← Κύπρος

Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Best Way Estates Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 399/11, 16 Σεπτεμβρίου, 2011

Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Best Way Estates Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 399/11, 16 Σεπτεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A94 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 399/11 Μεταξύ: Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσας και

  1. Best Way Estates Ltd
  2. Ευστάθιου Ζουρίδη Εναγόμενων ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 03/05/2011 για συνοπτική απόφαση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 16 Σεπτεμβρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Μ. Ραφαήλ για Φράγκο & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (για να ακούσει απόφαση: κα Δημοσθένους) Για Εναγόμενους 1-2 - Καθ' ων η αίτηση: κ. Δημητριάδης (για να ακούσει απόφαση: κ. Πασιουρτίδης) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα Εταιρεία με Αίτησή της ημερομηνίας 03/05/2011, ζήτησε όπως εκδοθεί συνοπτική απόφαση, ως οι παράγραφοι 20 Α (α) και 20 Β (α), (β) και (γ) της Έκθεσης Απαίτησης. Η συγκεκριμένη Αίτηση βασίστηκε στη Δ.18, Δ.39 και Δ.48 θ.1-4 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών καθώς και επί των συμφυών εξουσιών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. Υποστηρίχθηκε από την Ένορκη Δήλωση του Μιχάλη Στυλιανού, υπαλλήλου των Εναγόντων-Αιτητών, ο οποίος, κατά τον ισχυρισμό του, έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και έχει εξουσιοδοτηθεί να προβεί στη συγκεκριμένη Ένορκη Δήλωση. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, τα έγγραφα που αφορούν τη διακίνηση λογαριασμού των Εναγομένων-Καθ' ων η αίτηση 1 και 2, τα χειρίζεται ο ίδιος καθώς επίσης παρακολουθεί και τη διακίνηση του συγκεκριμένου λογαριασμού. Κατά τον ισχυρισμό του, στις 25/04/2005, συνάφθηκε έγγραφη συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας Εταιρείας και της Εναγομένης 1, για την παραχώρηση προς αυτήν πιστωτικών διευκολύνσεων, ήτοι δανειοδοτικό όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό ύψους Λ.Κ.5.000- (€8.543,01). Μετά από αίτημα της Εναγομένης 1, στις 06/10/2006, το όριο αυξήθηκε σε Λ.Κ.30.000- (€51.258,04), ενώ κατά ή περί την 03/03/2010, το όριο μειώθηκε από €51.258- σε €5.000-. Για εξασφάλιση της πληρωμής οποιουδήποτε υπολοίπου ή/και υποχρέωσης, η Εναγόμενη 1 υπέγραψε συμβάσεις και δηλώσεις υποθηκεύσεως τριών ακινήτων. Οι υποθήκες είχαν τους ακόλουθους αριθμούς Υ4424/2005, Υ13609/2006 και Υ3026/
  3. Επιπρόσθετα, η Εναγομένη 1 συμφώνησε με την Ενάγουσα Εταιρεία όπως οι τρεις υποθήκες αποτελούν πρόσθετη εξασφάλιση και εγγύηση για κάθε υποχρέωση της Εναγόμενης 1 προς την Ενάγουσα Εταιρεία, είτε αυτή είναι παρούσα ή μελλοντική, άμεση ή έμμεση, προσωπική ή κοινή ή αλληλέγγυα με άλλα πρόσωπα. Παράλληλα, συμφώνησαν ότι η Ενάγουσα Εταιρεία θα δικαιούτο να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα, για να εξασφαλίσει το ποσό των Λ.Κ.60.000-, Λ.Κ.40.000- και €60.000-, αντίστοιχα, για να διασφαλίσει τη μερική ή την πλήρη εξόφληση της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα Εταιρεία. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 2, ήταν ο ισχυρισμός του ομνύοντα, ότι υπέγραψε στις 03/03/2010 συμφωνία εγγύησης όλων των υποχρεώσεων της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα Εταιρεία και ανέλαβε όπως πληρώσει, μόλις του ζητηθεί, οποιοδήποτε ποσό καθίστατο πληρωτέο μέχρι τα €6.000-, πλέον τους τόκους, οι οποίοι θα κεφαλαιοποιούνταν, προμήθειες, τραπεζικά δικαιώματα, δικηγορικά και δικαστικά έξοδα πλέον οποιεσδήποτε άλλες δαπάνες ήθελε υποστεί η Ενάγουσα Εταιρεία σε σχέση με τον Πρωτοφειλέτη. Η Εναγομένη 1, σύμφωνα με τον ομνύοντα, λειτούργησε τον τρεχούμενο λογαριασμό καθ' υπέρβαση του δανειοδοτικού ορίου και οφείλει το ποσό των €6.100,46 πλέον τόκο 11,75%, από 14/01/2011, επί του ποσού των €6.070,95, μέχρι εξοφλήσεως, κεφαλαιοποιημένου του τόκου στην 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 κλήθηκαν από την Ενάγουσα Εταιρεία, με επιστολές ημερομηνίας 22/07/2010, όπως εξοφλήσουν εντός 21 ημερών το υπόλοιπο του λογαριασμού, πλην όμως παρέλειψαν να συμμορφωθούν. Στις 19/08/2010, με επιστολές της προς τους Εναγόμενους 1 και 2, η Ενάγουσα Εταιρεία τους γνωστοποίησε ότι τερμάτισε τη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού, ο οποίος όμως σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο το οποίο αποτελείτο από το εκάστοτε επιτόκιο, 4.25%, πλέον προσαύξηση 2.25% με κεφαλαιοποίηση ανά έξι μήνες. Λόγω του ότι δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό, καθώς και λόγω του ότι ο ίδιος πιστεύει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση-Εναγόμενοι 1 και 2 δεν έχουν οποιαδήποτε υπεράσπιση, αξιώνει την έκδοση απόφασης εναντίον τους. Η συγκεκριμένη Αίτηση αντιμετωπίστηκε με Ένσταση από την πλευρά των Εναγομένων-Καθ' ων η αίτηση 1 και
  4. Στην Ένσταση καταγράφηκαν τρεις λόγοι ενστάσεως, οι οποίοι ήταν οι ακόλουθοι: Ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου για τη χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας, ότι οι Εναγόμενοι έχουν πολύ καλή και βάσιμη υπεράσπιση και ότι η δομή της υπεράσπισης και της ανταπαίτησης είναι συνδεδεμένη με την απαίτηση της Ενάγουσας Εταιρείας. Η Ένσταση υποστηρίχθηκε από την Ένορκη Δήλωση του Ευστάθιου Ζουρίδη, Καθ' ου η Αίτηση-Εναγομένου
  5. Ήταν η θέση του ότι είναι εξουσιοδοτημένος από την Εναγόμενη 1 στην κατάρτιση της συγκεκριμένης ενόρκου δηλώσεως, αλλά γνωρίζει και προσωπικά τα γεγονότα που αφορούν την αγωγή. Κατά τη δική του άποψη, ο κ. Στυλιανού, ο οποίος ορκίστηκε προς υποστήριξη της Αίτησης, δεν γνωρίζει τα πλήρη γεγονότα της υπόθεσης και δεν είναι σε θέση να επιβεβαιώσει την απαίτηση. Είναι η δική του θέση ότι η Εναγόμενη 1, καθώς και ο ίδιος, έχουν πολύ καλή και βάσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση της Ενάγουσας Εταιρείας, αφού οι δοσοληψίες οι οποίες συνιστούν το αντικείμενο της παρούσας αγωγής, είναι μέρος μιας σειράς δοσοληψιών μεταξύ της Ενάγουσας Εταιρείας και των Εναγομένων 1 και 2, οι οποίες άρχισαν το 2005 και καταχωρίστηκαν, για τις δοσοληψίες αυτές, οι αγωγές με αριθμούς 396/11, 397/11, 398/11 και 400/
  6. Ήταν η δική του θέση, ότι μεταξύ της Ενάγουσας Εταιρείας και των Εναγομένων υπήρχε μια ασυνήθιστη και σπάνια σχέση, εκτός των συνηθισμένων πλαισίων της σχέσης τράπεζας-πελάτη. Κατά τον ισχυρισμό του, η οποιαδήποτε συμφωνία έχει συναφθεί μεταξύ των μερών δεν είναι με ελεύθερη βούληση της Ενάγουσας και ήταν το προϊόν παράβασης της εμπιστευτικής σχέσης, αναληθών και/ή παραπλανητικών και/ή αμελών και/ή ψευδών και/ή δόλιων παραστάσεων και συμβουλών και αθέμιτης επιρροής και/ή ψυχικής πίεσης και απάτης που άσκησε η Ενάγουσα πάνω στους Εναγόμενους, αφού τους συμβούλεψε και/ή παρέστησε ιδιαίτερα στον ομνύοντα ότι είχε τις απαιτούμενες γνώσεις και προπαίδεια για να προβεί στην αναγκαία μελέτη και ότι η σκοπούμενη νέα επιχείρηση ή η συνέχιση ή επέκταση της Εναγόμενης 1 είχε κερδοφόρες δυνατότητες και ικανοποιητικές δυνατότητες αποπληρωμής των επενδύσεών της. Κατά τον ισχυρισμό του ομνύοντα, η σχέση ήταν εμπιστευτική, αφού η Ενάγουσα παρότρυνε, την Εναγομένη 1, να προχωρήσει στην υλοποίηση ή/και συνέχιση ή/και επέκταση επενδυτικών σχεδίων από τα οποία προέκυψε ζημιά, στην Εναγομένη 1, η οποία ανέρχεται στο ποσό των €3.967.190-. Λόγω του ότι οι διευθυντές ή/και οι αξιωματούχοι της Εναγομένης 1 δεν είχαν επαγγελματική πείρα ή/και γνώσεις στον τομέα των ακινήτων, γεγονός το οποίο γνώριζε η Ενάγουσα, δεν μπορούσε από μόνη της και χωρίς επαγγελματική συμβουλή, μελέτη και γνώμη να συνεκτιμήσει κατά πόσο η συγκεκριμένη επένδυση ήταν επικερδής για αυτό και ενήργησε βασιζόμενη στην επαγγελματική μελέτη και συμβουλή της Ενάγουσας. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ο ομνύοντας, ότι οι συμφωνίες, οι οποίες έγιναν με την Ενάγουσα, ήταν προϊόν παράβασης της εμπιστευτικής σχέσης και είναι άκυρες ή/και παράνομες ή/και ακυρώσιμες, αφού συνιστούν το αποτέλεσμα δόλου ή/και απάτης ή/και είναι το αποτέλεσμα ψευδών ή/και αναληθών παραστάσεων της Ενάγουσας προς τους Εναγομένους. Καταγράφει, ο ομνύοντας, στην παράγραφο 23 της Ένορκης Δήλωσης του, τα όσα ο ίδιος πιστεύει ότι συνιστούσαν παράβαση των νομίμων καθηκόντων της Ενάγουσας Εταιρείας προς τους Εναγόμενους 1 και 2 και τα εξειδικεύει. Ιδιαίτερα αναφέρεται στις παραλείψεις της Ενάγουσας Εταιρείας, οι οποίες ήταν η αμέλεια της να λάβει υπόψη της τους κινδύνους της αγοράς ακινήτων, του εντοπισμού των οποιοδήποτε προβλημάτων, την απόκρυψη του γεγονότος ότι θα ήταν δυνατό να τερματίσει ανά πάσα στιγμή τη χρηματοδότησή της προς την Εναγομένη 1 καθώς επίσης και την παράλειψή της να προβλέψει ότι η επένδυση της Εναγομένης 1 ήταν εξωπραγματική και το σχέδιο μη υλοποιήσιμο. Γι' αυτούς τους λόγους ο ομνύοντας θεωρεί ότι η Ενάγουσα κωλύεται ή και εμποδίζεται να επιζητά επαναφορά (restitution) των δανείων. Επιπρόσθετα αρνείται ότι η Ενάγουσα κατέστησε ληξιπρόθεσμο και απαιτητό κάθε ισχυριζόμενο ποσό και καταλήγει ότι δεν δικαιούται τα αξιούμενα ποσά λόγω της συμπεριφοράς της. Και οι δυο πλευρές προχώρησαν με αγορεύσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Η κα Ραφαήλ κατέθεσε γραπτή αγόρευση, στην οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο στη νομική πτυχή που διέπει την αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι η Ένορκη Δήλωση των Καθ' ων η Αίτηση-Εναγομένων 1 και 2, περιέχει σωρεία διαζευκτικών ισχυρισμών ως προς τα γεγονότα οι οποίοι δεν μπορούν να περιέχονται σε μια Ένορκη Δήλωση. Ήταν η θέση της, ότι οι ισχυρισμοί των Εναγομένων είναι γενικοί και αόριστοι και δεν καταδεικνύουν μια συγκεκριμένη υπεράσπιση, αλλά οι Εναγόμενοι στηρίζουν την υπεράσπισή τους σε πολλές νομικές βάσεις. Κατέληξε, ότι η υπό κρίση υπόθεση είναι τέτοια που να μπορεί να εκδοθεί συνοπτική απόφαση, αφού δεν έχει προβληθεί οποιαδήποτε καλόπιστη Υπεράσπιση. Ο κ. Δημητριάδης έχει αντίθετη άποψη. Κατά το δικό του ισχυρισμό δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 θ.13, αφού στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ο ομνύοντας δεν καταγράφει με λεπτομέρεια από πού πηγάζει η προσωπική του γνώση. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι οι Εναγόμενοι έχουν καλή Υπεράσπιση αφού η υπό κρίση αγωγή συνιστά μέρος των δοσοληψιών που είχαν οι Εναγόμενοι με την Ενάγουσα Εταιρεία, οι οποίες δοσοληψίες είχαν ένα ασυνήθιστο χαρακτήρα. Ισχυρίστηκε, ότι παρατέθηκαν στις παρ. 22, 23 και 24 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Ένσταση πλήρεις λεπτομέρειες της παράβασης των καθηκόντων της Ενάγουσας Εταιρείας. Επιπρόσθετα, ήταν η εισήγησή του, ότι οι συγκεκριμένες συμφωνίες ήταν αποτέλεσμα δόλου, γεγονός που καταγράφεται στην παρ.17 της Ένστασης και αυτό συνιστά πλήρη Υπεράσπιση. Κατέληξε, ότι θα πρέπει να ακολουθήσει η ακρόαση της αγωγής για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου τα πραγματικά γεγονότα. Προτού αναφερθώ στην ουσία της Αίτησης, θα ήθελα να σχολιάσω το γεγονός ότι ενώ η Ενάγουσα στις 07/04/2011 είχε καταχωρίσει αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρισης υπεράσπισης, η οποία ορίστηκε στις 17/05/2011, στις 03/05/2011 καταχώρισε αίτηση για συνοπτική απόφαση χωρίς να αποσύρει την πρώτη αίτηση εξαναγκάζοντας ουσιαστικά την πλευρά των Εναγομένων-Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 να καταχωρίσουν υπεράσπιση πριν τους παραχωρηθεί άδεια, αφού εκκρεμούσε παράλληλα η αίτηση για συνοπτική απόφαση. Αυτή η πρακτική δεν είναι επιθυμητή, δηλαδή να εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο ουσιαστικά αντίθετα μέτρα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, έχουν αποκρυσταλλωθεί. Σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1(α) όπου ο Εναγόμενος-Καθ΄ ου η Αίτηση καταχωρεί εμφάνιση σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6, ο Ενάγων-Αιτητής δύναται, κατόπιν ένορκης δήλωσης, που γίνεται από τον ίδιο ή από άλλο πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, στην οποία επιβεβαιώνεται η βάση της αγωγής και το αξιωμένο ποσό (εάν υπάρχει) και δηλώνεται ότι εξ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να ζητήσει την έκδοση απόφασης. Απόφαση δύναται να εκδοθεί εκτός εάν ο Εναγόμενος-Καθ΄ ου η Αίτηση ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να καταχωρήσει υπεράσπιση. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Η μη ικανοποίηση τους στερεί από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να εκδώσει συνοπτική απόφαση (βλ. Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ

(1997)1 Β Α.Α.Δ. 782). Ο Ενάγων-Αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 για να επιτύχει την έκδοση απόφασης ενώ ο Εναγόμενος-Καθ΄ ου η Αίτηση φέρει το βάρος να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση ή ότι υπάρχει οποιοσδήποτε άλλος ικανοποιητικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση θα πρέπει να ακουστεί. Η νομολογία επί του θέματος είναι πλούσια και ενδεικτικά αναφέρω τις αποφάσεις στις υποθέσεις R.C.K. Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 (B) Α.Α.Δ. 1074, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Ltd
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 782. Όπως έχει νομολογηθεί η έκδοση συνοπτικής απόφασης αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο, με δραστικά αποτελέσματα, εφόσον παρακάμπτει τη συνήθη διεξαγωγή της δίκης και απολήγει στην έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγόμενου-Καθ΄ ου η Αίτηση χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί επί της ουσίας της αγωγής. Γι' αυτό και η εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με φειδώ και όπου τα γεγονότα αδιαμφισβήτητα δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση (βλ. Μάρκος Νικολάου Λτδ ν. Adanko Constructions
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 376). Εκεί όπου ο Εναγόμενος-Καθ΄ ου η Αίτηση παρέχει λεπτομέρειες που καταδεικνύουν την ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην αγωγή ή που αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που δικαιωματικά να του παρέχουν το δικαίωμα να ακουστεί, μέσω της υπεράσπισής του, τότε θα πρέπει να του δίδεται αυτό το δικαίωμα. Η απλή άρνηση των ισχυρισμών του Ενάγοντα-Αιτητή και η απλή δήλωση του Εναγόμενου-Καθ΄ ου η Αίτηση ότι έχει καλή υπεράσπιση δεν αρκεί. Η υπόθεση John Wallingford v. The Directors of the Mutual Society (1879-80) AC 685, κατέγραψε τη σχετική αρχή και αναφέρει τα ακόλουθα: «I think that when the affidavits are brought forward to raise a defence they must, if I may use the expression condescend upon particulars. It is not enough to swear, "I say I owe the man nothing". Doubtless, if that was true, that you owe the man nothing, as you swear, that would be a good defence. But that is not enough. You must satisfy the judge that there is reasonable ground for saying so. So again, if you swear that there was fraud that will do. It is difficult to define it, but you must give such an extent of definite facts pointing to the fraud as to satisfy the judge that those are facts which make it reasonable that you should be allowed to raise that defence. And in like manner as to illegality and every other defence that might be mentioned.» Ερχόμενη τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αποκαλύπτονται από το φάκελο, η απαίτηση της Αιτήτριας-Ενάγουσας είναι εναντίον και των δύο Καθ' ων η Αίτηση-Εναγόμενων 1 και 2, ως η παράγραφος 20 (Α) και (Β) της Έκθεσης Απαίτησης. Η βάση της αξίωσης είναι τραπεζική πίστωση, η οποία παραχωρήθηκε προς την Καθ' ης η Αίτηση-Εναγόμενη 1, ημερομηνίας 25/04/2005, την οποία εγγυήθηκε ο Καθ' ου η Αίτηση-Εναγόμενος 2. Το αξιούμενο ποσό αξιώνεται με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, το οποίο καταχωρίστηκε δυνάμει της Δ.2 θ.6 στις 10/02/2011. Οι Καθ' ων η Αίτηση-Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν εμφάνιση στις 09/03/2011. Η Αίτηση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του κ. Μιχάλη Στυλιανού, ο οποίος λόγω της θέσης του και των καθηκόντων που εκτελούσε, σε σχέση με το λογαριασμό στον οποίο βασίζεται η αξίωση, είναι πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης. Στην παράγραφο 1 της Ενόρκου Δηλώσεώς του αποκαλύπτεται ότι ο ίδιος είχε προσωπική γνώση των γεγονότων δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα όσα αναφέρει, είχε κατά πάντα ουσιώδη χρόνο το καθήκον της εποπτείας και του ελέγχου του λογαριασμού των Καθ' ων η Αίτηση. Εξηγεί, ότι κατέχει και φυλάττει όλα τα σχετικά έγγραφα για την παρακολούθηση του επίδικου λογαριασμού και ότι λόγω αυτής της παρακολούθησης είχε στην κατοχή, έλεγχο και φύλαξή του τα σχετικά έγγραφα τα οποία επισύναψε. Η ετοιμασία της σχετικής κατάστασης λογαριασμού, η οποία επισυνάφθηκε, εμπίπτει εντός των καθηκόντων του. Στην απόφαση Θεοδώρου κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 915, στην οποία το περιεχόμενο της Ενόρκου Δηλώσεως ήταν παρόμοιο με την παρούσα, κρίθηκε ότι ήταν ικανοποιητική για σκοπούς εφαρμογής της Δ.18 θ.1. Στην παράγραφο 10 της Ένορκης Δήλωσης επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται, θέτοντας ταυτόχρονα ενώπιον του Δικαστηρίου το τεκμήριο που υποστηρίζει την αξίωση. Ενώ στην παράγραφο 15 της Ένορκης Δήλωσης δηλώνει ότι καθώς πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Διαπιστώνεται, από τα πιο πάνω, ότι όλες οι δικονομικές προϋποθέσεις, τις οποίες η Ενάγουσα-Αιτήτρια υποχρεούται να ικανοποιήσει, σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1, έχουν ικανοποιηθεί. Η συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.18 μετατοπίζει το βάρος στους Εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση να προσκομίσουν εκείνες τις λεπτομέρειες που είναι αναγκαίες για την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης. Όπως έχει καταγραφεί στην απόφαση N. V. Caterchef v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 1912, η οποία υιοθέτησε το σκεπτικό της αγγλικής απόφασης στην υπόθεση Barclays Bank Plc v. Piper, The Times 31/05/1995, ο Ενάγων οφείλει να τηρήσει τις τεχνικές διατυπώσεις της Δ.18 θ.1 αυστηρά. Ενώ ο Εναγόμενος, για να εξασφαλίσει το δικαίωμα της υπεράσπισης χωρίς όρους, πρέπει να δείξει την ύπαρξη δικάσιμου θέματος, κριτήριο το οποίο «δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά θα ήταν εύκολο σχεδόν σε κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Με αποτέλεσμα την αχρήστευση του μέτρου». Η αρχή αυτή επιβεβαιώθηκε και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Sigma Radio T.V. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου,
(2005)1(Α) 2005 Α.Α.Δ. 408 και στην Παναγιώτης Νεάρχου κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 818, καθώς και την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση J & M Loizides Agencies Ltd. κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Πολ. Εφ. 322/2008 ημερ.14/07/2011, στην οποία επαναδιατυπώθηκαν οι αρχές και κατεγράφησαν τα ακόλουθα: «Όμως, δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αρνείται την οφειλή ή να ισχυρίζεται δόλο ή να παραθέτει μια νομική ένσταση. Η ένορκη δήλωση που καταχωρείται για υποστήριξη της ένστασης πρέπει να δίδει επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση (he must condescend upon particulars) (CY.E.M.S. Co. v. General Co-Operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, σελ. 902-905, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Thais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239 και Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ.). Στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 στη σελ. 822 με αναφορά στο σύγγραμμα Supreme Court Practice 1999, 1st Ed., page 174, para 14/4/9, λέχθηκε ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση». Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. Σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν. Επομένως η προσέγγιση της μαρτυρίας θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας, αποκλειστικός στόχος της οποίας είναι η διαπίστωση ύπαρξης καλής υπεράσπισης και/ή ύπαρξης τέτοιων γεγονότων που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνεται στην υπόθεση Λούκος Λτδ. κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 418, 423, «Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματα του (βλ. άρθρο 30 του Συντάγματος).» Αυτό που πρέπει να εξεταστεί στη συνέχεια είναι κατά πόσο οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 έχουν αποκαλύψει, μέσα από την Ένσταση και την Ένορκη Δήλωση που τη συνοδεύει, την ύπαρξη καλής υπεράσπισης ή γεγονότων τέτοιων που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να καταχωρήσει υπεράσπιση (βλ. Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333). Πριν προχωρήσω με την εξέταση των ισχυρισμών του Εναγόμενου-Καθ΄ ου η Αίτηση 2, κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, με βάση τη Δ.18, είναι τέτοια που πρέπει ν΄ ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και ένας Εναγόμενος-Καθ΄ ου η Αίτηση που δυνατό να μπορεί να δημιουργήσει, μέσω σχετικών γεγονότων, την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος, θα πάρει άδεια να υπερασπιστεί την υπόθεση έστω και αν τέτοια υπεράσπιση μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε τελική ανάλυση. Έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση όταν και εφόσον το βάρος μετατοπιστεί στους ώμους του Εναγόμενου-Καθ΄ ου η Αίτηση, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί. Η απλή αναφορά σε ισχυρισμούς γενικούς και αόριστους στερεί από τον Εναγόμενο-Καθ΄ ου η Αίτηση το δικαίωμα να τύχει άδειας από το Δικαστήριο για να καταχωρήσει υπεράσπιση (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. ν. Χ" Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204 και Trans Middle East Trading (TMET) Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Ο Δικαστής Αρτέμης στην Trans Middle East ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά στις σελίδες 243-244 της απόφασης: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (βλ. CYEMS Co Ltd v. The Central Co-Operative Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 879). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θ΄ αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, η Ένορκη Δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση-Εναγόμενου 2, που υποστηρίζει την Ένσταση, προβάλλει ως πρώτο λόγο ένστασης το γεγονός ότι ο υπό κρίση λογαριασμός συνιστά μόνο ένα μέρος των δοσοληψιών μεταξύ των Αιτητών και των Καθ' ων η Αίτηση, οι οποίες δοσοληψίες προέκυψαν από μια «ασυνήθιστη και σπάνια σχέση» μεταξύ των μερών η οποία διέπετο από εμπιστευτικότητα και την παροχή επενδυτικών συμβουλών, οι οποίες ήταν ψευδείς ή και λανθασμένες. Επιπρόσθετα, γίνεται ισχυρισμός για παράνομες χρεώσεις τόκων ή/και χρέωση τόκων οι οποίες αντιβαίνουν τη νομοθεσία και συνιστούν ποινική ρήτρα. Παράλληλα, τέθηκε το γεγονός ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2-Εναγομένοι 1 και 2, λόγω των παραλήψεων ή και των πράξεων της Αιτήτριας-Ενάγουσας, υπέστησαν ζημιές ύψους 3,5 εκατομμυρίων ευρώ. Θα πρέπει να αναφέρω ότι οι ισχυρισμοί αυτοί βασίστηκαν στο γεγονός ότι η Αιτήτρια-Ενάγουσα Εταιρεία είχε ετοιμάσει τεχνοοικονομική μελέτη για τους Καθ' ων η Αίτηση-Εναγόμενους 1 και 2, πάνω στην οποία βασίστηκαν για να προβούν στη συγκεκριμένη επένδυση. Επιπρόσθετα, ειδικεύτηκαν στην Ένορκο Δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 2 κάποια γεγονότα και στοιχεία που θα έτειναν να δώσουν πίστη σε αυτό το στάδιο στους ισχυρισμούς τους. Μπορούν, με βάση τη νομολογία, να θεωρηθούν ως επαρκή από μόνα τους έτσι ώστε να δώσουν τη δυνατότητα υπεράσπισης στους Εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2. Οι Καθ' ων η Αίτηση-Εναγόμενοι 1 και 2 προβάλουν σωρεία ισχυρισμών στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένστασή τους. Πρέπει να αναφερθεί ότι παραθέτουν με πολλή λεπτομέρεια την Υπεράσπισή τους. Μεταξύ των λόγων που καταγράφουν, ως νομική βάση για την Υπεράσπισή τους, είναι και το γεγονός ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι το αποτέλεσμα δόλου ή και απάτης σε βάρος τους και εξειδικεύουν, στις παρ.22 και 23 της Ενόρκου Δηλώσεως, τις λεπτομέρειες του δόλου και της απάτης. Θεωρώ ότι με τα όσα καταγράφει ο ομνύοντας Εναγόμενος 2 στην Ένορκη Δήλωσή του, αποκαλύπτεται βάσιμη Υπεράσπιση, οπόταν θεωρώ ότι θα πρέπει να παραχωρηθεί στους Εναγομένους 1 και 2 η ευχέρεια να ακουστούν προτού εκδοθεί απόφαση εναντίον τους. Το γεγονός ότι το δάνειο αποτελεί μέρος μεγαλύτερης συναλλαγής, δεν συνιστά από μόνο του λόγο για να παρασχεθεί στους Εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 το δικαίωμα υπεράσπισης, όμως δεν αναφέρθηκε καν από την πλευρά της Ενάγουσας ότι η συγκεκριμένη δοσοληψία συνιστά μέρος πολλών δοσοληψιών μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων και αυτό γεννά εύλογα ερωτηματικά, για τα οποία θα πρέπει να δοθεί μια απάντηση. Σημειώνω ότι κανένα από τα κατ' ισχυρισμό έγγραφα, τα οποία υπέγραψαν τόσο η Εναγόμενη-Καθ΄ ης η Αίτηση 1 όσο και ο Εναγόμενος-Καθ΄ ου η Αίτηση 2, δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Τέθηκε μόνο μια λακωνική κατάσταση λογαριασμού. Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, θεωρώ ότι η Αίτηση θα πρέπει να αποτύχει αφού έχω καταλήξει ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν αποκαλύψει βάσιμη Υπεράσπιση. Η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της Ενάγουσας- Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ........... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.