ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ κ.α. ν. ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΠΑΤΣΑΛΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής 3225/10, 26 Σεπτεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A97 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3225/10 Μεταξύ: ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, από τη Λάρνακα, ΓΙΩΡΓΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, από τη Λάρνακα, Εναγόντων -και- ΦΩΤΕΙΝΗΣ ΠΑΤΣΑΛΟΥ, από τη Λάρνακα, ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ ΛΑΡΚΟΥ, από τη Λάρνακα, ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΡΟΜΕΪΝ, από τη Λάρνακα, ΚΑΛΛΙΟΠΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ, από τη Λευκωσία, ΓΙΩΡΓΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΗ, από τη Λευκωσία, Εναγόμενων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 31.03.2011 Ημερομηνία: 26 Σεπτεμβρίου
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενους 4 και 5-αιτητές: Η κα Δημοσθένους για Χαβιαράς & Φιλίππου. Για ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση: Η κα Νικολάου για κ. Μ. Παπαθανασίου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι εναγόμενοι 4 και 5 καταχώρισαν αίτηση δια κλήσεως ημερ. 31.03.2011 δια της οποίας ζητούν διαταγή του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται (set aside)η επίδοση του κλητηρίου σ΄ αυτούς. Περαιτέρω εξαιτούνται διαταγής του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται η απόφαση που εκδόθηκε εναντίον τους στην πιο πάνω αγωγή. Η αίτηση των εναγόμενων 4 και 5-αιτητών βασίζεται στη Δ.17 θ.10, Δ.2 θ.1,3,6 και 12, Δ.5 θ.7, Δ.48 θ.1,2,9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση των αιτητών υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Καλλιόπης Χριστοφή, εναγόμενης 4, η οποία προβαίνει στην εν λόγω ένορκη δήλωση και εκ μέρους του συζύγου της, εναγόμενου
- Τα όσα η εναγόμενη 4 αναφέρει στην ένορκη δήλωσή της έχουν συνοπτικά ως ακολούθως: Πληροφορήθηκαν πρώτη φορά την ύπαρξη της αγωγής στις 22.03.2011 όταν ήταν ορισμένη για ακρόαση στο Δικαστήριο Λάρνακας η ποινική υπόθεση υπ΄ αριθμό 4800/10 που είχε ως επίδικο θέμα την επιταγή που αναφέρεται και στην παρούσα αγωγή. Κατόπιν εντολών προς τους δικηγόρους τους για έρευνα του φακέλου της υπόθεσης διαπιστώθηκε ότι στις 14.03.2011 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της ίδιας και του συζύγου της, εναγόμενου 5, λόγω μη καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης. Διαπίστωσαν επίσης ότι ο ιδιώτης επιδότης Αριστείδης Ιακώβου ορκίστηκε ότι στις 6.12.2010 επέδωσε το κλητήριο ένταλμα στην ίδια η οποία το παρέλαβε και εκ μέρους του συζύγου της αλλά αρνήθηκε να υπογράψει την παραλαβή του. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί του εν λόγω επιδότη είναι ψευδείς και ότι ουδέποτε της επέδωσε το κλητήριο ένταλμα. Αναφέρει περαιτέρω ότι το κλητήριο ένταλμα αναγράφει λανθασμένη διεύθυνση αφού η διεύθυνση κατοικίας τους είναι διαφορετική από την αναγραφόμενη. Τέλος, η εναγόμενη 4-αιτήτρια αρνείται ότι οφείλουν οποιαδήποτε χρήματα στους ενάγοντες και ότι έλαβαν οιονδήποτε νόμιμο αντάλλαγμα για τα χρήματα αυτά. Το ποσό που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι θα έπρεπε να είχαν καταβάλει έναντι της συμφωνίας διαχωρισμού πρέπει να καταβληθούν μετά την ολοκλήρωση του διαχωρισμού των οικοπέδων και τη μεταβίβασή της σ΄ αυτούς, δηλαδή τους εναγόμενους. Οι ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση καταχώρισαν ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας τους κάτωθι συγκεκριμένους λόγους:
- Η αίτηση είναι παντελώς νομικά αλλά και ουσιαστικά ανυπόστατη ή και αβάσιμη ή και δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέλει ο νόμος ή και η νομολογία και την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Οι αιτητές με εσκεμμένη πρόθεση έχουν αποκρύψει από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και ή δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
- Οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην ένορκη δήλωση και τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση είναι σε κάθε περίπτωση ψευδή ή και είναι ανυπόστατα και αβάσιμα.
- Δεν αποκαλύπτεται μέσα από την αίτηση και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή καλή υπεράσπιση ή και συζητήσιμη υπεράσπιση και γι΄ αυτό το λόγο θα πρέπει να απορριφθεί.
- Δεν δικαιολογείται ο χρόνος που έχει παρέλθει από την ημερομηνία επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης της αίτησης ή και δεν δίνεται κανένας ουσιώδης λόγος για τη μη καταχώριση εμφάνισης από μέρους των αιτητών.
- Η αίτηση στρέφεται εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση-εναγόντων εκδικητικά ή και με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας ή και την κατάχρηση της διαδικασίας.
- Η ένορκη δήλωση είναι προγενέστερη της αίτησης και γι΄ αυτό το λόγο η αίτηση παραμένει αστήριχτη και θα πρέπει να απορριφθεί. Οι πιο πάνω λόγοι υποστηρίζονται από τις ένορκες δηλώσεις του Αριστείδη Ιακώβου, ιδιώτη επιδότη και Ανδρέα Παστελλίδη, δικηγόρου. Αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων προχώρησαν σε αγορεύσεις για υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους χωρίς οιαδήποτε πλευρά να αντεξετάσει κάποιον από τους ενόρκως δηλούντες. Πριν προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης θα πρέπει πρώτα να εξεταστεί το ζήτημα των θεραπειών που οι εναγόμενοι 4 και 5-αιτητές εξαιτούνται. Είναι γεγονός ότι στην αίτηση φαίνεται ότι οι αιτητές ζητούν την έκδοση διατάγματος τόσο για παραμερισμό της απόφασης όσο και του κλητηρίου εντάλματος. Σε σχέση με το αίτημά τους για παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου, πέραν του γεγονότος ότι αυτό δεν υποστηρίζεται στη νομική βάση της αίτησης, δεν προωθήθηκε ούτε κατά το στάδιο των αγορεύσεων από πλευράς αιτητών ως αυτοτελές αίτημα. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι το αίτημα αυτό εγκαταλείφθηκε και δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο ως τέτοιο. Παρά ταύτα όμως προκύπτει από τα αναφερόμενα της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση ότι οι αιτητές ισχυρίζονται και κακή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Είναι δεδομένο ότι προϋπόθεση έκδοσης ερήμην απόφασης είναι και η καλή επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο πέραν της παράλειψής του να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Σε περίπτωση που κριθεί ότι η απόφαση εκδόθηκε χωρίς να έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.17 τότε ο εναγόμενος δικαιούται σε παραμερισμό της χωρίς να τίθεται θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και χωρίς να υπάρχει δυνατότητα να τεθούν όροι από το Δικαστήριο σε σχέση με τον παραμερισμό. Στην απόφαση Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου (Ττόμη)
(1997)1 Α.Α.Δ. 247, 250 λέχθηκαν τα εξής: «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή.., το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. ΄Εκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. ΄Αρθρο 30.3(α) και (β) του Συντάγματος).» Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα εξετάσει το εν λόγω ζήτημα εντός του πλαισίου αυτού. Ως έχει προαναφερθεί, η αίτηση για παραμερισμό της απόφασης εδράζεται επί της Δ.17 θ.10 που αναφέρει τα ακόλουθα: «10. Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just.» Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης η οποία παρέχεται από τη Δ.17 Κ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών εμπίπτει στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα αυτό αναλύονται στην υπόθεση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, όπως αυτές υιοθετήθηκαν και εφαρμόζονται στην Κυπριακή νομολογία (δες Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36, Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 736 και Ανδρέας Κλεάνθους ν. TRADEX LTD, Πολ. Έφεση αρ. 9885, ημερ. 19.5.1998). Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο να αποφασίζει τον παραμερισμό ή όχι εκδοθείσας απόφασης και βασικό κριτήριο είναι ότι ο αιτητής φέρει το βάρος απόδειξης για να δείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής και ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του (Evans v. Bartlam και Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd (ανωτέρω)). Τι αποτελεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ("prima facie defence") όπως το έθεσε ο Lord Atkin στην υπόθεση Evans v. Bartlam (ανωτέρω) επεξήγησε ο Megarry V.C. στην υπόθεση Land Securies plc v. Receiver from the Metropolitan Police District
(1980)1 W.L.R. 439 ως ακολούθως: "If the term "prima facie case" is used, I think that this is to be understood in the sense of a case made out by the landlord, without the need to evaluate any rebutting evidence put forward by the tenant. That is why Diplock L.J., at p. 80 used the term "bona fide arguable case": and the unanimous view of the Court that the point ought not to be tried twice over seems to point strongly to the phrase "prima facie case" bearing the meaning that I have indicated". Καθοδηγητική στο θέμα αυτό είναι επίσης η υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω) στην οποία ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε) επεξήγησε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιόν του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ένας άλλος παράγοντας που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη είναι κατά πόσο ο αιτητής έχει σοβαρό και εύλογο λόγο για τον οποίο δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να καταχωρίσει εμφάνιση και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του καθώς επίσης και τον χρόνο που πέρασε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου μέχρι την καταχώριση της παρούσας αίτησης (Evans v. Bartlam, Phylactou v. Michael και Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου (ανωτέρω)). Όπως έχει νομολογιακά λεχθεί στην τελευταία υπόθεση, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεσή του. Η ίδια θέση υιοθετήθηκε και στην απόφαση Ανδρέας Κλεάνθους ν. TRADEX LTD (ανωτέρω) όπου ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κραμβής αναφέρει χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «.. η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτη όψεως υπεράσπισης δεν υπερακοντίζει ανυπερθέτως κάθε σοβαρή καταφρόνηση της διαδικασίας η οποία διαπιστώνεται από τον συγκεκριμένο εναγόμενο. Αυτό σημαίνει πως δεν πρέπει να θεωρείται ως δεδομένος ο παραμερισμός της απόφασης εκ μόνου του λόγου ότι ο εναγόμενος αποκαλύπτει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Βλ. K.C.P. Commission Agent and Importers Ltd v. Mιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. και Mine and Quarry Serv. Ltd v. Γεωργίου (ανωτέρω).» Πρωταρχικό έργο του Δικαστηρίου είναι να ισοζυγίσει τους δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη από τη μια αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου και την ανάγκη από την άλλη διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο κατά πόσο θα διατάξει τον παραμερισμό μιας απόφασης ή όχι συναρτάται άμεσα από την συμπεριφορά που επιδεικνύει ο αιτητής έναντι της δικαστικής διαδικασίας. Όπως αναφέρεται και στην υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω), όπου η συμπεριφορά του αιτητή είναι αδικαιολόγητη και προσβλητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο μπορεί να μην διατάξει τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Η νομολογία επί του βάρους αποδείξεως σε τέτοιου είδους αιτήσεις αποκαλύπτει ότι το αποδεικτικό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών εξηγήσεων και στοιχείων τόσο για την καθυστέρηση όσο και για το εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η μαρτυρία που πρέπει να προσκομιστεί από τον αιτητή για να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και δικαιολογημένη καθυστέρηση πρέπει να είναι υπό μορφή ένορκης δήλωσης ή άλλη έγγραφη μαρτυρία που να επισυνάπτεται στις ένορκες δηλώσεις, χωρίς προφορική μαρτυρία αλλά βεβαίως με δικαίωμα αντεξέτασης με βάση τη Δ.39 Κ.1. Ο αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία που θα συνιστούσαν την υπεράσπισή του (Γεώργιος Φρίξου Γεωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείου Κώστα Παύλου & Σία Λτδ,
(2000)1 Α.Α.Δ. 1101). Ερχόμενος τώρα στην υπό κρίση υπόθεση το πρώτο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι το κατά πόσο οι αιτητές έχουν δείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση εντός του πλαισίου των νομολογιακών αρχών όπως αυτές έχουν παρατεθεί πιο πάνω. Είναι η θέση των εναγόμενων 4 και 5 - αιτητών, όπως αυτή καταγράφεται στην παρ. 9 της ένστασης που συνοδεύει την αίτηση, ότι δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες ή και ότι έλαβαν οποιοδήποτε αντάλλαγμα. Οποιοδήποτε ποσό θα έπρεπε να είχαν καταβάλει έναντι της συμφωνίας διαχωρισμού θα πρέπει να καταβληθεί μετά την ολοκλήρωση του διαχωρισμού των οικοπέδων και τη μεταβίβασή τους σε αυτούς. Θα πρέπει να τονιστεί εδώ ότι στην παρούσα διαδικασία δεν τίθεται θέμα απόδειξης των ισχυρισμών αυτών των αιτητών αλλά ούτε και αξιολόγηση της μαρτυρίας ή διαπίστωση γεγονότων (βλ. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παλλουριώτισσας ν. Δέσποινας Αρτέμη
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1762). Θα πρέπει όμως να τίθενται τέτοιες λεπτομέρειες και επαρκείς εξηγήσεις οι οποίες στο σύνολό τους και χωρίς το Δικαστήριο να αξιολογεί τη μαρτυρία και να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα, να είναι όμως δυνατό, να καταδεικνύουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Οι αιτητές στην προκειμένη περίπτωση προβαίνουν σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία ανταλλάγματος χωρίς οιεσδήποτε λεπτομέρειες και στοιχεία και επικαλούνται συμφωνία διαχωρισμού χωρίς καν να την επισυνάπτουν στην ένορκη δήλωσή τους. Δεν μου διαφεύγει επίσης το γεγονός, ως αυτό φαίνεται στην έκθεση απαίτησης την οποία οι αιτητές αναφέρουν ότι έχουν αναγνώσει, χωρίς να αποφαίνομαι επί της ουσίας του, ότι ο εναγόμενος 5-καθ΄ ου η αίτηση εξέδωσε επιταγή προς όφελος της ενάγουσας. Θεωρώ ότι τα όσα οι αιτητές αναφέρουν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτησή τους δεν είναι αρκετά ή και δεν παρέχουν τέτοια δεδομένα όπου θα έπειθαν το Δικαστήριο στο βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό για την ύπαρξη συζητήσιμης υπεράσπισης. Ενόψει αυτού δεν έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης που τους βαρύνει για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης και ως εκ τούτου η αίτηση τους θα ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία γι΄ αυτό και μόνο το λόγο. Παρά ταύτα όμως, ενόψει και των όσων το Δικαστήριο ανάφερε πιο πάνω σε σχέση με τον ισχυρισμό των αιτητών για κακή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, θα προχωρήσω να εξετάσω και τη δεύτερη προϋπόθεση που έχει νομολογιακά τεθεί και είναι η ύπαρξη σοβαρού και εύλογου λόγου που δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο και άφησαν να εκδοθεί απόφαση εναντίον τους. Ούτε και για αυτή την προϋπόθεση έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης που τους βαρύνει. Φυσικά θα πρέπει να λεχθεί ότι ο χρόνος που παρήλθε από την έκδοση της απόφασης στις 14.03.2011 μέχρι και την καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης στις 31.03.2011 δεν είναι τέτοιος που θα μπορούσε να θεωρηθεί υπερβολικός. Ανεξαρτήτως τούτου όμως το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος για τη μη εμφάνισή τους στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον τους. ΄Εχει προαναφερθεί ότι οι αιτητές ισχυρίζονται κακή επίδοση της αγωγής και το Δικαστήριο αν κρίνει ότι όντως η επίδοση ήταν κακή τότε και παρά το γεγονός ότι έχω αποφασίσει για τη μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης θα πρέπει η απόφαση να παραμεριστεί (βλ. Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου (ανωτέρω)). Κατ΄ αρχάς φαίνεται από τον φάκελο της υπόθεσης, γεγονός το οποίο αναφέρει και η ενόρκως δηλούσα ότι υπάρχουν επιδόσεις του κλητηρίου εντάλματος και για τους δύο εναγόμενους- αιτητές από τον ιδιώτη επιδότη Αριστείδη Ιακώβου. Ο τελευταίος όμως στην ένορκη δήλωση επίδοσης αναφέρει ότι επέδωσε τα κλητήρια στην εναγόμενη 4 και για τον σύζυγό της, εναγόμενο 5 η οποία όμως αρνήθηκε να υπογράψει. Το γεγονός αυτό οι αιτητές το αρνούνται αναφέροντας ότι η διεύθυνσή τους στο κλητήριο είναι λανθασμένη αφού η διεύθυνση κατοικίας τους είναι διαφορετική και επισυνάτπουν για απόδειξη τούτου αντίγραφα λογαριασμών ρεύματος και τηλεφώνου, τεκ. Α και Β, αντίστοιχα. Επίσης η εναγόμενη 4-αιτήτρια αρνείται ότι παρέλαβε τα κλητήρια και αρνήθηκε να υπογράψει. Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί το εξής περίεργο. Στο επισυναπτόμενο στην ένορκη δήλωση τεκ. Α, αναγράφεται ως διεύθυνση υποστατικού η οδός Θερμοπυλών 80, Στρόβολος. Παραλήπτης είναι ο Χριστοφή Γεώργιος με διαφορετική διεύθυνση από την πιο πάνω, δηλαδή με διεύθυνση Στασικράτους 34, Λευκωσία. Αυτό φυσικά το γεγονός η ενόρκως δηλούσα στην ένορκη δήλωσή της παραλείπει να το αναφέρει και επεξηγείται για πρώτη φορά στην αγόρευση του συνηγόρου της για υποστήριξη της αίτησης. Εν πάση όμως περιπτώσει ο ιδιώτης επιδότης με ένορκη δήλωσή του που επισυνάπτεται στην ένσταση απορρίπτει τους ισχυρισμούς των αιτητών και αναφέρει συγκεκριμένα τις ενέργειες στις οποίες προέβηκε για να καταλήξει στην επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στους εναγόμενους 4 και 5-αιτητές. Αναφέρει μάλιστα και το όνομα της εναγόμενης 2 ότι είναι αδελφή της εναγόμενης 4 και ότι στην προσπάθεια του να επιδόσει στην εναγόμενη 2 στο σπίτι της στην οδό Αγίου Γεωργίου Μακρή 59Α στη Λάρνακα συνάντησε την εναγόμενη 4 η οποία και του συστήθηκε και στην οποία επέδωσε τα κλητήρια εντάλματα γι΄ αυτή και για το σύζυγό της. Τα όσα ο ιδιώτης επιδότης, Αριστείδης Ιακώβου, αναφέρει στην ένορκη δήλωσή του παρέμειναν αναντίλεκτα αφού οι αιτητές δεν άσκησαν το δικαίωμα που τους παρέχει η Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για αντεξέταση ενόρκως δηλούντα. Ούτε και προέβηκαν σε αίτημα για να εξασφαλίσουν ενδεχομένως άδεια καταχώρισης συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που να αντικρούουν τους ισχυρισμούς αυτούς. Με τα δεδομένα αυτά όπως έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί ότι υπήρχε σοβαρός και εύλογος λόγος για την μη εμφάνιση των εναγόμενων 4 και 5-αιτητών στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον τους αλλά ούτε και ότι η επίδοση ήταν κακή γεγονός το οποίο αν υφίστατο δεν θα υπήρχε για το Δικαστήριο άλλη οδός από του να εκδώσει διάταγμα παραμερισμού. Δύο τελευταία ζητήματα που χρήζουν εξέτασης είναι το θέμα ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι προγενέστερης ημερομηνίας από αυτή της αίτησης, ζήτημα το οποίο τέθηκε από πλευράς καθ΄ ων η αίτηση και το άλλο που τέθηκε από πλευράς αιτητών στο στάδιο των αγορεύσεων είναι ότι η ένορκη δήλωση του Ανδρέα Παστελλίδη είναι ανεπίτρεπτη αφού είναι εκ των δικηγόρων που χειρίζεται την υπόθεση. Ούτε η μια θέση αλλά ούτε και η άλλη μπορούν να ευσταθήσουν. Το θέμα του προγενέστερου της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση από την ημερομηνία της ίδιας της αίτησης ενδεχομένως να εξεταζόταν αν το Δικαστήριο είχε ενώπιόν του αγωγή ή εναρκτήρια αίτηση και καταχωριζόταν αίτηση για οποιοδήποτε διάταγμα με ημερομηνία ένορκης δήλωσης και αίτησης προγενέστερη της ημερομηνίας καταχώρισης της αγωγής ή της εναρκτήριας αίτησης. Εδώ όμως τέτοιο θέμα δεν τίθεται. Αναφορικά με το ζήτημα της ένορκης δήλωσης δικηγόρου είναι νομολογημένο ότι είναι ανεπιθύμητο οι δικηγόροι να υπογράφουν ένορκες δηλώσεις που να συνοδεύουν αιτήσεις, χωρίς όμως αυτό από μόνο του να επιφέρει ακυρότητα (Thanos Hotels Ltd. ν. Δημήτρη Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036, Αίτηση Certiorari 90/10 ημερ. 25.08.2010). Στην παρούσα περίπτωση θα ήταν ορθότερο την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση να την υπέγραφαν οι καθ΄ ων η αίτηση. Θεωρώ όμως ότι παράλειψη τους να το πράξουν δεν έχει οιανδήποτε επίδραση λαμβανομένων υπόψη τόσο των νομολογιακών αρχών αλλά και του γεγονότος ότι το βάρος απόδειξης στην υπό εξέταση αίτηση το έχουν οι αιτητές. Ενόψει όλων των πιο πάνω η αίτηση δεν μπορεί να έχει άλλη κατάληξη από την αποτυχία. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των εναγόμενων 4 και 5-αιτητών και υπέρ των εναγόντων όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Λ. Μουγής, Ε.Δ. /ΜΧΚ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο