CHRISTOPHER FOSTER ν. NEIL FRANCIS HICKLING, Αρ. Αγωγής: 1071/07, 28 Ιουλίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A87 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1071/07 Μεταξύ: CHRISTOPHER FOSTER, από Ηνωμένο Βασίλειο Ενάγοντα, και 1.NEIL FRANCIS HICKLING,υπό την ιδιότητα του ως σύνδικου πτώχευσης (trustee in bankruptcy) του DARREN TIMOTHY BAKER, από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγομένου Ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 7.5.2010 Μεταξύ: ANDREW FOSTER υπό την ιδιότητα του ως προσωπικός αντιπρόσωπος ή/και διαχειριστής της περιουσίας του CHRISTOPHER FOSTER, από Ηνωμένο Βασίλειο Ενάγοντα Και 1.NEIL FRANCIS HICKLING,υπό την ιδιότητα του ως σύνδικου πτώχευσης (trustee in bankruptcy) του DARREN TIMOTHY BAKER, από το Ηνωμένο Βασίλειο Εναγομένου ____________ Αίτηση ημερομηνίας 29.4.2011 για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής Ημερομηνία: 28 Ιουλίου
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντα/Αιτητή: Ο κ. Μ. Κυριακίδης για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενο/Καθ΄ου η Αίτηση: Ο κ. Μ. Χαραλάμπους για Μιχαλάκης Κυπριανού & Σία ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση ο Ενάγοντας/Αιτητής επιζητεί την έκδοση διατάγματος για τροποποίηση του τίτλου της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής και κλητηρίου εντάλματος δια της προσθήκης του Russell J. Carman, υπό την ιδιότητά του ως εκκαθαριστή της εταιρείας Ulva Limited από το Ηνωμένο Βασίλειο ως Ενάγοντα 2 στην παρούσα αγωγή. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 31-34 του περί Διαχείρισης Περιουσιών Νόμου, Κεφ.189, στα Άρθρα 209 και επέκεινα του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, στη Δ.9,θθ.1-2,10-11, Δ.12,θθ.1-10, Δ.25,θθ.1-5, Δ.63,θθ.1 και 2 και Δ.48,θθ.1-9 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η υπό κρίση Αίτηση εμφαίνονται σε συνοδευτική ένορκη δήλωση της Πωλίνας Ιωάννου, υπαλλήλου στο γραφείο των δικηγόρων του Ενάγοντα. Σε αυτήν αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: £ Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, η παρούσα αγωγή αφορά ουσιαστικά την ιδιοκτησία ποσού ύψους €211.866,67 (ΛΚ124.000) πλέον τόκους που βρίσκεται κατατεθειμένο στον υπ΄ αρ. 0575-07-000020 λογαριασμό της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ. Το εν λόγω ποσό διεκδικείτο αρχικά από τους Christopher Foster και Darren Timothy Baker. £ Όπως προκύπτει από τη δικογραφία, ο κ. Darren Timothy Baker τελεί σε πτώχευση δυνάμει διατάγματος πτώχευσης αγγλικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 27.6.2005, εξού και η αγωγή εγέρθηκε εναντίον του παραλήπτη του. £ Περαιτέρω, όπως επίσης προκύπτει από τη δικογραφία, στις 7.5.2010 το Δικαστήριο εκδίδοντας σχετικό διάταγμα επέτρεψε την τροποποίηση της Αγωγής δια της αντικατάστασης του Ενάγοντα Christopher Foster με τον Ενάγοντα Andrew Foster υπό την ιδιότητα του ως προσωπικός διαχειριστής και/ή διαχειριστής της περιουσίας του Christopher Foster. Η πιο πάνω τροποποίηση κατέστη αναγκαία λόγω του ότι περί το 2010 οι δικηγόροι του Αιτητή είχαν ειδοποιηθεί από τη δικηγόρο Michele Todd του δικηγορικού γραφείου Keeble Hawson του Ηνωμένου Βασιλείου ότι ο Ενάγοντας Christopher Foster απεβίωσε και ότι ως προσωπικός αντιπρόσωπος και/ή διαχειριστής της περιουσίας του διορίστηκε ο Andrew Foster. £ Μετά το θάνατο του Christopher Foster και ειδικότερα περί τα τέλη του 2010 επικοινώνησε με το γραφείο των δικηγόρων του Ενάγοντα ο κ. Russell Carman και τους γνωστοποίησε τα ακόλουθα: i. Ο Russell Carman είναι εγκεκριμένος λειτουργός πτωχεύσεων (insolvency practitioner) στο Ηνωμένο Βασίλειο και συνέταιρος στον οίκο Bates Weston, Εγκεκριμένοι Ελεγκτές με έδρα την πόλη Derby στο Ηνωμένο Βασίλειο. ii. Ο Christopher Foster, αρχικός Ενάγων στην παρούσα αγωγή, ήταν ιδιοκτήτης των μετοχών ιδιωτικής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης στο Ηνωμένο Βασίλειο με την ονομασία Ulva Limited. iii. Μετά το θάνατο του Christopher Foster ο Russell Carman διορίστηκε ως εκκαθαριστής της εταιρείας Ulva Limited. iv. Από έρευνα που έχει διενεργήσει στα βιβλία της εταιρείας Ulva Limited μετά το διορισμό του έχει προκύψει ότι το όλο ή τουλάχιστον μέρος των χρημάτων που αποτελούσαν το αντικείμενο της διαφοράς μεταξύ του Christopher Foster και του Darren Timothy Baker και τα οποία, κατόπιν δικής τους συμφωνίας, είχαν κατατεθεί στον υπ΄ αρ. 0575-07-000020 λογαριασμό της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ μέχρι να αποφασιστεί ο δικαιούχος των χρημάτων, είχαν προέλθει από λογαριασμό της εταιρείας Ulva Limited. v. Ειδικότερα, προκύπτει ότι τα εν λόγω χρήματα είχαν αφαιρεθεί και μεταφερθεί από το λογαριασμό της εταιρείας Ulva Limited με αρ. 71190318 στην Τράπεζα HSBC στις 18.11.2003 (αναφορά 102344), στις 17.5.2004 (αναφορά 102412) και 4.11.2004 για αντίστοιχα ποσά ύψους £63.253, £17.942,25 και £40.688,79 στερλινών Αγγλίας. vi. Επίσης από την έρευνα προκύπτει ότι ένα ποσό £25.000 στερλινών Αγγλίας πληρώθηκε σε μετρητά στον Darren Timothy Baker και υπάρχουν επίσης ενδείξεις και μαρτυρίες που δεικνύουν ότι και το εν λόγω ποσό είχε προέλθει από λογαριασμό της εταιρείας Ulva Limited. vii. Ενόψει των ανωτέρω, ενδέχεται να κριθεί από το Δικαστήριο ότι ο δικαιούχος των χρημάτων, εν όλω ή εν μέρει, δεν είναι απευθείας ο αποβιώσαντας Christopher Foster, αλλά η Ulva Limited, η οποία, βεβαίως, ανήκει κατ΄ ιδιοκτησία στον αποβιώσαντα. viii. Το θέμα του αν ο δικαιούχος των χρημάτων είναι ο ίδιος ο αποβιώσαντας ή η εταιρεία της οποίας ήταν ιδιοκτήτης έχει ιδιαίτερη σημασία για σκοπούς της διαδικασίας στο Ηνωμένο Βασίλειο, λαμβάνοντας υπόψη ότι αν ήθελε φανεί ότι το ποσό ανήκει στον Christopher Foster, τότε θα ικανοποιηθούν από αυτό οι προσωπικοί πιστωτές του, ενώ αν ήθελε φανεί ότι ανήκει στην Ulva Limited, τότε θα ικανοποιηθούν από αυτό οι πιστωτές της εν λόγω εταιρείας. £ Ενόψει των ανωτέρω δεδομένων και του ενδεχομένου εκ της μαρτυρίας να φανεί ότι ο Christopher Foster δεν ενήργησε υπό την προσωπική του ιδιότητα στα επίδικα γεγονότα, αλλά υπό την ιδιότητα του ως αντιπρόσωπος της εταιρείας Ulva Limited, δικής του ιδιοκτησίας, και ενόψει του ότι η εταιρεία Ulva Limited ενδέχεται να δικαιούται σε μέρος και/ή στο σύνολο των θεραπειών που εξαιτείται ο Ενάγων στην παρούσα αγωγή, είναι προφανές ότι η προσθήκη του Russell Carman, υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της εταιρείας Ulva Limited, ως Ενάγοντα 2 στην παρούσα αγωγή, είναι αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική ρύθμιση των επιδίκων θεμάτων και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. £ Ο υφιστάμενος Ενάγοντας δια της καταχώρησης της παρούσας Αίτησης συγκατατίθεται και επιθυμεί την εν λόγω προσθήκη, ο δε Russell Carman, υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της εταιρείας Ulva Limited, επίσης συγκατατίθεται στην προσθήκη του ως Ενάγοντα 2 (Τεκμήριο Γ). £ Οι λοιπές τροποποιήσεις που ζητούνται με την παρούσα Αίτηση είναι αναγκαίες και επακόλουθες της εξαιτούμενης προσθήκης του Russell Carman υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της εταιρείας Ulva Limited, ως διαδίκου στην παρούσα Αγωγή. £ Η αιτούμενη προσθήκη και τροποποίηση ουδεμία αδικία ή ζημιά ενδέχεται να προκαλέσει στους Εναγόμενους που δεν μπορεί να καλυφθεί με έξοδα. £ Σε περίπτωση μη έγκρισης της αιτούμενης προσθήκης και τροποποίησης είναι εξαιρετικά πιθανόν να υπάρξει κατακερματισμός της διαδικασίας, έγερση νέων αγωγών ή αιτήσεων, έκδοση αντιφατικών αποφάσεων και, σε κάθε περίπτωση, η παρούσα υπόθεση θα προχωρήσει χωρίς να είναι ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των προσώπων που διεκδικούν το επίδικο αντικείμενο. £ Δεν υπάρχει οποιαδήποτε σημαντική καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας Αίτησης, η όποια δε καθυστέρηση είναι δικαιολογημένη λαμβάνοντας υπόψη ότι: 1) Ο Christopher Foster, αλλά και στενά συγγενικά του πρόσωπα έχουν αποβιώσει και δεν υπήρχε ευχέρεια ταχείας συγκέντρωσης στοιχείων. 2) Δεν ήταν καθόλου ευχερές να συγκεντρωθούν στοιχεία σε σχέση με τις δραστηριότητες της Ulva Limited, ιδίως λαμβάνοντας υπόψη ότι υπήρχε και δικαστική διαφορά μεταξύ του Russell Carman και της HSBC για άλλα ποσά που βρίσκονταν κατατεθειμένα στην HSBC και η οποία διαφορά επιλύθηκε πολύ πρόσφατα υπέρ του Russell Carman. 3) Ο Russell Carman χρειάστηκε να καλέσει συνέλευση των πιστωτών της Ulva Limited, να επεξηγήσει σε αυτούς τα σχετικά δεδομένα και να εξασφαλίσει τη συγκατάθεσή τους για να συγκατατεθεί στην υποβολή Αίτησης για προσθήκη του ως διαδίκου στην παρούσα Αγωγή. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη ένσταση από τον Εναγόμενο/Καθ΄ου η αίτηση, η οποία βασίζεται στη Δ.9,θθ.1-2,6,9,10-11, Δ.25,θθ.1-5, Δ.48,θθ.1-4,7-9,12 και 13, Δ.59, Δ.64,θθ.1-2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στις συμφυείς εξουσίες, στη γενική πρακτική, στη νομολογία, στις αρχές επιείκειας και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: Η Αίτηση είναι παράτυπη, δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. Η Αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα με σκοπό να καθυστερήσει και να περιπλέξει την όλη δικαστική διαδικασία και να παραπλανήσει το Δικαστήριο και αποσκοπεί στη μη δίκαιη απονομή της δικαιοσύνης. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η Αίτηση αποτελεί δικονομική κατάχρηση με αποτέλεσμα τη δημιουργία πολλαπλότητας των διαδικασίων. Τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα επιφέρει δυσμενείς επιπτώσεις και καθυστέρηση στην υπόθεση καθώς επίσης θα δημιουργήσει αδικία στον Εναγόμενο. Η προσθήκη του νέου προτεινόμενου Ενάγοντα δεν είναι αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή και θα προκαλέσει καθυστέρηση και περιπλοκή στην εκδίκαση της υπόθεσης. Η Αίτηση κατεχωρήθη σε πολύ προχωρημένο στάδιο και όχι εντός ευλόγου χρόνου και η καθυστέρηση στην καταχώρηση της δεν αιτιολογείται επαρκώς. Ο Ενάγοντας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αλλά με κακή πίστη. Δεν συντρέχουν λόγοι στην Αίτηση και/ή δεν προωθούνται λόγοι που να δικαιολογούν την προσθήκη νέου Ενάγοντα στην παρούσα Αγωγή. Η ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της Δώρας Ορθοδόξου, δικηγόρου η οποία συνεργάζεται με το γραφείο των δικηγόρων του Εναγομένου. Σ΄ αυτήν αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: Å Η προσθήκη του Russell Carman υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της εταιρείας Ulva Limited δεν είναι αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αποφασίσει αυτό το ζήτημα με βάση τα επίδικα θέματα που βρίσκονται ενώπιον του όπως προσδιορίζονται από τη δικογραφία. Å Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η βάση αγωγής του Ενάγοντα και το αγώγιμο δικαίωμα του πηγάζουν από το γεγονός ότι ο αποβιώσας και ο Εναγόμενος προχώρησαν από κοινού σε αγορά οικίας στη Λάρνακα βάσει αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Ο αποβιώσαντας, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, κατέβαλε στον Εναγόμενο με βάση την πιο πάνω συμφωνία το ποσό των ΛΚ124.
- Επομένως, είναι η θέση του Ενάγοντα ότι ο ίδιος ο Ενάγοντας κατέβαλε το ποσό αυτό και ότι ο ίδιος ο Ενάγοντας ήταν ένας από τους αγοραστές της οικίας στη Λάρνακα. Επομένως, η εταιρεία Ulva καμία απολύτως σχέση έχει με τα επίδικα θέματα, εφόσον ούτε υπέγραψε κανένα αγοραπωλητήριο έγγραφο, ως η αγοραστής, ούτε υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός στην Έκθεση Απαίτησης ότι κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό. Το τι επιχειρεί με την εν λόγω Αίτηση ο Ενάγοντας είναι να τροποποιήσει ουσιαστικά τη βάση της αγωγής του. Επομένως, με την προσθήκη νέου Ενάγοντα όχι μόνο δεν θα επιτευχθεί πλήρης και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή, αλλά, αντίθετα, θα περιπλέξει την όλη διαδικασία και θα επιφέρει σύγχυση ως προς τα επίδικα θέματα της Αγωγής και ως προς το ποια είναι η πραγματική βάση και η αιτία αγωγής. Å Τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα επιφέρει δυσμενείς επιπτώσεις και καθυστέρηση στην υπόθεση του Εναγόμενου καθώς επίσης και θα δημιουργήσει αδικία σε βάρος του. Ο Εναγόμενος θα υποστεί ταλαιπωρία εφόσον η βάση της αγωγής θα τροποποιηθεί και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να εγείρει νέα υπεράσπιση και νέους ισχυρισμούς για να αντικρούσει τους ισχυρισμούς του νέου Ενάγοντα ότι η εταιρεία Ulva Limited είχε αποστείλει χρήματα και όχι ο αποβιώσαντας. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία πολλαπλότητας των διαδικασιών εφόσον ο Εναγόμενος θα είναι αναγκασμένος να καταχωρήσει αίτηση τροποποίησης στην Υπεράσπισή του με συνέπεια την καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Å Στην ένορκη δήλωση δεν δίδονται οποιαδήποτε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο αποβιώσαντας ήταν ο ιδιοκτήτης μέτοχος της εταιρείας Ulva Limited και, συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Ούτε η υπογραφή του Russell Carman, το οποίο επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο Α στην Ένορκη Δήλωση της Αίτησης, είναι πιστοποιημένη από οποιαδήποτε αρμόδια αρχή, όπως επίσης και το Τεκμήριο Γ που αφορά την συγκατάθεση του προτιθέμενου Ενάγοντα. Å Η Αίτηση καταχωρήθηκε σε πολύ προχωρημένο στάδιο και δεν δικαιολογείται επαρκώς η καθυστέρηση στην καταχώρηση της. Η Αγωγή καταχωρήθηκε στις 11.5.2007 και τροποποιήθηκε στις 7.5.2010 μετά από αίτηση του Ενάγοντα. Η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκε στις 29.4.2011 μετά την παρέλευση τεσσάρων χρόνων από την καταχώρηση της αγωγής. Å Δεν δίδονται επαρκείς και πειστικοί λόγοι για την καθυστέρηση της καταχώρησης της Αίτησης. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση της Αίτησης όλες αυτές οι πληροφορίες περιήλθαν εις γνώση των δικηγόρων του Ενάγοντα περί τα τέλη του
- Συγκεκριμένα, οι δικηγόροι του Ενάγοντα πληροφορήθηκαν ότι ο αποβιώσαντας ήταν ιδιοκτήτης της Ulva Limited και ότι, μετά από έρευνα στα βιβλία της Ulva Limited, τα χρήματα που αποτελούν και το αντικείμενο της διαφοράς, είχαν προέλθει από το λογαριασμό της Ulva Limited. Προς τον σκοπό αυτό έχουν επισυναφθεί και κάποιοι λογαριασμοί της εταιρείας που αποδεικνύουν τον ισχυρισμό αυτό ως Τεκμήριο Β στην Ένορκη Δήλωση της Αίτησης. Όμως, το Τεκμήριο Β, καθώς και άλλα έγγραφα, έχουν αποσταλεί από τους δικηγόρους του Ενάγοντα με επιστολή στους τότε δικηγόρους του Εναγομένου, δηλαδή στο δικηγορικό γραφείο Αντώνη Ανδρέου και Σία στις 14.7.
- Επομένως, ήταν εις γνώση του Ενάγοντα οι συγκεκριμένοι λογαριασμοί και οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί που προβάλλει και, συνεπακόλουθα, γνώριζε εδώ και δύο χρόνια, αν όχι και προηγουμένως, ότι τα ποσά που υποστηρίζει ότι έστειλε ο αποβιώσαντας στάληκαν διά μέσου της Ulva Limited. Επομένως, δεν δικαιολογείται η οποιαδήποτε καθυστέρηση εφόσον ήταν στη γνώση του Ενάγοντα όλα αυτά τα γεγονότα και μπορούσε να τα θέσει και με την αίτηση τροποποίησης που καταχώρησε στις 22.2.
- Αυτή η παράλειψη συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, ενώ ο Ενάγων δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, αλλά με κακή πίστη. Å Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό στην παράγραφο 14 της Ένορκης δήλωσης της Αίτησης ότι η καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης δικαιολογείται και από το γεγονός ότι ο Russell Carman ως εκκαθαριστής της εταιρείας είχε δικαστικές διαφορές δεν επισυνάφθηκε οτιδήποτε που να ενισχύει αυτό τον ισχυρισμό, αλλά, πρωτίστως, δεν αναφέρεται τι σχέση έχει αυτό με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προχωρώ να συνοψίσω τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα της προσθήκης διαδίκου όπως αποκρυσταλλώνονται από τη νομολογία. Το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία δυνάμει της Δ.9,θ.10[1] να διατάξει σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας την προσθήκη οποιουδήποτε προσώπου ως διαδίκου την παρουσία του οποίου θεωρεί αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην αγωγή. Είναι προφανές ότι το ζήτημα εμπίπτει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και η απόφαση ως προς τον αν βρίσκονται όλοι οι διάδικοι ενώπιον του συναρτάται προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά προσδιορίζονται στις έγγραφες προτάσεις[2]. Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9,θ.10 θα πρέπει να κριθεί αναγκαίος διάδικος. Το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου εμπίπτει, λοιπόν, εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Όπως έχει νομολογηθεί, το Δικαστήριο διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια να κάμει οποιεσδήποτε αναγκαίες τροποποιήσεις σε σχέση με τους διάδικους με το να τους προσθέσει, να τους διαγράψει ή να τους αντικαταστήσει και να επιφέρει τέτοιες αλλαγές όσες είναι αναγκαίες για να καταστήσει δυνατή την αποτελεσματική εκδίκαση όλων των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων. [3] Στην Byrne and Another ν. Brown [1889] 22 Q.B.D. 657 o Λόρδος Esher, M.R. έχει πραγματευθεί το ζήτημα της προσθήκης διαδίκου ως εξής: «One of the chief objects of the Judicature Acts was to secure that, wherever a Court can see in the transaction brought before it that the rights of one of the parties will or may be so affected that under the forms of law other actions may be brought in respect of that transaction, the Court shall have power to bring all the parties before it, and determine the rights of all in one proceeding. It is not necessary that the evidence in the issues raised by the new parties being brought it should be exactly the same; it is sufficient if the main evidence and the main inquiry, will be the same, and the Court then has power to bring in the new parties, and to adjudicate in one proceeding upon the rights of all the parties before it.» Σε ελληνική μετάφραση: «Ένας από τους κύριους σκοπούς των Judicature Acts ήταν να εξασφαλιστεί ότι οποτεδήποτε το δικαστήριο μπορεί να διακρίνει από την διαδικασία η οποία βρίσκεται ενώπιον του ότι τα δικαιώματα ενός από τους διαδίκους θα επηρεαστούν ή δυνατόν να επηρεαστούν με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε δυνάμει των υφιστάμενων διαδικαστικών θεσμών δυνατό να εγερθούν άλλες αγωγές σε σχέση με την ίδια πράξη, το δικαστήριο θα έχει εξουσία να φέρει όλα τα μέρη ενώπιον του, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων τους σε μια διαδικασία. Δεν είναι απαραίτητο όπως η μαρτυρία, που προκύπτει για τα επίδικα θέματα που εγείρονται από την προσθήκη των μερών, είναι ακριβώς η ίδια. Είναι αρκετό αν η κυρίως μαρτυρία και η κυρίως έρευνα, θα είναι οι ίδιες και το δικαστήριο έχει εξουσία να προσθέσει τα νέα μέρη, και να αποφασίσει επί των δικαιωμάτων όλων των μερών που βρίσκονται ενώπιον του σε μια διαδικασία[4].» Όπως αναφέρθηκε στην απόσταση Perihan Mustafa Korkut v. Αποστόλου Γεωργίου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1213, «Για να προστεθεί ένα πρόσωπο ως διάδικος δυνάμει της Δ.9 θ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμών θα πρέπει να κριθεί ως αναγκαίος διάδικος. Βασικό κριτήριο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την προσθήκη διαδίκου, είναι κατά πόσο θα επηρεαστούν άμεσα τα νομικά δικαιώματα ή τα οικονομικά του συμφέροντα και ιδιαίτερα όταν υπάρχουν υπό αμφισβήτηση ή επηρεάζονται ιδιοκτησιακά δικαιώματα ή συμφέροντα σε περιουσία όπου οι νόμιμοι ιδιοκτήτες πρέπει να αντιπροσωπεύονται. Για τον εάν ένας διάδικος είναι αναγκαίος ή όχι, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια. Μελέτη της Αγγλικής νομολογίας αποκαλύπτει διάφορες σχολές σκέψης για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.9 θ.10 (βλ.) Αmon v. Raphael και Tuck & Sons Ltd.
(1956)1 All E.R. 273 και Gurtner v. Circuit
(1968)1 All E.R. 328). Όμως στην Κύπρο επικράτησε η σχολή η οποία αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο. (Βλ. Mepa Underwriting Management Ltd. κ.α. v. Aγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλειών
(1977)1 (Β) Α.Α.Δ. 772)». ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Το ζητούμενο είναι κατά πόσο η προσθήκη του κ. Russell J. Carman, υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της εταιρείας Ulva Ltd, είναι αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην παρούσα αγωγή. Όπως είναι νομολογημένο η εξέταση του ζητήματος κατά πόσο κάποιος είναι αναγκαίος διάδικος γίνεται κατόπιν μελέτης των εγγράφων προτάσεων. Με άλλα λόγια, η απόφαση ως προς το αν βρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μπορεί παρά να είναι συναρτημένη προς τα επίδικα θέματα όπως αυτά είναι προσδιορισμένα με τις γραπτές προτάσεις[5]. Κρίνεται, επομένως, αναγκαίο να αναφερθούμε συνοπτικά στις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων για να διαπιστωθούν από αυτές τα επίδικα θέματα που εγείρονται. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης ο αποβιώσαντας Ενάγων είχε συμφωνήσει κατά ή περί το 2003 με τον Εναγόμενο/Πτωχεύσαντα όπως προχωρήσουν σε αγορά οικίας στο χωριό Άγιος Θεόδωρος στην επαρχία Λάρνακας. Σύμφωνα με γραπτή συμφωνία που έγινε μεταξύ του αποβιώσαντα και πτωχεύσαντα από τη μια και με την εταιρεία S.C. Sterling Development Ltd από την άλλη (η πωλήτρια εταιρεία), θα αγόραζαν από κοινού και με πρόθεση να εγγραφούν ως συνιδιοκτήτες εξ ½ μεριδίου έκαστος σε υπό ανέγερση οικία έναντι συνολικού τιμήματος για ποσό ΛΚ550.
- Προς υλοποίηση των υποχρεώσεων της συμφωνίας αυτής ο αποβιώσαντας, μετά από παράκληση του πτωχεύσαντα, κατέβαλλε στον πτωχεύσαντα μετρητά και το συνολικό ποσό των λιρών Αγγλίας 146.864,
- Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης στις 25.5.2005 συμφωνήθηκε μεταξύ του πτωχεύσαντα, του αποβιώσαντα και της πωλήτριας εταιρείας όπως η συμφωνία αγοράς της οικίας μεταξύ, αφενός μεν του αποβιώσαντα και πτωχεύσαντα ως από κοινού αγοραστών και, αφετέρου της εταιρείας ως πωλητή, ακυρωθεί και όπως η εταιρεία επιστρέψει στους αγοραστές το συνολικό ποσό των ΛΚ221.149,85 το οποίο αντιστοιχούσε στο σύνολο των ποσών που είχε καταβληθεί έναντι του τιμήματος πώλησης της οικίας και αφού είχαν αφαιρεθεί συμφωνηθέντα έξοδα και τα λοιπά προς όφελος της εταιρείας. Σε σχέση με το πιο πάνω ποσό επειδή ο μεν αποβιώσαντας απαιτούσε όπως από το πιο πάνω ποσό των ΛΚ221.149,85 του καταβληθεί το μέρος των χρημάτων που κατέβαλε στον πτωχεύσαντα και/ή μέσω αυτού στην εταιρεία δυνάμει της ακυρωθείσας συμφωνίας, ήτοι το συνολικό ποσό των λιρών Αγγλίας 146.864,04 (ισάξιο σε ΛΚ124.000), ο δε πτωχεύσας αρνήθηκε να συγκατατεθεί σε καταβολή του ανωτέρω ποσού στον αποβιώσαντα, συμφωνήθηκε όπως η εταιρεία καταθέσει το ποσό των ΛΚ124.000 σε δεσμευμένο λογαριασμό της Τράπεζας Κύπρου σε πίστη των δικηγόρων του αποβιώσαντα και του δικηγόρου του πτωχεύσαντα ως εμπιστευματοδόχων και/ή θεματοφυλάκων εκ μέρους των διαδίκων για το πιο πάνω ποσό και όπως η διαφορά μεταξύ τους παραπεμφθεί σε διαιτησία, αναλόγως δε του αποτελέσματος της διαιτησίας τα μέρη θα προέβαιναν σε όλες τις δέουσες ενέργειες με σκοπό να καταστεί δυνατή η καταβολή στον επιτυχόντα διάδικο του ποσού που βρισκόταν κατατεθειμένο στο λογαριασμό που αναφέρθηκε. Συμφωνήθηκε δε όπως το υπόλοιπο ποσό των ΛΚ97.149,85 καταβληθεί από την εταιρεία στον πτωχεύσαντα. Όπως περαιτέρω αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης τα διάδικα μέρη είχαν συμφωνήσει αργότερα, στις 15.3.2006, όπως μη προχωρήσουν σε διαιτησία και κάθε μέρος να έχει το δικαίωμα να προωθήσει μέσω αγωγής οποιεσδήποτε αξιώσεις αφορούσαν θέματα που είχαν συμφωνηθεί ότι θα παραπέμπονταν σε διαιτησία. Η απαίτηση, λοιπόν, του αποβιώσαντα είναι η έκδοση δηλωτικής απόφασης του Δικαστηρίου ότι είναι ο νόμιμος δικαιούχος του ποσού που βρίσκεται κατατεθειμένο στο λογαριασμό που αναφέρεται και ότι ο Εναγόμενος δεν έχει οποιοδήποτε δικαίωμα στο εν λόγω ποσό. Αξιώνει, επίσης, το ποσό των ΛΚ124.000 δυνάμει συμφωνίας και/ή ποσό που λήφθηκε από τον πτωχεύσαντα εκ μέρους του αποβιώσαντα και/ή ως πληρωθέν αντάλλαγμα που δεν επακολούθησε και τα λοιπά. Στην Υπεράσπισή του ο Εναγόμενος βασικά ισχυρίζεται ότι ο πτωχεύσας από μόνος του και για τον εαυτό του υπέγραψε συμφωνία αγοράς ημερομηνίας 4.10.2004 για ποσό ΛΚ550.000 και ότι ο Ενάγοντας δεν είχε συμβάλει με οποιαδήποτε πληρωμή. Ισχυρίζεται ότι αυτής της συμφωνίας είχε προηγηθεί αρχική συμφωνία, ημερομηνίας 3.12.2003, μεταξύ του και του Ενάγοντα για αγορά ακινήτου στον Άγιο Θεόδωρο Λάρνακας, η οποία, όμως, ακυρώθηκε και έπαυσε να έχει οποιαδήποτε νομική ισχύ. Μετά δε την ακύρωση της συμφωνίας αυτής ουδεμία άλλη συμφωνία έγινε και η συμφωνία ημερομηνίας 4.10.2004 που συνήψε από μόνος του ο Εναγόμενος αφορούσε άλλο ακίνητο με τους ίδιους πωλητές. Ο Εναγόμενος ανταπαιτεί δε, στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών του, ολόκληρο το ποσό των ΛΚ124.000 ισχυριζόμενος ότι του ανήκει και θα πρέπει να του καταβληθεί. Ήταν η θέση του κ. Χαραλάμπους εκ μέρους του Εναγόμενου ότι με βάση τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης η θέση του Ενάγοντα είναι ότι ο ίδιος κατέβαλε το ποσό των ΛΚ124.000 και ότι ο ίδιος ο Ενάγων ήταν ένας από τους αγοραστές του ακινήτου στη Λάρνακα. Τόνισε, ως συνέχεια αυτής της θέσης, ότι η εταιρεία Ulva, που αναφέρεται από τον Αιτητή ως η υποτιθέμενη δικαιούχος των χρημάτων, καμία απολύτως σχέση έχει με τα επίδικα θέματα εφόσον η εν λόγω εταιρεία ούτε υπέγραψε οποιοδήποτε αγοραπωλητήριο έγγραφο με βάση την Έκθεση Απαίτησης ως αγοραστής - παρά μόνο ο αποβιώσαντας - ούτε υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός στην Έκθεση Απαίτησης ότι κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό. Η πιο πάνω θέση του συνηγόρου είναι, κατά την κρίση μου, απόλυτα σωστή και είναι προφανές από τις εγγράφους προτάσεις, και ειδικότερα από την ίδια την Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα, ότι σε κανένα στάδιο δεν παρουσιάστηκε η εταιρεία Ulva να είναι δικαιούχος των χρημάτων ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο να έχει δικαίωμα επί του ποσού των ΛΚ124.
- Σύμφωνα, λοιπόν, με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς η διαφορά που προκύπτει είναι μεταξύ των διαδίκων και από πλευράς Ενάγοντα ήταν πάντοτε η θέση ότι αυτός ήταν ο δικαιούχος του αναφερόμενου ποσού, έχοντας, μάλιστα, προσδιορίσει τις περιστάσεις και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προέκυψε αυτό το δικαίωμα, δηλαδή της εμπλοκής του ως συμβαλλόμενο μέρος σε αγοραπωλητήριο έγγραφο που αφορούσε συγκεκριμένο ακίνητο μαζί με τον Εναγόμενο από τη μια μεριά και την πωλήτρια εταιρεία από την άλλη στη βάση του οποίου εγγράφου ο ίδιος ο Ενάγων κατέβαλε έναντι του συνολικού τιμήματος αγοράς το ποσό που διεκδικεί στην παρούσα αγωγή. Κατ΄ακολουθία όλων των πιο πάνω, και εφόσον ο ρόλος της εταιρείας Ulva Ltd στην επίδικη διαφορά δεν έχει συνδεθεί με οποιονδήποτε τρόπο με τα επίδικα θέματα, δεν φαίνεται να είναι αναγκαίος διάδικος για την επίλυση της επίδικης διαφοράς. Η προσθήκη δε της εν λόγω εταιρείας ως νέου Ενάγοντα στην παρούσα αγωγή θα είχε ως αποτέλεσμα την τροποποίηση, κατά ουσιαστικό βαθμό, της βάσης της αγωγής. Πέραν των πιο πάνω, και ανεξάρτητα από την πιο πάνω θέση, εγείρεται και ένα άλλο ζήτημα που αφορά στο χρόνο καταχώρησης της υπό κρίση Αίτησης. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση όλες οι σχετικές με το ζήτημα πληροφορίες που έχουν σχέση με την εταιρεία Ulva Ltd περιήλθαν σε γνώση των δικηγόρων του Ενάγοντα περί τα τέλη του
- Όπως ήταν συγκεκριμένα ο σχετικός ισχυρισμός, οι δικηγόροι του Ενάγοντα είχαν πληροφορηθεί ότι ο αποβιώσαντας, αρχικός Ενάγων στην παρούσα αγωγή, ήταν ιδιοκτήτης των μετοχών της εταιρείας Ulva Ltd και ότι, μετά από έρευνα που είχε διενεργηθεί στα βιβλία της εταιρείας αυτής, προέκυψε ότι το όλο ή τουλάχιστον μέρος των χρημάτων που αποτελούσαν το αντικείμενο της διαφοράς μεταξύ του αποβιώσαντα αρχικού Ενάγοντα και του πτωχεύσαντα Εναγομένου είχαν προέλθει από λογαριασμό της εταιρείας αυτής. Προς τον σκοπό αυτό καταχωρήθηκαν ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β κάποιοι τραπεζικοί λογαριασμοί της εταιρείας Ulva Ltd. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι το ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β όπως και άλλα έγγραφα προκύπτει ότι είχαν αποσταλεί από τους δικηγόρους του Ενάγοντα με επιστολή τους ημερομηνίας 14.7.2008 απευθυνόμενη προς τους τότε δικηγόρους του Εναγομένου, δηλαδή το δικηγορικό γραφείο Αντώνη Ανδρέου & Σία. Αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 14.7.2008 επισυνάφθηκε ως τεκμήριο στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την ένσταση μαζί με την ίδια κατάσταση λογαριασμού. Το ερώτημα, επομένως, που εγείρεται εδώ είναι πώς προβάλλεται ο ισχυρισμός περί πληροφόρησης των δικηγόρων του Ενάγοντα για το πιο πάνω ζήτημα περί τα τέλη του 2010, ενώ τα σχετικά με το ζήτημα στοιχεία φαίνεται να ήταν στη διάθεσή τους από τις 14.7.
- Για το θέμα αυτό δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση ούτε, επίσης, για το λόγο που αφέθηκε να μεσολαβήσει όλο αυτό το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο του 2008 μέχρι την ημερομηνία που καταχωρήθηκε η υπό κρίση Αίτηση. Επισημαίνω ότι ο παράγοντας χρόνος έχει τη σημασία του και όσο μεγαλύτερη καθυστέρηση παρουσιάζεται τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος που ο Αιτητής θα πρέπει να αποσείσει για να γίνει δεκτή η Αίτηση για παροχή θεραπείας[6]. Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του Αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης[7]. Είναι λογικό να λεχθεί ότι δεν μπορεί να καταλογίζεται υπέρμετρη καθυστέρηση σε κάποιον ο οποίος δεν είχε νωρίτερα γνώση ή πληροφόρηση κάποιων ζητημάτων. Δεν φαίνεται, όμως, στην προκειμένη περίπτωση να ίσχυε κάτι τέτοιο, με βάση τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω. Έπειτα, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο του φακέλου της παρούσας υπόθεσης διαπιστώνεται ότι, ενώ η υπό κρίση Αίτηση κατεχωρήθη μόλις στις 29.4.2011, από τις 3.6.2010, δηλαδή δέκα μήνες προηγουμένως, η πλευρά του Ενάγοντα ζητούσε χρόνο από το Δικαστήριο με σκοπό να μελετήσει το ενδεχόμενο καταχώρησης Αίτησης για προσθήκη νέου Ενάγοντα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ΄ακολουθία όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι η προσθήκη του νέου προτεινόμενου Ενάγοντα είναι αναγκαία για την πλήρη και αποτελεσματική επίλυση όλων των θεμάτων που εγείρονται στην παρούσα αγωγή. Περαιτέρω και ανεξάρτητα από την πιο πάνω κατάληξη, θεωρώ ότι η καθυστέρηση η οποία έχει μεσολαβήσει στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης δεν έχει επαρκώς δικαιολογηθεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει καλός λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής, και, συνεπώς, ο Εναγόμενος/Καθ΄ου η Αίτηση δικαιούται τα έξοδά του. Κατά συνέπεια, τα έξοδα της παρούσας Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου/Καθ΄ου η Αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα/Αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να καταβληθούν δε στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) .................... Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, ΑΕΔ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] «
- No cause or matter shall be defeated by reason of the misjoinder or non-joinder of parties, and the Court may in every cause or matter deal with the matter in controversy so far as regards the rights and interests of the parties actually before it. The Court of a Judge may, at any stage of the proceedings, either upon or without the application of either party, and on such terms as may appear to the Court or Judge to be just, order that the names of any parties improperly joined whether as plaintiffs or as defendants, be struck out, and that the names of any parties, whether plaintiffs or defendants that ought to have been joined, or whose presence before the Court may be necessary in order to enable the Court effectually and completely to adjudicate upon and settle all the questions involved in the cause or matter be added. No person shall be added as a plaintiff suing without a next friend, or as the next friend of a plaintiff under any disability, without his own consent in writing thereto. Every party whose name is so added as defendant shall be served with a writ of summons or notice in manner provided by rule 11 of this prescribed Order or in such manner as may be prescribed by any special order and the proceedings as against such party shall be deemed to have begun only on the service of such writ or notice.» [2] Δέστε Οδυσσέως ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1372. [3] Δέστε Van Gelder, Apsimon & Co. v. Sowerby Bridge United District Flour Society [1890] 44 Ch. D. 374, C.A., Montgomery v. Foy, Morgan & Co [1895] 2 Q.B. 321, C.A., Bennetts & Co. v. Mcllwraith & Co. [1896] 2 Q.B. 464, C.A. Ideal Films Ltd. ν. Richards [1927] 1 K.B. 374, C.A., Wilson v. Balcarres [1893] 1 Q.B. 422, Robinson v. Geisel [1894] 2 Q.B. 688). [4] Δέστε Mepa Underwriting Management Ltd κ.α. v. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1977)1 Α.Α.Δ. 772. [5] Δέστε Παπανδρέας Παπαχριστοφόρου κ.ά. v. Χαραλάμπους
(1991)1 ΑΑΔ 906, σελ. 916 και Χατζηδαυίδ v. Χατζηδαυίδ
(1992)1 ΑΑΔ 1176. [6] Δέστε Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) AAΔ 33. [7] Δέστε SABA & CO (T.M.B.) v. T.M.P Agents
(1994)1 AAΔ 426. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο