← Κύπρος

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Κυριάκου Ματθαίου, Αρ. Αγωγής: 106/07, 12/09/2011

Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Κυριάκου Ματθαίου, Αρ. Αγωγής: 106/07, 12/09/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A92 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 106/07 Μεταξύ: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Ενάγουσα -και- Κυριάκου Ματθαίου Εναγόμενου Και δια ανταπαιτήσεως: Κυριάκου Ματθαίου Ενάγοντα -και-

  1. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
  2. Εθνική Χρηματιστηριακή Κύπρου Λτδ Εναγομένων ------------------- Αίτηση ημερομηνίας 21/01/2011 για τροποποίηση της Υπεράσπισης Ημερομηνία: 12/09/2011 Εμφανίσεις: Για Αιτητή-Εναγόμενο: κα Σουρουλλά για κ. Καλλή Για Καθ' ης η Αίτηση-Ενάγουσα 1: κ. Παστός για κ. Τριανταφυλίδη Για Καθ' ης η Αίτηση-Εναγόμενη 2: κ. Κλεάνθους Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Εναγόμενος, Κυριάκος Ματθαίου, με την Αίτησή του ημερομηνίας 21/01/2011, ζητά την τροποποίηση της Υπεράσπισης και συγκεκριμένα των παραγράφων 6, 8, 13, 14, 15, 16, 17, 18, τη διαγραφή των παραγράφων 21 και 22 και την αντικατάσταση της παραγράφου
  3. Συγκεκριμένα, αιτείται ως ακολούθως:
  4. Άδεια τροποποίησης της Εκθέσεως Υπερασπίσεως ως ακολούθως:-

(1)Δια της αντικατάστασης των περιεχομένων της παραγράφου 6 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως με τα εξής: «Ο Εναγόμενος αρνείται το περιεχόμενο της παραγράφου 4, καλεί την Ενάγουσα σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών της και ισχυρίζεται ότι τα πληρεξούσια έγγραφα ημερ.18/12/2000 και ημερ.05/07/2002 με τα οποία διορίζονται η εξ' ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2 και η Ενάγουσα αντίστοιχα ως πληρεξούσιοι αντιπρόσωποι του ως και το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 31/03/1999 που διόριζε ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τη Severis Athienitis Securities δεν αποτελούν έγκυρα πληρεξούσια έγγραφα και/ή δεν δεσμεύουν με οποιοδήποτε τρόπο τον Εναγόμενο καθώς δεν φέρουν την υπογραφή του. Περαιτέρω ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε διόρισε την Ενάγουσα και/ή την εξ' ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2 ως πληρεξούσιους αντιπροσώπους του για την τέλεση οποιοδήποτε πράξεων για λογαριασμό του ή για αντιπροσώπευση του σε συναλλαγές με τρίτους και οποιεσδήποτε πράξεις και/ή χρεώσεις έγιναν στο όνομα του Εναγομένου είναι παράνομες και/ή άκυρες και δεν δεσμεύουν τον Εναγόμενο με οποιοδήποτε τρόπο καθώς δεν υπήρξε οποιαδήποτε σχέση αντιπροσωπείας μεταξύ του Εναγομένου και της Ενάγουσας και/ή της εξ' ανταπαιτήσεως Εναγομένης 2».
(2)Δια της τροποποιήσεως της παρ.8 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως ως εξής:- Στην 9η γραμμή της παρ.8 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως να προστεθούν τα εξής: «Είναι περαιτέρω ισχυρισμός του Εναγομένου ότι παράνομα και/ή αντισυμβατικά και/ή άνευ πληρεξουσιότητας η Ενάγουσα χρέωνε το λογαριασμό του αφού: i. Ο Εναγόμενος ουδέποτε διόρισε την Ενάγουσα και/ή την εξ' ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2 ως πληρεξούσιους αντιπροσώπους του ii. το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 18/12/2000 δεν αποτελεί έγκυρο πληρεξούσιο έγγραφο και/ή δεν δεσμεύει με οποιοδήποτε τρόπο τον Εναγόμενο καθώς δεν φέρει την υπογραφή του iii. το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 31/03/1999 δεν αποτελεί έγκυρο πληρεξούσιο έγγραφο και/ή δεν δεσμεύει με οποιοδήποτε τρόπο τον Εναγόμενο καθώς δεν φέρει την υπογραφή του iv. το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 05/07/2002 δεν αποτελεί έγκυρο πληρεξούσιο έγγραφο και/ή δεν δεσμεύει με οποιοδήποτε τρόπο τον Εναγόμενο καθώς δεν φέρει την υπογραφή του v. ως εκ τούτου καμία σχέση αντιπροσωπείας δεν υπήρχε μεταξύ του Εναγομένου και της Ενάγουσας και/ή της εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένης 2 και της Severis Athienitis Securities και του Εναγομένου καθώς ουδέποτε προσλήφθηκαν από τον Εναγόμενο και καμία πληρεξουσιότητα δεν δόθηκε σε αυτούς δια να τελούν οποιεσδήποτε πράξεις για λογαριασμό του Εναγομένου ή για αντιπροσώπευση του σε συναλλαγές με τρίτους vi. οι χρεώσεις εγένοντο με βάση παράνομα και/ή ανύπαρκτα πληρεξούσια έγγραφα χωρίς οποιαδήποτε πληρεξουσιότητα vii. οι χρεώσεις εγένοντο από πρόσωπα τα οποία δεν μπορούσαν να καταστούν αντιπρόσωποι του Εναγομένου καθώς δεν διορίστηκαν ως τέτοιοι ρητώς η σιωπηλώς ή άλλως πως viii. Επομένως ο Εναγόμενος ισχυρίζεται πως η βάση της αγωγής είναι νομικά ανύπαρκτη.»
(3)Δια της τροποποίησης της παραγράφου 13 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως ως ακολούθως: Δια της αντικατάστασης των περιεχομένων της παραγράφου 13 με τα εξής: «Στα πλαίσια της πιο πάνω συμφωνίας η Ενάγουσα ενώ δεν είχε καμία εξουσιοδότηση από τον Εναγόμενο επέτρεψε και/ή αποδέχτηκε να χρεώνεται ο λογαριασμός του Εναγομένου με χρεώσεις που απέστελλε η εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2 και η Severis Athienitis Securities οι οποίοι δεν ήταν εξουσιοδοτημένοι από τον Εναγόμενο για να χρεώνουν με οποιοδήποτε τρόπο τον λογαριασμό του. Οι πιο πάνω χρεώσεις έλαβαν χώρα παράνομα και χωρίς οποιαδήποτε εξουσιοδότηση από τον Εναγόμενο καθώς τα πληρεξούσια έγγραφα ημερ.31/03/1999, 18/12/2000 και ημερ.05/07/2002 δεν αποτελούν έγκυρα πληρεξούσια έγγραφα και/ή δεν δεσμεύουν με οποιοδήποτε τρόπο τον Εναγόμενο καθώς δεν φέρουν την υπογραφή του».
(4)Δια της τροποποιήσεως της παρ.14 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως ως εξής:- Στην 6η γραμμή της παρ.14 να προστεθούν τα εξής: «χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξουσιοδότηση ο Εναγόμενος».
(5)Δια της τροποποιήσεως της παρ.15 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως ως εξής: Στην 6η γραμμή της παρ.15 τη διαγραφή των λέξεων «και των πληρεξούσιων αντιπροσώπων της» και αντικατάσταση τους με «και/ή παράνομων χρεώσεων που έγιναν χωρίς εξουσιοδότηση του Εναγομένου».
(6)Δια της διαγραφής των παρ.16, 16(α)-(κ), 16(α)-(ζ) 16(i)-(ix) της Εκθέσεως Υπερασπίσεως και της αναριθμήσεως των υπόλοιπων παραγράφων.
(7)Δια της διαγραφής των παρ.17, 17(i)-(vi) της Εκθέσεως Υπερασπίσεως και της αναριθμήσεως των υπόλοιπων παραγράφων.
(8)Δια της τροποποιήσεως της παρ.18 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως ως εξής:- i. Στην 7η γραμμή της παρ.18(α) να προστεθούν τα εξής: «αφού ο Εναγόμενος ουδέποτε εξουσιοδότησε ούτε την Ενάγουσα ούτε την εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2 ούτε και τη Severis Athienitis Securities για τη διενέργεια οποιοδήποτε χρηματιστηριακών πράξεων, καθώς τα πληρεξούσια έγγραφα ημερ.31/03/1999, 08/12/2000 και 07/07/2000 δεν αποτελούν έγκυρα πληρεξούσια έγγραφα και/ή δεν δεσμεύουν με οποιοδήποτε τρόπο τον Εναγόμενο καθώς δεν φέρουν την υπογραφή του. Περαιτέρω ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι καθώς δεν υπήρξε οποιαδήποτε σχέση αντιπροσωπείας μεταξύ του Εναγομένου και της Ενάγουσας και/ή της εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένης 2 και ή της Severis Athienitis Securities οποιεσδήποτε πράξεις και/ή χρεώσεις έγιναν στο όνομα του είναι παράνομες και/ή άκυρες και δεν δεσμεύουν τον Εναγόμενο με οποιοδήποτε τρόπο». ii. Στην 3η γραμμή της παρ.18(β) να προστεθούν μετά τις λέξεις «κινητών αξιών» τα εξής: «χωρίς εξουσιοδότηση». iii. Δια της διαγραφής των παρ.18(γ) και 18(δ).
(9)Δια της διαγραφής των παρ.21, 22 της Εκθέσεως Υπερασπίσεως και αναριθμήσεως των υπόλοιπων παραγράφων.
(10)Δια της προσθήκης των ακόλουθων ως νέες παραγράφους και την αναρίθμηση τους, πριν την παράγραφο 23 της Έκθεσης Υπερασπίσεως: i. Ο Εναγόμενος αρνείται το περιεχόμενο της παραγράφου 10 της Έκθεσης απαίτησης και περαιτέρω ισχυρίζεται τα ακόλουθα: ότι δικαιούται απόφασης με την οποία να διατάσσεται η Ενάγουσα όπως καταβάλει στον Εναγόμενο το ποσό το οποίο εισέπραξε από την πώληση των μετοχών LIBRA HOLIDAYS GROUP LTD, FILOKTIMATIKI LTD, TOXOTIS INVESTMENTS LTD, D.H. CYPROTELS PUBLIC LTD, PALINEX TRADING LTD, GLOBAL CONSOLIDATOR LTD, LOUIS PUBLIC CO LTD ήτοι το ποσό των ΛΚ 6.893,91 ήτοι €11.788 οι οποίες μετοχές πωλήθηκαν από την εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2 χωρίς την ύπαρξη έγκυρου πληρεξουσίου εγγράφου. ii. Είναι ο ισχυρισμός του Εναγομένου ότι δικαιούται απόφασης με την οποία να διατάσσεται η εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2 όπως καταβάλει στον Εναγόμενο το ποσό των ΛΚ 6.893,91 ήτοι €11.788 το οποίο κατέβαλε στην εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένη 1 από την παράνομη και χωρίς εξουσιοδότηση πώληση των μετοχών LIBRA HOLIDAYS GROUP LTD, FILOKTIMATIKI LTD, TOXOTIS INVESTMENTS LTD, D.H. CYPROTELS PUBLIC LTD, PALINEX TRADING LTD, GLOBAL CONSOLIDATOR LTD, LOUIS PUBLIC CO LTD. iii. Είναι ισχυρισμός του Εναγομένου ήτοι κανένα ποσό δεν οφείλει στην Ενάγουσα δυνάμει της Συμφωνίας ημερομηνίας 16/02/1999 μεταξύ των μερών και/ή αλλιώς πώς.
(11)Δια της διαγραφής των παραγράφων 24(Α)-(Η), της αναριθμήσεως της παραγράφου 24 συμφώνως των πιο πάνω και της αντικατάστασης της με τα ακόλουθα: (Α) Απόφαση του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα (Β) Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να διατάσσεται η ακύρωση και/ή διαγραφή του ισχυριζόμενου από της Ενάγουσας χρέους το οποίο προέκυψε από τη σύναψη της πιο πάνω Συμφωνίας Επενδυτικού Λογαριασμού ή οποιασδήποτε άλλης ισχυριζόμενης μεταγενέστερης της. (Γ) Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου εναντίον της Ενάγουσας για ποσό ΛΚ6.893,91 ήτοι €11.
  1. (Δ) Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου εναντίον της εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένης 2 για ποσό ΛΚ6.893,91 ήτοι €11.
  2. (Ε) Οιαδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω θεραπεία το Δικαστήριο θεωρήσει δίκαιη και/ή πρέπουσα υπό τις περιστάσεις. (ΣΤ) Νόμιμο τόκο. Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 θ.1-6, Δ.48 θ.1-4, 7 και 9, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του Εναγομένου Κυριάκου Ματθαίου, ο οποίος γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα. Κατά τον ισχυρισμό του, όταν έδωσε προφορικές οδηγίες και γραπτές σημειώσεις στον δικηγόρο του για σκοπούς ετοιμασίας της Υπεράσπισης και της Ανταπαίτησης, λόγω «μη αποτελεσματικής έκφρασης της θέσης του», καθώς και λάθους δικού του και σύγχυσης, δεν έγινε αντιληπτός από τον δικηγόρο του και δεν συμπεριλήφθηκαν ουσιαστικά γεγονότα στην καταχωρηθείσα Υπεράσπισή του. Αυτό περιήλθε πρόσφατα στην αντίληψή του, μετά από συνάντηση που είχε γίνει στις 22/12/2010 με τους αντιδίκους, σε σχέση με την υπό κρίση υπόθεση. Διαπίστωσε, στις 22/12/2010, μετά από μελέτη των τεκμηρίων με τους δικηγόρους του, ότι τα πληρεξούσια έγγραφα με ημερομηνία 18/12/2000 και 05/07/2002, με τα οποία διορίζονταν η εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2 και η Ενάγουσα, ως πληρεξούσιοι αντιπρόσωποί του, καθώς και το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 31/03/1999, με το οποίο διοριζόταν η SEVERIS ATHIENITIS SECURITIES, ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπός του, δεν αποτελούν έγκυρα πληρεξούσια, λόγω του ότι δεν φέρουν την υπογραφή του. Οπόταν, η τέλεση οποιοδήποτε πράξεων για λογαριασμό του ιδίου ή η αντιπροσώπευσή του σε συναλλαγές με τρίτους ήταν παράνομες ή/και άκυρες ή/και δεν τον δέσμευαν με οποιοδήποτε τρόπο. Κατά τον ισχυρισμό του, ουδέποτε είχε διορίσει την «ΕΘΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ», ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του, οπόταν οι οποιεσδήποτε χρεώσεις έγιναν στο όνομά του, δυνάμει του πληρεξουσίου, είναι παράνομες και/ή άκυρες. Το γεγονός αυτό δεν αναφέρθηκε στην αρχική Υπεράσπιση, γιατί ο ίδιος δεν είχε στην κατοχή του, κατά το χρόνο ετοιμασίας της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, τα εν λόγω πληρεξούσια. Εισηγείται, ότι ο μόνος λόγος που αιτούμενες τροποποιήσεις δεν έγιναν σε προηγούμενο στάδιο, ήταν γιατί δεν γνώριζε τα συγκεκριμένα γεγονότα από προηγουμένως και ότι έλαβε γνώση των γεγονότων στις 22/12/
  3. Εισηγείται ότι οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις, οι οποίες αφορούν την Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, είναι σημαντικές και απαραίτητες για να καθοριστεί με σαφήνεια η πραγματική υπεράσπιση και για πληρέστερη διαλεύκανση των πραγματικών θεμάτων. Είναι επίσης, κατά τον ομνύοντα, απολύτως αναγκαίες, αφού είναι συνυφασμένες με τα πραγματικά γεγονότα και χρήζουν εξέτασης. Η Ενάγουσα, είναι η θέση του, δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη και/ή οποιαδήποτε ζημιά και/ή ταλαιπωρία, στην περίπτωση που επιτραπούν οι συγκεκριμένες τροποποιήσεις, αφού μπορεί να εκδοθεί η κατάλληλη διαταγή για έξοδα, λόγω του ότι η ακρόαση της αγωγής δεν έχει ακόμη αρχίσει. Στην αντίθετη περίπτωση, αν οι αιτούμενες τροποποιήσεις δεν επιτραπούν, θα πληγούν ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα του Εναγόμενου και δεν θα τύχει δίκαιης δίκης, κατά τον ισχυρισμό του. ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η Ενάγουσα-Καθ' ης η αίτηση 1, καταχώρησε Ένσταση η οποία στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.19 θ.13-16, Δ.21, Δ.25 θ.1-5, Δ.39 θ.2 και Δ.48 θ.1-7 και 9, το Άρθρο 30 του Συντάγματος, το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και στις γενικές εξουσίες και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Προβάλλονται δώδεκα
(12)λόγοι ένστασης, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι η Αίτηση είναι παράτυπη, άκυρη και αντίθετη με την υπάρχουσα νομοθεσία, γιατί βασίζεται σε λανθασμένο νομικό υπόβαθρο, ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται στην ουσία η εισαγωγή εκτεταμένων πραγματικών ισχυρισμών, οι οποίοι θεμελιώνουν νέα βάση υπεράσπισης και διευρύνουν το νομικό και το πραγματικό πλαίσιο της δίκης και θα επηρεάσουν δυσμενώς τα δικαιώματα της Ενάγουσας σε ανεπανόρθωτο βαθμό και θα εκτροχιάσουν τη δίκη από την πορεία της. Επιπρόσθετα, καταγράφονται ως λόγοι ένστασης η συμπεριφορά του Εναγομένου, στον οποίο όλα τα σχετικά έγγραφα ήταν γνωστά από τις 18/07/2008, όταν αυτά είχαν σταλεί από τους δικηγόρους των Εναγόντων στους δικηγόρους του. Οπόταν, είναι ο ισχυρισμός της Καθ' ης η αίτηση 1, ότι η συγκεκριμένη Αίτηση γίνεται σε πολύ προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, τέσσερα χρόνια μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και αφού η υπόθεση είχε οριστεί για ακρόαση αρκετές φορές. Επίσης, προωθείται ως λόγος ένστασης το γεγονός ότι δεν δικαιολογείται επαρκώς ή και καθόλου η προβολή νέας γραμμής υπεράσπισης και/ή ανταπαίτησης σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, αλλά ούτε και προβάλλεται οποιαδήποτε βάσιμη δικαιολογία. Καταλήγει, η Ενάγουσα-Καθ' ης η αίτηση 1, ότι η οποιαδήποτε αποδοχή της Αίτησης, θα καθυστερήσει την τελική εκδίκαση της υπόθεσης και θα επηρεάσει δυσμενώς τα δικαιώματα, τόσο της ίδιας καθώς και της εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένης 2. Η Ένσταση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση της κας Τούλιας Θεμιστοκλέους, η οποία βρίσκεται στην υπηρεσία της Καθ' ης η αίτηση 1-Ενάγουσας Εταιρείας. Η ίδια έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στη συγκεκριμένη Ένορκη Δήλωση ενώ κατέχει και έχει υπό τη φύλαξή της όλα τα σχετικά έγγραφα που αφορούν το λογαριασμό του Εναγόμενου. Κατά τον ισχυρισμό της, με την αιτούμενη τροποποίηση δεν επιχειρείται απλή τροποποίηση του υφιστάμενου δικογράφου, αλλά η ολοκληρωτική αντικατάσταση της υφιστάμενης υπεράσπισης και ανταπαίτησης με τέτοιο τρόπο που να επεκτείνεται και να διευρύνεται το νομικό και πραγματικό πλαίσιο της δίκης σε τέτοιο βαθμό ώστε ενδεχόμενη έγκριση της Αίτησης να συνεπάγεται τον επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Υποστηρίζει ότι ο Εναγόμενος στην αρχική του υπεράσπιση παραδέχεται ρητά την υπογραφή των συγκεκριμένων πληρεξουσίων εγγράφων και προβάλλει για τέσσερα και πλέον χρόνια την ίδια νομική υπεράσπιση ενώ με την αιτούμενη τροποποίηση ανακαλεί τις παραδοχές του και επιδιώκει τον επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Επιπρόσθετα, κατά την ομνύουσα, επιδιώκεται η διαγραφή ολόκληρης της προβληθείσας Ανταπαίτησης και η αντικατάστασή της με μια νέα Ανταπαίτηση, η οποία να εδράζεται επί διαφορετικών γεγονότων. Κατά τη δική της άποψη, η υπό κρίση Αίτηση τροποποίησης συνιστά μια ύστατη προσπάθεια του Εναγομένου να αποφύγει την εκδίκαση της υπό κρίση υπόθεσης και να προκαλέσει μεγάλη ταλαιπωρία στους Ενάγοντες. Ο Εναγόμενος-Αιτητής, σύμφωνα με την ομνύουσα, δεν προβάλλει κανένα ουσιαστικό ή ικανοποιητικό λόγο ή δικαιολογία, γιατί οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί δεν έχουν προβληθεί στο παρελθόν, αφού πρόκειται για συγκεκριμένα έγγραφα με συγκεκριμένες ημερομηνίες, στα οποία είχε γίνει αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης. Η δικαιολογία η οποία προβάλλεται από τον Εναγόμενο, είναι η εισήγησή της, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και είναι κακόπιστη, γιατί όπως προκύπτει, αρχικά ο Εναγόμενος έδωσε εκτενείς λεπτομέρειες όσον αφορά το περιεχόμενο και τους όρους της Αίτησης για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων, ενώ, κατά τον ισχυρισμό του, διακατεχόταν από σύγχυση αναφορικά με τα πληρεξούσια έγγραφα. Και ενώ διακατεχόταν από σύγχυση έδωσε λεπτομερείς οδηγίες με βάση τις οποίες συντάχθηκε Υπεράσπιση η οποία εκτεινόταν σε έξι
(6)σελίδες. Εισηγείται, η ομνύουσα, ότι ο Εναγόμενος, λόγω του ότι δεν έχει υπεράσπιση, προσπαθεί να εφεύρει υπεράσπιση, με σκοπό την πρόκληση ταλαιπωρίας, εξόδων και καθυστέρησης. Παρά τον ισχυρισμό του Εναγομένου ότι περιήλθαν σε γνώση του τα συγκεκριμένα έγγραφα στις 22/12/2010, τα συγκεκριμένα έγγραφα είχαν αποσταλεί από τον δικηγόρο της Ενάγουσας στον δικηγόρου του Εναγομένου, στις 18/07/
  1. Οπόταν, είναι η θέση της ότι, εύλογα θα μπορούσε από τότε να εντοπισθεί η αβλεψία και εγείρει το ερώτημα γιατί ο Εναγόμενος-Αιτητής περίμενε τρία χρόνια για να αιτηθεί την τροποποίηση; Είναι περαιτέρω η θέση της, ότι το κακόπιστο της υπό κρίση Αίτησης διαφαίνεται από τη γενικότητα με την οποία προβάλλει τη νέα του υπεράσπιση, δηλαδή ότι τα έγγραφα δεν φέρουν την υπογραφή του, χωρίς παράλληλα να ισχυρίζεται κατά πόσο τα έγγραφα είναι ανυπόγραφα ή είναι προϊόν πλαστογραφίας καθώς επίσης και από το γεγονός ότι ενώ τα συγκεκριμένα έγγραφα του ήταν γνωστά από τις 18/07/2008, περίμενε τρία χρόνια για να καταχωρίσει την παρούσα Αίτηση. Καταλήγει, ότι στην περίπτωση που η υπό κρίση Αίτηση επιτύχει, θα επηρεαστούν τα δικαιώματα των Εναγόντων δυσμενώς, ενώ παράλληλα θα εκτροχιαστεί η υπόθεση από την πορεία που είχε, δηλαδή της ακρόασης. Όσον αφορά το νομικό υπόβαθρο, είναι ο ισχυρισμό της ότι δεν προσδιορίζεται οποιοδήποτε νομικό υπόβαθρο, με βάση το οποίο ο Εναγόμενος νομιμοποιείται στην τροποποίηση της υφιστάμενης υπεράσπισης. Η εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2, πρόβαλε τη δική της Ένσταση στην αίτηση τροποποίησης, στην οποία κατέγραψε έξι λόγους ένστασης, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: ότι δεν συντρέχουν οι νομικές αρχές και προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, ότι δεν παρέχεται καμιά και/ή ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης, ότι δεν γίνεται καλή τη πίστη γιατί τα γεγονότα που την υποστηρίζουν ήταν γνωστά και/ή εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν από τους δικηγόρους του Εναγομένου ή/και τον Εναγόμενο, ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα ισοδυναμούσε με την παροχή δεύτερης ευκαιρίας στον Εναγόμενο να παρουσιάσει στα δικόγραφά του μαρτυρία η οποία δεν περιλαμβάνεται στις έγγραφες προτάσεις, ότι δεν έχουν προκύψει νέα στοιχεία μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης τα οποία να μην ήταν σε γνώση του Εναγομένου. Καταλήγει, ότι τυχόν παροχή άδειας θα εκτροχιάσει τη δίκη και θα έχει ζημιογόνες για την εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένη
  2. Η Ένσταση καταγράφει ως νομική βάση τη Δ.25, τη Δ.48 θ.1-9, το Άρθρο 30 του Συντάγματος, τα άρθρα 31 και 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου και τις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της Άννας Κεττένη-Πασχάλη, η οποία εργάζεται στην εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2, γνωρίζει τα γεγονότα, ενώ παράλληλα είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στη συγκεκριμένη Ένορκη Δήλωση. Σύμφωνα με την ομνύουσα, ο Εναγόμενος γνώριζε από την αρχή τα έγγραφα τα οποία ο ίδιος είχε υπογράψει σε σχέση με τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών και γενικά τη λειτουργία του σχεδίου επενδυτικού δανείου, αφού αυτά κατεγράφησαν στην υπεράσπιση της εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένης 2, η οποία είχε καταχωριστεί 22/09/2008 και θα μπορούσαν να εντοπιστούν από τότε. Είναι η θέση της ότι ο ισχυρισμός του Εναγομένου, ότι τα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση του στις 22/12/2010, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, αφού όταν καταχώρησε την Υπεράσπισή του, στις 04/12/2007, ο ίδιος τα παραδέχθηκε, ενώ στις 05/12/2008 είχε γίνει Ένορκη Δήλωση αποκάλυψης εγγράφων και του παραδόθηκαν όλα τα σχετικά έγγραφα. Είναι η εισήγηση της ομνύουσας, ότι με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται ουσιαστικά η εισαγωγή νέων ισχυρισμών εκ μέρους του Εναγόμενου που θεμελιώνουν νέα και εντελώς διαφορετική βάση υπεράσπισης και επιχειρείται επαναπροσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων. Επιπρόσθετα, είναι η θέση της ότι στην καταχωρηθείσα Υπεράσπισή του, ο Εναγόμενος υποστηρίζει ότι η εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2 προέβηκε σε παραστάσεις και/ή τον συμβούλευσε και/ή προέβαινε στη διεκπεραίωση πράξεων στο Χ.Α.Κ. για λογαριασμό του. Οι συγκεκριμένες θέσεις του όμως άλλαξαν, χωρίς οποιαδήποτε δικαιολογία, πράγμα που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος με την καταχώρηση της Αίτησης για τροποποίηση, ενεργεί κακόπιστα. Εισηγείται ότι ο Εναγόμενος δεν ενέργησε με την αναγκαία ταχύτητα και σπουδή για την καταχώρηση της Αίτησης τροποποίησης, αλλά αντίθετα επέδειξε βραδύτητα, κωλυσιεργία και κακοπιστία. Τυχόν αποδοχή της Αίτησης, είναι η θέση της ομνύουσας, θα καθυστερήσει ακόμα περισσότερο την τελική εκδίκαση της υπόθεσης, κατά τρόπο που να επηρεάζονται ανεπανόρθωτα τα συνταγματικά δικαιώματα, τόσο των Εναγόντων, καθώς και της εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένης
  3. Όλες οι πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με αγορεύσεις και παρέπεμψαν το Δικαστήριο στη νομολογία που αφορά τέτοιου είδους αιτήσεις. Το Δικαστήριο έχει τις θέσεις κάθε πλευράς κατά νου και θα κάνει αναφορά σε αυτές όπου το κρίνει απαραίτητο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τη νομική πτυχή της Αίτησης, η οποία έχει ως κύρια βάση της τη Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρει τα εξής: "The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy, between the parties." Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τη δέουσα σαφήνεια. Μερικές αποφάσεις, στις οποίες έγινε ενασχόληση με το θέμα αυτό, είναι και οι αποφάσεις Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, SABA & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλας
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223, ημερ.22/02/2002 και Δ. Σ. Αγλαντζιάς ν. Χαρικλείδη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1608. Σύνοψη των καθιερωθέντων από τη νομολογία νομικών αρχών είναι η ακόλουθη: «
(1)Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Όπως αναφέρθηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σ. Νικήτα στη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704 στη σελίδα 707: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιστάσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.»
(2)Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα. (Βλ. Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα,
(1999)1 Α.Α.Δ. 44.) Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.
(3)Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα.
(4)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης, όπως διαγράφονται στην κάθε υπόθεση, συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου (βλ. Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) A.A.Δ. 33).
(5)Ο παράγοντας χρόνος, στην υποβολή αίτησης τροποποίησης, είναι σχετικός χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραίτητα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manu-Facturing & Exporting Co κ.ά ν. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd κ.ά
(1993)1 Α.Α.Δ. 726). Όμως, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας. Επιπρόσθετα, κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Φοινιώτης (πιο πάνω): «... Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για τροποποίηση.» Βλ. επίσης την υπόθεση Fereos Ltd v. Martin Bros Tobacco Co Inc
(1997)1 Α.Α.Δ. 378.
(6)Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. (Βλ. SABA & Co. (T.M.B.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426).
(7)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. (Βλ. Φοινιώτης (πιο πάνω) και Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημος Παραλήπτης
(1995)1 Α.Α.Δ. 607). Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποιήσεις της δικογραφίας κατά την δίκη (βλ. Kallice Holding Co Ltd ν. M.T.R. Metals (Overseas) Ltd (Aρ. 1)
(1996)1 Α.Α.Δ. 162).
(8)Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οποιοδήποτε άλλο. (Βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου (ανωτέρω).» Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναϊδος Χριστοδούλου κ.ά
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε ν' αποζημιωθεί με χρήμα». Πολύ πρόσφατα επαναδιατυπώθηκαν οι πιο πάνω αρχές στην απόφαση Jamal Y. Khan κ.α. v. Δημοκρατίας του Πακιστάν και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ.295/10, ημερ.11/07/
  1. ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΣΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΗ Είναι ο πρώτος ισχυρισμός των Καθ' ων η Αίτηση-Ενάγουσας και Εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένης 2, ότι η Αίτηση για τροποποίηση καταχωρίστηκε με μεγάλη καθυστέρηση. Μια αναδρομή στο ιστορικό της υπόθεσης καταδεικνύει ότι η αγωγή καταχωρίστηκε στις 17/01/2007 και η Υπεράσπιση καταχωρίστηκε στις 04/12/
  2. Τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 22/09/2008 και έγινε ένορκη αποκάλυψη εγγράφων στις 05/12/2008 από την Εναγομένη 2 εξ ανταπαιτήσεως. Ορίστηκε η υπόθεση για ακρόαση για πρώτη φορά στις 09/02/
  3. Έγιναν από όλες τις πλευρές αιτήματα για αναβολή της ακρόασης με αποτέλεσμα στις 22/12/2010, που ήταν ορισμένη για ακρόαση η υπόθεση, να αναφερθεί στο Δικαστήριο, από τον δικηγόρο του Εναγόμενου 1, ότι υπήρχε πρόθεση για τροποποίηση της Υπεράσπισης λόγω του ότι είχε διαπιστώσει ότι υπάρχει ενδεχόμενο πλαστογραφίας. Η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε στις 21/01/2011, πριν ξεκινήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης δικαιολογείται και επεξηγείται το χρονικό σημείο στο οποίο έγινε, η Αίτηση, στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του Αιτητή-Εναγόμενου. Αναφέρει ότι στις 22/12/2010 είχε διαπιστώσει τα συγκεκριμένα γεγονότα για τα οποία ζητά την τροποποίηση, πράγμα που αμφισβητείται από τους Καθ' ων η Αίτηση. Στην απόφαση Federal Bank of Lebanon (ανωτέρω), τονίστηκε ότι η μεγάλη καθυστέρηση συναρτάται με τους λόγους που την προκάλεσαν, η δε έννοια της καθυστέρησης προϋποθέτει βέβαια τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας. Αυτό που έχει σημασία είναι η ανεκμετάλλευτη και αναξιοποίητη παρέλευση του χρόνου που διέρρευσε από τη στιγμή που διαπιστώθηκε η ανάγκη για τροποποίηση ή που προέκυψαν τα στοιχεία στα οποία αυτή αναφέρεται. Εξετάζοντας το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης προς υποστήριξη της Αίτησης, εκείνο το οποίο ουσιαστικά προβάλλει ο Εναγόμενος-Αιτητής, είναι ο ισχυρισμός ότι από λάθος και/ή σύγχυση, δεν συμπεριλήφθηκαν στην καταχωρηθείσα Υπεράσπιση ουσιαστικά γεγονότα, τα οποία διαπιστώθηκαν στις 22/12/2010, μετά από συνάντηση με τους αντίδικους δικηγόρους και μελέτη των αντιγράφων των τεκμηρίων. Ο Εναγόμενος καταγράφει πότε αποκαλύφθηκε το λάθος ή/και η αβλεψία, ενώ επίσης καταγράφει γιατί δεν λήφθηκαν οποιαδήποτε μέτρα για την εισαγωγή των ισχυρισμών αυτών ενωρίτερα. Ας σημειωθεί ότι δεν έχει ξεκινήσει η ακρόαση της αγωγής. Είναι γεγονός ότι σύμφωνα με τη νομολογία, εγκρίνονται και αιτήσεις οι οποίες έχουν υποβληθεί με πολύ μεγαλύτερη καθυστέρηση ή και σε πολύ πιο προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, όμως η καθυστέρηση συναρτάται πάντα με το χρόνο κατά τον οποίο ο αιτών κατέστη γνώστης των γεγονότων, τα οποία τώρα θέλει να εισάγει. Γι' αυτό και έχει νομολογηθεί ότι, παρά την καθυστέρηση, εντούτοις εφόσον ένας Αιτητής πρόσφατα ήταν που έλαβε γνώση ή πρόσφατα είχε εντοπίσει την παράλειψη, παρά την παράλειψή του να προβεί σε διορθωτικά μέτρα ενωρίτερα, πολλές φορές τα αιτήματα αυτά εγκρίνονται. Εδώ τα γεγονότα διαπιστώθηκαν από τον Εναγόμενο-Αιτητή στις 22/12/2010 και η Αίτηση καταχωρίστηκε στις 21/01/
  4. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το πληρεξούσιο ημερομηνίας 18/12/2000, είχε αποκαλυφθεί στις 05/12/2008 με την αποκάλυψη εγγράφων, αυτό δεν αμφισβητείται από τον Εναγόμενο-Αιτητή. Όμως, αυτό που προβάλλει είναι ότι διαπίστωσε τα όσα καταγράφει στην παράγραφο 3 της Ένορκης Δήλωσής του, στις 22/12/2010, σε συνάντηση που είχε γίνει στην παρουσία όλων των μερών. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πρόκειται περί λάθους και αβλεψίας από μέρους του, το οποίο όμως λάθος προέκυψε λόγω του ότι δεν είχε αντιληφθεί τα γεγονότα τα οποία αντιλήφθηκε τη μέρα που ήταν ορισμένη για ακρόαση η υπόθεση, στις 22/12/2010 και όλοι ο δικηγόροι συναντήθηκαν και προφανώς συζήτησαν την υπόθεση. Με βάση αυτό το δεδομένο, ενήργησε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, παρά την αμέλειά του. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο η τροποποίηση της Υπεράσπισης είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς. Σίγουρα τα όσα καταγράφονται ως οι αιτούμενες τροποποιήσεις στην υπό κρίση αίτηση αποκαλύπτουν μια άλλη πτυχή της υπόθεσης, η οποία θα πρέπει να τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου για να αποφευχθούν άλλες νομικές διαδικασίες και για να τεθούν στην ολότητά τους οι ισχυρισμοί των μερών ενώπιον του Δικαστηρίου. Από τη στιγμή που η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή, όπου κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών καθώς επίσης και στις περιπτώσεις εκείνες που είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, το θέμα που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στα άλλα δύο μέρη της αγωγής, από την έγκριση του αιτήματος για τροποποίηση, που δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα. Θεωρώ ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε δεδομένο που να οδηγεί το Δικαστήριο στην κατάληξη ότι θα προκληθεί τέτοια αδικία που να μην μπορεί να αποζημιωθούν, τόσο η Ενάγουσα καθώς και η εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένη 2, με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα, έχοντας πάντα κατά νου ότι η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμα αρχίσει. Επιπρόσθετα, όπως έχω ήδη αναφέρει και όλες οι πλευρές είχαν υποβάλει αιτήματα αναβολής της ακρόασης της υπόθεσης, οπόταν δεν μπορούν να επικαλούνται εκτροχιασμό της διαδικασίας. Για τους πιο πάνω λόγους, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως εγκρίνω την Αίτηση, ιδιαίτερα έχοντας υπόψη το χρονικό στάδιο στο οποίο καταχωρίστηκε, πριν την έναρξη της ακρόασης. Συνεπακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης ως η Αίτηση. Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης να καταχωριστεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, καθώς και τα σπαταληθέντα (thrown-away), να βαραίνουν τον Εναγόμενο-Αιτητή. Ορίζεται η αγωγή για προγραμματισμό της ακρόασης στις 03/10/2011, η ώρα 9:00π.μ. (Υπ.) ............ Ε. Γεωργίου -Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.