Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Γεωργίας Φωκά, Αρ. Αγωγής: 1316/07, 30 Σεπτεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A102 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1316/07 Μεταξύ: Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ Ενάγουσας -και- Γεωργίας Φωκά Εναγομένης ------------------- Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου, 2011 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα Εταιρεία: κ. Α. Ζαχαρίου Για Εναγόμενη: κ. Α. Μαθηκολώνης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ακρόαση της αγωγής διεξήχθη στη βάση των παραδεκτών γεγονότων. Εκ συμφώνου κατατέθηκαν το Κλητήριο Ένταλμα της Αγ. Αρ.3956/99, η αίτηση τροποποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος, το τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα, η συμφωνία ενοικιαγοράς, η δικαστική απόφαση στην Υπ. Αρ.3956/99, καθώς και το αντίγραφο της ταμειακής απόδειξης και έγιναν Τεκμήρια 1-6. Εγκρίθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα από το Δικαστήριο. Αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, ο κ. Ζαχαρίου υποστήριξε ότι δεν εφαρμόζεται η αρχή του δεδικασμένου, γιατί όταν σε δικαστική απόφαση κάποιο συγκεκριμένο θέμα αναφέρεται εκ του περισσού και δεν εξετάζεται, δεν θεωρείται ότι τα όσα καταγράφονται επί του θέματος αυτού συνιστούν δεδικασμένο. Η υπό κρίση αγωγή, ήταν η εισήγησή του, βασίζεται στο άρθρο 65 του περί Συμβάσεων Νόμου και δεν αφορά την εικονικότητα της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Παρέπεμψε το Δικαστήριο τόσο σε κυπριακή, όσο και αγγλική νομολογία. Ο κ. Μαθηκολώνης υποστήριξε ότι η αρχή του δεδικασμένου εφαρμόζεται στην ολότητάς της επί των γεγονότων της παρούσας αγωγής, αφού στην Αγ. Αρ.3956/99 είχαν αποφασιστεί τα γεγονότα στη βάση της σύμβασης ενοικιαγοράς και είχε προβληθεί διαζευκτικός ισχυρισμός για πιστωτικές διευκολύνσεις, ο οποίος εμπεριείχε τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Τη θεραπεία, την οποία οι Ενάγοντες επιζητούν, ήταν η εισήγηση του κ. Μαθηκολώνη, είχαν την ευκαιρία να την προβάλουν στην Αγ. Αρ.3956/99, οπόταν η αρχή του δεδικασμένου μπορεί να εφαρμοστεί. Ο κ. Μαθηκολώνης εισηγήθηκε επίσης ότι δεν επιτρέπεται σε διάδικο να προβάλει μια αξίωση, εκ νέου, η οποία βασίζεται σε εκδοχή η οποία είχε κριθεί από το Δικαστήριο ως πλαστή. Προς υποστήριξη της θέσης του αυτής, παρέπεμψε το Δικαστήριο σε αγγλική νομολογία επί του θέματος. Εξετάζοντας τα τεκμήρια, τα οποία εκ συμφώνου τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, διαπιστώνεται ότι η Αγ. Αρ.3956/99 είχε καταχωριστεί στις 10/08/1999 και κατέγραφε ως Εναγομένη 1 την κα Γεωργία Φωκά. Ως νομική βάση της αξίωσης της Ενάγουσας, είχε προωθηθεί η σύμβαση ενοικιαγοράς. Υπήρχε όμως διαζευκτική βάση αγωγής, η οποία καταγράφηκε στο Κλητήριο Ένταλμα ως «παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή ως αχρεωστήτως καταβληθέν το ποσό των Λ.Κ.3.950- και/ή ως «money had and received» και/ή ως αποζημιώσεις με παράβαση συμφωνίας». Το Δικαστήριο στην έκδοση της απόφασής του, απέρριψε την αγωγή στη βάση της εικονικότητας της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Όσον αφορά την αξίωση που βασιζόταν στην παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων, αυτή δεν προωθήθηκε κατά την ακρόαση, αφού δεν είχε προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία και γι' αυτό δεν εξετάστηκε. Το Δικαστήριο κατέληξε στο ακόλουθο εύρημα αναφορικά με τη διαζευκτική βάση αγωγής: Έχει ήδη λεχθεί ότι οι Ενάγοντες στην παράγραφο 3 (α) της Εκθέσεως Απαιτήσεως αξιώνουν ένα ποσό Λ.Κ.3.950- για πιστωτικές διευκολύνσεις. Η απαίτηση αυτή δεν προωθήθηκε κατά την ακρόαση και καμιά μαρτυρία προσφέρθηκε προς αυτή την κατεύθυνση. Ούτε το ποσό αυτό έχει καθ' οιονδήποτε τρόπο διασαφηνιστεί από πού προέρχεται. Τα κατατεθέντα έγγραφα και τεκμήρια και κυρίως το Τεκμήριο 4, το πιστοποιητικό με τη συνημμένη κατάσταση λογαριασμού, αφορά και αναφέρεται στην επίδικη χρηματοδότηση και στα υπόλοιπα που προέκυψαν από αυτή. Η επίδικη συμφωνία έχει ήδη εξεταστεί με τα ανάλογα ευρήματα και έχει κριθεί. Να σημειώσω πως το ποσό αυτό δεν αξιώνεται στο αιτητικό της αγωγής που αφορά αποκλειστικά τη συμφωνία ενοικιαγοράς. Έτσι στην απουσία μαρτυρίας επί της διαζευτικής απαίτησης των Εναγόντων επί του ποσού αυτού, κρίνω πως ούτε και με την απόφαση Kennedy Hotels Ltd v. Indjivdjian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400 μπορεί να εξεταστεί η διαζευκτική βάση της αγωγής ή και να εκδοθεί απόφαση για το ποσό αυτό.» Έχει νομολογηθεί ότι ο στόχος της αρχής του δεδικασμένου είναι η προστασία του διαδίκου από την ανάγκη να υπερασπιστεί τον εαυτό του για τα ίδια θέματα δύο φορές (βλ. Χριστοφής Α. Χριστοφή (Παπέττα) v. Σ. Μ. Φλοκκάς Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1703 και Odgers on Pleadings and Practice, 22η εκδ. σελ.188) . Ο Δικαστής Νικήτας στην απόφαση Παπαδόπουλος v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Στέγης
(1998)3 Α.Α.Δ. 608, έθεσε ευκρινώς το πλαίσιο για την αναγκαιότητα εφαρμογής της αρχής: «Ο αντίθετος προσανατολισμός θα δημιουργούσε επικίνδυνο ρήγμα στην αρχή της τελεσιδικίας. Το δεδικασμένο έχει τη θεωρητική του προέλευση και διατύπωση στο Ρωμαϊκό δίκαιο. Στον Ουλπιανό ανήκει η κλασσική φράση, που εκφράζει την πεμπτουσία του δόγματος, quia res judicata pro veritate accipitur (Dig. 15.25), που συνδέθηκε με την αλήθεια των νομικών καταστάσεων. Αξίζει να παραθέσουμε από τη μελέτη του καθηγητή Χρίστου Μπάκα τον τόμο Δεδικασμένο του Ερευνητικού Ινστιτούτου Δικονομικών Μελετών
(1989)στη σελ.50, που φανερώνει τη διαχρονική αξία του δόγματος: "Σύμφωνα με την αρχή αυτή κάθε απόφαση άσχετα αν είναι δίκαια ή όχι, θεωρείται ότι περιέχει την αλήθεια και ο καθένας πρέπει να αποδεχθεί την απόφαση και την εκτέλεσή της . . . Το πλάσμα αλήθειας που εισάγεται με την προαναφερόμενη αρχή είναι σαφώς προτιμότερα από διαιώνιση της αβεβαιότητας που θα κυριαρχούσε σε διαφορετική περίπτωση στη δίκαιη κρίση . ."». Σύμφωνα με την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, για να τύχει εφαρμογής η αρχή του δεδικασμένου θα πρέπει να ικανοποιηθούν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) το επίδικο θέμα είναι το ίδιο και στις δύο διαδικασίες β) το επίδικο θέμα έχει εγερθεί και αποφασιστεί στην πρώτη διαδικασία από το Δικαστήριο το οποίο είχε δικαιοδοσία να το εκδικάσει γ) το επίδικο θέμα έχει αποφασιστεί στην πρώτη διαδικασία τελεσίδικα, έτσι ώστε να δεσμεύει τα άλλα Δικαστήρια και δ) οι διάδικοι να είναι οι ίδιοι. Στην υπό κρίση αγωγή δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι οι διάδικοι είναι οι ίδιοι και έχουν την ίδια ιδιότητα με την Αγ. Αρ. 3956/99. Η υπό κρίση αγωγή βασίζεται πάνω στα ίδια πραγματικά γεγονότα που βασίστηκε η Αγ. Αρ.3956/99, πλην όμως η βάση της αφορά τον προσπορισμό του ποσού των Λ.Κ.5.020- και/ή Λ.Κ.6.828,96 από άκυρη συμφωνία και/ή τον αδικαιολόγητο πλουτισμό της Εναγομένης, «money had and received». Δεν μπορεί επίσης να αμφισβητηθεί ότι τα γεγονότα, τα πραγματικά, που αφορούν τις δύο αγωγές, είναι τα ίδια. Θα πρέπει οπόταν να εξεταστεί κατά πόσο εφαρμόζονται οι αρχές του «res judicata». Η έννοια του δεδικασμένου (res judicata) έχει διάφορες πτυχές και εφαρμόζεται τόσο υπό τη μορφή κωλύματος αναφορικά με την αιτία αγωγής (cause of action estoppel) όσο και υπό την έννοια του κωλύματος για συγκεκριμένα επίδικα θέματα (issue estoppel). Ο Λόρδος Diplock επεξήγησε την έννοια του κωλύματος αναφορικά με την αιτία αγωγής στην υπόθεση Thoday v. Thoday
(1964)1 All ER 341, όπου στη σελ.352 ανάφερε τα ακόλουθα: «cause of action estoppel", is that which prevents a party to an action from asserting or denying, as against the other party, the existence of a particular cause of action, the nonexistence or existence of which has been determined by a court of competent jurisdiction in previous litigation between the same parties. If the cause of action was determined to exist, i.e., judgment was given on it, it is said to be merged in the judgment, or, for those who prefer Latin, transit in rem judicatam. If it was determined not to exist, the unsuccessful plaintiff can no longer assert that it does; he is stopped per rem judicatam. This is simply an application of the rule of public policy expressed in the Latin maxim, "nemo debet bis vaxari pro una et eadem causa". In this application of the maxim, causa bears its literal Latin meaning. The second species, which I will call "issue estoppel", is an extension of the same rule of public policy.» Το κώλυμα για συγκεκριμένο επίδικο θέμα (issue estoppel) επεξηγήθηκε και πάλι από τον Λόρδο Diplock στην υπόθεση Mills v. Cooper
(1967)2 All ER 100: «... This doctrine, so far as it affects civil proceedings, may be stated thus: a party to civil proceedings is not entitled to make, as against the other party, an assertion, whether of fact or of the legal consequences of facts, the correctness of which is an essential element in his cause of action or defence, if the same assertion was an essential element in his previous cause of action or defence in previous civil proceedings between the same parties or their predecessors in title and was found by a court of competent jurisdiction in such previous civil proceedings to be incorrect, unless further material which is relevant to the correctness or incorrectness of the assertion and could not by reasonable diligence have been adduced by that party in the previous proceedings has since become available to him». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Ένας διάδικος σε πολιτικές διαδικασίες δεν μπορεί να εγείρει εναντίον του άλλου διαδίκου, ένα ισχυρισμό που αναφέρεται σε ένα γεγονός ή τα νομικά επακόλουθα γεγονότων, η ορθότητα των οποίων αποτέλεσε ένα βασικό στοιχείο σε προηγούμενη αγωγή ή υπεράσπιση μεταξύ των ιδίων διαδίκων και βρέθηκε από προηγούμενο Δικαστήριο ότι ήταν εσφαλμένο, εκτός αν έχει εξεύρει νέα μαρτυρία σχετική με την ορθότητα ή το εσφαλμένο του ισχυρισμού που δεν θα μπορούσε με τη δέουσα επιμέλεια να είχε εισαχθεί από το συγκεκριμένο διάδικο στην προηγούμενη διαδικασία και του έχει έκτοτε καταστεί γνωστός.» Στην απόφαση K.S.R. Comercio S.A. κ.α. v. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 309, καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματά του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπισή του, δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογή του διαδίκου και τη διαιώνισή τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα.» Η πιο πάνω αρχή επαναλήφθηκε πρόσφατα στην υπόθεση Αντριανή Χαραλάμπους v. Μαρίας Χαραλάμπους
(2008)1 (Β) Α.Α.Δ. 1298 και Μιχάλη Θεοδώρου v. Ανδρέα Γεωργίου Μάντη, Πολ. Έφ.297/2006, ημερ.12/07/2010. Ο Sir James Wigram V.C., εξήγησε τη συγκεκριμένη αρχή στην υπόθεση Henderson v. Henderson
(1843)3 Hare 100, στις σελ.114-115, ως ακολούθως: «In trying this question I believe I state the rule of the Court correctly which I say that, where a given matter becomes the subject of litigation in, and of adjudication by, a court of competent jurisdiction, the court requires the parties to that litigation to bring forward their whole case, and will not (except under special circumstances) permit the same parties to open the same subject of litigation in respect of matters which might have been brought forward as part of the subject in contest, but which was not brought forward, only because they have, from negligence, inadvertence, or even accident, omitted part of their case. The plea of res judicata applies, except in special cases, not only to points upon which the courts was actually required by the parties to form an opinion and pronounce a judgment, but to every point which properly belonged to the subject of litigation, and which the parties, exercising reasonable diligence, might have brought forward at the time.» Στην Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Λτδ
(1995)1 Α.Α.Δ. 670, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σημαντικά: «. δημιουργείται δεδικασμένο όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας, αλλά δεν προβλήθηκαν. Είναι θεμελιωμένο πως αυτή η προέκταση ισχύει και ως προς τις δύο εκφάνσεις του δεδικασμένου δηλαδή και για κώλυμα αναφορικά με την αιτία της αγωγής και για κώλυμα αναφορικά με επίδικο θέμα. Στην υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC (ανωτέρω) αποφασίστηκε πως όπου εξαιρετικές περιστάσεις δείχνουν ότι η άκαμπτη εφαρμογή των κανόνων ως προς το δεδικασμένο θα οδηγούσε σε αδικία ενώ, αντίστροφα, η παράκαμψη τους δεν θα απέληγε σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δικαιολογείται η συζήτηση θέματος σε νέα δικαστική διαδικασία έστω και αν αυτό το θέμα πράγματι αποφασίστηκε σε προηγούμενη ή ενώ δεν είχε προβληθεί για να αποφασιστεί, θα μπορούσε να είχε προβληθεί. Η υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC (ανωτέρω) δεν αφορούσε σε κώλυμα ως προς την αιτία της αγωγής αλλά σε κώλυμα ως προς επίδικο θέμα. Στην υπόθεση The «Indian Grace» (ανωτέρω) κρίθηκε ότι, κατ' εφαρμογήν της, ισχύουν τα ίδια και στην περίπτωση κωλύματος ως προς την ίδια την αιτία της αγωγής, σε σχέση όμως με θέμα που ενώ δεν αποφασίστηκε πράγματι, θα μπορούσε να είχε προβληθεί στο πλαίσιο της πρώτης διαδικασίας για να αποφασιστεί.» Καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά στο σύγγραμμα του Spencer Bower and Handley "Res Judicata", σελ.94: «7.03 A cause of action estoppel bars relitigation of the cause of action by either party on grounds, other than fraud or collusion, that were not raised in the earlier proceedings. The leading authority is Henderson where Wigram VC said: "... where a given matter becomes the subject of litigation in, and of adjudication by, a court of competent jurisdiction, the court requires the parties to that litigation to bring forward their whole case, and will not (except under special circumstances) permit the same parties to open the same subject of litigation in respect of matter which might have been brought forward as part of the subject in contest, but which was not brought forward, only because they have, from negligence, inadvertence, or even accident, omitted part of their case. The plea of res judicata applies, except in special cases, not only to points upon which the court was actually required by the parties to form an opinion and pronounce a judgment, but to every point which properly belonged to the subject of litigation, and which the parties, exercising reasonable diligence, might have brought forward at the time." Binnie J said in the Supreme Court of Canada: "The law rightly seeks a finality to litigation ... it requires litigants to put their best foot forward ... when first called upon to do so. A litigant ... is only entitled to one bite of the cherry." BAR ABSOLUTE 7.04 The bar created by a cause of action estoppels is absolute with no exception for special circumstances. In Arnold Lord Keith said: "Cause of action estoppel arises where the cause of action in the later proceedings is identical to that in the earlier proceedings, the latter having been between the same parties or their privies and having involved the same subject matter. In such a case the bar is absolute ... unless fraud or collusion is alleged, such as to justify setting aside the earlier judgment. The discovery of new factual matter which could not have been found out by reasonable diligence for use in the earlier proceedings does not, according to the law of England, permit the latter to be reopened ... The principles upon which cause of action estoppel is based are expressed in the maxims nemo debet bis vexari pro una et eadem cusa and interest rei publicae ut finis sit litium. Cause of action estoppels extends also to points which might have been but were not raised and decided in the earlier proceedings for the purpose of establishing or negativing the existence of a cause of action." Στη σχετικά πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Αντριανή Χαραλάμπους v. Μαρίας Χαραλάμπους (ανωτέρω), καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Για να αποφευχθεί η καταχώριση πολλών αγωγών, ο κανόνας του δεδικασμένου έχει επεκταθεί για να καλύπτει όλες τις βάσεις αγωγής που ένας διάδικος θα μπορούσε να περιλάβει κατόπι λογικής έρευνας στα δικόγραφα, εκτός από εκείνες πάνω στις οποίες βασίζει την αγωγή του. Και τούτο για να διασφαλιστεί η εξέταση όλων των θεμάτων που θα μπορούσαν να ήταν επίδικα σε μια δικαστική διαδικασία. Το αποτέλεσμα είναι ότι αν ένας διάδικος παραλείψει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ένα θέμα, το οποίο θα μπορούσε να περιληφθεί στην αρχική διαδικασία, δεν θα του επιτραπεί να το εγείρει σε μια νέα αγωγή που καταχωρίζεται μετά την εκδίκαση της πρώτης. ................................ Το ερώτημα κατά πόσο ένας διάδικος μπορεί να αποφύγει την εφαρμογή του κανόνα όταν επικαλείται στη δεύτερη διαδικασία θέματα που δεν είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία, εξετάστηκε στην υπόθεση Theoki and Others v. Djoni and Others [1984] 1 C.L.R. 296, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθετώντας την αγγλική απόφαση Henderson v. Henderson [1843-1860] All E.R. (Rep.) 378 (βλ. επίσης Vernaeke v. Smith [1982] 2 All E.R. 144), αποφάνθηκε ότι ο κανόνας δεν εφαρμόζεται μόνο σε θέματα που είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία αλλά και σε κάθε θέμα που ήταν στενά συνυφασμένο με την πρώτη διαδικασία και το οποίο οι διάδικοι με λογική προσοχή θα μπορούσαν να είχαν εγείρει.» (Βλ. επίσης Ezekiel v. Royal Bank of Scotland
(2000)All ER (D) 2265.) Το ερώτημα που εδώ τίθεται έγκειται στο εάν η Ενάγουσα Τράπεζα είχε νομικά το δικαίωμα, δηλαδή τη δικονομική δυνατότητα, να συμπεριλάβει εναντίον της Εναγομένης στην πρώτη αγωγή τον αθέμιτο πλουτισμό ως βάση αγωγής. Προς απάντηση του συγκεκριμένου ερωτήματος, αντλώ καθοδήγηση από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολ. Έφ.94/2007, Χριστοφής Κάστανος κ.α. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2009)1 (Β) Α.Α.Δ. 1374, όπου στη σελ.1386 καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Στο σημείο τούτο θα πρέπει να παρατηρήσουμε τα εξής: Ούτε το πρωτόδικο Δικαστήριο, ούτε και το Εφετείο στην υπόθεση Χίνη (ανωτέρω) αποφάνθηκαν πως δεν θα ήταν δυνατή η συνύπαρξη άλλων διαζευκτικών βάσεων αγωγής με την κύρια βάση αγωγής που αφορά εφαρμογή σύμβασης που κηρύσσεται άκυρη. Ούτε αποφάνθηκαν ότι δεν θα μπορούσε να επιτύχει ένας ενάγων αποκατάσταση στη βάση διαζευκτικής βάσης αγωγής, παρά το ότι η σύμβαση θεωρείται άκυρη εξ υπαρχής, είτε πρόκειται για γραμμάτιο, χρεόγραφο, ενοικιαγορά ή άλλη κύρια αιτία αγωγής. Αντίθετα, τονίστηκε και στις δύο αποφάσεις, πρωτόδικη και κατ' έφεση, ότι κάθε ενάγων είχε το δικαίωμα να δικογραφεί εναλλακτικές βάσεις αγωγής και ακολούθως να επιλέγει εκείνη την οποία θα προωθήσει. Επιβεβαιώθηκε ακόμα η καλά καθιερωμένη αρχή σύμφωνα με την οποία "εφόσον στοιχειοθετούνται τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την απαίτηση, είναι παραδεκτή η παροχή αρμόζουσας θεραπείας άσχετα από το ακριβές νομικό πέπλο κάτω από το οποίο τίθεται η απαίτηση". (Βλ. Maison Jenny Ltd (ανωτέρω) και Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1 Α.Α.Δ. 400). Εκείνο το οποίο σύμφωνα με το Εφετείο στην υπόθεση Χίνη ορθώνετο ως εμπόδιο στην επιτυχία των εφεσιβλήτων επί οποιασδήποτε άλλης βάσης αγωγής, ήταν το εξής. (Βλ. απόφαση στην υπόθεση Χίνη ανωτέρω, σελ. 10): "... Κατά την κρίση μας δεν είναι δυνατόν σε εφεσείοντες να προβάλλουν μια και μοναδική εκδοχή, αυτή της ενοικιαγοράς και αφού αυτή καταρρεύσει, λόγω αναξιοπιστίας της εκδοχής, να ζητούν από το δικαστήριο άλλες διαζευκτικές θεραπείες τις οποίες, προβάλλουν μεν στο δικόγραφο τους, χωρίς όμως υπόβαθρο γεγονότων το οποίο και να τεκμηριώνεται με αξιόπιστη μαρτυρία .".» Στην υπό κρίση υπόθεση, η απαίτηση της Ενάγουσας Τράπεζας βασίστηκε στο όφελος το οποίο προσπορίστηκε η Εναγομένη από άκυρη συμφωνία, δηλαδή ότι εισέπραξε από την Ενάγουσα το ποσό των Λ.Κ.5.020- και/ή Λ.Κ.6.828,96 πλέον νόμιμο τόκο, το οποίο δεν επέστρεψε και οφείλει να επιστρέψει, σύμφωνα με τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή ως «money had and received». Η αρχική αγωγή, Yπ. Aρ.3956/99, της οποίας το τροποποιημένο δικόγραφο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3, αξίωνε: «3α. Περαιτέρω και διαζευκτικά προς τα ανωτέρω οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι δυνάμει συμφωνίας ημερ.20/11/96 ως αναφέρεται ανωτέρω παρεδώθησαν στην Εναγόμενη Εταιρεία με την εγγύηση και/ή υποχρέωση και/ή συμφωνία για αποζημίωση και/ή κάλυψη (indemnity) των Εναγομένων 2, 3 και 4 πιστωτικές διευκολύνσεις ύψους Λ.Κ.3.950,00 με όρους και συμφωνίες που αναφέρονται στις ρηθείσες παραγρ.1, 2 και 3 ανωτέρω και οι ενάγοντες το αξιούν δυνάμει των όρων της ως άνω συμφωνίας και ή ως αχρεωστήτως καταβληθέν και ή ως money had and received και ή ως αποζημιώσεις για παράβασιν συμφωνίας όπως κατωτέρω αναφέρεται.» Κατά το μέγιστο μέρος της η παράγραφος 3 (α) του Τεκμηρίου 3 παρουσιάζει πανομοιότητα με την παράγραφο 8 του Κλητηρίου Εντάλματος της υπό κρίση αγωγής. Οι παράγραφοι των δικογράφων, ήτοι των δύο Κλητήριων Ενταλμάτων επίσης παρουσιάζουν πολλές ομοιότητες. Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, reissue, τόμος 16
(2), παράγρ.981 «A claimant who has two heads of claim and recovers judgment for one only, full relief not being open to him on the other, is not barred in a subsequent claim as to the latter. Where, however, relief is properly asked of a competent court, and after trial is not noticed in a judgment granting other relief, or, where in a claim brought for several demands there is judgment for one only, the other relief is presumed to have been refused, and its refusal is a bar to a subsequent claim for the same cause. To be distinguished, however, it is the rule that, where a claimant, having two inconsistent claims, elects to abandon one and pursues the other, he may not afterwards choose to return to the former and sue on it.» Με βάση τις πιο πάνω παραταθείσες αρχές, θεωρώ ότι η Ενάγουσα δεν μπορεί να προβάλει την αξίωση που προβάλλεται με την παρούσα αγωγή, γιατί είχε εγερθεί και εγκαταλειφτεί, κατά την εκδίκαση της Αγωγής Αρ.3956/99, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Με βάση τη νομολογία, δεν μπορεί τώρα να επιστρέψει και να την επαναφέρει για δεύτερη φορά για να εκδικαστεί. Αυτό θα οδηγούσε σε ατέρμονες προσπάθειες ενός διαδίκου να πετύχει το αποτέλεσμα που επιθυμεί και δεν θα υπήρχε τελεσιδικία. Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξης είναι η απόρριψη της αγωγής με έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο υπέρ της Εναγομένης. (Υπ.) ........... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο