Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αλληλεγγύης ν. AC AEROBICS FITNESS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 788/10, 8 Ιουλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A84 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 788/10 Μεταξύ: Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αλληλεγγύης Ενάγουσας και
- A.C. AEROBICS & FITNESS LTD
- Χριστοδούλου Χάρη Άριστος
- Ιωάννου Μενελάου Νεόφυτος
- Τρύφωνος Τρύφων Κύπρος
- Αγγελίδης Στέλιου Άδωνις
- Καδής Φρίξου Πανίκος
- Ιωάννου Μελής Στυλιανός Εναγομένων ------------------- Αιτήσεις ημερομηνίας 23/11/2010, 26/11/2010 και 03/12/2010 για αναστολή διάταγμα που να παραμερίζει το κλητήριο μάρτυρα καθώς και την εκδοθείσα απόφαση Ημερομηνία: 8 Ιουλίου, 2011 Εμφανίσεις: Για Αιτητές-Εναγόμενους 4, 5 και 6: κ. Άδωνις Αγγελίδης (Εναγόμενος 5) Για Καθ' ης η Αίτηση-Ενάγουσα: κα Κώστα Α Π Ο Φ Α Σ Η Με τις Αιτήσεις τους, ημερομηνιών 23/11/2010, 26/11/2010 και 03/12/2010, οι οποίες ήταν πανομοιότυπες, οι Αιτητές-Εναγόμενοι 4, 5 και 6 αιτήθηκαν διατάγματα ως ακολούθως: «
- Όπως το Δικαστήριο εκδώσει διάταγμα που να παραμερίζει το Κλητήριο Μάρτυρα.
- Όπως το Δικαστήριο εκδώσει διάταγμα που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (set aside) προηγούμενη εκδοθείσα υπ' αυτού απόφαση - διάταγμα στην υπό τον ως άνω αριθμόν και τίτλο αγωγή.
- Μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης να συνεχίσει η αγωγή την πορεία της.
- Διάταγμα όπως τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της αγωγής.» Ως νομική βάση των αιτήσεων καταγράφηκε η Δ.17 θ.10, η Δ.48 θ.9 (h), η Δ.63 και η Δ.
- Υποστηρίχθηκαν από διάφορα έγγραφα, μεταξύ των οποίων, οι Ένορκες Δηλώσεις των Αιτητών-Εναγομένων 4, 5 και 6, ένα έγγραφο που τιτλοφορείται «Έκθεση που συνοδεύει By Summons Αίτηση στο Δικαστήριο» και μια επιστολή, με την οποία ζητούνται περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες καθώς επίσης και ακόμη ένα έγγραφο που τιτλοφορείται «Υπεράσπιση». Στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, του κ. Κύπρου Τρύφωνος, Αιτητή-Εναγομένου 4, καταγράφονται τα ακόλουθα: ότι ερεύνησε το φάκελο της δικογραφίας και σύμφωνα με τα αντίγραφα που έλαβε, δεν του επιδόθηκε Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής, αλλά ούτε και του επιδόθηκε οποιοδήποτε άλλο δικόγραφο. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι στις 23/11/2010 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης για να υπερασπιστεί αυτοπροσώπως τον εαυτό του και στις 26/11/2010 καταχώρησε Υπεράσπιση. Ήταν η θέση του ότι έχει καλή Υπεράσπιση. Καταλήγει δε, ότι οι Ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, ότι δεν δόθηκε καμιά ειδοποίηση από τους Ενάγοντες, ότι δεν δόθηκε καμιά ειδοποίηση από τον Πρωτοκολλητή για την παρουσία του στο Δικαστήριο και ότι διαπίστωσε ότι παραβιάστηκαν οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης. Στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, του κ. Άδωνη Αγγελίδη, Αιτητή-Εναγομένου 5, καταγράφονται τα ακόλουθα: ότι είναι εγγυητής στην αγωγή και ότι του επιδόθηκε Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής. Κατά τον ισχυρισμό του, μόλις του επιδόθηκε το Κλητήριο Ένταλμα, άρχισε αμέσως προσπάθειες να βρει δικηγόρο, πλην όμως, συνάντησε μεγάλες δυσκολίες γιατί η υπόθεση είχε καταχωριστεί στη Λάρνακα. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι κανένα άλλο δικόγραφο δεν του επιδόθηκε. Στις 30/11/2010 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης για να υπερασπιστεί αυτοπροσώπως τον εαυτό του. Την ίδια μέρα καταχώρισε Υπεράσπιση και κατά τη δική του άποψη, έχει καλή Υπεράσπιση. Επιπρόσθετα, οι Ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, ότι δεν δόθηκε καμιά ειδοποίηση από τους Ενάγοντες, ότι δεν δόθηκε καμιά ειδοποίηση από τον Πρωτοκολλητή για την παρουσία του στο Δικαστήριο και διαπίστωσε ότι παραβιάστηκαν οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης. Καταλήγει, ότι η απαίτηση των Εναγόντων βασίζεται πάνω σε παρανομία ή/και παράνομο ανατοκισμό. Στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, του κ. Πανίκου Καδή, Αιτητή-Εναγομένου 6, καταγράφονται τα ακόλουθα: ότι του επιδόθηκε Κλητήριο Ένταλμα της αγωγής. Κατά τον ισχυρισμό του, μόλις του επιδόθηκε το Κλητήριο Ένταλμα, άρχισε αμέσως προσπάθειες να βρει δικηγόρο, πλην όμως, συνάντησε μεγάλες δυσκολίες γιατί η υπόθεση είχε καταχωριστεί στη Λάρνακα. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι κανένα άλλο δικόγραφο δεν του επιδόθηκε. Στις 09/11/2010 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης για να υπερασπιστεί αυτοπροσώπως τον εαυτό του. Την ίδια μέρα καταχώρισε Υπεράσπιση και κατά τη δική του άποψη, έχει καλή Υπεράσπιση. Επιπρόσθετα, οι Ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με τους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, ότι δεν δόθηκε καμιά ειδοποίηση από τους Ενάγοντες, ότι δεν δόθηκε καμιά ειδοποίηση από τον Πρωτοκολλητή για την παρουσία του στο Δικαστήριο και διαπίστωσε ότι παραβιάστηκαν οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης. Το Δικαστήριο ζήτησε από τους Αιτητές-Εναγόμενους 4, 5 και 6, όπως του εξηγήσουν τι ζητούν στην Αίτησή τους, στην παράγραφο αρ.1, στην οποία αιτούνται την «Έκδοση διατάγματος που να παραμερίζει το Κλητήριο Μάρτυρα». Αντί αυτού, κατέθεσαν στις 31/01/2011, ένα έγγραφο το οποίο τιτλοφορείται «Ένορκη Δήλωση» και υπογράφεται και από τους τρεις Αιτητές. Δήλωσαν επίσης προφορικά ότι ήθελαν να προχωρήσουν με την ακρόαση της συγκεκριμένης Αίτησης, καταχωρώντας γραπτώς τις θέσεις τους. Η πλευρά της Ενάγουσας-Καθ' ης η αίτηση Εταιρείας καταχώρησε Ένσταση, η οποία στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.48 θ.2 (1-3), 3, 4
(1)
(2), 5, 7-9, Δ.57 θ.1-4, Δ.64 θ.1 (1-3), 2, Δ.40 θ.1-6, 7 (α) (β), Δ.33 θ.1-6, 15, Δ.17. θ.10, στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/60), άρθρα 26-32 και 40-47 καθώς επίσης και τις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Προβάλλονται οκτώ
(8)λόγοι ένστασης, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Η Αίτηση είναι τυπικά αβάσιμη, δεν πληροί τις προϋποθέσεις που τάσσει ο Νόμος, δεν καταδεικνύεται η ύπαρξη καλής ή και συζητήσιμης υπεράσπισης, δεν αποκαλύπτεται στην καταχωρηθείσα υπεράσπιση των Αιτητών οποιοδήποτε στοιχείο που να δικαιολογεί την επανάνοιξη της υπόθεσης, δεν αποκαλύπτεται ικανοποιητική δικαιολογία για την παράληψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης, η συμπεριφορά που επέδειξαν οι Αιτητές εξισώνεται με παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας, η υπό κρίση Αίτηση υποβλήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση και σε περίπτωση παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης ημερομηνίας 10/06/2010, η Ενάγουσα Εταιρεία θα στερηθεί τους καρπούς της επιτυχίας της και θα καταπατηθούν οι βασικές αρχές που αφορούν την ταχεία διεκπεραίωση των αγωγών, την αναγκαιότητα σταθερής διατήρησης της ισχύος των αποφάσεων, καθώς και την ομαλή κατάληξη της διαδικασίας. Η Ένσταση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση της κας Λούσης Μηνά, υπαλλήλου της Ενάγουσας Εταιρείας, η οποία γνωρίζει τα γεγονότα και είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στη συγκεκριμένη Ένορκη Δήλωση. Είναι ο ισχυρισμός της ότι η Αίτηση των Αιτητών δεν πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από το Νόμο, γιατί είναι τυπικά αβάσιμη αφού δεν καταχωρίστηκε στο σωστό τύπο. Είναι η δική της θέση ότι η Αίτηση για παραμερισμό απόφασης καταχωρείται δια κλήσεως και συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση, κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι η Αίτηση των Αιτητών δεν αποκαλύπτει την ύπαρξη καλής ή/και συζητήσιμης υπεράσπισης, επί της ουσίας της υπόθεσης, αφού δεν αναφέρεται καθόλου η Υπεράσπιση των Εναγομένων-Αιτητών στην Αίτησή τους. Κατά τον ισχυρισμό της, δεν αποκαλύπτεται ικανοποιητική δικαιολογία για την παράληψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Το μόνο που αναφέρεται, είναι ότι το Κλητήριο Ένταλμα της Αγωγής επιδόθηκε στην κα Κωνσταντίνα Παπαθανασίου Τρύφωνος και επισυνάπτουν προς υποστήριξη του ισχυρισμού τους σχετική Ένορκη Δήλωση της συγκεκριμένης, πλην όμως το περιεχόμενο της επισυναπτόμενης Ένορκης Δήλωσης της κας Τρύφωνος είναι σε αντίθεση με το περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου. Καταλήγει ότι οι Αιτητές-Εναγόμενοι 4, 5 και 6 με τη συμπεριφορά τους επέδειξαν περιφρονητική παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας και υπέβαλαν με αργοπορία τη συγκεκριμένη Αίτηση, χωρίς να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση στην καταχώρησή της. Τυχόν έγκριση του αιτήματος, κατά τον ισχυρισμό της, θα αποστερήσει την Ενάγουσα από τους καρπούς της επιτυχίας της και θα καταπατηθούν οι αρχές που αφορούν την αναγκαιότητα για ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων. Και οι δύο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με αγορεύσεις. Η πλευρά των Αιτητών-Εναγομένων 4, 5 και 6, κατέθεσε κοινή γραπτή αγόρευση, στην οποία καταγράφηκαν τα ακόλουθα: ότι οι Αιτήσεις με ημερομηνίες 23/11/2010, 26/11/2010 και 03/12/2010, βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι η Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 31/01/2011 των Εναγομένων 4, 5 και 6, είναι μέρος των Αιτήσεων και συνιστά τη μαρτυρία που αφορά τα γεγονότα τα οποία εξελίχθηκαν μονομερώς, χωρίς τη δυνατότητα να ακουστούν οι Εναγόμενοι, οι οποίοι ως εγγυητές, προσωπικά, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, ζητούν όπως παραμεριστεί το Κλητήριο Μάρτυρα, η Μονομερής Αίτησης ημερομηνίας 02/06/2010 της Ενάγουσας, η απόφαση ημερομηνίας 10/06/2010, η Αίτηση για εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 03/09/2010 και η Κλήση Μάρτυρα η οποία δεν επιδόθηκε. Η κα Κώστα αγορεύοντας για την Ενάγουσα-Καθ' ης η αίτηση επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στη νομολογία που αφορά τις αρχές που διέπουν το θέμα της ακύρωσης απόφασης. Ισχυρίστηκε ότι υπήρξε νομότυπη επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος και ότι απλά οι Εναγόμενοι 4, 5 και 6 δεν έλαβαν έγκαιρα τα απαιτούμενα δικονομικά μέτρα. Θα ήθελα ευθύς εξ αρχής να παρατηρήσω ότι από τα έγγραφα που καταχώρησαν οι Αιτητές, τα οποία ήταν πανομοιότυπα, διαφαίνεται ότι συντάχθηκαν από κάποιον που είχε νομικές γνώσεις, αλλά όχι προφανώς αρκετές για να τα συντάξει με τον ορθό τρόπο και να τα υποστηρίξει με τις σωστές Ένορκες Δηλώσεις. Ζητούνται, με μία Αίτηση, πολλές θεραπείες για τις οποίες χρειάζονται ξεχωριστά δικονομικά μέτρα, ενώ καταγράφεται η βάση της Υπεράσπισης ως προδικαστικές ενστάσεις. Επιπρόσθετα ζητείται η ακύρωση της Μονομερούς Αιτήσεως ημερ.10/06/2010 και η ακύρωση του Κλητηρίου Μάρτυρος που είναι άγνωστα δικονομικά μέτρα. Προτού υπεισέλθω στην εξέταση της ουσίας της Αίτησης, θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στο ιστορικό της υπόθεσης όπως αυτό προκύπτει μέσα από το φάκελο της υπόθεσης. Η Ενάγουσα-Καθ' ης η αίτηση, στις 22/03/2010 καταχώρησε Κλητήριο Ένταλμα Ειδικά Οπισθογραφημένο εναντίον της Εναγόμενης Εταιρείας 1, ως πρωτοφειλέτιδας, και των Εναγόμενων 2, 3, 4, 5, 6 και 7, υπό την ιδιότητά τους ως εγγυητών. Σύμφωνα με το Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, το αγώγιμο δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση προκύπτει από τερματισμό στον οποίο προέβηκε η Καθ' ης η αίτηση, της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 19/03/2009, την οποία η Εναγόμενη Εταιρεία 1 συνυπόγραψε ως πρωτοφειλέτιδα και την τήρηση των όρων της οποίας οι Εναγόμενοι 2-7 εγγυήθηκαν. Του τερματισμού προηγήθηκε παράβαση από μέρους της Εναγόμενης Εταιρείας 1, ουσιώδους όρου της σύμβασης. Οι Εναγόμενοι 2-7 ανέλαβαν, μεταξύ άλλων, την υποχρέωση να αποζημιώσουν την Εναγομένη-Καθ' ης η αίτηση, για οποιαδήποτε ζημιά υποστεί σαν αποτέλεσμα οποιασδήποτε παράβασης, από την Εναγόμενη Εταιρεία 1, των όρων της συμφωνίας. Στις 20/04/2010 το Κλητήριο Ένταλμα είχε επιδοθεί στη μητέρα του Εναγόμενου 4, κα Ντίνα Τρύφωνος, στις 22/04/2010 το Κλητήριο Ένταλμα επιδόθηκε στον Εναγόμενο 5 προσωπικά και στις 22/04/2010 το Κλητήριο Ένταλμα επιδόθηκε στον Εναγόμενο 6 προσωπικά. Δεν καταχωρίστηκε εντός της ταχθείσας προθεσμίας σημείωμα εμφάνισης. Στις 02/06/2010 καταχωρήθηκε Αίτηση για έκδοση απόφασης, λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφανίσεως και στις 10/06/2010 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Ενάγουσας-Καθ' ης η αίτηση και εναντίον των Εναγόμενων 4, 5 και 6, δηλαδή των Αιτητών. Καταχωρίστηκε, στις 26/10/2010, Αίτηση για οικονομική εξέταση των Αιτητών-Εναγομένων 4, 5 και 6, η οποία όταν επιδόθηκε αντιμετωπίστηκε από τους Αιτητές-Εναγόμενους 4, 5 και 6 με την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης, στις 23/11/2010. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το Δικαστήριο θα απομονώσει από την επίδικη Αίτηση το αιτητικό που αφορά την ακύρωση της απόφασης, για το οποίο υπάρχει και η Νομική Βάση και θα το εξετάσει. Τα υπόλοιπα διατάγματα που ζητούνται, στερούνται νομικού υπόβαθρου και δεν μπορούν να εξεταστούν. Οι αρχές που διέπουν τον παραμερισμό μιας απόφασης έχουν καθορισθεί στην Αγγλική απόφαση Evans v. Barttam
(1937)2 All ER 646 και έχουν υιοθετηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως την Kotsapos v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine and Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ v. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 28, Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρης
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Salamis Shipping Services Ltd v. BATA (Cyprus) Ltd
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1767 κ.α.. Το τι συνυπολογίζεται από το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, διατυπώνεται στην υπόθεση Bush κ.α. v. Γιανννή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1342, ως εξής:- (σελ.1345-1346) «Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας για επαναφορά, την οποία παρέχει στο Δικαστήριο η Δ.17 θ.10, εξουσίας η οποία, όπως υποδείχθηκε στην Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, δεν εντάσσεται σε οποιαδήποτε στεγανά, το Δικαστήριο κατευθύνει την προσοχή του σε δύο κυρίως παράγοντες. Ο ένας αφορά το κατά πόσο έχει εξηγηθεί η καθυστέρηση στην καταχώριση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό, με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι η επαναφορά δεν αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε αυτό λαμβάνεται υπόψη τόσο η στάση του Αιτητή όσο και η αναγκαιότητα οριστική λήξης της αντιδικίας αφού interest republicae ut sit finis litium. Ο άλλος παράγοντας αναφέρεται στο κατά πόσο καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση.» Το Δικαστήριο καλείται λοιπόν να ασκήσει την εξουσία του για τον παραμερισμό της απόφασης δυνάμει, των προνοιών της Δ.17 θ.10 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, πάνω στον οποίο βασίζονται, ανάμεσα σε άλλα, οι τρεις αιτήσεις. Τα πλαίσια, όπως έχουν τεθεί από τη νομολογία, επικεντρώνονται στα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη και που θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά, δηλαδή την καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και την επαρκή αιτιολόγηση για την παράλειψη εμφάνισης. Καταρχήν, το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει κατά νου και να συνεκτιμήσει δύο βασικά στοιχεία. Την αναγκαιότητα όπως κάθε αγωγή διεκπεραιώνεται και εκδίδεται απόφαση η οποία πρέπει να παραμένει οριστική και κατ' επέκταση τελεσίδικη, ενώ το άλλο στοιχείο αφορά τη μη αποστέρηση από το μέρος που αιτείται τον παραμερισμό της απόφασης του δικαιώματός του να παρουσιάσει την υπόθεση του στο Δικαστήριο, νοουμένου ότι εγείρει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Σύμφωνα με τη Νομολογία, το Δικαστήριο στα πλαίσια της διαδικασίας για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης εναγόμενου δεν προχωρεί σε αξιολόγηση της ενώπιόν του μαρτυρίας (βλ. Ζήνωνας Μερκής v. Yiannoukas Holiday Inns κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 736 και Μαρία Γεώργαινα Λευκίδου ν. Άριστου Κανναουρίδου
(1999)1 Α.Α.Δ. 528) και δεν καταλήγει σε ευρήματα αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης. Εξετάζει μόνο κατά πόσο τα στοιχεία που υπάρχουν ενώπιόν του στοιχειοθετούν εξ' αντικειμένου υπεράσπιση επί της ουσίας της αξίωσης ή διαφορετικά δημιουργούν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην οποία το Δικαστήριο να μπορεί να δώσει σημασία (βλ. Γιαννάκης Χρυσάνθου και άλλοι ν. Mariala Construction Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 1129). Ο αιτητής δεν έχει το βάρος να αποδείξει την υπεράσπισή του, όπως θα έπραττε αν η υπόθεσή του εκδικαζόταν. Στην υπόθεση Σκάρος v. 1. Π. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291, λέχθηκε ότι: «Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο Αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του Αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρησή του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτησης (Mine and Quarry Services Ltd v. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης (ανωτέρω))». Επιπλέον όμως, και εκτός από το θέμα της εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, ο αιτητής πρέπει να δικαιολογήσει την παράλειψή του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο, καθώς επίσης, θα πρέπει να αποδείξει ότι ενήργησε αμέσως και χωρίς αργοπορία προς την κατεύθυνση να ζητήσει την ακύρωση της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του. Σχετική προς τούτο προβάλει η υπόθεση Φυλακτού ν. Μιχαήλ
(1982)1 C.L.R., σελ. 204, στην οποία αναφέρθηκε ότι, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγοντας που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου ο οποίος παρέλειψε να ενεργήσει με την πρώτη δυνατή ευκαιρία, να ασκήσει το δικαίωμά του για παραμερισμό της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του. Επίσης στην υπόθεση Ζ. Μερκή ν. Yiannoukas Holiday Inns Ltd,
(1994)1 Α.Α.Δ. 736, αναφέρθηκε ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται στις αιτήσεις παραμερισμού απόφασης ενώπιον του Δικαστηρίου γίνεται υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων και οποιασδήποτε άλλης γραπτής μαρτυρίας που επισυνάπτεται στις ένορκες δηλώσεις, δεν προσκομίζεται προφορική μαρτυρία εκτός και αν οι διάδικοι ασκήσουν το δικαίωμα τους για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη, (ανωτέρω), στη σελ.945 επεξηγούνται οι αρχές. Παρατίθενται δε τα πιο κάτω απόσπασμα από αυτήν: «Εάν ένας διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα αυτό εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία προάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απωλεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης.» .............................. «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Στην προαναφερθείσα απόφαση, παρόλο που το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, το στοιχείο αυτό δεν κρίθηκε αρκετό για τον παραμερισμό της απόφασης και θεωρήθηκε καθοριστικό το στοιχείο της αργοπορίας στη λήψη μέτρων. Η εν λόγω απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο (βλ. επίσης Sabin Zehil v. Neil Roberts
(2009)1 (A) Α.Α.Δ.678, στη σελ.685). Αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών και Συμπεράσματα του Δικαστηρίου: Ερχόμενο το Δικαστήριο στην επίδικη Αίτηση και αρχίζοντας από το στοιχείο της μη εμφάνισης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι όσον αφορά τον Αιτητή-Εναγόμενο 4, ισχυρίζεται ότι δεν του επιδόθηκε οποιοδήποτε έγγραφο, ενώ οι Αιτητές-Εναγόμενοι 5 και 6 ισχυρίζονται ότι τους επιδόθηκε το Κλητήριο Ένταλμα, αλλά δεν κατόρθωσαν να βρουν δικηγόρο γιατί η υπόθεση ήταν ορισμένη στη Λάρνακα. Όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, το Κλητήριο Ένταλμα, στην έκταση που αφορούσε τον Αιτητή-Εναγόμενο 5, επιδόθηκε στη μητέρα του, κα Ντίνα Τρύφωνος. Σύμφωνα με τη Δ.5 θ.3, θεωρείται ορθή επίδοση όταν αντίγραφο του Κλητηρίου αφεθεί σε μέλος της οικογένειας του Εναγομένου. Οπόταν είχε γίνει σωστή επίδοση, σύμφωνα με τους Θεσμούς, στον Αιτητή-Εναγόμενο 4, του Κλητηρίου Εντάλματος. Όσον αφορά τον ισχυρισμό των Αιτητών-Εναγομένων 5 και 6, ότι δεν κατέστη δυνατή η ανεύρεση δικηγόρου από τον Απρίλιο 2010 μέχρι τον Νοέμβριο 2010, λόγω του ότι η υπόθεση είχε καταχωριστεί στη Λάρνακα, θεωρώ ότι δεν αποτελεί επαρκή εξήγηση, αλλά γενική και αφηρημένη δικαιολογία, η οποία ως τέτοια δεν είναι ικανοποιητική για ένα τέτοιο σοβαρό θέμα της μη εμφάνισης, λαμβανομένου ιδιαίτερα δε υπόψη, του γεγονότος ότι η αγωγή επιδόθηκε στους Αιτητές-Εναγόμενους 4, 5 και 6, τον Απρίλιο 2010 και μέχρι τις 10/06/2010, όταν εκδόθηκε απόφαση, πέρασε αρκετό χρονικό διάστημα. Η Αίτηση για ακύρωσε δε, κατατέθηκε πέντε μήνες μετά την έκδοση της απόφασης και χωρίς να δίδονται οποιεσδήποτε εξηγήσεις ως προς την παραδρομή καταχώρισης εμφάνισης ή έγκαιρης ενέργειας μετά την έκδοση της απόφασης και πού οφειλόταν αυτή. Στην απόφαση Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου, (ανωτέρω), αποφασίστηκε, μεταξύ άλλων, στη σελίδα 29, ότι το γεγονός ότι ένας Αιτητής δίνει απλώς κάποια εξήγηση δεν συνιστά δικαιολόγηση. Διαπιστώνω ότι ο λόγος τον οποίο προβάλλουν οι Αιτητές-Εναγόμενοι 4, 5 και 6 για τη μη καταχώριση σημειώματος εμφανίσεως, είναι απλά μια πρόφαση. Έρχομαι τώρα στην εξέταση του θέματος κατά πόσο αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση (βλ. Μαρία Λευκίδου v. Άριστος Κανναουρίδης
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 528). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Καλλής Ξενοφών v. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793, στη σελίδα 799: «Αντλώντας κατεύθυνση από τη νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούσει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον Αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από αυτή του Ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετείται χρήσιμος σκοπός επιλύσεως της διαφοράς των διαδίκων . αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών.» Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλής υπεράσπισης το φέρει ο Αιτητής. Οι ισχυρισμοί των Αιτητών-Εναγομένων 4, 5 και 6, περί αυστηρών όρων εκταμίευσης, της μη εξασφάλισης του δανείου εκ μέρους της Ενάγουσας, καθώς και οι λοιποί ισχυρισμοί, είναι τόσο δυσνόητοι, που δεν αποκαλύπτουν οποιαδήποτε υπεράσπιση, αλλά είναι γενικοί και αόριστοι και δεν συνοδεύονται από οποιαδήποτε στοιχεία, τα οποία θα μπορούσαν να δείξουν συζητήσιμη υπεράσπιση, τα οποία να ενέχουν το στοιχείο πειστικότητας. Η αοριστία των ισχυρισμών των Αιτητών αφήνει κενά που δεν επιτρέπουν τη θεμελίωση καλής υπεράσπισης (βλ. Γεώργιος Φρίξου Γιωργαλλίδης v. Ταπελλογραφείο Κώστας Παυλής και Σία Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 1101). Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Μιχάλης Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2118, στη σελίδα 2124: «Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση η αίτηση απορρίπτεται.» Τα πιο πάνω ισχύουν και στην παρούσα περίπτωση, αφού ελλείπει παντελώς η αναγκαία θεμελίωση, των κατ' ισχυρισμό υπερασπίσεων των Αιτητών-Εναγομένων 4, 5 και 6. Συνεπακόλουθα, δεν στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου τούτου ασκείται υπέρ της διατήρησης της απόφασης και κατά συνέπεια, οι Αιτήσεις των Εναγομένων 4, 5 και 6 απορρίπτονται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και σε βάρος των Εναγομένων 4, 5 και 6, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Επιδικάζονται όμως έξοδα σε μόνο μία από τις τρεις Αιτήσεις, γιατί η ακρόαση τους ήταν κοινή. (Υπ.) ............. Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο