Παντελίτσας Πέτρου Αδάμου κ.α. ν. Κυριάκου Χατζηκυριάκου κ.α., Αγωγή αρ.: 1453/09, 19.9.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A95 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 1453/09 Μεταξύ:
- Παντελίτσας Πέτρου Αδάμου
- Γεώργιου Ιωάννου
- Δημήτρη Ιωάννου Εναγόντων -και-
- Κυριάκου Χατζηκυριάκου
- K. A. MICHAIL BROS DIY CENTER LTD
- Κώστα Λειβαδιώτη
- Γεωργίας Πέτρου Εναγομένων ----- Ημερομηνία: 19.9.2011 Μονομερής Αίτηση ημερ. 5.7.2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές: Ο κ. Χάσικος (για ν΄ ακούσει την απόφαση η κα Ορθοδόξου). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι η δικογραφική εκδοχή των εναγόντων 2 και 3 ότι πώλησαν μερίδια τους σε κτήματα στα Λειβάδια και την Ορόκλινη στους εναγόμενους 2 μετά από δόλο και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή ψυχική πίεση (undue influence). Γι΄ αυτό και ζητούν αναγνωριστικές δηλώσεις ότι οι μεταξύ των διαδίκων συμφωνίες είναι άκυρες. Με την παρούσα αίτηση προβάλλουν τη θέση ότι τα εν λόγω κτήματα θα διατεθούν προς πώληση στις 2.10.2011 δια δημοσίου πλειστηριασμού στα πλαίσια της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 28 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση Νόμου), Κεφ. 224 («Εξουσία σε διευθυντή να πωλεί ιδιοκτησία που κατέχεται κατ΄ εξ αδιαιρέτου ιδανικές μερίδες σε ορισμένες περιπτώσεις»). Στο σχετικό πιστοποιητικό περί «αδιανεμήτου» που εκδόθηκε από τον διευθυντή φαίνονται ως κύριοι μεριδιούχοι των διαφόρων τεμαχίων που εκεί καθορίζονται οι εναγόμενοι 2 (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση). Οι εναγόμενοι 2 είναι και οι συνιδιοκτήτες, οι οποίοι ζήτησαν από τον διευθυντή το εν λόγω πιστοποιητικό και ενεργοποίησαν τη διαδικασία του άρθρου 28 (βλ. Τεκμήριο 2). Κατ΄ αρχάς, σε σχέση με την παραπάνω θέση των αιτητών ότι τα επίδικα μερίδια περιλαμβάνονται στα μερίδια των εναγομένων 2 που θα τεθούν σε πλειστηριασμό, θα πρέπει να λεχθεί πως οι αριθμοί των τεμαχίων που καταγράφονται στα σχετικά πωλητήρια έγγραφα μεταξύ των εναγόντων 2 και 3 και των εναγομένων 2 (Τεκμήρια 6 και 8) δεν αντιστοιχούν, πλην δύο περιπτώσεων, στους αριθμούς τεμαχίων που καθορίζονται στο πιστοποιητικό «αδιανεμήτου». Δεν έχει δοθεί εξήγηση γι΄ αυτή τη διαφορά. Θα πρέπει, όμως, παράλληλα να λεχθεί πως οι αναφερόμενοι στα εν λόγω έγγραφα αριθμοί εγγραφής ταυτίζονται. Έτσι, παρά το πρόβλημα αυτό, θα προχωρήσω επί της βασικής θέσης των αιτητών ότι τα επίδικα μερίδια περιλαμβάνονται στην περιουσία που θα προσφερθεί για πώληση στις 2.10.
- Το Δικαστήριο έθεσε διάφορα ερωτήματα στον ευπαίδευτο συνήγορο των αιτητών, ο οποίος κατά τρόπο ανεπιθύμητο είναι και ο ενόρκως δηλών στη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Τέθηκε, κατ΄ αρχάς, το ερώτημα κατά πόσο ορθά η παρούσα αίτηση έγινε χωρίς ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά, εφόσον είχε ήδη καταχωριστεί από τις 5.7.2011 και ορίστηκε για τις 14.9.
- Άρα, υπήρχε χρόνος μηνών ώστε η αίτηση να γίνει δια κλήσεως και να μπορούσε προ πολλού να επιδοθεί στους εναγόμενους. Η εξήγηση που έδωσε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων αφορούσε στη συνήθη πρακτική του Πρωτοκολλητείου, όπως το έθεσε, να ορίζει τις μονομερείς αιτήσεις μετά τη θερινή διακοπή των εργασιών του Δικαστηρίου. Ανεξάρτητα, όμως, από τέτοια πρακτική, η οποία δεν εναρμονίζεται με την έννοια μιας μονομερούς και άρα κατεπείγουσας αίτησης, το καθήκον των εναγόντων ήταν να ζητήσουν άδεια από το Δικαστήριο ή οδηγίες του Δικαστηρίου προς το Πρωτοκολλητείο ώστε η υπόθεση να τεθεί ενώπιον Δικαστή χωρίς καθυστέρηση. Άλλωστε, αυτός είναι ο σκοπός που κατά τη διάρκεια της θερινής διακοπής παραμένει σε υπηρεσία αριθμός Δικαστών. Δεν νοείται αίτηση που καταχωρείται ως κατεπείγουσα να εκδικάζεται δύο και πλέον μήνες μετά την καταχώρησή της, χωρίς ειδοποίηση στην άλλη πλευρά. Το επείγον αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για να επιληφθεί, χωρίς ειδοποίηση στον άλλο διάδικο, το Δικαστήριο. Παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούγονται αμφότεροι οι διάδικοι, δικαιολογείται μόνον και όλως εξαιρετικά όταν το αίτημα είναι κατεπείγον. [Resola (Cyprus Ltd) v. Christou
(1988)1 Α.Α.Δ. 598 και Zein v. Παράσχου Κ. Καμπανελλά Λτδ
(2000)1Α Α.Α.Δ. 606]. Εν προκειμένω, στις 5.7.2011 το αίτημα δεν ήταν κατεπείγον και, συνεπώς, ελλείπει δικαιοδοτική προϋπόθεση για να αποφασιστεί η αίτηση χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά, όπως επέλεξαν να ζητήσουν οι ενάγοντες καταχωρώντας μονομερή αίτηση. Το γεγονός ότι το αιτούμενο διάταγμα ζητείται τόσο επί τη βάσει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, όσο και επί τη βάσει του άρθρου 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 9, ως εκ του ότι το ζητούμενο διάταγμα αφορά ακίνητη περιουσία που είναι το αντικείμενο της αγωγής, δεν διαφοροποιεί τα πράγματα σε σχέση με το απαραίτητο του κατεπείγοντος. [Βλ. Zein (ανωτέρω)]. Πέραν τούτου, τέθηκε το ερώτημα κατά πόσον η αναφορά στην ένορκη δήλωση περί δόλου είναι επαρκής. Στην παρ. 17 αναφέρεται σχετικά ότι «υπάρχει και είναι δικογραφημένοι ισχυρισμοί για δολιότητα και απάτη εκ μέρους των εναγομένων. που αφορά την κατάρτιση και υπογραφή των πληρεξουσίων εγγράφων, τις συμφωνίες πώλησης .». Η απάντηση του ευπαιδεύτου δικηγόρου των εναγόντων για το ζήτημα αυτό ήταν κατ΄ ουσία ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης. Όμως, ακόμα και η ένορκη υιοθέτηση του περιεχομένου ενός δικογραφήματος, κάτι το οποίο εν προκειμένω δεν έγινε παρά μόνο έγινε παραπομπή στους δικογραφημένους ισχυρισμούς, δεν καθιστά το δικογράφημα μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. (Interpartemental Concern "Uralmetrom" v. Besuno Ltd
(2004)1A A.A.Δ. 557). Η αρχή αυτή έχει χαρακτηριστεί ως αυστηρή, πλην όμως χωρίς να υπάρχει διέξοδος απόκλισης (Καϊμης v. Euroinvestment & Finance Ltd (Αρ. 1)
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1968). Δεν περιορίζεται δε, σε υποθέσεις που η μαρτυρία προσφέρεται για να αποδείξει την τελική αξίωση του ενάγοντα. Στην υπόθεση Interpartemental εφαρμόστηκε σε σχέση με αίτηση για προσωρινό διάταγμα. Από πρωτόδικα Δικαστήρια έχει εφαρμοστεί γενικά σε διάφορες ενδιάμεσες διαδικασίες. Παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση Alpha Bank Ltd v. Χριστάκης Χαραλάμπους κ.ά., Αρ. Αγωγής 2848/06, Επαρχ. Δικ. Πάφου, ημερομηνίας 18.6.2007, που αφορούσε αίτηση για συντηρητικό διάταγμα. Εν προκειμένω, ελλείπει πλήρως μαρτυρία επί της οποίας το Δικαστήριο θα μπορούσε να αξιολογήσει κατά πόσο συντρέχει ειδικότερα η προϋπόθεση περί ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας, μιας εκ των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στο οποίο οι αιτητές έχουν, ως άνω, στηρίξει την αίτηση τους παράλληλα με τις αντίστοιχες πρόνοιες του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Αλλά, πέραν των πιο πάνω, τέθηκε και το εξής ζήτημα: το λεκτικό του ζητούμενου διατάγματος απευθύνεται στους εναγόμενους
- Ζητείται από το Δικαστήριο να τους απαγορεύσει από τού να προβούν σε αποξένωση και/ή πώληση και/ή μεταβίβαση κ.λ.π. των συγκεκριμένων ακινήτων. Ο διαφαινόμενος κίνδυνος συνδέεται ρητά από τους αιτητές με την προγραμματισθείσα πώληση δια δημοσίου πλειστηριασμού. Μάλιστα, όπως το έθεσε ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων θα ήταν πρακτικά μη ρεαλιστική η πώληση με άλλο τρόπο, εφόσον πρόκειται για κτήματα που κατέχονται εξ αδιαιρέτου. Ο πλειστηριασμός, όμως, ορίστηκε μετά από απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου, η οποία παραμένει σε ισχύ. Αν δοθεί το ζητούμενο διάταγμα, παρά το ότι απευθύνεται στους εναγόμενους 2, στην πραγματικότητα θα ματαιώσει μια νόμιμη απόφαση αρμοδίου οργάνου. Από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση προκύπτει ότι οι ενάγοντες είχαν πληροφορηθεί από τις 22.6.2011 για το ότι επρόκειτο να προχωρήσει η διαδικασία πώλησης των κτημάτων με δημοπρασία. Αναφέρεται, επίσης, ότι η πώληση έχει οριστεί στις 10.7.2011 και στη συνέχεια στις 2.10.
- Δεν αναφέρεται, όμως, κατά πόσο οι ενάγοντες έθεσαν υπόψη του Διευθυντή, εφόσον μάλιστα αναβλήθηκε η πώληση που είχε προγραμματιστεί για τις 10.7.2011 και επρόκειτο να καθορίσει νέα ημερομηνία, τους ισχυρισμούς τους και την εκδοχή τους ότι τα υπό πώληση κτήματα περιλαμβάνουν μερίδια τα οποία δια δόλου αγοράστηκαν από τους ενάγοντες. Δεν αναφέρεται κατά πόσο έθεσαν υπόψη του Διευθυντή το γεγονός της ύπαρξης της παρούσας αγωγής. Το άρθρο 28 ορίζει ότι ο διευθυντής έχει διακριτική εξουσία να προχωρήσει στην πώληση της ιδιοκτησίας με πλειστηριασμό, εφόσον ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που το ίδιο άρθρο θέτει. Με όσα οι ενάγοντες αποκαλύπτουν δεν φαίνεται να έθεσαν ενώπιον του διευθυντή τα εν λόγω στοιχεία ώστε να μπορούσε να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια λαμβάνοντάς τα υπόψιν. Σε περίπτωση δε, που, παρά τους ισχυρισμούς τους και την ύπαρξη αγωγής ώστε το Δικαστήριο να αποφασίσει τελικά τα ουσιαστικά δικαιώματα των εμπλεκομένων, ο διευθυντής θα προχωρούσε στον εκ νέου προγραμματισμό της πώλησης, τότε οι ενάγοντες θα μπορούσαν ενδεχομένως να έχουν το ένδικο μέσο της έφεσης του άρθρου 80 παραπονούμενοι για κακή άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Εν πάση όμως περιπτώσει, παραμένει ως γεγονός ότι με την υπό κρίση αίτηση σκοπείται κατ΄ ουσία η ματαίωση νόμιμης και τελούσας σε ισχύ απόφασης αρμοδίου οργάνου, στο οποίο δεν τέθηκαν ή δεν αποκαλύπτεται ότι τέθηκαν, τα σχετικά δεδομένα για να αποφασίσει αρμοδίως. Τέλος, στην αίτηση αναφέρεται ότι προηγήθηκαν δύο εφέσεις του άρθρου 80 για να σταματήσει η δημοπρασία. Στη μια μάλιστα έφεση, το Δικαστήριο απέρριψε μονομερή αίτηση των εναγόντων που είχε σκοπό τη ματαίωση της δημοπρασίας. Τελικά δε, οι ενάγοντες απέσυραν τις εφέσεις και καταχώρησαν την παρούσα αίτηση. Δεν αποκαλύπτουν, όμως, το λόγο για τον οποίο το Δικαστήριο είχε απορρίψει την αίτηση που ουσιαστικό σκοπό είχε, όπως και η παρούσα, το να μην προχωρήσει η διαδικασία πώλησης. Αυτό είναι ένα ουσιώδες στοιχείο που έπρεπε να αποκαλυφθεί, ώστε το παρόν Δικαστήριο να είναι σε θέση να αξιολογήσει τα πράγματα σε συνάρτηση με το σχετικό ιστορικό. Όπως έχει λεχθεί από τον Δικαστή Πική, Πρόεδρο τότε του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην απόφαση της Ολομέλειας στην Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 «Είναι θεμελιωμένο ότι ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας.» Υποδεικνύει περαιτέρω ότι σε αντίθετη περίπτωση, όταν δηλαδή δεν αποκαλύπτονται γεγονότα εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, τότε η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής. Ως εκ των άνω, η αίτηση απορρίπτεται. (Υπ.) ............ Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο