχλήματα και τους πόνους που συνεχίζει να αντιμετωπίζει ως αποτέλεσμα του τραυματισμού του. Εν πάση περιπτώσει αυτά που ο ίδιος κατέθεσε συμβαδίζουν με τις διαπιστώσεις που προκύπτουν από τη μαρτυρία του θεράποντα ιατρού του Μ.Ε.9, αλλά και τη συμπτωματολογία που αναμένεται να έχει ένας τραυματίας σε τέτοια περίπτωση όπως κατά παρόμοιο τρόπο με τον Μ.Ε.9 έχει περιγράψει και ο Μ.Υ.1. Κατά την αντεξέταση ήταν συνεπής και σταθερός σε σχέση με τη μαρτυρία του και όταν ρωτήθηκε κατά πόσο σε ιατρικές εκθέσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από ιατρούς του Νοσοκομείου αναφέρονταν τα προβλήματα του ώμου και αν επαρεπονείτο ο Ενάγων για πόνους ο ίδιος ανέφερε ότι δεν θυμόταν ποιοι ήταν οι γιατροί λέγοντας ότι τον έβλεπαν τέσσερις - πέντε γιατροί στο Νοσοκομείο. Δεν θεωρώ την παράλειψη αναφοράς στα ιατρικά πιστοποιητικά όλων των συμπτωμάτων που είχε ο Ενάγοντας ως στοιχείο που επηρεάζει την αξιοπιστία του Ενάγοντα. Το σημαντικό είναι ότι ο θεράπων ιατρός του Μ.Ε.9 επιβεβαίωσε τα συμπτώματα που ο Ενάγων ανέφερε ότι είχε και τα οποία ενέπιπταν στο είδος του τραυματισμού που είχε υποστεί. Κατ΄ ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης αποδέχομαι τη μαρτυρία του Ενάγοντα στο σύνολό της. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΙΣ ΣΩΜΑΤΙΚΕΣ ΒΛΑΒΕΣ Κατ΄ ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας που δόθηκε αναφορικά με τις σωματικές βλάβες του Ενάγοντα προχωρώ να διατυπώσω τα ευρήματα του Δικαστηρίου. ü Ο Ενάγων έχει υποστεί κάκωση αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης και συγκεκριμένα διάστρεμμα του αυχένα. Αισθανόταν έντονη αυχεναλγία, κεφαλαλγία και αδυναμία στη χρήση των άνω άκρων. Σαράντα μέρες μετά την πάροδο του ατυχήματος υπήρχε ευθειασμός του αυχένα που σήμαινε ότι ο αυχένας ακόμη υπέφερε. Ο ευθειασμός του αυχένα αποτελεί ακτινολογικό εύρημα το οποίο παύει να υφίσταται με την υποχώρηση του μυϊκού σπασμού των παρασπονδύλιων μυών που προκάλεσε τον ευθειασμό της αυχενικής μοίρας. Το διάστρεμμα του αυχένα αντιμετωπίζεται με χορήγηση αντιφλεγμονωδών και αναλγητικών φαρμάκων, χρήση κολάρου και φυσιοθεραπευτική αγωγή από δώδεκα μέχρι δεκαοκτώ συνεδρίες. Ο Ενάγων είχε πόνους και έλαβε φαρμακευτική αγωγή και έφερε κολάρο από τη μέρα του δυστυχήματος μέχρι το τέλος του χρόνου. Η περίοδος αποθεραπείας του διαστρέμματος στον αυχένα είναι τέσσερις με έξι εβδομάδες. Ο Ενάγων μπορούσε σε μερικές εβδομάδες να επανέλθει σε λειτουργήσιμη κατάσταση, αλλά το αυχενικό σύνδρομο είναι μια κατάσταση η οποία μπορεί να επιδεινωθεί ή να αναπτυχθεί μετά από μια κάκωση χωρίς να μπορεί κάποιος να απαλλαγεί ποτέ ολοκληρωτικά. Ο Ενάγων στο μέλλον θα υποφέρει από συχνές κρίσεις έντονων πόνων και συμπτωματολογία αυχενικού συνδρόμου, ιδιαίτερα κατά τις εναλλαγές των καιρικών συνθηκών (κρύος ή υγρός ή ψυχρός καιρός). Για την αντιμετώπιση αυτών των επώδυνων κρίσεων είναι απαραίτητη η λήψη φαρμάκων, η κατάλληλη φυσικοθεραπευτική βοήθεια και η χρήση κολάρου. ü Ο τραυματισμός των μαλακών μορίων του αυχένα δεν δικαιολογούσε πρόγνωση μετατραυματικής οστεοαρθρίτιδας ή ανάπτυξη οστεοαρθριτικών αλλοιώσεων μετατραυματικής αιτίας γιατί αυτά δικαιολογούνται μόνο μετά από κατάγματα του σπονδύλου του αυχένα. ü Ο Ενάγων υπέστη μια μικρή και μερική ρήξη του τένοντα και συγκεκριμένα στην αρθρική επιφάνεια της κατάφυσης του υπερακάνθιου τένοντα, η οποία αντιμετωπίστηκε συντηρητικά. Το δεξί άνω άκρο είχε ακινητοποιηθεί σε φάκελο ακινητοποίησης και ακολούθησε συντηρητική αντιμετώπιση με φάρμακα και φυσικοθεραπεία. Η χρήση του ώμου δεν θα ερχόταν ποτέ στο φυσιολογικό χωρίς τη χειρουργική επέμβαση, η δε συντηρητική θεραπεία στόχευε στην ανακούφιση των συμπτωμάτων. Μια χειρουργική επέμβαση στον ώμο θα είχε ως αποτέλεσμα ο ώμος να λειτουργήσει καλύτερα από ό,τι σήμερα. Η εγχείριση θα στόχευε στην αύξηση της κινητοποίησης του ώμου. Ωστόσο, ακόμη και μετά τη διενέργεια χειρουργικής επέμβασης, ο Ενάγων θα εξακολουθεί να υποφέρει με συχνές φλεγμονές του ώμου και θα έχει ανάγκη λήψης φαρμακευτικής αγωγής και φυσικοθεραπείας καθώς και περιόδων αναγκαστικής αναρρωτικής άδειας. Η ύπαρξη μικρής εστίας επασβέστωσης στην κατάφυση του υπερακάνθιου τένοντα πέντε χιλιοστών (ασβεστοποιός τενοντίτιδα) δεν ήταν αποτέλεσμα τραυματισμού, αλλά προϋπήρχε και συνήδε με την ηλικία του Ενάγοντα.Αποτελούσε, όμως, επιβαρυντικό παράγοντα. Καθιστούσε τον ώμο κατά το ένα τρίτο λιγότερο κινητικό και με λιγότερη αντοχή στην εργασία. Η κλινική συμπτωματολογία που παρουσίασε ο Ενάγων σε σχέση με αυτή την κάκωση ήταν η αδυναμία εκτέλεσης υπό μυϊκή αντίσταση περιστροφής του βραχίονα, ο δε Ενάγων παρεπονείτο ότι είχε ανικανότητα εκτέλεσης κινήσεων που συνήθιζε να κάνει. ü Ο Ενάγων, ένεκα των πιο πάνω προβλημάτων υγείας, επηρεάστηκε στην απόδοση του στην εργασία του που είναι αυτή του ισιωτή και πογιατζή. ü Στον Ενάγοντα χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια από την ημέρα του ατυχήματος 17.8.2006 μέχρι τέλος του 2006, 31.12.2006, περίοδος κατά την οποία παρέμεινε εκτός εργασίας. Παρέμεινε δε, στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας για δύο μέρες. Ο Ενάγων από την ημέρα του δυστυχήματος μέχρι τέλος του χρόνου έφερε κολάρο. ü Σε περίπτωση που ο Ενάγων υποβληθεί σε εγχείρηση σχετικά με τον ώμο του θα χρειασθεί για περίοδο έξι μηνών μετεγχειρητικά να απέχει της εργασίας του. Στη διάρκεια δε αυτής της περιόδου είναι αναγκαία η υποβολή του σε φυσιοθεραπεία. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Το Δικαστήριο είναι επιφορτισμένο με το καθήκον υπολογισμού των γενικών αποζημιώσεων του φυσικού πόνου, της ταλαιπωρίας, της απώλειας των ανέσεων και απολαύσεων της ζωής που υπέστη ο Ενάγων σαν συνέπεια του τραυματισμού του. Οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται από τα Δικαστήρια πρέπει να είναι δίκαιες και λογικές. Στόχος είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και στη ζημιά χωρίς να τίθεται υπέρμετρο βάρος στον αδικοπραγούντα. Όπως τονίζεται στην κλασσική, πλέον, πάνω στο ζήτημα απόφαση Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1C.L.R.789: «. To ποσό που επιδικάζεται πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτό. Συνεπώς, η κοινωνική δεοντολογία κατά τον ουσιώδη χρόνο είναι σε κάθε περίπτωση παράγοντας σχετικός προς το έργο μας, ειδικά σε σχέση με μη χρηματική απώλεια. Η χρηματική ζημιά, ως περισσότερο επιδεκτική μαθηματικού υπολογισμού εξαρτάται λιγότερο από κοινωνικά κριτήρια. Στόχος του εγχειρήματος είναι η κατάληξη, στο τέλος της πορείας σε αριθμό που είναι δίκαιος και εύλογος κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης.» Είναι σταθερή η τάση για ελευθεροποίηση των ποσών που επιδικάζονται ως γενικές αποζημιώσεις η οποία καταλήγει σε αύξηση τους σε σύγκριση με εκείνο που θεωρείτο το μέτρο στο παρελθόν έτσι που να τοποθετείται μεγαλύτερη αξία στον ανθρώπινο πόνο και τις αγωνίες της ανικανότητας[14]. Σε κάθε περίπτωση πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι πραγματικότητες, όπως μπορούν να εξακριβωθούν, με γνώμονα και την αγοραστική αξία του χρήματος κατά το χρόνο της επιδίκασης των αποζημιώσεων ως αυτοτελή παράγοντα αλλά και ως συγκριτικό όταν ανατρέχουμε σε υποθέσεις του παρελθόντος στο βαθμό που αυτές σε περιπτώσεις αυτής της φύσεως θα μπορούσε να είναι βοηθητικές[15]. Τελικά, σκοπός των αποζημιώσεων είναι η αποκατάσταση του θύματος του αστικού αδικήματος στη θέση στην οποία εύλογα θα μπορούσε να αναμένεται ότι θα βρισκόταν εάν δεν τραυματιζόταν. Αυτή είναι η βασική αρχή η οποία διέπει τον καθορισμό των αποζημιώσεων στο δίκαιο των αστικών αδικημάτων υπό τον όρο πάντα ότι η ζημιά η οποία αποδίδεται είναι εύλογη μεταξύ τους[16]. Προηγούμενες αποφάσεις δεν αποτελούν δεσμευτικό προηγούμενο υπό την έννοια της αρχής του stare decisis αλλά παρέχουν καθοδήγηση. Πρέπει, επίσης, να λαμβάνεται υπόψη η συνεχής μείωση της αξίας του χρήματος[17]. Στην υπόθεση Ερωτοκρίτου κ.α. ν. Καραολή
(1998)1Α.Α.Δ.445 επισημαίνεται ότι προηγούμενες αποφάσεις αναφορικά με αποζημιώσεις μόνο ενδεικτική σημασία μπορούν να έχουν γιατί κάθε ειδική περίπτωση διαφέρει ανάλογα με το είδος και την έκταση του τραυματισμού καθώς και τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε υπόθεσης. Να σημειώσουμε, τέλος, ότι είναι ταυτόχρονα νομολογημένο ότι η αυξητική τάση στις αποζημιώσεις δεν αποτελεί οδικό χάρτη για αιτιολόγηση παροχής αυξανόμενων ποσών σε κάθε περίπτωση.[18] Μελέτησα με προσοχή τα στοιχεία αριθμού υποθέσεων στις οποίες καθορίστηκαν ποσά γενικών αποζημιώσεων για παρόμοιους τραυματισμούς και τα σύγκρινα με αυτά της υπό κρίση περίπτωσης. Άντλησα καθοδήγηση από αριθμό αποφάσεων στις οποίες υπάρχει αναλογία με