Παναγιώτη Γρηγορίου ν. Θεοδόση Νικολάου κ.α., Αρ. Αγωγής: 408/10, 21 Ιουλίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A86 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 408/10 Μεταξύ: Παναγιώτη Γρηγορίου Ενάγοντα και
- Θεοδόση Νικολάου
- Ανδρέα Γρηγορίου
- Ελένη Γρηγορίου - Μισιέλ
- Μάριου Γιώργου Γρηγορίου
- Καρά - Ανν Γρηγορίου Εναγομένων Αίτηση ημερ. 9.2.2011 για προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία: 21 Ιουλίου 2011 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: Ο κ. Χρ. Πουτζιουρής. Για τους Εναγόμενους 2, 3, 4 και 5/Καθ΄ων η αίτηση: Ο κ. Μ. Μιχαήλ για κ. Χρ. Τριανταφυλλίδη. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με κλητήριο γενικά οπισθογραφημένο που ο Ενάγων καταχώρησε στις 19.2.2010 αξιώνει εναντίον των Εναγομένων ποσό €157.311,88 ως γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση προφορικής συμφωνίας πώλησης που έγινε κατά το 2007 αναφορικά με το ακίνητο με αρ. εγγραφής 4/83, τεμάχιο 129, Φ/ΣΧ40/39 Ε2, τοποθεσία Λακκούδια στην Αραδίππου (επίδικο ακίνητο) το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι του αποβιώσαντα Γεώργιου Ανδρέα Γρηγορίου, πατέρα των Εναγομένων 2, 3, 4 και 5 (νόμιμων κληρονόμων του εν λόγω αποβιώσαντα) μεταξύ των Εναγομένων και του Ενάγοντα και το οποίο επίδικο ακίνητο οι Εναγόμενοι αρνούνται και/ή παραλείπουν και/ή αμελούν να μεταβιβάσουν στον Ενάγοντα κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, με αποτέλεσμα ο Ενάγοντας να υποστεί ζημιές. Περαιτέρω, επιζητείται απόφαση για ποσό €17.086,01 το οποίο ο Ενάγοντας έχει καταβάλει στους Εναγόμενους έναντι του ποσού των €136.688,12 το οποίο ήταν το συμφωνημένο τίμημα πώλησης του επίδικου ακινήτου ένεκα παράβασης συμφωνίας και/ή λόγω παντελούς αποτυχίας του ανταλλάγματος και/ή ως «money had and received» και/ή ένεκα αδικαιολόγητου πλουτισμού των Εναγομένων. Επίσης, επιζητούνται τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων ένεκα της αντισυμβατικής συμπεριφοράς τους και/ή γενικές αποζημιώσεις ένεκα εξασφάλισης χρημάτων από τον Ενάγοντα με δόλο και/ή απάτη και/ή με ψευδείς παραστάσεις του ποσού των €17.086,01 για την αγορά του επίδικου ακινήτου. Επιπλέον, ο Ενάγων επιδιώκει απόφαση για ποσό €6.834,41 ως έξοδα και/ή ζημιά που υπέστη λόγω της προσδοκίας και/ή των παραστάσεων των Εναγομένων για εκτέλεση της ανωτέρω προφορικής συμφωνίας από τους Εναγομένους. Τέλος, επιζητείται απόφαση για ποσό (α) €7.675,69 και (β) €1.443,50 ως έξοδα και/ή ζημιά που ο Ενάγων υπέστη λόγω της προσδοκίας και παραστάσεων των Εναγομένων προς τον Ενάγοντα για εκτέλεση της ανωτέρω προφορικής συμφωνίας από τους Εναγομένους, ήτοι τραπεζικών εξόδων και τόκων για δάνειο που συνήψε ο Ενάγων στη ΣΠΕ Αραδίππου Λτδ για την εξόφληση του τιμήματος πώλησης του επίδικου ακινήτου. Στις 9.2.2011 ο Ενάγοντας/Αιτητής καταχώρησε μονομερή Αίτηση με την οποία ζητούσε τις ακόλουθες θεραπείες: Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον εις τους Εναγομένους να πωλήσουν, υποθηκεύσουν, μεταβιβάσουν, διαθέσουν και/ή καθ΄ οιονδήποτε τρόπον αποξενώσουν το πιο κάτω ακίνητο ήτοι αρ. εγγραφής 4/83, Φ/ΣΧ39/Ε2, τεμάχιο 129, χωράφι, εκτάσεως 1,199.-τ.μ., στην Αραδίππου, της επαρχίας Λάρνακας μερίδιο το όλο (ανά ¼ μερίδιο στους τέσσερις εναγομένους) μέχρι τελικής εκδικάσεως της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο, αφού εξέτασε την Αίτηση την ενέκρινε και εξέδωσε το πιο πάνω διάταγμα. Με την παρούσα διαδικασία επιζητείται από πλευράς Αιτητή η οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος, ενώ από πλευράς Καθ΄ων η αίτηση 2, 3, 4 και 5 η ακύρωση του. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στο Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, θ.1, 2, 3 και 4 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα. Ένορκη Δήλωση Αιτητή Στην ένορκη δήλωση του ο Αιτητής αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: Η Απαίτηση του εναντίον όλων των Εναγομένων είναι για αποζημιώσεις και ειδικές ζημιές για παράβαση προφορικής συμφωνίας πώλησης από τους Εναγομένους προς τον ίδιο του επίδικου ακινήτου. Οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 κληρονόμησαν από τον αποβιώσαντα πατέρα τους και αδελφό του Ενάγοντα/Ενόρκως Δηλούντα, ήτοι τον Γεώργιο Γεωργίου, ο οποίος απεβίωσε στις 24.1.2007 στην Αγγλία και τάφηκε στην Κύπρο. Οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 έχουν γεννηθεί στην Αγγλία και είναι μόνιμοι κάτοικοι της Αγγλίας, δεν έχουν δε οποιαδήποτε άλλη περιουσία στο όνομά τους στην Κύπρο. Ο Εναγόμενος 1 είναι ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα και αντιπρόσωπος των Εναγομένων 2, 3, 4 και 5 δια μέσου του οποίου το 2007 είχαν συμφωνήσει όλοι οι Εναγόμενοι να πωλήσουν το επίδικο ακίνητο στον Ενάγοντα για το ποσό των €170.860,14 και για την οποία πώληση ο Ενάγοντας έχει καταβάλει στους Εναγόμενους το ποσό των ΛΚ10.000 (€17.086,01) το οποίο έλαβαν οι Εναγόμενοι και κατέχουν μέχρι σήμερα. Οι Εναγόμενοι αρνούνται να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις για τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στο όνομα του Ενάγοντα παρ΄όλες τις οχλήσεις του και τον έχουν πληροφορήσει προσωπικά και δια μέσου του Εναγομένου 1 περί τούτου. Μετά την καταχώρηση της αγωγής ο δικηγόρος του Ενόρκως Δηλούντα έχει εξασφαλίσει διάταγμα από το Δικαστήριο για υποκατάστατη επίδοση της αγωγής δια διπλοσυστημένης επιστολής στην Αγγλία και πράγματι έχουν ήδη αποσταλεί οι διπλοσυστημένες επιστολές στους Εναγόμενους 2, 3, 4 και 5 και τις έχουν παραλάβει όπως ο Ενόρκως Δηλών πληροφορείται από τον Εναγόμενο 1, αλλά δεν έχει ακόμη επιστραφεί η κάρτα της αποστολής από το ταχυδρομείο, όπως πληροφορείται από τους δικηγόρους του. Όπως τον πληροφόρησε ο δικηγόρος του, οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 έχουν ήδη διορίσει δικηγόρο τους το δικηγορικό γραφείο Πελαγίας, Χριστοδούλου, Βράχας & Σία, τους οποίους έχουν εξουσιοδοτήσει να εμφανιστούν και να υπερασπιστούν την παρούσα αγωγή όπως ανέφεραν οι εν λόγω δικηγόροι σε επικοινωνία που είχαν με το δικηγόρο του Ενόρκως Δηλούντα. Οι εν λόγω δικηγόροι δεν έχουν καταχωρήσει ακόμη σημείωμα εμφάνισης. Όπως πληροφορήθηκε στις 8.2.2011 ο Ενόρκως Δηλών από το δικηγόρο του, οι πιο πάνω δικηγόροι έχουν επικοινωνήσει μαζί του και του ανέφεραν ότι για το επίδικο ακίνητο έχει εξευρεθεί αγοραστής που θα πληρώσει πολύ περισσότερα από την τιμή που το αγόρασε ο Ενάγων και ότι πρόκειται να μεταβιβαστεί στις 11.2.2011 και του πρότειναν να πληρωθεί στον Ενάγοντα πίσω το ποσό που αυτός έχει καταβάλει έναντι του τιμήματος αγοράς χωρίς την πληρωμή οποιονδήποτε αποζημιώσεων και εξόδων που ο Ενάγων έχει υποστεί ένεκα της αντισυμβατικής συμπεριφοράς των Εναγομένων. Άνευ βλάβης των δικαιωμάτων του Ενάγοντα δια μέσου επιστολής των δικηγόρων του, ημερομηνίας 8.2.2011, η οποία στάλθηκε και παραλήφθηκε με φαξ από τους δικηγόρους των Εναγομένων 2, 3, 4 και 5, τους έκανε πρόταση για εξώδικη διευθέτηση της αγωγής, αλλά δια μέσου του δικηγόρου τους την απέρριψαν προσφέροντας μόνο το ποσό που ο Ενάγων πλήρωσε έναντι του τιμήματος αγοράς και πληροφόρησαν τον δικηγόρο του ότι θα προχωρούσαν με τη μεταβίβαση στις 11.2.
- Μετά από την πληροφορία του δικηγόρου του ο Ενόρκως Δηλών έκανε έρευνα και έχει πράγματι διαπιστώσει και ο ίδιος ότι θα το πωλήσουν το επίδικο ακίνητο σε ιδιοκτήτη γειτονικού τεμαχίου. Είναι επείγον όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα καθόσον θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη αν πωληθεί και μεταβιβαστεί το επίδικο ακίνητο εφόσον είναι το μοναδικό ακίνητο που οι Εναγόμενοι 2 μέχρι 5 έχουν στο όνομά τους και στερούνται οποιαδήποτε άλλης κινητής ή ακίνητης περιουσίας στην Κύπρο για να ικανοποιηθεί οποιαδήποτε τυχόν εκδοθεισομένη απόφαση υπέρ του Ενάγοντα στην παρούσα αγωγή. Αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα δεν θα μπορέσει να απονεμηθεί δικαιοσύνη μεταγενέστερα εφόσον στις 11.2.2011 θα μεταβιβάσουν το επίδικο ακίνητο στο όνομα τρίτου αγοραστή. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη ένσταση, η οποία βασίζεται στο Άρθρο 23 του Συντάγματος, στα Άρθρα 29 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα Άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στη Δ.2, Δ.5, Δ.5(α), Δ.6, Δ.16, Δ.39, θθ.1 και 2 και Δ.48, θθ.1-4, 8, 9 και 13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Άρθρο 1 του πρόσθετου Πρωτόκολλου στη Σύμβαση περί Προασπίσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών 20.3.1952, στο Άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, στα Άρθρα 29 και 34 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμου, στον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ.149 και επί της Πρακτικής, συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και των γενικών αρχών του Νόμου και της Νομολογίας. Ως συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: Δεν πληρούται καμία από τις προϋποθέσεις που προνοεί ο Νόμος 14/60 για έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος. Το διάταγμα ημερομηνίας 9.2.2011 εκδόθηκε επί κλητηρίου εντάλματος το οποίο ενώ θα επιδιδόταν εκτός δικαιοδοσίας σε μη Κύπριους υπηκόους δεν προηγήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία και συγκεκριμένα η καταχώρηση αίτησης που να επιτρέπει τη σφράγιση του πριν αυτό καταχωρηθεί. Η αγωγή δεν έχει επιδοθεί στους Εναγόμενους και ως εκ τούτου το κλητήριο έχει λήξει στις 18.2.2011 χωρίς να έχει καταχωρηθεί εγκαίρως αίτηση για ανανέωση του. Κατ΄ επέκταση το διάταγμα ημερομηνίας 9.2.2011 ορίστηκε επιστρεπτέο ενώπιον του Δικαστηρίου και συνεχίζει να ορίζεται ενώ το κλητήριο έχει λήξει. Ο Ενάγοντας οδηγεί το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος παρουσιάζοντας ψευδή και/ή αναληθή περιστατικά και/ή δεν εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια. Δεν φαίνεται πουθενά στην Ένορκη Δήλωση του Αιτητή το κατεπείγον της έκδοσης του διατάγματος. Ο Ενάγοντας καθυστέρησε υπερβολικά στην καταχώρηση της Αίτησης ημερομηνίας 9.2.
- Είναι φανερό ότι ο πραγματικός σκοπός της Αίτησης είναι να χρησιμοποιηθεί η δραστικότητα του διατάγματος για εξαναγκασμό των Εναγομένων να ικανοποιήσουν τις προσωπικές απαιτήσεις του Ενάγοντα. Η διατήρηση σε ισχύ του διατάγματος καταπατεί το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του Εναγόμενου κατοχής και απόλαυσης της ακινήτου περιουσίας του. Με την αγωγή δεν αποκαλύπτεται κανένα αγώγιμο δικαίωμα. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε δεν είναι η ενδεδειγμένη. Η αγωγή στηρίζεται σε ισχυριζόμενη προφορική συμφωνία για πώληση ακινήτου. Η ισχυριζόμενη ζημιά του Ενάγοντα είναι περίπου €25.000 και η ισχυριζόμενη απαίτησή του κατά των Εναγομένων 2, 3, 4 και 5, σύμφωνα με το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5 της Αίτησης, είναι €50.000, ενώ με το διάταγμα δεσμεύεται η περιουσία κατά πολύ μεγαλύτερη από την Απαίτηση του Ενάγοντα. Το διάταγμα εκδόθηκε καταχρηστικά και δεν έχει τεθεί το απαραίτητο νομικό υπόβαθρο στην Αίτηση για έκδοση του διατάγματος. Η Αίτηση δεν προσδιορίζει όλες τις απαραίτητες δικονομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζεται. Η ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του Νίκου Σταύρου, ο οποίος είναι ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των Εναγομένων 2, 3, 4 και 5 στην παρούσα αγωγή. Σε αυτήν αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: Å Οι Εναγόμενοι διόρισαν τον Ενόρκως Δηλούντα πληρεξούσιο αντιπρόσωπό τους προκειμένου να τους βοηθήσει στην πώληση του ακινήτου τους (επίδικο ακίνητο). Πράγματι ο Ενόρκως Δηλών βρήκε αγοραστή, προχώρησαν στην πληρωμή όλων των απαραίτητων φορολογιών και τελών και στις 4.3.2011 μετέβη με τους αγοραστές στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας προκειμένου να προχωρήσει με τη μεταβίβαση του ακινήτου. Εκεί ο λειτουργός του Κτηματολογίου τους πληροφόρησε ότι δεν μπορούσε να προχωρήσει με την πράξη πώλησης και μεταβίβασης καθότι υπήρχε απαγορευτικό διάταγμα από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας βάσει του οποίου απαγορευόταν στους Εναγόμενους να προχωρήσουν με την πώληση της περιουσίας τους. Å Ο Ενόρκως Δηλών αμέσως ειδοποίησε τους Εναγόμενους οι οποίοι δεν είχαν την παραμικρή ιδέα για το διάταγμα και τον παρακάλεσαν να βρει δικηγόρο για να τους βοηθήσει με το όλο ζήτημα και για να δουν περί τίνος πρόκειται. Å Όντως στις 8.3.2011 ο Ενόρκως Δηλών επικοινώνησε με δικηγόρο και τον ενημέρωσε για τα όσα γνώριζε και ο δικηγόρος προχώρησε με έρευνα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας όπου διεφάνη ότι η αγωγή καταχωρήθηκε στις 19.2.
- Å Όπως ο Ενόρκως Δηλών συμβουλεύεται από τους δικηγόρους του από τη στιγμή που οι Εναγόμενοι είναι κάτοικοι εξωτερικού και μη Κύπριοι υπήκοοι θα έπρεπε να ακολουθηθεί συγκεκριμένη διαδικασία προκειμένου να καταχωρηθεί το κλητήριο ένταλμα και να επιδοθεί σ΄αυτούς, ήτοι αίτηση για διάταγμα το οποίο να δίδει άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος πριν την καταχώρηση του και, αφού εκδοθεί αυτό το διάταγμα, τότε να καταχωρηθεί το κλητήριο και ταυτόχρονα να καταχωρηθεί νέα αίτηση για διάταγμα το οποίο να επιτρέπει την επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος εκτός Κύπρου. Τέτοια διαδικασία δεν ακολουθήθηκε. Å Το κλητήριο ουδέποτε επιδόθηκε στους Εναγόμενους 2-5 και επιπλέον παρήλθε πέραν του ενός έτους από την καταχώρηση του με αποτέλεσμα να έχει λήξει χωρίς να ανανεωθεί. Αυτό σημαίνει ότι κατά το χρονικό διάστημα που το ενδιάμεσο διάταγμα ορίστηκε επιστρεπτέο σε χρόνο μετά τις 18.2.2011 για τους Εναγόμενους 2-5 δεν υφίστατο οποιαδήποτε αγωγή εναντίον τους καθότι το κλητήριο ένταλμα είχε εκπνεύσει. Å Επιπλέον, ο Ενάγοντας με την αγωγή του επικαλείται πώληση του επίδικου ακινήτου από τους Εναγομένους προς αυτόν. Τέτοιο συμβόλαιο δεν υπάρχει κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο. Επίσης, ισχυρίζεται ότι κατέβαλε το ποσό των €17.086,01 έναντι του συνολικού τιμήματος. Η αξία του ακινήτου είναι κατά δεκάδες χιλιάδες ευρώ μεγαλύτερη και παρόλα αυτά το Δικαστήριο για μια ισχυριζόμενη πράξη πώλησης για την οποία δεν υπάρχει συμβόλαιο αλλά ισχυριζόμενη προφορική συμφωνία και για ένα ποσό ύψους €17.086,01 δεσμεύει ολόκληρη περιουσία χωρίς πραγματικό και νομικό έρεισμα. Å Ενώ ο Ενάγοντας αναφέρει ότι η ισχυριζόμενη προφορική συμφωνία πώλησης έγινε το 2007 έκτοτε δεν έλαβε κανένα μέτρο μέχρι τον Φεβρουάριο του 2010 που καταχώρησε την αγωγή και από τότε μέχρι τον Φεβρουάριο του 2011 όταν καταχώρησε την αίτηση για ενδιάμεσο διάταγμα. Όλα τα πιο πάνω, όπως ο Ενόρκως Δηλών συμβουλεύεται από τους δικηγόρους του, αναιρούν το κατεπείγον του αιτήματος, ουσιαστική προϋπόθεση για τη μονομερή έκδοση διατάγματος. Επιπλέον, όπως πάλι συμβουλεύεται από τους δικηγόρους του και μόνο ο ισχυρισμός του Ενάγοντα για προφορική συμφωνία πώλησης ακινήτου η οποία χρονολογείται από το 2007 για την εκπλήρωση της οποίας δεν έκανε τίποτε για τέσσερα έτη έχει ως αποτέλεσμα την αποδυνάμωση του αγώγιμου δικαιώματος του με αποτέλεσμα να μην πληρείται η προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 σύμφωνα με την οποία ο αιτών ενδιάμεσο διάταγμα πρέπει να έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής του. Å Όπως ο Ενόρκως Δηλών συμβουλεύεται από τους δικηγόρους του, ο Ενάγων απέτυχε να ικανοποιήσει την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν14/
- Οι Εναγόμενοι 2-5 είναι αξιόχρεα άτομα και δεν έχουν οποιαδήποτε προβλήματα οικονομικής φύσεως, σε περίπτωση δε που αποδειχθεί ευθύνη σε βάρος τους και κληθούν να καλύψουν οποιαδήποτε ζημιά, είναι σε θέση να το πράξουν. Αντιθέτως, είναι ο αιτητής που αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα και δεν θα είναι σε θέση να αποζημιώσει τους Εναγομένους 2-5 για τις ζημιές που έχουν υποστεί από τη δέσμευση της ακίνητης τους περιουσίας. Å Επιπλέον, ο Ενάγοντας αναφέρεται σε απαίτηση για ειδικές ζημιές οι οποίες δεν ξεπερνούν τα €25.000 ή, σύμφωνα με το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5, το ποσό των €50.000 ενώ με το διάταγμα παγιοποιείται και δεν επιτρέπεται η αξιοποίηση περιουσίας τουλάχιστον πενταπλάσιας αξίας. ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΕΝΑΓΟΝΤΑ Ο Ενάγων κατεχώρησε συμπληρωματική ένορκη δήλωση αφού προηγήθηκε προφορικό αίτημα και στη συνέχεια έγκριση του αιτήματος από το Δικαστήριο. Σ΄ αυτήν αναφέρει, όπως πάλι μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: Μετά από μονομερή αίτηση ημερομηνίας 19.5.2010 οι δικηγόροι του Ενάγοντα εξασφάλισαν διάταγμα ημερομηνίας 2.6.2010 που χορηγούσε άδεια και επέτρεπε την υποκατάστατη επίδοση στην Αγγλία δια διπλοσυστημένης επιστολής του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στην παρούσα αγωγή στους Εναγόμενους 2, 3, 4 και 5, οι οποίοι κατά τον ουσιώδη χρόνο αποστολής των διπλοσυστημένων επιστολών ήταν κάτοικοι Αγγλίας. Πράγματι οι δικηγόροι του Ενάγοντα ταχυδρόμησαν και απέστειλαν με τέσσερις διπλοσυστημένες επιστολές το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με αντίγραφο του διατάγματος ημερομηνίας 2.6.2010 στην παρούσα αγωγή στους Εναγόμενους 2, 3, 4 και 5 στις 5.7.
- Το Τμήμα Ταχυδρομικών Υπηρεσιών Κύπρου τους πληροφόρησε και γραπτώς, μετά από πολλές επικοινωνίες μαζί τους, από τα μέσα Ιουλίου του 2010 από το δικηγόρο του Ενάγοντα ότι οι εν λόγω επιστολές προωθήθηκαν στον προορισμό τους με την αεραποστολή Λάρνακας-Λονδίνο, αρ. 0206 στις 7.7.2010 και ότι οι ανωτέρω τέσσερις επιστολές και οι διπλοσυστημένες κάρτες τους δεν έχουν επιστραφεί πίσω στην Κύπρο, εντούτοις ούτε και οι τέσσερις επιστολές έχουν επιστραφεί πίσω στην Κύπρο ως μη παραληφθείσες και έχουν παραληφθεί από τους Εναγόμενους 2, 3, 4 και 5 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6). Προσωπικά ο Ενάγων γνωρίζει ότι οι ανωτέρω επιστολές έχουν παραληφθεί από τους Εναγόμενους 2-5 εφόσον ο Εναγόμενος 2 του το επιβεβαίωσε μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί του μια εβδομάδα μετά την αποστολή των τεσσάρων επιστολών στην προσπάθεια του να τον πείσει να μειώσει την απαίτηση του εναντίον των Εναγομένων 2-
- Ο Εναγόμενος 1 είναι μόνιμος κάτοικος Κύπρου και ήταν το πρόσωπο το οποίο αντιπροσώπευε τους Εναγόμενους και ήταν ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα πατέρα τους όταν συμφώνησαν την αγορά του επίδικου ακινήτου και απ΄ότι πληροφορείται ο Ενάγων από τον δικαστικό επιδότη του δικηγόρου του έχει επιδοθεί στον Εναγόμενο 1 το κλητήριο ένταλμα στις 19.6.2010 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7). Περαιτέρω, απ΄ότι ο Ενάγων πληροφορείται από το δικηγόρο του οι Εναγόμενοι 2-5 λίγες μέρες μετά την αποστολή και την παραλαβή των διπλοσυστημένων επιστολών διόρισαν δικηγόρους τους το δικηγορικό γραφείο Πελαγίας, Χριστοδούλου, Βράχας & Σία τους οποίους είχαν εξουσιοδοτήσει να εμφανιστούν και να υπερασπιστούν την παρούσα αγωγή και/ή να τη συμβιβάσουν, όπως ανέφεραν οι εν λόγω δικηγόροι σε επικοινωνία που είχαν με τον δικηγόρο του Ενάγοντα και γι΄ αυτό το Ενάγων, μέσω του δικηγόρου του, τους έκανε άνευ βλάβης πρόταση για εξώδικη διευθέτηση της απαίτησης του εναντίον τους. Ο Ενάγων πληροφορήθηκε από το δικηγόρο του ότι έχουν επικοινωνήσει οι δικηγόροι από το δικηγορικό γραφείο Πελαγίας, Χριστοδούλου, Βράχας & Σία, συγκεκριμένα η δικηγόρος Δώνα Κωνσταντίνου, και του ανέφερε ότι για το επίδικο ακίνητο έχει εξευρεθεί αγοραστής που θα πληρώσει πολύ περισσότερα από την τιμή που ο Ενάγων το αγόρασε και ότι επρόκειτο να μεταβιβαστεί στις 11.2.2011 και του πρότειναν να πληρωθεί πίσω στον Ενάγοντα το ποσό που τους είχε καταβάλει έναντι του τιμήματος αγοράς χωρίς την πληρωμή οποιονδήποτε αποζημιώσεων και εξόδων που έχει υποστεί ένεκα της αντισυμβατικής συμπεριφοράς των Εναγομένων. Μεταγενέστερα οι Εναγόμενοι καταχώρησαν παραπλανητικά και εσκεμμένα σημείωμα εμφάνισης με άλλο δικηγόρο σε μια προσπάθεια να πείσουν το Δικαστήριο να ακυρώσει το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 9.2.2011, ισχυριζόμενοι ότι έχει εκπνεύσει το κλητήριο ένταλμα εφόσον δεν επιδόθηκε στους Εναγόμενους 2-5, πράγμα το οποίο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα εφόσον οι ίδιοι είχαν παραλάβει με τις ανωτέρω τέσσερις επιστολές το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και το διάταγμα ημερομηνίας 2.6.2010 από τα μέσα Ιουλίου 2010, όπως αναφέρεται ανωτέρω. Ο δικηγόρος του Ενάγοντα μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 9.2.2011 μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με τη δικηγόρο Δώνα Κωνσταντίνου της απέστειλε στις 15.2.2011, κατόπιν παράκλησης της, με φαξ στο δικηγορικό γραφείο που εργαζόταν αντίγραφο του διατάγματος για δική της ενημέρωση και για να ενημερώσει τους πελάτες της. Όπως ο Ενάγων πληροφορείται από το δικηγόρο του έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης ημερομηνίας 2.6.2010 και δεν έχει εκπνεύσει το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα για τους Εναγόμενους 2-5 και ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 2-5 επίτηδες δεν καταχωρούσαν εμφάνιση με τους προηγούμενους δικηγόρους τους για να ισχυριστούν ότι εξέπνευσε το κλητήριο ένταλμα και να απορριφθεί το προσωρινό διάταγμα και να πωλήσουν το δεσμευμένο ακίνητό τους χωρίς ο Ενάγων να πληρωθεί οτιδήποτε. Όπως τον συμβουλεύει ο δικηγόρος του ο ισχυρισμός για εκπνοή του κλητηρίου εντάλματος δεν ευσταθεί επειδή έχει υπάρξει συμμόρφωση με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 2.6.2010 για υποκατάστατη επίδοση και περαιτέρω οι Εναγόμενοι έχουν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία και εμποδίζονται να ισχυρίζονται διαφορετικά από τα νέα δικονομικά διαβήματα και ενέργειες τους στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Όπως τον συμβουλεύει ο δικηγόρος του ο ισχυρισμός ότι δεν ακολουθήθηκε η σωστή διαδικασία για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος δεν ευσταθεί εφόσον υπήρχε στην αγωγή ο Εναγόμενος 1 που είναι μόνιμος κάτοικος Κύπρου και αυτό ήταν αρκετό για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, ενώ οι Εναγόμενοι εμποδίζονται να ισχυρίζονται διαφορετικά από τα νέα δικονομικά διαβήματα και ενέργειες τους στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Οι Εναγόμενοι 2-5 δεν έχουν προβεί σε κανένα διάβημα ακύρωσης του διατάγματος ημερομηνίας 2.6.2010 για υποκατάστατη επίδοση και/ή δικονομικό διάβημα παραμερισμού της επίδοσης και του ιδίου του κλητηρίου εντάλματος στην παρούσα αγωγή. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Η εκδίκαση της υπό εξέταση Αίτησης έγινε στη βάση των Ενόρκων Δηλώσεων που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν χωρίς να ζητηθεί από οποιαδήποτε πλευρά η αντεξέταση των Ενόρκως Δηλούντων. Οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις αντίστοιχες θέσεις τους. Προχωρώ να τις συνοψίσω. Ο κ. Πουτζιουρής εκ μέρους του Αιτητή/Ενάγοντα, αφού αναφέρθηκε στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως προκύπτουν από το φάκελο του Δικαστηρίου σε σχέση με τις διαδικασίες που ακολουθήθηκαν, ανάλυσε τις νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Στη συνέχεια υποστήριξε ότι όλες οι προϋποθέσεις πληρούνται στην προκειμένη περίπτωση και δικαιολογούν την οριστικοποίηση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος. Επεσήμανε ότι οι Εναγόμενοι/Καθ΄ων η Αίτηση καλούν το Δικαστήριο να καταπιαστεί με θέματα τα οποία, σύμφωνα με τη νομολογία, ξεφεύγουν από τα όρια της παρούσας διαδικασίας όπως για παράδειγμα το θέμα του ισχυρισμού της εκπνοής του κλητηρίου εντάλματος, το θέμα της προβλεπόμενης διαδικασίας για την καταχώρηση αίτησης για άδεια για σφράγιση της ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος και τα λοιπά, εφόσον οι Καθ΄ων η Αίτηση έχουν καταχωρήσει ανεπιφύλακτα σημείωμα εμφάνισης στην παρούσα αγωγή και έχουν υποβάλει τον εαυτό τους κάτω από τη διαδικασία του Δικαστηρίου και έχουν λάβει δικονομικά διαβήματα στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, πράγμα το οποίο συνιστά παραίτηση από οποιαδήποτε δικαιώματα που αφορούν αντικανονικότητα και/ή παρατυπία αναφορικά με τα δικονομικά διαβήματα ή μέτρα που έχει λάβει ο Ενάγοντας. Σ΄ ό,τι αφορά συγκεκριμένα το λόγο ένστασης ότι θα έπρεπε να είχε προηγηθεί καταχώρηση αίτησης για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος, ο συνήγορος επεσήμανε ότι η μεταγενέστερη αίτηση των Καθ΄ων η Αίτηση ημερομηνίας 2.6.2011 θα έπρεπε να προηγηθεί της καταχώρησης ένστασης και πριν αυτοί λάβουν μέρος στη διαδικασία της παρούσας αίτησης. Το ίδιο και σε σχέση με το λόγο ένστασης ότι το κλητήριο έχει λήξει. Τόνισε σχετικά ότι οι Καθ΄ων η Αίτηση προσπάθησαν μεταγενέστερα με την αίτηση τους ημερομηνίας 2.6.2011 να παραμερίσουν την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στους Καθ΄ων η Αίτηση, ενώ αυτό δεν τους νομιμοποιεί να εγείρουν τώρα το λόγο αυτό στην ένσταση τους. Ο συνήγορος των Καθ΄ων η Αίτηση, αφού υιοθέτησε το περιεχόμενο της ένστασης και της ενόρκου δηλώσεως που τη συνοδεύει, επεσήμανε τα ακόλουθα: ® Η ισχύς του κλητηρίου εντάλματος ημερομηνίας 19.2.2010 έχει λήξει στις 18.2.2011 αναφορικά με τους Εναγόμενους 2-5 χωρίς προηγουμένως να τους έχει επιδοθεί και χωρίς να εξασφαλιστεί διάταγμα ανανέωσης του. Η λήξη της ισχύος του κλητηρίου εντάλματος αυτόματα παρασύρει σε ακυρότητα και όλες τις διαδικασίες βάσει αυτού αναφορικά με τους Εναγόμενους 2-5 όπως είναι και το διάταγμα ημερομηνίας 9.2.
- Η θέση αυτή ισχύει ανεξάρτητα αν ορθά ή όχι εξεδόθη αρχικά το διάταγμα ημερομηνίας 9.2.
- Εφόσον, λοιπόν, το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι μέχρι τις 18.2.2011 δεν είχε υπάρξει επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και ούτε ανανέωση του οφείλει να ακυρώσει το διάταγμα ημερομηνίας 9.2.
- ® Όσον αφορά το θέμα της μη επίδοσης, αυτό είναι αυταπόδεικτο από το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6 της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως του Ενάγοντα, ημερομηνίας 13.4.
- Το βάρος απόδειξης ότι υπήρξε επίδοση πριν τις 18.2.2011 είναι επί του Ενάγοντα. Ωστόσο, στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6 δεν αναφέρεται ότι υπήρξε λήψη των επιστολών που στάληκαν στους Εναγόμενους 2-
- Αντίθετα, η ρητή θέση που αποτελεί γεγονός είναι η αναφορά ότι «Μετά από σχετική έρευνα τα Αγγλικά Ταχυδρομεία μας πληροφορούν ότι δεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με την ημερομηνία παράδοσης της υπό αναφοράς διπλοσυστημένης επιστολής». Η αναφορά στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6 ότι «θεωρούμε ότι έχει παραληφθεί από τον δικαιούχο» δεν είναι παρά μια εικασία των ταχυδρομικών υπηρεσιών της Κύπρου χωρίς καμιά απολύτως τεκμηρίωση που τη βασίζουν. Κατ΄ επέκταση, το μόνο γεγονός που αναφέρεται στην επιστολή αυτή είναι ότι δεν υπάρχουν στοιχεία σχετικά με την ημερομηνία παράδοσης. Πάνω στο γεγονός αυτό οφείλει να βασιστεί το Δικαστήριο και όχι πάνω σε μια εντελώς ατεκμηρίωτη εικασία των ταχυδρομικών υπηρεσιών της Κύπρου. ® Συμπερασματικά από τα ανωτέρω, η ισχύς του κλητηρίου εντάλματος έληξε στις 18.2.2011 χωρίς αποδεδειγμένα να έχει επιδοθεί στους Εναγομένους 2-5, κάτι που οδηγεί αναπόφευκτα σε ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 9.2.
- ® Σε ό,τι αφορά την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν14/60 αυτή δεν ικανοποιείται. Ο μοναδικός ισχυρισμός του Ενάγοντα είναι ότι οι Εναγόμενοι 2-5 δεν έχουν άλλη περιουσία στην Κύπρο. Ωστόσο, σύμφωνα με τη δική του θέση, είναι όλοι κάτοικοι Αγγλίας και επομένως υπάρχει η δυνατότητα εγγραφής της όποιας απόφασης Κυπριακού Δικαστηρίου προς όφελος του Ενάγοντα στην Αγγλία με βάση τον Κανονισμό 44/2001 ΕΚ και μετά την εκτέλεσή της επί της περιουσίας των Εναγομένων 2-5 στην Αγγλία. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά ότι οι Εναγόμενοι 2-5 δεν έχουν περιουσία στην Αγγλία. ® Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι σε περίπτωση έκδοσης απόφασης υπέρ του Ενάγοντα δεν θα μπορεί να ικανοποιηθεί ο Ενάγων. Η θέση ότι οι Εναγόμενοι 2-5 δεν έχουν άλλη περιουσία στην Κύπρο δεν είναι αρκετή για να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι δεν θα δύναται να ικανοποιηθεί ο Ενάγων αφού η ύπαρξη περιουσίας στην Αγγλία του δίδει αυτή τη δυνατότητα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Δεν θα παραθέσω εδώ το τόσο γνωστό άρθρο που εξετάστηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε σειρά υποθέσεων[2] αλλά θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει ο,τιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, o Πρόεδρος Αρτεμίδης διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Θα επαναλάβουμε, έστω με τον κίνδυνο να γίνουμε φορτικοί, ως οι διαπιστώσεις τις οποίες προβαίνουμε, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος, αντικείμενο της πρωτόδικης απόφασης και της έφεσης. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για ν΄ αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της.» Στην υπόθεση P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 στη σελίδα 1809 ο Δικαστής Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά Κωνσταντινίδης ν. Μακρύγιωργου
(1978)1 Α.Α.Δ. 585, Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557 και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ.
- Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέχτως πολύπλοκη και μακρά.» Εκτός από το Άρθρο 32 του Ν.14/60 η Αίτηση βασίζεται και στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Σύμφωνα με το Άρθρο 5
(1)του Κεφ.6 το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον Εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη στ΄όνομα του όση, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του Ενάγοντα και τα έξοδα της Αγωγής. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στο Άρθρο 5 του Κεφ.6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Απλώς το άρθρο αυτό κάνει ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρεί τίποτε από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων[6]. Επομένως, όταν το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αιτήσεων που βασίζονται και στα δύο άρθρα θα εφαρμόσει τόσο τις γενικές προϋποθέσεις σύμφωνα με το Άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά και τα ειδικότερα κριτήρια ή περιορισμούς που τίθενται από το Άρθρο 5 του ΚΕΦ.6 στο βαθμό ή μέτρο που αυτά διαφοροποιούνται[7]. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο του Άρθρου 5 του ΚΕΦ.6 αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας του εναγομένου προς το σκοπό ικανοποίησης απόφασης την οποία ήθελε πετύχει ο ενάγοντας και ρυθμίζει το θέμα της απαγόρευσης με παρεμπίπτον διάταγμα της πώλησης ή αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου εφόσον η απαίτηση του ενάγοντα αναφέρεται σε χρέος ή αποζημιώσεις. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί διάταγμα με βάση το Άρθρο 5 εκτίθενται στην παράγρ. 2 του Άρθρου και είναι τα εξής:- (Ι) Ο ενάγων να έχει καλή βάση αγωγής. (ΙΙ) Με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ του. Σε σχέση με την προϋπόθεση της ύπαρξης καλής βάσης αγωγής στην υπόθεση Τσιολάκκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782 αποσαφηνίστηκε ότι ο όρος αυτός που προσδιορίζει βάσει του Άρθρου 5 του ΚΕΦ.6 το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητο που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στο Άρθρο 32 του Ν.14/
- Και στις δύο περιπτώσεις είναι αναγκαία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης ως προϋπόθεση για έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο που πρέπει να πληρείται με βάση το Άρθρο 5 του ΚΕΦ.6 έχει νομολογηθεί ότι αυτό αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/
- Από το λεκτικό του Άρθρου 5 του ΚΕΦ.6 εξάγεται το συμπέρασμα ότι η ακίνητη περιουσία που σκοπείται να δεσμευτεί δεν πρέπει να είναι δυσανάλογη με την απαίτηση και τα έξοδα. Από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι ο ενάγων πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για το ακίνητο για το οποίο ζητεί τη δέσμευση και την κατά προσέγγιση αξία του ώστε να συσχετισθεί με το ύψος της απαίτησης του ενάγοντα. Ο ενάγων σχετικά με τις δύο άνω προϋποθέσεις θα πρέπει να προσφέρει μαρτυρία και στοιχεία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του εναγομένου, τη φύση και την αξία, της ακίνητης περιουσίας τη δέσμευση της οποίας επιζητεί όσο και την ενδεχόμενη ύπαρξη άλλης περιουσίας από την οποία θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η απόφαση που ενδέχεται ο ενάγων να λάβει υπέρ του. ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΝΤΟΣ Πριν όμως το Δικαστήριο εξετάσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης ενός διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Ν.14/60 θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είχε δικαιοδοσία να εκδώσει το διάταγμα που έχει εκδώσει μονομερώς πράγμα το οποίο σημαίνει ότι θα πρέπει να είχε καταδειχθεί ενώπιον του το επείγον της έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος. Έχουν εδώ εφαρμογή οι πρόνοιες του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ.
- Στο μονομερές στάδιο της αίτησης ο παράγοντας του χρόνου είναι σημαντικός. Ο αιτητής θα πρέπει στο στάδιο εκείνο να δείξει το κατ' επείγον της αίτησης ώστε να δικαιολογείται η μονομερής εξέταση της και να παρακαμφθεί ο κανόνας της φυσικής δικαιοσύνης και το δικαίωμα της άλλης πλευράς να ακουστεί πριν την έκδοση του διατάγματος. Το Άρθρο 9
(1)του ΚΕΦ.6 έχει εφαρμογή εξαιρετικώς και μόνο προκειμένου περί επειγουσών ή άλλων ειδικών περιστάσεων που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος ex parte. Θα εξετάσω, λοιπόν, ως πρώτο θέμα το στοιχείο του κατεπείγοντος, γιατί διατάγματα ex-parte, όπως είναι νομολογημένο, εκδίδονται με βάση το Άρθρο 9
(1)του ΚΕΦ.6 μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος ή άλλες ειδικές περιστάσεις. Παραπέμπω σχετικά στην Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 Α.Α.Δ 1475[8], η οποία αναφέρεται και στις υποθέσεις Louis Vuitton ν. Δέρμοσακ
(1992)1(Β) Α.Α.Δ 1453 και Resola v. Χρήστου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1179:- «Το επείγον, όπως παρατηρείται στην υπόθεση Resola (ανωτέρω), αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικώς η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» Η πιο πάνω ανάγκη διατυπώνεται με διαφορετικά, αλλά με την ίδια ουσία, λόγια στην υπόθεση Vuitton (ανωτέρω) όπου παρατηρείται ότι:- «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφ΄ όσο παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουσθεί». Μέσα στο ίδιο πνεύμα κινείται και η επισήμανση που έγινε στις υποθέσεις In Re Stavros Hotel Appartments Ltd,
(1994)1 Α.Α.Δ 836, 841 και In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ 861, 864, ότι δηλαδή το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ.6. Πιο πρόσφατα στην υπόθεση Χ"Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1(A) A.A.Δ 203, 207 ο Δικαστής Πικής έθεσε το θέμα ως εξής:- «... Η αδράνεια του εφεσείοντος να ζητήσει θεραπεία μόλις τα κρίσιμα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση του αναιρεί το κατεπείγον του αιτήματος. Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Λόγοι, συνυφασμένοι με την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλουν την παροχή ευκαιρίας ακρόασης στον αντίδικο, πριν το Δικαστήριο επιληφθεί θέματος που επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα κατά ώμο συμφέροντα του. Η παροχή θεραπείας ερήμην του αντίδικου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο μπορεί να αναζητηθεί μόνο, εφόσον εξ αντικειμένου δεν παρέχεται άλλο μέσο προστασίας των δικαιωμάτων του αιτούντος.» Για το θέμα του κατεπείγοντος σχετικές είναι οι παραγράφοι
(9),
(10),
(11),
(12)και
(13)από τις οποίες προκύπτει ότι μια μέρα πριν την καταχώρηση της υπό κρίση μονομερούς Αίτησης, δηλαδή στις 8.2.2011, ο Ενάγων/Αιτητής είχε πληροφορηθεί από τον δικηγόρο του ότι είχε επικοινωνήσει συγκεκριμένο δικηγορικό γραφείο μαζί του και τον είχε πληροφορήσει ότι για το επίδικο ακίνητο είχε εξευρεθεί αγοραστής που θα πλήρωνε πολύ περισσότερα από την τιμή που ο Ενάγων το είχε αγοράσει και, περαιτέρω, ότι επρόκειτο το επίδικο ακίνητο να μεταβιβαστεί στις 11.2.
- Όπως προκύπτει η υπό κρίση Αίτηση κατεχωρήθη μόλις μια μέρα μετά την πιο πάνω πληροφόρηση που έτυχε ο Ενάγων, όπως αναφέρεται ανωτέρω και άρα χωρίς να μεσολαβήσει οποιαδήποτε καθυστέρηση. Όπως έχει νομολογηθεί το κρίσιμο στοιχείο για την Αίτηση και την εξέταση του ζητήματος της ύπαρξης του στοιχείου του κατεπείγοντος δεν είναι ο χρόνος έγερσης της Αγωγής και ο χρόνος που προέκυψε το αγώγιμο δικαίωμα ενός Αιτητή, αλλά ο χρόνος πληροφόρησης του Αιτητή για τη δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση αυτή θεραπεία[9]. Στην προκειμένη περίπτωση το θέμα κατέστη κατεπείγον από τη στιγμή της πληροφόρησης του Αιτητή/Ενάγοντα περί της πρόθεσης των Εναγομένων 2, 3, 4 και 5/Καθ΄ ων η Αίτηση να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή άλλως αποξενώσουν το επίδικο ακίνητο, το οποίο, αποτελούσε τη μοναδική ακίνητη περιουσία των Εναγομένων στην Κύπρο, με βάση τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, θεωρώ ότι το στοιχείο του κατεπείγοντος έχει καταδειχθεί. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται στην παρούσα υπόθεση οι προϋποθέσεις που προνοούνται από το Άρθρο 32 του Ν.14/60 και το Άρθρο 5 του Κεφ.
- Προτού προχωρήσω στην εξέταση των πιο πάνω προϋποθέσεων θα ήθελα να επισημάνω ότι σε σχέση με τις ενστάσεις που προβλήθηκαν από πλευράς Εναγομένων αναφορικά με το θέμα της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής και το θέμα του κατά πόσο έχει ακολουθηθεί η ορθή διαδικασία με δεδομένο το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι είναι κάτοικοι εξωτερικού και μη Κύπριοι υπήκοοι, έχει καταχωρηθεί στις 2.6.2011 από πλευράς των Εναγομένων 2, 3, 4 και 5 αίτηση για ακύρωση και/ή παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος στην παρούσα αγωγή επί των Εναγομένων 2, 3, 4 και 5 και/ή όλων των μετέπειτα διαδικασιών επί τη βάσει του ότι η επίδοση αυτού είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντικανονική και/ή παράτυπη. Ως εκ τούτου, αντικείμενο της εν λόγω αίτησης θα αποτελέσουν οι αναφερόμενες ενστάσεις, οι οποίες θα εξεταστούν στα πλαίσια εκείνης της διαδικασίας. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση που θέτει το Άρθρο 32
(1)για σοβαρό θέμα προς εκδίκαση ως και την ύπαρξη καλής βάσης αγωγής που θέτει το Άρθρο 5
(1)του Κεφ.6 και επαναλαμβάνοντας ότι το θέμα αυτό κρίνεται από τα δικόγραφα, διαπιστώνω ότι εγείρεται θέμα παράβασης συμφωνίας πώλησης ακινήτου, τα στοιχεία του οποίου αναφέρονται στο κλητήριο ένταλμα και αποζημιώσεων ένεκα αυτής της παράβασης. Συγκεκριμένα, με βάση το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ο Ενάγων αξιώνει εναντίον των Εναγομένων ποσό €157.318,88 ως αποζημιώσεις για παράβαση προφορικής συμφωνίας πώλησης του ακινήτου που αναφέρεται. Επιπλέον, επιζητείται απόφαση για το ποσό των €17.086,01 το οποίο ο Ενάγοντας κατέβαλε στους Εναγόμενους έναντι του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης του επίδικου ακινήτου ένεκα παράβασης συμφωνίας και/ή λόγω παντελούς αποτυχίας του ανταλλάγματος και/ή ένεκα αδικαιολόγητου πλουτισμού των Εναγομένων. Ακόμη, επιζητούνται τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων ένεκα της αντισυμβατικής συμπεριφοράς τους και/ή γενικές αποζημιώσεις ένεκα εξασφάλισης από τον Ενάγοντα με δόλο και/ή απάτη και/ή με ψευδείς παραστάσεις του ποσού των €17.086,01 για την αγορά του επίδικου ακινήτου. Τέλος, επιζητείται απόφαση και για άλλα ποσά που καθορίζονται, όπως τραπεζικά έξοδα και τόκοι για δάνειο που συνήψε ο Ενάγων για την εξόφληση του τιμήματος πώλησης του επίδικου ακινήτου και έξοδα και/ή ζημιά που υπέστη ο Ενάγων λόγω της προσδοκίας και/ή των παραστάσεων των Εναγομένων για εκτέλεση της επίδικης προφορικής συμφωνίας. Οι πιο πάνω αιτούμενες θεραπείες βασικά περιστρέφονται γύρω από τη θέση ότι υπήρξε παράβαση προφορικής συμφωνίας πώλησης ακινήτου από μέρους των Εναγομένων και ότι, ως αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος, ο Ενάγων υπέστη ζημιές τις οποίες διεκδικεί υπό μορφή αποζημιώσεων, όπως επίσης διεκδικεί και την επιστροφή του καταβληθέντος προς τους Εναγόμενους ποσού έναντι του τιμήματος πώλησης. Υπενθυμίζω ότι η πρώτη προϋπόθεση αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Ενάγοντα. Εκείνο το οποίο προκύπτει, με βάση το σύνολο της γενικής οπισθογράφησης και τις αιτούμενες θεραπείες που περιέχονται, είναι ότι αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση που αφορά την κατ΄ ισχυρισμό παράβαση Συμφωνίας από μέρους των Εναγομένων και, συνεπώς, η πρώτη προϋπόθεση πληρούται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό η Ενάγουσα να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Η Ενάγουσα πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σε αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις και την προφορική μαρτυρία που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων εκατέρωθεν. Επισημαίνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση αμφότεροι οι διάδικοι έχουν περιοριστεί στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες. Η πλευρά του Ενάγοντα, μέσω της ενόρκου δηλώσεως του που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης, επαναλαμβάνει και υιοθετεί βασικά το περιεχόμενο της γενικής οπισθογράφησης του κλητηρίου εντάλματος και, αφού αναφέρεται στον ισχυρισμό ότι κατά το 2007 υπήρξε μεταξύ του και των Εναγομένων, μέσω του Εναγόμενου 1 ως αντιπροσώπου των Εναγομένων 2, 3, 4 και 5, προφορική συμφωνία για την πώληση από τους Εναγομένους προς τον ίδιο του επίδικου ακινήτου, συνεχίζει λέγοντας ότι έχει καταβάλει στους Εναγόμενους το ποσό των ΛΚ10.000 (€17.086,01) έναντι του συνολικού τιμήματος πώλησης που ανέρχετο στο ποσό των €170.860,14. Από την άλλη, οι Εναγόμενοι ενώ στην ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της ένστασης τους αναφέρουν ότι διαφωνούν με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα αναφέρονται σε πώληση του επίδικου ακινήτου σε τρίτο πρόσωπο και το ότι στις 4.3.2011 αναμενόταν η μεταβίβαση του ακινήτου στο πρόσωπο αυτό, κάτι το οποίο δεν έγινε ενόψει της ύπαρξης του προσωρινού διατάγματος που εξεδόθη στα πλαίσια της υπό εξέταση Αίτησης. Χωρίς να αναφέρονται ρητά στους ισχυρισμούς του Ενάγοντα περί ύπαρξης προφορικής συμφωνίας πώλησης του επίδικου ακινήτου μεταξύ τους και του Ενάγοντα, σύμφωνα με την οποία είχαν συμφωνήσει να το πωλήσουν σε αυτόν, εκφράζουν εμμέσως την αμφισβήτηση τους για την ορθότητα των ισχυρισμών του Ενάγοντα αναφέροντας ότι το γεγονός της παρέλευσης τεσσάρων ετών από την ημερομηνία της ισχυριζόμενης προφορικής συμφωνίας αποδυναμώνει το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα. Επαναλαμβάνω. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω, απλώς να διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 ικανοποιούνται. Αποφεύγω δε, επιμελώς, να καταλήξω σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Είναι η κρίση μου, λοιπόν, ότι με τα όσα η πλευρά του Ενάγοντα έχει επικαλεστεί προς υποστήριξη της αίτησης, με το περιορισμένο βάρος που έχει για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Θα προχωρήσουμε στη συνέχεια να εξετάσουμε κατά πόσο η ενάγουσα έχει ικανοποιήσει την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32
(1)του Ν.14/60 και τη δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 5 του Κεφ.6. Δηλαδή κατά πόσο η ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα και ότι με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε κάποιο τρίτο είναι πιθανό η ενάγουσα να εμποδιστεί στην ικανοποίηση της απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ της. Περαιτέρω, η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκής θεραπεία αλλά και στην περίπτωση όπου υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης[10]. Να πω και κάτι τελευταίο. Δεν είναι απαραίτητη η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη της πρόθεσης του εναγόμενου να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του. Εκείνο που έχει σημασία είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον διαδραματισθούν στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί[11]. Ο Ενάγων/Αιτητής στην ένορκη του δήλωση έχει ισχυριστεί ότι οι Εναγόμενοι 2-5, οι οποίοι έχουν γεννηθεί στην Αγγλία και είναι μόνιμοι κάτοικοι Αγγλίας, δεν έχουν οποιαδήποτε περιουσία στο όνομά τους στην Κύπρο και ότι το επίδικο ακίνητο είναι το μοναδικό ακίνητο που έχουν στο όνομά τους. Από την άλλη πλευρά, δηλαδή εκ μέρους των Εναγομένων, χωρίς να αντικρούεται ευθέως ή να αμφισβητείται ο πιο πάνω ισχυρισμός προβάλλεται γενικά και αόριστα η θέση ότι οι Εναγόμενοι 2-5 «είναι αξιόχρεα άτομα και δεν έχουν οποιαδήποτε προβλήματα οικονομικής φύσεως». Ένας από τους λόγους ένστασης είναι ότι με το προσωρινό διάταγμα που εξεδόθη δεσμεύεται περιουσία κατά πολύ μεγαλύτερη από την απαίτηση του Ενάγοντα. Περαιτέρω, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στην παράγραφο
(8)προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η αξία του ακινήτου είναι κατά δεκάδες χιλιάδες ευρώ μεγαλύτερη από το ποσό που ο Ενάγων κατέβαλε, όπως ισχυρίζεται, έναντι του συνολικού τιμήματος. Είναι γεγονός ότι στην υπό εξέταση περίπτωση δεν έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε εκτίμηση αναφορικά με την αξία του επίδικου ακινήτου. Τα μόνα στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να έχουν κάποια σημασία και να δώσουν κάποια ένδειξη σε σχέση με αυτό το θέμα είναι η αναφορά από πλευράς Ενάγοντα στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση και καταγράφεται στην παράγραφο
(5)ότι το συμφωνηθέν τίμημα αγοράς του επίδικου ακινήτου ανερχόταν στο ποσό των €170.860,
- Να ξεκαθαρίσουμε ότι το ποσό που, όπως είναι ο ισχυρισμός, συμφωνήθηκε για την αγορά του επίδικου ακινήτου δεν ταυτίζεται πάντοτε και σε κάθε περίπτωση με την ίδια την αξία ενός ακινήτου. Θα μπορούσε, ωστόσο, να αποτελέσει τουλάχιστον κάποιου είδους ένδειξη. Βέβαια να επισημάνουμε στο σημείο αυτό ότι η αναφορά στο τίμημα πώλησης προέρχεται από την ίδια την εκδοχή που προβάλλει ο Ενάγοντας στην παρούσα υπόθεση, δηλαδή, με άλλα λόγια, και αυτό το στοιχείο είναι μέρος της εκδοχής του. Από την άλλη, διαπιστώνεται ότι, ενώ οι Εναγόμενοι/Καθ΄ ων η Αίτηση έθεσαν θέμα για την αξία του επίδικου ακινήτου με τον τρόπο που αναφέρθηκε ανωτέρω, οι ίδιοι ουδεμία συγκεκριμένη και σαφή πληροφόρηση έδωσαν αναφορικά με την αξία του, πέραν της πιο πάνω γενικής και αόριστης αναφοράς και ούτε έδωσαν οποιαδήποτε πληροφόρηση αναφορικά με οποιαδήποτε ευρύτερη περιουσία τους, αλλά ούτε και αποκάλυψαν κατά πόσο έχουν άλλη περιουσία. Η μόνη αναφορά, επαναλαμβάνω, ήταν ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν οποιαδήποτε προβλήματα οικονομικής φύσης και ότι εάν κληθούν να καλύψουν οποιαδήποτε ζημιά σε περίπτωση που αποδειχθεί ευθύνη εναντίον τους, είναι σε θέση να το πράξουν, χωρίς, ωστόσο, να δίδουν οποιαδήποτε πληροφόρηση αναφορικά με συγκεκριμένα περιουσιακά στοιχεία των ιδίων. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να σχολιάσω και την αναφορά που γίνεται στην αγόρευση των δικηγόρων των Εναγομένων ότι δεν υπάρχει αναφορά στις ενόρκους δηλώσεις του Ενάγοντα ότι οι Εναγόμενοι 2-5 δεν έχουν περιουσία στην Αγγλία και ότι ο ισχυρισμός που προβάλλεται από τον Ενάγοντα, συνεχίζει η εισήγηση, είναι ότι αυτοί δεν έχουν άλλη περιουσία στην Κύπρο. Μάλιστα δε, στην αγόρευση γίνεται εισήγηση ότι με την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση παρέχεται η δυνατότητα εκτέλεσης απόφασης Κυπριακού Δικαστηρίου και εκτός Κύπρου. Η εισήγηση αυτή, όμως, γίνεται χωρίς να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία και, ως τέτοια, είναι εντελώς θεωρητική. Δεν υπήρξε οποιοσδήποτε ισχυρισμός από πλευράς των Εναγομένων ότι διαθέτουν περιουσία στην Αγγλία. Υπενθυμίζω ο ισχυρισμός που προβλήθηκε εκ μέρους τους ήταν γενικός και αόριστος και συνίστατο στην απλή αναφορά ότι δεν έχουν οικονομικά προβλήματα και ότι είναι αξιόχρεα πρόσωπα. Επανερχόμενη στο θέμα της αξίας του επίδικου ακινήτου και το κατά πόσο έχει δεσμευθεί περιουσία μεγαλύτερη σε αξία απ΄ό,τι η απαίτηση των Εναγόντων, πρώτα απ΄ όλα θα πρέπει να διευκρινιστεί ότι με βάση το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα η αξίωση του Ενάγοντα δεν είναι αυτή που αναφέρεται από πλευράς Εναγομένων, αλλά πέραν των €157.311,
- Επιπλέον, αξιώνονται τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις. Περαιτέρω, για το ζήτημα αυτό θα ήταν χρήσιμο να αναφερθούμε σε σχετική νομολογία που αντιμετώπισε παρόμοιες περιπτώσεις. Σχετική με το υπό εξέταση θέμα είναι και η υπόθεση Φετοκάκης ν. Λάμπρου Χριστοφή κ.α.
(2006)1 Α.Α.Δ. 800 στην οποία επισημάνθηκε ότι σε περίπτωση που η πλευρά του καθ΄ου η αίτηση ισχυρίζεται ότι έχει δεσμευθεί μεγαλύτερη σε αξία περιουσία απ΄ό,τι η απαίτηση των εναγόντων σε βαθμό που θα εδικαιολογείτο η διαφοροποίηση του διατάγματος θα μπορούσε να είχε δώσει στοιχεία που να οδηγούσαν σε τέτοιο συμπέρασμα. Ας σημειωθεί ότι σ΄εκείνη την υπόθεση είχε επισημανθεί ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπήρχε έστω ένδειξη της αξίας της περιουσίας που είχε δεσμευθεί εφόσον καμιά εκτίμηση δεν είχε παρουσιαστεί για το ζήτημα αυτό. Παραθέτω στο σημείο αυτό το μέρος της απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου που καταγράφηκε στην απόφαση του Εφετείου (σελίδα 805): «Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου πάνω στο θέμα ήταν η πιο κάτω: "Εξετάζοντας τώρα το κριτήριο της πιθανότητας οι ενάγοντες να μην μπορούν να ικανοποιήσουν μεταγενέστερη απόφαση που ήθελε τυχόν εκδοθεί υπέρ τους (Αρ.5
(1)Κεφ.6) και κατ΄ ακολουθία τη (γ) προϋπόθεση του άρθρου 32 και την προϋπόθεση του άρθρου 9
(2)του Ν.31(Ι)/92 καταλήγω ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει έστω ένδειξη της αξίας της περιουσίας που έχει δεσμευθεί. Το γεγονός και μόνο ότι είναι η μόνη περιουσία του καθ΄ ου και ότι θα είναι αδύνατο να ικανοποιηθεί τουλάχιστον μερικώς η αξίωση των αιτητών ύψους σύμφωνα με τη θέση τους £200.000 χωρίς καμιά εκτίμηση για την αξία της περιουσίας, δεν προσδιορίζει και το ύψος της αξίας της περιουσίας η οποία έχει δεσμευθεί. Βέβαια ο καθ΄ ου αναφέρει ότι εντός των τεμαχίων βρίσκεται υπό ανέγερση η κατοικία της οικογένειας του και ότι τα τεμάχια είναι υποθηκευμένα αντί ποσού £100.
- Αυτό είναι ενδεικτικό ότι η αξία τους υπερβαίνει το ποσό αυτό αλλά και πάλι δεν μπορεί να συναχθεί η αξία τους. Ο καθ΄ ου και πάλι δεν έδωσε έστω ενδεικτικό ποσό ώστε να διαφανεί αν η δέσμευση αφορά σε περιουσία πολύ μεγαλύτερης αξίας ούτε ισχυρίστηκε ο καθ΄ ου ότι δεσμεύτηκε με περιουσία πολύ μεγαλύτερης αξίας, συνεπώς δεν βρίσκω λόγο γιατί να μην διατηρηθεί το προσωρινό διάταγμα σε σχέση με την ακίνητη περιουσία".» (δικές μου υπογραμμίσεις) Το Ανώτατο Δικαστήριο απορρίπτοντας την Έφεση έκρινε την αντιμετώπιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ως ορθή. Παραθέτω στη συνέχεια τη σχετική περικοπή από την εν λόγω απόφαση στη σελίδα 806: «Στην παρούσα περίπτωση η απαίτηση των εφεσιβλήτων είναι για το ποσό των £282.300 υπό τύπο αποζημιώσεων με επιπρόσθετη απαίτηση για τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Το εκδοθέν διάταγμα έχει δεσμεύσει δύο τεμάχια ακίνητης ιδιοκτησίας του εφεσείοντος και 1.000 μετοχές που είναι εγγεγραμμένες στο όνομά του σε μία ιδιωτική εταιρεία. Από τα στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί φαίνεται ότι τα πιο πάνω δύο τεμάχια είναι υποθηκευμένα έναντι του ποσού των £100.
- Ο ίδιος ο εφεσείων δεν έχει δώσει οποιαδήποτε στοιχεία τα οποία θα οδηγούσαν σε συμπέρασμα ότι έχει δεσμευθεί μεγαλύτερη σε αξία περιουσία από ότι η απαίτηση των εφεσιβλήτων, σε βαθμό που θα εδικαιολογείτο η διαφοροποίηση του διατάγματος.» (δικές μου υπογραμμίσεις) Επίσης, θεωρώ αναγκαίο στο σημείο αυτό να παραθέσω την ακόλουθη περικοπή από την πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση Alpha Bank Limited v. Reliable Motor Cars (Nicosia) Ltd. κ.α., Αρ. Αγωγής 1308/06, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερ. 5.6.2006 που δόθηκε από τον Στ. Ναθαναήλ, Πρόεδρο Επαρχιακού Δικαστηρίου (όπως ήταν τότε) όπου στη σελίδα 13 της δακτυλογραφημένης απόφασης λέχθηκαν τα εξής: «Στην υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ. - πιο πάνω - αναφέρεται ότι αν οι εκεί εφεσείοντες είχαν προτείνει κάποια εναλλακτική προσέγγιση ως προς πρόταση για δέσμευση μιας συγκεκριμένης περιουσίας και απελευθέρωσης της υπόλοιπης ή ως προς την ύπαρξη τρόπου παραχώρησης ικανοποιητικής εγγύησης προς τους αιτητές χωρίς τη δέσμευση ακίνητης περιουσίας τους, τότε το παράπονό τους ότι θα έπρεπε να δεσμευτεί τόση περιουσία όση θα επαρκούσε για την ικανοποίηση της απαίτησης, θα είχε νόημα. Η γενική άρνηση αφήνει έκθετη την ένσταση από τη άποψη ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένη αντίκρουση ισχυρισμών στην αίτηση.» Επισημαίνεται εδώ ότι στην υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ. κ.ά. ν. Benfleet Enterprises Ltd. κ.α.
(2006)1 Α.Α.Δ. 280 αφού έγινε αναφορά στο ΄Αρθρο 5
(1)του Κεφ.6 τονίστηκε ότι η απλή αναφορά των εφεσειόντων σε εκείνη την υπόθεση ότι διέθεταν και άλλη ακίνητη περιουσία εκτός από εκείνη που είχε δεσμευθεί δεν ήταν αρκετή για να μη εκδοθεί διάταγμα. Παραθέτω στο σημείο αυτό το σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση: «Το άρθρο 5
(1)προνοεί για δέσμευση τόσης περιουσίας, όσο θα επαρκεί για ικανοποίηση της απαίτησης, μαζί με τα έξοδα. Και αυτή την προϋπόθεση ικανοποίησαν οι εφεσίβλητοι.Αν οι εφεσείοντες είχαν προτείνει εναλλακτική προσέγγιση, το επιχείρημα τους θα είχε κάποιο νόημα, αφού το δικαστήριο θα έπρεπε, ίσως, να επιλέξει τη λιγότερο επαχθή για τους εφεσείοντες επιλογή, νοουμένου ότι αυτή θα ήταν εξ ίσου αποτελεσματική. Οι εφεσείοντες περιορίστηκαν να αναφέρουν ότι διαθέτουν και άλλη ακίνητη περιουσία. Αυτό, όμως, δεν είναι αρκετό για να μην εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. Θα πρέπει να δεσμευτεί ακίνητη περιουσία αρκετή ώστε ο ενάγων να διασφαλίζεται ότι τυχόν δικαστική απόφαση υπέρ του θα ικανοποιηθεί.» Απ΄όλα τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο Ενάγων/Αιτητής έχει ικανοποιήσει το τρίτο κριτήριο, τόσο με συγκεκριμένη μαρτυρία για την πρόθεση αποξένωσης του επίδικου ακινήτου - εφόσον, και αυτό είναι πλέον κοινό έδαφος, ότι οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 επρόκειτο στις 4.3.2011 να προχωρήσουν με τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου σε τρίτους αγοραστές - όσο και σε συνάρτηση με την πιθανή επίδραση που τέτοια αποξένωση θα είχε επί της απαίτησης του Ενάγοντα. Είναι κατ΄ εκείνο το χρόνο που ο κίνδυνος αποξένωσης του επίδικου ακινήτου κατέστη υπαρκτός και η ανάγκη παρεμπόδισης πιθανής επίδρασης στην ικανοποίηση τυχόν απόφασης από την αποξένωση δικαιολογημένη. Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη.[12] Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του «status quo»[13]. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνεται ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας σαφώς κλίνει υπέρ του Αιτητή. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως αποτέλεσμα κρίνεται ορθό όπως το προσωρινό διάταγμα οριστικοποιηθεί με έξοδα υπέρ του Αιτητή/Ενάγοντα και εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση/Εναγομένων 2, 3, 4 και 5, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Έχοντας καταλήξει ως ανωτέρω θεωρώ ότι μπορεί να δοθεί στους Καθ΄ων η αίτηση και δυνατότητα υπαλλακτικής λύσης. Για τη δυνατότητα αυτή αντλώ καθοδήγηση από την υπόθεση Alpha Bank Ltd. v. Reliable Motor Cars (Nicosia) Ltd. κ.ά. Αρ. Αγωγής 1308/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερ. 5.06.2006 η οποία δόθηκε από τον Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Στ. Ναθαναήλ (όπως ήταν τότε). Δίδεται η δυνατότητα στους Καθ΄ ων η αίτηση 2, 3, 4 και 5 να καταθέσουν εγγύηση τραπεζική ή άλλη στην ικανοποίηση του Πρωτοκολλητή για το ποσό των €180.000 (που υπερκαλύπτει το αξιούμενο ποσό πλέον τόκοι και έξοδα) οπότε και το απαγορευτικό διάταγμα θα θεωρείται ως αυτομάτως ακυρωθέν με την κατάθεση της πιο πάνω εγγύησης. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Δέστε Demades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. [2] Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268 [5] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [6] Δέστε Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 396 και ABP Holdings Ltd v. Κιταλίδης κ.α.
(1994)1 ΑΑΔ 692 σελ. 701: «Το άρθρο 32, που παραθέτουμε πιο πάνω, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Πριν από τη θέσπιση του Ν.14/60, ίσχυε ο περί Δικαστηρίων Νόμος του 1953, 40/53. Το λεκτικό του άρθρου 37
(1)του Νόμου αυτού ήταν πανομοιότυπο με αυτό του άρθρου 32 του Ν.14/60. Στην υπόθεση The Polich Ocean Lines and Another v. N. Spyropoulos and Another XX
(2)C.L.R. 73, Το Δικαστήριο αποφάσισε πως δεν είχε εξουσία να εκδώσει παρεμπίπτον διάταγμα, για να απαγορεύσει στον εναγόμενο να διαθέσει χρηματικό ποσό, που δεν ήταν αντικείμενο της αγωγής. .............. Στη χώρα μας η νομοθετική εξουσία προτίμησε να μη παρέμβει στο ζήτημα. Άφησε τα Δικαστήρια να λειτουργούν με την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, που προσδιορίζει, όπως είπαμε πιο πριν το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων». [7] Δέστε Lakatamitis v. Theodorou
(1983)1 C.L.R. 520 και Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231 [8] Δέστε Αναστασία Κιτρομιλίδη ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ Π.Ε. 11927 και 11928 ημερ. 22.9.05 και Κώστας Καλογήρου ν. C.C.F. CREDIT CAPITAL FINANCE LTD Π.Ε. 11895 ημερ. 28.9.05, Τσιαντής ν. Hellenic Bank (Investment) Ltd,
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ 2029 [9] Δέστε Χριστοδούλου v. Vraets
(1999)1 ΑΑΔ 1475, στη σελ. 1481. [10] Δέστε Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Α) Α.Α.Δ 2111, Larticon Ltd v. Detergenta Developments
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121. [11] Δέστε Phasarias (Automotive Centre) Ltd. ν. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-790: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πραγματική πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση ης δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία..» Δέστε επίσης LARTICON LTD. v. DETERGENTA DEVELOPMENTS LTD
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121 [12] Όπως το έχει θέσει ο Δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670: «The principal dilemma about the grant of interlocutory injunctions whether prohibitory or mandatory, is that there is by definition a risk that the Court may make the "wrong" decision in the sense of granting an injunction to a party who fails to establish his right at the trial (or would fail if there was a trial) or alternatively in failing to grant an injunction to a party who succeeds (or would succeed) at trial. A fundamental principle is therefore that the Court should take whichever course appears to carry the lower risk of injustice should it turn out to have been "wrong" in the sense I have described. The guidelines for the grant of both kinds of interlocutory injunctions are derived from this principle.» [13] Δέστε Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788 με αναφορά στην Αγγλική υπόθεση Metric Resources Corporation v. Leasemetrix Ltd and Another
(1979)F.S.R. 571. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο