Άντρης Μισού κ.α. ν. Δημήτρη Σάββα Μισού, Αρ. Αγωγής: 1657/11, 29 Ιουλίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A89 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1657/11 Μεταξύ:
- Άντρης Μισού
- Παναγιώτη Αμπίζα Εναγόντων και Δημήτρη Σάββα Μισού Εναγομένου Αίτηση ημερ. 24.5.2011 για προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία: 29 Ιουλίου 2011 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: Ο κ. Γ. Αμπίζας. Εναγόμενος/Καθ΄ ου η Αίτηση: παρουσιάζεται αυτοπροσώπως. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Οι Ενάγοντες καταχώρησαν γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο αξιώνουν εναντίον του Εναγομένου τις ακόλουθες θεραπείες: Α) Απόφαση και/ή διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στον Εναγόμενο να επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο επί του ακινήτου/οικίας των Εναγόντων που βρίσκεται στο ανώγειο του κτιρίου στην οδό Νεάρχου 1, στην Ορμήδεια και/ή στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 4428, τεμάχιο 589, φ/σχ.XLI/22.Ε.1 στην Ορμήδεια, τοποθεσία Πίτσιλλος. Β) Απόφαση και/ή διάταγμα το οποίο να απαγορεύσει στον Εναγόμενο να ενοχλεί και/ή να εμποδίζει τους Ενάγοντες στην ανενόχλητη και ειρηνική απόλαυση, κατοχή και χρήση του ως άνω ακινήτου/οικίας τους. Γ) Απόφαση και/ή διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στον Εναγόμενο να εισέρχεται και/ή διαμένει και/η κατέχει και/ή χρησιμοποιεί με οποιονδήποτε τρόπο την ως άνω κατοικία. Δ) Απόφαση και/ή διάταγμα το οποίο να διατάσσει τον Εναγόμενο όπως πάραυτα εγκαταλείψει και παραδώσει στους Ενάγοντες ελεύθερη κατοχή της αναφερόμενης κατοικίας. Ε) Αποζημιώσεις. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Ταυτόχρονα με την καταχώρηση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος οι Ενάγοντες/Αιτητές καταχώρησαν μονομερή Αίτηση με την οποία ζητούσαν τις ακόλουθες θεραπείες: Διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στον Εναγόμενο/Καθ΄ ου η Αίτηση να εισέρχεται και/ή διαμένει και/ή κατέχει και/ή χρησιμοποιεί με οποιονδήποτε τρόπο την κατοικία η οποία βρίσκεται στο ανώγειο του κτιρίου στην οδό Νεάρχου 1, στην Ορμήδεια και/ή στο ακίνητο με αρ. εγγραφής 4428, τεμάχιο 589, φ/σχ.XLI/22.Ε.1 στην Ορμήδεια, τοποθεσία Πίτσιλλος, μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στον Εναγόμενο/Καθ΄ ου η Αίτηση να επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο επί του ακινήτου/οικίας των Εναγομένων που αναφέρεται ανωτέρω, μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στον Εναγόμενο/Καθ΄ ου η Αίτηση να ενοχλεί και/ή να εμποδίζει τους Ενάγοντες στην ανενόχλητη και ειρηνική απόλαυση, κατοχή και χρήση του ακινήτου/οικίας τους που αναφέρεται ανωτέρω, μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο επιλαμβανόμενο της αίτησης αυτής έδωσε οδηγίες όπως επιδοθεί στην άλλη πλευρά κρίνοντας ότι δεν πληρείτο το στοιχείο του κατεπείγοντος. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΕΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΟΥΝ Η Αίτηση βασίζεται στο Άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στα Άρθρα 29 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/60, στη Δ.48, θθ.1 και 2, Δ.64 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, στο Κοινοδίκαιο και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκες δηλώσεις των Εναγόντων 1 και
- Ένορκη Δήλωση Ενάγουσας 1 Στην ένορκη δήλωση της η Ενάγουσα 1 αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: Είναι θυγατέρα του Ενάγοντα 2 και πρώην σύζυγος του Εναγόμενου. Διαμένει στην ανώγειο κατοικία του επίδικου ακινήτου. Παντρεύτηκε με τον Εναγόμενο στις 7.9.1985 και από το γάμο τους απέκτησαν τέσσερα παιδιά, την Κωνσταντίνα η οποία γεννήθηκε στις 31.12.1986, τη Μαρία η οποία γεννήθηκε στις 13.9.1990, τον Σάββα ο οποίος γεννήθηκε στις 4.12.1996 και τον Παναγιώτη ο οποίος γεννήθηκε στις 9.7.
- Οι σχέσεις της με τον Εναγόμενο έχει χρόνια που διασαλεύθηκαν και τελικώς στις 24.6.2009 το Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας εξέδωσε διαζύγιο, αντίγραφο του οποίου επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- Το επίδικο ακίνητο αποτελείται από την ανεγερθείσα ανώγειο κατοικία που αποτελούσε την οικογενειακή τους κατοικία και από το ισόγειο για το οποίο ο πατέρας της επέτρεψε και έδωσε άδεια στο γαμπρό του, Εναγόμενο, μετά το γάμο τους και λόγω αυτού και ο Εναγόμενος διαμόρφωσε το μέρος του ισογείου, που προηγουμένως ήταν εστιατόριο, σε χονδρική αγορά φθαρτών. Όταν οι σχέσεις της με τον Εναγόμενο διασαλεύθηκαν περί το 2005 και μετά που αυτή καταχώρησε αίτηση διαζυγίου, ο πατέρας της κάλεσε τον Εναγόμενο όπως παραδώσει ελεύθερη κατοχή και χρήση του εν λόγω ισογείου. Ο Εναγόμενος αρνήθηκε να εγκαταλείψει το ισόγειο και ο πατέρας της καταχώρησε την Αγωγή 117/08 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, η οποία εκκρεμεί και είναι ορισμένη για ακρόαση στις 29.9.
- Ουδέποτε ο πατέρας της συμπεριφέρθηκε με τρόπο, ούτε ποτέ τον άκουσε να δηλώσει οτιδήποτε προς τον Εναγόμενο που θα μπορούσε να δημιουργήσει την πεποίθηση ότι είτε το ισόγειο είτε η ανώγειος κατοικία ανήκε προσωπικά στον Εναγόμενο. Προβλήματα στο γάμο της άρχισαν από το 2005 περίπου και μέχρι σήμερα υπάρχουν συνεχώς προβλήματα στο σπίτι αφού, δυστυχώς, ακόμη και μετά το διαζύγιο ο Εναγόμενος αρνήθηκε να εγκαταλείψει την οικία του παρά τις επανειλημμένες κλήσεις της ενόρκως δηλούσας και του πατέρα της να φύγει. Ο Εναγόμενος δημιουργούσε καταστάσεις τρόμου και ψυχολογικής βίας όχι μόνο στην ενόρκως δηλούσα, αλλά και στα παιδιά του. Ορισμένες φορές στην αρχή έφτανε και στο σημείο να ασκεί βία πάνω της. Αυτό το έκανε τόσο όταν ήταν μόνη της αλλά και μπροστά στα δύο της μικρά παιδιά. Καθόλα τα χρόνια δημιουργούσε καυγάδες όχι μόνο εντός του σπιτιού, αλλά προκαλούσε τους συγγενείς και τους γείτονες με αποτέλεσμα να φτάνουν κάθε φορά σε πολύ άγριες καταστάσεις και να εμπλέκεται και η Αστυνομία. Επίσης, σε αρχικό στάδιο των προβλημάτων τους έδιωξε την ενόρκως δηλούσα από τη δουλειά που είχαν μαζί - φρουταρία και εμπόριο φθαρτών - της πήρε το αυτοκίνητο και προσπαθούσε να την περιορίσει αποκόπτοντας την από την κοινωνική ζωή. Συνεχώς την έβριζε με χυδαία λόγια και της φώναζε μπροστά στα παιδιά χωρίς να υπολογίζει οτιδήποτε. Ακόμη τα είχε με τις δύο μεγαλύτερες του κόρες αφού τους συμπεριφερόταν με τον ίδιο τρόπο. Η ενόρκως δηλούσα στην παράγραφο 11 της ένορκης της δήλωσης δίδει συγκεκριμένα παραδείγματα της κακής συμπεριφοράς του Εναγόμενου τόσο προς την ίδια όσο και προς τα παιδιά του. Αυτά όλα γίνονταν γιατί δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι έφθασε σε αυτό το σημείο με αποτέλεσμα μετά από τρία χρόνια περίπου να καταλήξει για θεραπεία στη ψυχιατρική κλινική. Αυτό όμως δεν είχε τελικά κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα. Ακόμη τα βασικότερα προβλήματα που δημιουργούνταν στο σπίτι ήταν με τα παιδιά αφού δεν ήθελε να συναναστρέφονται με τους συγγενείς και έτσι δημιουργούσε ακόμη περισσότερα προβλήματα. Ο ίδιος δεν ενδιαφερόταν ποτέ για τα παιδιά του και μόνο δημιουργούσε προβλήματα και ασκούσε συνεχώς ψυχολογική βία στα παιδιά. Ακόμη και μετά από το διαζύγιο συνέχιζε να απειλεί την ενόρκως δηλούσα και να την εκβιάζει. Δεν δεχόταν με τίποτε να φύγει από το σπίτι. Η υπομονή και η αντοχή τους έφτασε στο απροχώρητο. Απαγόρευσε σε όλους να έρχονται στο σπίτι τους και δεν είχαν δικαίωμα να μιλήσουν. Μέσα στο ίδιο τους το σπίτι έχασαν όλα τους τα δικαιώματα. Εδώ και τόσα χρόνια δεν μπορούσαν να έχουν ηρεμία ποτέ τους. Ότι ώρα και αν ήταν ξυπνούσε τα παιδιά με φωνές και βρισιές γιατί πάντα πίστευε πως αυτοί είχαν την ευθύνη για οποιαδήποτε προβλήματα αντιμετώπιζε. Πετούσε αντικείμενα και έσπαζε ό,τι έβρισκε μπροστά του. Όλα αυτά και άλλα πολλά γίνονταν συνεχώς στο σπίτι και η ενόρκως δηλούσα και τα παιδιά έκαναν συνέχεια υπομονή γιατί ήξεραν ότι είχε και ψυχολογικό πρόβλημα. Όμως τώρα η κατάσταση δεν μπορεί να συνεχιστεί. Το μόνο που πρόσφερε στο σπίτι ήταν το ρεύμα και το νερό. Τώρα αρνείται πεισματικά να πληρώσει ακόμη και το ρεύμα και έτσι έφτασαν στο να ζουν σε ένα σπίτι μαζί με δύο ανήλικα παιδιά χωρίς ηλεκτρικό ρεύμα. Αυτός δε ήταν ο λόγος ο οποίος τους ώθησε να του βγάλουν τα ρούχα έξω, αφού προηγουμένως η ενόρκως δηλούσα τον είχε προειδοποιήσει. Αυτό έγινε στις 29.4.
- Τα κατέβασε σε ένα δωμάτιο στο ισόγειο του σπιτιού και άλλαξε κλειδαριές ώστε να μην μπορεί να μπει μέσα στο σπίτι. Αυτός όμως αντελήφθηκε τι έγινε, έσπασε την πόρτα και μπήκε μέσα εξαγριωμένος και μπροστά στα παιδιά άρχισε να φωνάζει και να κλωτσά στις πόρτες. Η ενόρκως δηλούσα κατήγγειλε την υπόθεση αυτή στην Αστυνομία. Τελικά ο Εναγόμενος έφερε τα πράγματα του πίσω αρνούμενος και πάλι να εγκαταλείψει το σπίτι. Στα πλαίσια των διαφορών των διαδίκων στο Οικογενειακό Δικαστήριο η ενόρκως δηλούσα είχε καταχωρήσει αίτηση για αποκλειστική χρήση της κατοικίας και στα πλαίσια εκείνης της αίτησης είχε καταχωρήσει και αίτηση προσωρινού διατάγματος (ΤΕΚΜΗΡΙΑ 2 (α) - (δ)). Η κυρίως αυτή αίτηση απεσύρθη μετά την έκδοση του διαζυγίου. Στις 3.5.2011 απέστειλε μέσω των δικηγόρων της φαξ στην Αστυνομική Διεύθυνση Παραλιμνίου για λήψη όλων των σχετικών καταθέσεων και καταγγελιών της (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3). Στην επιστολή αυτή η Αστυνομία απάντησε με επιστολή ημερομηνίας 6.5.2011 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4). Ένορκη Δήλωση Ενάγοντα 2 Ο Ενάγοντας 2 στη δική του ένορκη δήλωση αναφέρει, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: Είναι ιδιοκτήτης του ακινήτου με αρ. εγγραφής 4428, τεμάχιο 589, φ/σχ.XLI/22.Ε.1 στην Ορμήδεια, τοποθεσία Πίτσιλλος (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1). Ο Εναγόμενος ήταν γαμπρός του εφόσον παντρεύτηκε την κόρη του στις 7.9.
- Από χρόνια οι σχέσεις της κόρης του μετά του Εναγομένου διασαλεύθηκαν και τελικώς στις 24.6.2009 το Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας εξέδωσε διαζύγιο. Το επίδικο ακίνητο αποτελείται από ισόγειο και ανώγειο. Το ισόγειο κτίστηκε από τον Ενάγοντα 2 προ πολλών χρόνων, πέραν των 33, γύρω στο 1977 - 78 και μέρος του χρησιμοποιείτο ως η κατοικία του και το υπόλοιπο ως εστιατόριο. Όταν η θυγατέρα του ενόρκως δηλούντα παντρεύτηκε τον Εναγόμενο, ο ενόρκως δηλών ολοκλήρωσε ο ανώγειο διαμέρισμα, το κτίσιμο του οποίου είχε αρχίσει ένα χρόνο προηγουμένως, το οποίο αποτέλεσε τη συζυγική οικία της θυγατέρας του με τον Εναγόμενο. Το διαμέρισμα αυτό συνεχίζει να είναι η οικία της θυγατέρας του και των παιδιών της που απέκτησε με τον Εναγόμενο. Κατά ή περί το 1989 - 90 ο ενόρκως δηλών συνέχισε να διαμένει στο πίσω μέρος του πιο πάνω αναφερόμενου ισογείου και επέτρεψε και έδωσε άδεια στον Εναγόμενο και διαμόρφωσε το μέρος του ισογείου, που προηγουμένως ήταν εστιατόριο, σε χονδρική αγορά φθαρτών δωρεάν ως αδειούχος. Μετά τη διασάλευση των σχέσεων της Ενάγουσας 1 μετά του Εναγομένου περί το 2005 και μετά που η κόρη του καταχώρησε αίτηση διαζυγίου, ο ενόρκως δηλών επανειλημμένα κάλεσε τον Εναγόμενο όπως του παραδώσει ελεύθερη κατοχή και χρήση του εν λόγω ισογείου, αλλά ο Εναγόμενος αρνήθηκε και ουδέν έπραξε. Μετά την άρνηση του Εναγόμενου να εγκαταλείψει το υποστατικό ο ενόρκως δηλών προσέφυγε σε δικηγόρο μέσω της επιστολής του οποίου ημερομηνίας 31.10.2007 προς τον Εναγόμενο και την εταιρεία του, τερμάτιζε την άδεια χρήσης του εν λόγω υποστατικού με προειδοποίηση και προθεσμία για παράδοση την 1.1.
- Με την εν λόγω επιστολή ο Εναγόμενος ενημερωνόταν και προειδοποιείτο ότι σε περίπτωση που δεν παρέδιδε το υποστατικό μέχρι 1.1.2008 θα θεωρείτο παράνομος κάτοχος και θα λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα. Ο ενόρκως δηλών ουδέποτε δώρισε το εν λόγω υποστατικό σε οποιονδήποτε και η οποιαδήποτε χρήση του από τον Εναγόμενο έγινε λόγω της άδειας του προς τον Εναγόμενο η οποία ήρθει όπως αναφέρεται ανωτέρω. Ο Εναγόμενος αρνήθηκε να εγκαταλείψει το ισόγειο και ο ενόρκως δηλών καταχώρησε την Αγωγή 117/08 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, η οποία εκκρεμεί και είναι ορισμένη για ακρόαση στις 29.9.
- Ο Εναγόμενος αρνήθηκε να εγκαταλείψει και την κατοικία της θυγατέρας του ενόρκως δηλούντα παρά τις επανειλημμένες κλήσεις τόσο εκείνης όσο και του ενόρκως δηλούντα προς τον Εναγόμενο να φύγει. Λόγω του ότι ο ενόρκως δηλών διαμένει στο ίδιο ακίνητο είναι γνώστης των καταστάσεων τρόμου και ψυχολογικής βίας που ο Εναγόμενος ασκεί στην κόρη του και στα παιδιά της. Καθόλα αυτά τα χρόνια ο Εναγόμενος δημιουργούσε καυγάδες όχι μόνο εντός του σπιτιού της κόρης του, αλλά προκαλούσε τους συγγενείς και τους γείτονες με αποτέλεσμα να εμπλέκεται και η Αστυνομία. Οι δε υβρισίες του προς τη θυγατέρα του ενόρκως δηλούντα και τα παιδιά της και προς τον ενόρκως δηλούντα είναι συνεχές φαινόμενο. Πρόσφατα, στις 29.4.2011, η Ενάγουσα 1 τελικώς βρήκε το θάρρος και κατέβασε τα πράγματα του Εναγόμενου, αφού τον προειδοποίησε, σε ένα δωμάτιο στο ισόγειο του σπιτιού και άλλαξε κλειδαριές ώστε να μην μπορεί ο Εναγόμενος να μπει μέσα στο σπίτι. Μετά από αρκετές αγριότητες εκ μέρους του Εναγόμενου αυτός τελικά έφερε πίσω τα πράγματά του αρνούμενος και πάλι να εγκαταλείψει το σπίτι παρά το ότι η άδεια διαμονής του στο σπίτι έχει αρθεί προ πολλού, τόσο από την Ενάγουσα 1 όσο και από τα ον Ενάγοντα
- ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη ένσταση από τον Εναγόμενο η οποία βασίζεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, στα Άρθρα 4-9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στη Δ.48, θθ.1-4, 8-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: ¾ Η Αίτηση είναι παράτυπη και αβάσιμη νομικά και ουσιαστικά. ¾ Δεν καθορίζεται οιοσδήποτε λόγος για έκδοση του διατάγματος. ¾ Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Νομοθεσίας για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. ¾ Οι Αιτητές εμποδίζονται να απαιτούν τέτοιο διάταγμα αφού θα κρίνει την ουσία της υπόθεσης. ¾ Οι Αιτητές δεν ήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. ¾ Ο Εναγόμενος/Καθ΄ ου η Αίτηση είναι νόμιμος δικαιούχος και/ή δικαιούται να εγγραφεί ως συνιδιοκτήτης επί του εν λόγω ακινήτου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου. Σ΄αυτήν αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω τα ακόλουθα: Η επίδικη κατοικία έχει οικοδομηθεί σχεδόν αποκλειστικά από τον ίδιο αφού γνωρίζει την τέχνη των οικοδομικών εργασιών και πολύ μικρή συμβολή στην ανέγερση υπήρξε από μέρους του πεθερού του στην αγορά υλικών και μόνο. Η εν λόγω συζυγική κατοικία έχει ανεγερθεί πάνω από την κατοικία που διέμενε ο Ενάγοντας
- Για την ανέγερση της εν λόγω οικίας ο Εναγόμενος είχε αγωνισθεί σχεδόν μόνος με πολύ κόπο και μόχθο κάνοντας δύο και τρεις δουλειές για να τη φτιάξει και ανταξιώνει δυνάμει της παρούσας αγωγής να του μεταβιβαστεί το μερίδιο που του αναλογεί για τα όσα έχει συμβάλει στην ανέγερση της. Όσον αφορά το ισόγειο και αυτό έχει, επίσης, διαμορφωθεί από τον Εναγόμενο μετά από άδεια του πεθερού του για να δημιουργήσει την επιχείρηση του με σιτέμπορα φρούτων και λαχανικών που ασκεί μέχρι σήμερα. Η ανέγερση και διαμόρφωση της εν λόγω αποθήκης έχει γίνει εξ ολοκλήρου με δικά του έξοδα. Με προτροπή του Ενάγοντα 2, κατά ή περί το 2002, είχε υποβάλει αίτηση στα αρμόδια κυβερνητικά τμήματα για παραχώρηση κυβερνητικού οικοπέδου (χαλίτικου) το οποίο βρισκόταν μπροστά από το δικό τους τεμάχιο. Το τίμημα αγοράς του εν λόγω οικοπέδου έχει επίσης καταβληθεί από τον ίδιο και ενεγράφη επ΄ όνοματι του Ενάγοντα 2 με την προϋπόθεση ότι η όλη ιδιοκτησία του εν λόγω ακινήτου θα εγγραφόταν στον Εναγόμενο και τη σύζυγό του στο μέλλον. Πάντοτε ο Ενάγων 2 με τη συμπεριφορά και τις δηλώσεις καθιστούσε σαφές ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στον Εναγόμενο και τη σύζυγό του και ότι θα τους το μεταβίβαζε. Ο ενόρκως δηλών βασίστηκε στη συμπεριφορά και στις δηλώσεις του Ενάγοντα 2 και προχώρησε στην ανέγερση τόσο της οικίας όσο και της αποθήκης και ανέλαβε, επίσης, όλα τα έξοδα συντήρησης τους. Η θέση του ενόρκως δηλούντα είναι δίπλα στα παιδιά του και ουδέποτε θα τα εγκαταλείψει. Πολλές φορές τα παιδιά του βρέθηκαν σε κίνδυνο και είχαν αναμιχθεί σε καταστάσεις τις οποίες εάν δεν ήταν παρών ο ενόρκως δηλών, η καταστροφή για αυτή θα ήταν γεγονός. Η σύζυγός του, δυστυχώς, ενδιαφέρεται περισσότερο για καλλωπισμό, εξόδους και μεγάλη ζωή. Τα οποιαδήποτε αναφερόμενα επεισόδια είναι φτιαγμένα και προσχεδιασμένα από μέρους τους με μοναδικό σκοπό να πετύχουν την εκδίωξη του από τη συζυγική οικία, την οποία έφτιαξε με τους κόπους του. Η σύζυγός του έφθασε μέχρι το σημείο να ορκιστεί ψευδώς για τη ψυχική του κατάσταση, για εγκλεισμό του στο ψυχιατρικό ίδρυμα της Αθαλάσσας. Μετά από εξέταση του και πάροδο ενός με δύο ημερών οι επί καθήκοντι ιατροί είχαν αφήσει ελεύθερο τον ενόρκως δηλούντα. Ο ηλεκτρισμός έχει διακοπεί από τον πατέρα της Ενάγουσας 1 για να πλήξει την επιχείρηση του Εναγομένου και να τον αναγκάσει να φύγει. Η κατοικία είναι επ΄ ονόματι του Ενάγοντα 2, ο οποίος έχει κάθε δικαίωμα σύνδεσης ή αποσύνδεσης. Για τη λειτουργία της επιχείρησης που ο Εναγόμενος διατηρούσε με τη σύζυγό του έχει υποθηκευτεί η επίδικη οικία για χρέη τα οποία δεν δικαιολογούνταν εφόσον η επιχείρηση ήταν κερδοφόρα. Ο Εναγόμενος είχε προθυμοποιηθεί να εξοφλήσει τα εν λόγω χρέη με την ταυτόχρονη μεταβίβαση της οικίας επ΄ ονόματι του και της Ενάγουσας 1, πλην όμως ο Ενάγοντας 2 αρνείτο επίμονα για δικούς του λόγους. Ο ενόρκως δηλών υπολογίζει ότι πέραν του ½ μεριδίου από την εν λόγω κατοικία του ανήκει και με ανταπαίτηση του θα επιδιώξει να εγγραφεί απ΄ ονόματι του. Θα ήταν άδικο το Δικαστήριο να διατάξει την απομάκρυνση του από περιουσία που του ανήκει και ουσιαστικά να προδιαγράψει την ουσία της αγωγής χωρίς εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Τυχόν έκδοση του διατάγματος θα προκαλέσει στον Εναγόμενο ανεπανόρθωτη ζημιά και απώλεια και θα του στερήσει το δικαίωμα χρήσεως και κατοχής της οικίας ως νόμιμου δικαιούχου που δικαιούται να εγγραφεί ως συνιδιοκτήτης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων παρέχεται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ η δικονομία για τέτοια διατάγματα προσδιορίζεται από τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο και Κανονισμούς[1]. Το άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Δεν θα παραθέσω εδώ το τόσο γνωστό άρθρο που εξετάστηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε σειρά υποθέσεων[2] αλλά θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει ο,τιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σ΄ αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα[3]. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο Αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος[4]. Ωστόσο, τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης[5]. Στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225, 235, o πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αρτεμίδης διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Θα επαναλάβουμε, έστω με τον κίνδυνο να γίνουμε φορτικοί, ως οι διαπιστώσεις τις οποίες προβαίνουμε, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος, αντικείμενο της πρωτόδικης απόφασης και της έφεσης. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για ν΄ αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της.» Στην υπόθεση P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 στη σελίδα 1809 ο Δικαστής Νικολάου διατύπωσε το θέμα ως εξής: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά Κωνσταντινίδης ν. Μακρύγιωργου
(1978)1 Α.Α.Δ. 585, Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557 και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ.
- Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέχτως πολύπλοκη και μακρά.» ΑΚΡΟΑΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Κατά την ακρόαση της παρούσας Αίτησης αντεξετάσθησαν οι ενόρκως δηλούντες και από τις δύο πλευρές. Από την αντεξέταση της Ενάγουσας 1 προέκυψαν τα ακόλουθα: ¾ Ο Εναγόμενος δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό για το κτίσιμο της κατοικίας, απλώς βοηθούσε στο κτίσιμο. ¾ Αρνήθηκε ότι ο Εναγόμενος ξόδεψε ποσό ΛΚ30.000 για το ισόγειο στο επίδικο ακίνητο. ¾ Μόλις εκδόθηκε το διαζύγιο ανέμενε η Ενάγουσα ότι ο Εναγόμενος θα έφευγε από το σπίτι. Ανέμενε ότι σε κάποια στιγμή θα έφευγε και ανέχτηκε τη συμπεριφορά του μέχρι που έφθασε στα όρια της. ¾ Η συμπεριφορά του Εναγόμενου δεν ήταν ανεκτή εξού και υπάρχουν τα στοιχεία για τις καταγγελίες στην Αστυνομία. ¾ Ερωτηθείσα γιατί ανέμενε δύο χρόνια από την έκδοση του διαζυγίου για να προβεί στην παρούσα Αίτηση, απάντησε ότι ίσως αυτό να ήταν το λάθος της. ¾ Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο Εναγόμενος δεν προκάλεσε οποιοδήποτε περιστατικό που περιγράφει, αρνήθηκε την υποβολή και πρόσθεσε ότι ακόμη και τα παιδιά του είναι απηυδισμένα με τη συμπεριφορά του Εναγόμενου και εξαντλήθηκε η υπομονή τόσο της ιδίας όσο και των παιδιών της. ¾ Στην ερώτηση γιατί μετά που εξασφάλισε το 2009 το διαζύγιο δεν επισκέφθηκε άμεσα δικηγόρο, απάντησε ότι κάθε άνθρωπος έχει τις αντοχές του και ότι η ίδια άντεξε λίγο περισσότερο. Αντεξεταζόμενος ο Ενάγοντας 2 ανέφερε, μεταξύ άλλων, και τα εξής: ¾ Ο Εναγόμενος έχει συμβάλει με κόπο, δηλαδή στο κτίσιμο και στο βαθμό που μπορούσε για την ολοκλήρωση της επίδικης κατοικίας. ¾ Ουδέποτε ανέφερε ότι την οικία που έκτισε θα τη μεταβίβαζε σε οποιονδήποτε, αρνούμενος την υποβολή ότι θα τη μεταβίβαζε στην κόρη του και στο γαμπρό του. Πρόσθεσε ότι αν μεταξύ τους δεν είχαν προβλήματα θα τη δώριζε στα παιδιά τους, αλλά όχι στους ίδιους. ¾ Ο Εναγόμενος δεν ξόδεψε λεφτά για να διαμορφώσει το ισόγειο, την αποθήκη, αντίθετα το έχει αχρηστεύσει και σήμερα βρίσκεται σε αθλία κατάσταση. Αρνήθηκε ότι ο Εναγόμενος έχει ξοδέψει πάνω από ΛΚ30.000 για να διαμορφώσει την αποθήκη. ¾ Ερωτηθείς γιατί δεν προέβηκε σε διαδικασία από το 2009 που είχε εκδοθεί το διαζύγιο, απάντησε ότι ένας που παίρνει διαζύγιο φεύγει και ότι ανέμενε να επικρατήσει μια λογική και ότι ένας άνθρωπος που παίρνει διαζύγιο θα αναμένετο να εγκατέλειπε την οικία. Πρόσθεσε, ακόμη, ότι για το θέμα της ανωγείου κατοικίας τη διαδικασία θα έπρεπε να την κάμει η κόρη του. Αν ήταν ο ίδιος θα προχωρούσε με αίτηση από την επομένη. ¾ Σε ό,τι αφορά τον ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι αγόρασε χαλίτικο που βρισκόταν δίπλα από το επίδικο τεμάχιο, απάντησε ότι πρόκειται για μια κολώνα την οποία πλήρωσε ο ίδιος ο Ενάγοντας
- Αντεξεταζόμενος ο Εναγόμενος ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής: ¾ Έχει συνεισφέρει με τα δύο του τα χέρια και αυτά τα διεκδικεί μέσω άλλης αγωγής. ¾ Αρνήθηκε ότι δημιούργησε χρέη λόγω του ΧΑΚ και ότι γι΄αυτά τα χρέη έχει υποθηκευθεί η κατοικία. ¾ Πήγε στο ψυχιατρείο με διάταγμα που έβγαλε η γυναίκα του. ¾ Στην υποβολή ότι μόνο το ρεύμα πλήρωνε, αρνήθηκε και απάντησε ότι πληρώνει πολλά για τα παιδιά του. ¾ Για τις καταγγελίες στην Αστυνομία ανέφερε ότι όλες οι υποθέσεις ήταν χωρίς περιεχόμενο και απερρίφθησαν. Δέχθηκε ότι σε μια καταδικάστηκε και οι άλλες αποσύρθηκαν χωρίς να είχαν εκδικαστεί. ¾ Σε ό,τι αφορά το ηλεκτρικό ρεύμα ανέφερε ότι από το 1990 πλήρωνε το ρεύμα της αποθήκης και της οικίας και ότι ήταν ενωμένο το ρεύμα της αποθήκης με την οικία. Πρόσθεσε ότι λόγω του ποσού σταμάτησε την παροχή του ρεύματος δίδοντας εντολή γιατί δεν είχε λεφτά. ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΣΗΓΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Σχολιασμός κάποιων από τις θέσεις που έχουν διατυπωθεί θα γίνει, όπου κριθεί αναγκαίο, στα πλαίσια της εξέτασης της παρούσας Αίτησης. Επισημαίνω εδώ ότι ο Εναγόμενος μέχρι και της ολοκλήρωσης της εκδίκασης της παρούσας Αίτησης εκπροσωπείτο από δικηγόρο, τον κ. Γ. Βασιλείου, ο οποίος πριν το στάδιο ορισμού ημερομηνίας για απαγγελία της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ζήτησε και εξασφάλισε άδεια για να αποσυρθεί από την περαιτέρω εκπροσώπηση του Εναγόμενου. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΝΟΜΙΚΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Το Δικαστήριο, έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, θα εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις και κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Προτού το κάνω, θα αναφερθώ στο ζήτημα που ηγέρθη από πλευράς Εναγομένου και αφορά την ισχυριζόμενη κατάχρηση διαδικασίας. Πρώτα απ΄όλα να επισημάνω ότι το ζήτημα αυτό δεν καλύπτεται από τους λόγους ένστασης και εγέρθηκε για πρώτη φορά στο στάδιο των αγορεύσεων. Τούτου δοθέντος δεν θα μπορούσε να τύχει εξέτασης στην παρούσα διαδικασία. Έπειτα, για το θέμα αυτό έχει στις 13.7.2011 και, ενώ εκκρεμούσε η εκδίκαση της υπό εξέταση Αίτησης, καταχωρηθεί από πλευράς Εναγομένου αίτηση παραμερισμού της παρούσας αγωγής όπου και θα εξεταστεί το ζήτημα αυτό. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση υπενθυμίζεται ότι με βάση τη νομολογία η ύπαρξη ζητήματος αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρημένου δικογράφου και αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης των Εναγόντων. Με βάση το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα οι Ενάγοντες αξιώνουν Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στον Εναγόμενο να επεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο επί του ακινήτου/οικίας των Εναγόντων, να ενοχλεί και/ή να εμποδίζει τους Ενάγοντες στην ανενόχλητη και ειρηνική απόλαυση κατοχή και χρήση του ακινήτου όπως επίσης και διάταγμα που να απαγορεύει στον Εναγόμενο να εισέρχεται και/ή διαμένει και/ή κατέχει και/ή χρησιμοποιεί με οποιοδήποτε τρόπο το ως άνω ακίνητο/οικία. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες επιζητούν την έκδοση Διατάγματος που να διατάσσει τον Εναγόμενο όπως εγκαταλείψει και παραδώσει ελευθέρα κατοχή της αναφερόμενης οικίας. Τέλος, οι Ενάγοντες επιζητούν την επιδίκαση αποζημιώσεων. Εκείνο το οποίο προκύπτει, με βάση το σύνολο της γενικής οπισθογράφησης και τις αιτούμενες θεραπείες που περιέχονται είναι ότι αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση που αφορά διάπραξη από μέρους του Εναγόμενου του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία[6] και, συνεπώς, η πρώτη προϋπόθεση πληρούνται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, επαναλαμβάνω ότι είναι αρκετό ο Ενάγων να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Ο Ενάγων πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα που να πείθουν το Δικαστήριο ότι έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας, η δε ικανοποίηση του εξαρτάται από τη συσχέτιση της νομικής θεμελίωσης της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται σε αυτό το στάδιο από τις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν. Στην προκειμένη περίπτωση οι ενόρκως δηλούντες έχουν τύχει αντεξέτασης και από τις δύο πλευρές. Η πλευρά των Εναγόντων μέσω της Ένορκης δήλωσης που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της υπό εξέταση Αίτησης αλλά και με βάση τα όσα προέκυψαν από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων από το συνήγορο του Εναγομένου ισχυρίσθηκε ότι ενώ η Ενάγουσα 1 και ο Εναγόμενος έχουν πάρει διαζύγιο στις 24.6.2009 ο Εναγόμενος εξακολουθεί να παραμένει στην οικία που διέμενε προ του διαζυγίου με την πρώην σύζυγό του Ενάγουσα 1 και τα παιδιά τους ιδιοκτησίας του πατέρα της Ενάγουσας 1, Ενάγοντα 2, και παρά το γεγονός ότι τόσο η Ενάγουσα 1 όσο και ο Ενάγοντας 2 επανειλημμένα ζήτησαν από τον Εναγόμενο να εγκαταλείψει την οικία. Επιπλέον, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο Εναγόμενος δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στο σπίτι όπως καταστάσεις τρόμου και ψυχολογικής βίας πάνω στην Ενάγουσα 1 και στα παιδιά του που σε αρκετές περιπτώσεις είχαν ως αποτέλεσμα να εμπλακεί και η Αστυνομία. Η Ενάγουσα ανέχθηκε για καιρό αυτή τη συμπεριφορά του Εναγόμενου, ενώ μόλις εκδόθηκε το διαζύγιο τους ανέμενε ότι ο Εναγόμενος θα έφευγε από το σπίτι. Το λάθος της δε ήταν που δεν προέβη στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης παρά μόνο δύο χρόνια μετά την έκδοση του διαζυγίου και αφού έφτασε στα όρια της αντοχής της. Ανοίγω εδώ μια παρένθεση για να πω ότι αποτελούν στην υπό εξέταση υπόθεση αναντίλεκτα και αδιαμφισβήτητα γεγονότα ότι: ® Η επίδικη κατοικία είναι ιδιοκτησίας του πρώην πεθερού του Εναγόμενου, Ενάγοντα
- ® Στην εν λόγω οικία, η οποία αποτελούσε την οικογενειακή οικία, διέμεναν η Ενάγουσα 1 με τον Εναγόμενο και τα παιδιά τους. ® Εκδόθηκε διαζύγιο για την Ενάγουσα 1 και τον Εναγόμενο και ® Η Ενάγουσα 1 συνεχίζει μετά τη λύση του γάμου της με τον Εναγόμενο να κατοικεί στην επίδικη οικία με τα παιδιά της. Όσον αφορά την εκδοχή του Εναγόμενου επί των αμφισβητουμένων της υπόθεσης γεγονότων, αυτός ισχυρίζεται ότι η συζυγική οικία έχει οικοδομηθεί σχεδόν αποκλειστικά από τον ίδιο και ότι πάντοτε ο Ενάγων, πρώην πεθερός του με τη συμπεριφορά του και τις δηλώσεις του καθιστούσε σαφές ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στον Εναγόμενο και τη σύζυγό του και ότι θα τους το μεταβίβαζε και ότι ο Εναγόμενος βασίστηκε σ΄αυτή τη συμπεριφορά και προχώρησε στην ανέγερση της οικίας. Υπολογίζει δε ότι πέραν του ½ μεριδίου από την εν λόγω οικία του ανήκει και θα επιδιώξει να εγγραφεί επ΄ονόματι του. Με βάση τα όσα έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι Ενάγοντες και ειδικότερα το γεγονός ότι τόσο η Ενάγουσα 1 όσο και ο ιδιοκτήτης της οικίας, Ενάγοντας 2, δεν συγκατατίθενται πλέον στη διαμονή του Εναγόμενου στην επίδικη οικία, ιδιοκτησίας του πατέρα της Ενάγουσας, Ενάγοντα 2, στην οποία η Ενάγουσα διαμένει με τα παιδιά της και είναι κάτοχος σ΄ αυτήν, κρίνω ότι είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας στην παρούσα αγωγή που αφορά, όπως από την αρχή επισημάνθηκε, το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία (trespass) από μέρους του Εναγόμενου. Όπως πολύ σωστά έχει επισημανθεί από το συνήγορο των Εναγόντων είναι νομολογημένο ότι η παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία είναι ουσιαστικά αδίκημα εναντίον της κατοχής και όχι της κυριότητας του ακινήτου. Έστω και μικρός βαθμός κατοχής είναι αρκετός για να νομιμοποιεί τον Ενάγοντα να εγείρει αγωγή εναντίον του Εναγόμενου[7]. Όπου δε κάτοχος ακινήτου δίδει άδεια σε κάποιο να εισέλθει στην ακίνητη περιουσία και μετά την αποσύρει ή λήγει ο χρόνος διάρκειας της άδειας η νόμιμη παρουσία συνήθως μετατρέπεται σε παράνομη επέμβαση[8]. Επαναλαμβάνω. Το Δικαστήριο δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να εξάξει οποιοδήποτε θετικό και/ή δεσμευτικό εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν τα πιο πάνω, απλώς να διαπιστώσει ότι οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 ικανοποιούνται. Αποφεύγω δε, επιμελώς, να καταλήξω σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης εφόσον σε μια τέτοια ενδιάμεση αίτηση τα ζητήματα που εγείρονται δεν αποφασίζονται τελεσίδικα. Η έρευνα του Δικαστηρίου θα πρέπει να σταματά όπου επιτρέπει τη διαπίστωση ύπαρξης ή ανυπαρξίας κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Είναι αρκετό δε ο Ενάγων-Αιτητής προς στοιχειοθέτηση και των τριών προϋποθέσεων που θέτει το Άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/60 να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας η οποία θα χρειασθεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Είναι η κρίση μου, λοιπόν, ότι τα όσα έχει επικαλεστεί η πλευρά των Εναγόντων στην Ένορκη Δήλωση που κατατέθηκε προς υποστήριξη της υπό εξέταση αίτησης, με το περιορισμένο βάρος που έχει για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Θα εξετάσουμε στη συνέχεια και το κατά πόσο συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση του πιο πάνω Άρθρου, δηλαδή, να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Βασικά εάν η φύση της υπόθεσης επιτρέπει δίκαιο υπολογισμό της ζημιάς και η επιδίκαση αποζημιώσεων στους Ενάγοντες/Αιτητές στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους, τότε η έκδοση ή συνέχιση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Όμως, όπου ο υπολογισμός είναι δύσκολος ή αδύνατος, τότε υπάρχει ενδεχόμενο να ικανοποιείται η προϋπόθεση[9]. Όσον αφορά τις συμπεριφορές που αποδίδονται στον Εναγόμενο τόσο από την Ενάγουσα όσο και από τον Ενάγοντα 2 και γενικότερα τα προβλήματα που ισχυρίζονται ότι δημιουργεί σε βάρος της πρώην συζύγου του και των παιδιών του ο Εναγόμενος διατυπώνει την άρνηση του ισχυριζόμενος ότι τα οποιαδήποτε επεισόδια για τα οποία προβλήθηκαν σχετικοί ισχυρισμοί είναι «φτιαγμένα και προσχεδιασμένα από μέρους τους με μοναδικό σκοπό να πετύχουν την εκδίωξη» του από τη συζυγική οικία την οποία έφτιαξε «με τους κόπους και τον ιδρώτα του». Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όταν οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας είναι γνωστό ότι η εύλογη αποτίμηση σε χρήμα αποτελεί λόγο να μην εκδοθεί ή να διατηρηθεί σε ισχύ ένα προσωρινό διάταγμα[10]. Με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η συνέχιση της διαβίωσης της Ενάγουσας και των παιδιών της κάτω από τις συνθήκες που έχει, τόσο αυτή όσο και ο Ενάγων 2, περιγράψει στις ένορκες δηλώσεις τους και στη μαρτυρία που προσκομίσθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασης τους και αφορά τα ισχυριζόμενα επεισόδια του Εναγόμενου σε βάρος της Ενάγουσας και των παιδιών τους και γενικά την όλη συμπεριφορά που αυτός εκδηλώνει, είναι τέτοια που είναι φανερό ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο της υπόθεσης δεν θα μπορούσε να αποτελέσει ικανοποιητική θεραπεία προς όφελος των Εναγόντων. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση The Timberland and Co of USA v. Evans & Sons Ltd κ.ά
(1998)1 ΑΑΔ 1179 η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Στην υπόθεση Παπαστράτης v. Πιερίδης
(1979)1 CLR 231 επισημάνθηκε ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη[11]. Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη[12]. Εξετάζοντας, λοιπόν, το ισοζύγιο της ευχέρειας όπου αποφασίζεται το εύλογο και το δίκαιο της απόφασης για έκδοση του διατάγματος, θεωρώ ότι υπό το σύνολο όλων των περιστάσεων και γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τα πράγματα συγκλίνουν υπέρ της αποδοχής του αιτήματος. Η ζημιά και η ταλαιπωρία που θα υποστεί η Ενάγουσα και η οικογένειά της - τα παιδιά της - από την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων γέρνει κατά την άποψή μου τη ζυγαριά προς όφελος της. Δεν θα συμμεριστώ τη θέση που διατυπώθηκε εκ μέρους του Εναγόμενου ότι η έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος θα είχε ως κατάληξη το Δικαστήριο να έχει προαποφασίσει τόσο το πραγματικό όσο και το νομικό καθεστώς της υπόθεσης χωρίς την εκδίκασή της επί της ουσίας. Επισημαίνεται εδώ ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή δεν αποκλείεται[13]. Ένα θέμα που έθιξε η πλευρά του Εναγόμενου αφορά τη μεγάλη καθυστέρηση που σημειώθηκε στην αναζήτηση θεραπείας. Προτού εξεταστεί το ζήτημα αυτό υπό το φως των περιστατικών της υπόθεσης θεωρώ χρήσιμο να θέσω τις νομικές αρχές που διέπουν ένα τέτοιο ζήτημα. Στην Τσιαντής ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 A.A.Δ. 2029 έγινε επισκόπηση της σχετικής νομολογίας αναφορικά με το θέμα της καθυστέρησης. Στην εν λόγω απόφαση οι αρχές οι οποίες προκύπτουν από τη νομολογία διατυπώθηκαν ως εξής:
(1)Η καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα είναι γενικώς μοιραία.
(2)Το ζήτημα της καθυστέρησης πρέπει να σταθμίζεται με την πιθανότητα του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του και να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης ή έχει καθησυχαστεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή έχει πλανηθεί λόγω της απραξίας του ενάγοντα.
(3)Το κατεπείγον του θέματος μπορεί να προκύψει και μετά τη γένεση της βάσης της αγωγής.
(4)Η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση της θεραπείας εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορούν να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες. Όπως έχει τονισθεί στην Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) Α.Α.Δ. 788 οποιαδήποτε σημαντική μη αναγκαία καθυστέρηση στην επιδίωξη ενδιάμεσης θεραπείας ενδέχεται να γείρει το ισοζύγιο της ευχέρειας εναντίον του ενάγοντα. Η καθυστέρηση, λοιπόν, αποτελεί ένα παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη όταν εξετάζεται το ισοζύγιο της ευχέρειας. Ας μη ξεχνούμε, όπως υπογραμμίστηκε στη σχετική νομολογία, ότι το προσωρινό διάταγμα αποτελεί δυνητική θεραπεία. Ανεξήγητη καθυστέρηση από τους ενάγοντες πάντα αποτελούσε εμπόδιο για τη χορήγηση τέτοιας θεραπείας. Αυτό τούτο το γεγονός της καθυστέρησης καταδεικνύει ότι ο ενάγων δεν χρειάζεται την άμεση και εξαιρετική θεραπεία που προσφέρεται από το προσωρινό διάταγμα. Έτσι στην Bacardi (πιο πάνω) καθυστέρηση δύο ετών και τεσσάρων μηνών στην έναρξη διαδικασίας μετά τη διαπίστωση της παραβίασης οδήγησε το Δικαστήριο να μη χορηγήσει το αιτηθέν διάταγμα, απόφαση η οποία επικυρώθηκε κατ΄ έφεση, παρόλο ότι ικανοποιούνταν και οι τρεις προϋποθέσεις του Άρθρου 32. Στην υπόθεση SPIDERTRADE COM. FIN. LTD v. X"Γαβριήλ
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 121 καθυστέρηση οκτώ μηνών για λήψη μέτρων, στην απουσία εξηγήσεων, οδήγησε σε απόρριψη αιτήματος για προσωρινό διάταγμα. Σ΄ ό,τι αφορά το θέμα της καθυστέρησης η Ενάγουσα στην Ένορκη Δήλωση της δίδει τις δικές της εξηγήσεις για το λόγο που αποφάσισε τώρα να αποταθεί στο Δικαστήριο για εξασφάλιση θεραπείας παρά το ότι οι συμπεριφορές του Εναγόμενου, όπως τις περιέγραψε, υπήρχαν και λάμβαναν χώρα από το 2005 και μέχρι σήμερα και στη συνέχεια αφού μεσολάβησε η έκδοση διαζυγίου μεταξύ του ζεύγους το 2009 (24.6.2009). Αναφέρθηκε, συγκεκριμένα, στο ότι η άρνηση του Εναγόμενου να πληρώσει το ρεύμα και η διακοπή του ρεύματος την ώθησε να πάρει το θάρρος και στις 29.4.2011 να βγάλει τα ρούχα του από το σπίτι και να αλλάξει τις κλειδαριές του σπιτιού[14]. Περαιτέρω, κατά το στάδιο της αντεξέτασης της εξήγησε ότι μετά την έκδοση του διαζυγίου ανέμενε ότι σε κάποια στιγμή ο Εναγόμενος θα έφευγε από το σπίτι, δεν προέβη, όμως, σε δικαστικά διαβήματα εναντίον του παραδεχόμενη ότι αυτό ήταν λάθος της, υπογραμμίζοντας ότι κάθε άνθρωπος έχει τις αντοχές του και ότι η ίδια άντεξε λίγο περισσότερο. Τόνισε, ωστόσο, ότι η συμπεριφορά του Εναγόμενου δεν ήταν ανεκτή, εξου και υπάρχουν στοιχεία για τις καταγγελίες στην Αστυνομία. Λαμβάνοντας υπόψη όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, παρά το γεγονός ότι προκύπτει η παρέλευση σημαντικού χρονικού διαστήματος από το στάδιο κατά το οποίο είχαν προκύψει τα σοβαρά προβλήματα που η ίδια η Ενάγουσα περιέγραψε σε σχέση με τη συμπεριφορά του Εναγόμενου στο σπίτι και, ενώ παρήλθαν δύο χρόνια από την έκδοση διαζυγίου, εντούτοις δόθηκαν ικανοποιητικές εξηγήσεις για την απόφαση των Εναγόντων να επιδιώξουν μόλις πρόσφατα την εξασφάλιση ενδιάμεσης θεραπείας εναντίον του Εναγόμενου. Από την άλλη, να σημειώσω ότι δεν υποστηρίχθηκε εκ μέρους του Εναγόμενου ότι ένεκα της καθυστέρησης που μεσολάβησε υπέστη οποιαδήποτε αρνητική συνέπεια. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, θεωρώ ότι οι Ενάγοντες/Αιτητές ικανοποίησαν και τις τρεις προϋποθέσεις που τίθενται στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και έδειξαν ότι είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ τους. Ως αποτέλεσμα, εκδίδονται προσωρινά διατάγματα ως η παράγραφος (Α), (Β) και (Γ) της Αίτησης. Τα έξοδα της διαδικασίας αυτής θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων/Αιτητών και σε βάρος του Εναγόμενου/Καθ΄ου η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ..................... Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, ΑΕΔ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Δέστε Demades v. Studio
(1996)1 A.A.Δ. και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704. [2] Δέστε Acropol Shipping Co Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38, Constantinides v. Macrigiorgi
(1978)1 C.L.R. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 C.L.R. 605, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motovia Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Pastella Marine Co Ltd v. National Iranian Tanker Co Ltd
(1987)1 C.L.R. 583, 599-602, Metro Shipping & Travel Ltd v. Global Cruises S.A.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 Α.Α.Δ. 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 282), Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.α.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453. [3] Δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149. [4] Δέστε Hadjikyriacos Co Ltd v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, 267-268 [5] Δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 C.L.R. 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. [6] Δέστε Άρθρο 43
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. [7] Δέστε Adamou v. Christofi
(1974)1 CLR 100. [8] Δέστε Liasidou and another v. Papademetriou
(1975)1 CLR 122. [9] Δέστε Karydas Taxi v. Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321. [10] Δέστε ΚΟΤ v. Θεωρή
(1989)1ΑΑΔ (Ε) 255, Larticon Co v. Detergenta Developers Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 1121. [11] Δέστε και Κυρίσαββα κ.ά. v. Κίζη
(2001)1 ΑΑΔ 1245. [12] Όπως το έχει θέσει ο Δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670: «The principal dilemma about the grant of interlocutory injunctions whether prohibitory or mandatory, is that there is by definition a risk that the Court may make the "wrong" decision in the sense of granting an injunction to a party who fails to establish his right at the trial (or would fail if there was a trial) or alternatively in failing to grant an injunction to a party who succeeds (or would succeed) at trial. A fundamental principle is therefore that the Court should take whichever course appears to carry the lower risk of injustice should it turn out to have been "wrong" in the sense I have described. The guidelines for the grant of both kinds of interlocutory injunctions are derived from this principle.» [13] Δέστε Jonitexo Ltd v. Adidas Sports Chuhtabriken Adi Dassler KG
(1984)1 CLR 263, Κοσμά v. Χατζηκυπρή κ.ά.
(2000)1 ΑΑΔ 169 και Κουνουνά v. C & A Simonos Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 1361. [14] Παράγραφος 13 της Ένορκης Δήλωσης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο