← Κύπρος

FREGATA HΟLDINGS LTD ν. CONSORTIA EUROPE LTD, Αγωγή αρ.: 2202/10, 30.9.2011

FREGATA HΟLDINGS LTD ν. CONSORTIA EUROPE LTD, Αγωγή αρ.: 2202/10, 30.9.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A104 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 2202/10 Μεταξύ: FREGATA HΟLDINGS LTD Εναγόντων- Καθ΄ ων η αίτηση -και- CONSORTIA EUROPE LTD Εναγομένων- Αιτητών ----- Ημερομηνία: 30.9.2011 Αίτηση ημερ. 18.5.2011 για παραμερισμό επίδοσης ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές/Εναγόμενους: Η κα Κολατσή για κ. Αδαμίδη. Για Καθ΄ ων η αίτηση/Ενάγοντες: Η κα Κωνσταντίνου για κ. Μιχάλη Βορκά. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 18.10.2010 το Δικαστήριο, υπό άλλη σύνθεση, χορήγησε άδεια στους ενάγοντες, μετά από μονομερή αίτησή τους, για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και μιας ενδιάμεσης αίτησης για απαγορευτικό διάταγμα εκτός δικαιοδοσίας και ειδικότερα στην Αγγλία. Ρητά αναφέρεται στην εν λόγω άδεια ότι δόθηκε με σκοπό την επίδοση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 1393/07 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13.11.2007 περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (Επίσημη Εφημερίδα αρ. L324 της 10.12.2007 σελ. 0079-0120). Ο εν λόγω Κανονισμός, που παρακάτω θα αναφέρεται ως «ο Κανονισμός», παρέχει τη δυνατότητα, απευθείας και το ταχύτερο δυνατό, διαβίβασης δικαστικών ή εξωδίκων πράξεων από ένα κράτος μέλος σε άλλο, για να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί (Άρθρο 4.1). Οι εναγόμενοι ζητούν τώρα παραμερισμό της παραπάνω επίδοσης επικαλούμενοι δύο λόγους. Ο πρώτος λόγος σχετίζεται με τις πρόνοιες της Δ.6, κ.6 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, οι οποίες έχουν ως ακολούθως, όπως πρέπει να διαβάζονται μετά τη θέσπιση του Συντάγματος σε ισχύ (βλ. Ε. Philippou Ltd v. Littner Hampton Ltd

(1984)1 CLR 716): «When the defendant is not a Cypriot National, notice of the writ and not the writ itself is to be served upon him». Εν προκειμένω, οι ενάγοντες επέδωσαν το ίδιο το κλητήριο, αντί ειδοποίηση τούτου. Σημειώνεται, μάλιστα, ότι ενώ με την αίτηση τους ζητούσαν, προφανώς διαζευκτικά και άδεια για επίδοση ειδοποίησης, στο τέλος περιόρισαν το αίτημά τους ζητώντας να επιδώσουν το ίδιο το κλητήριο ένταλμα. Δεύτερον, οι ενάγοντες παρέλειψαν να επιδώσουν αντίγραφο της εν λόγω μονομερούς αίτησης και της συνημμένης σε αυτήν ένορκης δήλωσης, κατά παράβαση της Δ.48, κ.13, σύμφωνα με την οποία όποτε επιδίδεται διάταγμα που εκδίδεται μετά από μονομερή αίτηση, θα πρέπει να επιδίδεται ταυτόχρονα και η μονομερής αίτηση μαζί με την ένορκη δήλωση που τυχόν τη συνόδευε. 1. Το ζήτημα της επίδοσης του κλητηρίου αντί της ειδοποίησης του κλητηρίου Ως προς τον πρώτο λόγο ένστασης, η ευπαίδευτη δικηγόρος των αιτητών παρέπεμψε στην υπόθεση E. Philippou Ltd (ανωτέρω) σύμφωνα με την οποία «the service of the copy of the writ on a foreign national outside the jurisdiction is a nullity. It may be set aside ex debito justitiae.» Η ευπαίδευτη δικηγόρος των καθ΄ ων η αίτηση επικαλέστηκε την πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Al Jaizani κ.ά., Αρ. Αγ. 3706/09, Επαρχ. Δικ. Λάρνακας, ημερομηνίας 4.3.2010, σύμφωνα με την οποία ο κ. 6 της Δ.6 έχει, ενόψει του Κανονισμού 1393/07, καταργηθεί. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το ζήτημα περιορίζεται στην επίδοση αυτού τούτου του κλητηρίου, εφόσον, κατά τ΄ άλλα, οι ενάγοντες ζήτησαν και έλαβαν άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Κατ΄ ουσία το ερώτημα που τελικά τίθεται είναι κατά πόσο η Δ.6, κ.6 έχει καταργηθεί από τον Κανονισμό 1393/07 προκειμένου για επίδοση σε κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. (α) H Διαταγή 6, καν.6 Η ανάγκη για να δίδεται άδεια του Δικαστηρίου για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και η επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου σε μη Κύπριο εκτός δικαιοδοσίας, σχετίζεται με την αρχή του Κοινού Δικαίου ότι η δέουσα επίδοση στον εναγόμενο αποτελεί θεμέλιο της δικαιοδοσίας και όχι απλώς προϋπόθεση της εγκυρότητας της αγωγής. Γι΄ αυτό, η επίδοση του κλητηρίου πρέπει κατά κανόνα να γίνεται εντός της δικαιοδοσίας. Η ευχέρεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, αποτελεί εξαίρεση. Είναι γι΄ αυτό που απαιτείται προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου. [Βλ. E. Philippou Ltd (ανωτέρω) και Philippou v. Philippou
(1986)1 CLR 689]. Τέτοια άδεια δίδεται «εφόσον ικανοποιηθούν οι σοβαρές προϋποθέσεις που απαριθμούνται στη Δ.6». (Βλ. Τηλέτυπος Α.Ε. v. Mega Channel Management Ltd
(2004)1 (Γ) ΑΑΔ 1863). Ειδικότερα, η δικαιολογητική βάση του κανόνα να επιδίδεται ειδοποίηση σε ξένους πολίτες εκτός δικαιοδοσίας εξηγείται και πάλι στην E. Philippou Ltd ως εξής: «By a notice a foreign national residing out of the jurisdiction is notified that an action was commenced against him in our Courts and he is required, after the receipt of the notice, to defend the said action, whereas a writ is a command on the defendant, after service of the writ, within the time specified to enter an appearance. There is a significant difference between a command and a courteous notice.» Στα ίδια πλαίσια είναι τα όσα αναφέρονται στην Τηλέτυπος Α.Ε. (ανωτέρω) ως ακολούθως: «Τα Δικαστήρια ασκούν, συνήθως, δικαιοδοσία μέσα στα γεωγραφικά όρια της χώρας τους. Δεν απευθύνεται επομένως εντολή δια του κλητηρίου εντάλματος σε διάδικο που μένει στο εξωτερικό να εμφανιστεί ενώπιον τους. Γι΄ αυτό και επιδίδεται ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος, που αποτελεί μια διακρατική φιλοφρονητική χειρονομία να ειδοποιείται ο διάδικος που μένει στο εξωτερικό πως εκκρεμεί κάποια διαδικασία εις βάρος του στη χώρα από την οποία εκδίδεται η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος». Είναι φανερό ότι τόσο η θεώρηση της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας ως εξαιρετικού μέτρου, όσο και η ανάγκη να επιδίδεται η ειδοποίηση αντί του κλητηρίου, σχετίζονται με την αντίληψη του Κοινού Δικαίου ότι η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας συνιστά επέκταση της δικαιοδοσίας και ως εκ τούτου αποτελεί επέμβαση στην κυριαρχία και τη δικαιοδοσία ενός άλλου κράτους. (β) Ο Κανονισμός 1393/07 Ο Κανονισμός, ως άνω, ρυθμίζει την απευθείας μεταβίβαση εγγράφων για επίδοση το ταχύτερο δυνατό. Στην παράγραφο
(1)του προοιμίου αναφέρεται ότι: «Η ένωση επιδιώκει τη διατήρηση και ανάπτυξη ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης, στο πλαίσιο του οποίου εξασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων και προς τούτο θεσπίζει, μεταξύ άλλων, μέτρα στον τομέα της δικαστικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις, απαραίτητα για την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.» Καταγράφεται, επίσης, η διαπίστωση ότι η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς απαιτεί την καλύτερη και ταχύτερη διαβίβαση μεταξύ των κρατών μελών των δικαστικών και εξωδίκων πράξεων και ότι η αποτελεσματικότητα και η ταχύτητα των δικαστικών διαδικασιών στον αστικό τομέα προϋποθέτει την άμεση και ταχεία διαβίβαση δικαστικών και εξωδίκων πράξεων μεταξύ τοπικών υπηρεσιών. Στα ίδια πλαίσια εντάσσεται και ο Κανονισμός 44/2001 περί αναγνώρισης και εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο σκοπός του οποίου, όπως αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Ironhold Estates Ltd v. Travelworld Vacation Ltd, Πολ. ΄Εφ. 320/07, ημερομηνίας 14.4.2010, έγκειται στην ιδέα του ενιαίου ευρωπαϊκού χώρου σε ό,τι αφορά τις δικαστικές διαδικασίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο προοίμιο του Κανονισμού 44/2001 γίνονται ταυτόσημες αναφορές όπως και στο προοίμιο του παρόντος Κανονισμού με κύριο χαρακτηριστικό τον καθορισμό ως στόχου της Ευρωπαϊκής Ένωσης την ανάπτυξη ενός χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης και τη δικαστική συνεργασία για την καλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Πέραν των εν λόγω Κανονισμών, το δίκτυο νομικής και δικαστικής συνεργασίας στα πλαίσια της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι ευρύτατο. Παρατίθεται ενδεικτικά αριθμός σχετικών Κανονισμών που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν πιο ουσιαστικοί, αλλά θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι οι ρυθμίσεις στα πλαίσια δικαστικής συνεργασίας είναι πολυάριθμες και καλύπτουν μεγάλο μέρος του δικαίου. Ο Κανονισμός 743/2002 περιλαμβάνει ρυθμίσεις για τη διευκόλυνση της δικαιοδοτικής συνεργασίας σε αστικές υποθέσεις. Ο Κανονισμός 1346/2000 ρυθμίζει τις διαδικασίες αφερεγγυότητας με στόχο τη βελτίωση και την επιτάχυνση των διαδικασιών αφερεγγυότητας που έχουν διασυνοριακές επιπτώσεις. Ο Κανονισμός 1896/2006 αφορά τη θέσπιση διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής πληρωμής που αποσκοπεί στην απλούστευση, επιτάχυνση και μείωση των εξόδων της εκδίκασης υποθέσεων. Ο Κανονισμός 861/2007 καθιερώνει ευρωπαϊκή διαδικασία επίλυσης μικροδιαφορών με σκοπό την απλούστευση και επιτάχυνση της εκδίκασης των μικροδιαφορών σε διασυνοριακές υποθέσεις και τον περιορισμό του κόστους. Όπως ορίζεται στον Κανονισμό τη διαδικασία αυτή μπορούν να χρησιμοποιούν οι διάδικοι εναλλακτικά, αντί τη διαδικασία που ισχύουν βάσει των κρατών μελών. Ο Κανονισμός 805/2004 θεσπίζει ευρωπαϊκό εκτελεστό τίτλο για μη αμφισβητούμενες αξιώσεις, κάτι που επιτρέπει άμεση εκτέλεση σε άλλο κράτος σε περιπτώσεις απόφασης για αξίωση που δεν αμφισβητήθηκε, χωρίς να χρειάζεται η προσφυγή σε ενδιάμεση διαδικασία στο κράτος εκτέλεσης. Ο Κανονισμός 1206/2001 προβλέπει τη συνεργασία μεταξύ των Δικαστηρίων των κρατών μελών κατά τη διεξαγωγή αποδείξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις. Άλλοι Κανονισμοί ρυθμίζουν κατά τρόπο ενιαίο ζητήματα Οικογενειακού Δικαίου (Κανονισμοί 1259/2010, 2201/2003, 4/2009, 664/2009). Είναι υπό το φως αυτής της νέας νομικής πραγματικότητας που πρέπει να ερμηνεύονται οι Κανονισμοί και γενικά τα νομικά κείμενα που εντάσσονται στην προσπάθεια ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και στο δικαστικό τομέα. Ο θεμελιακός σκοπός του παρόντος Κανονισμού, αλλά και του όλου νομικού πλαισίου που διέπει τη δικαστική συνεργασία έγκειται στην ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς ως ενιαίας πλέον οντότητας και στην υλοποίηση της ιδέας του ενιαίου δικαστικού χώρου, όπως αναγνωρίστηκε στην υπόθεση Ironhold (ανωτέρω). Ειδικότερα, με τον υπό κρίση Κανονισμό είναι φανερό ότι τα κράτη μέλη, έχοντας πρόθεση να επιτύχουν τους ευρύτερους σκοπούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν εκχωρήσει μεταξύ τους τέτοιο μέρος από την επικυρίαρχη δικαιοδοσία τους, ώστε να αποδέχονται απευθείας τη διαβίβαση δικαστικών πράξεων άλλου κράτους μέλους με σκοπό να επιδοθούν στην επικράτειά τους, είτε σε δικό τους πολίτη είτε σε άλλο πρόσωπο. Συνεπώς, προκειμένου για επίδοση σε κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν υφίσταται η ανάγκη που οδήγησε στη ρύθμιση να επιδίδεται ειδοποίηση του κλητηρίου ως «μια διακρατική φιλοφρονητική χειρονομία» ή, με άλλα λόγια, δεν υφίστανται πλέον οι λόγοι που αποτέλεσαν την αιτιολογική βάση της Δ.6, κ.
  1. Πέραν τούτου: Ο Κανονισμός προβλέπει για επίδοση δικαστικών πράξεων χωρίς να τις προσδιορίζει. Στο Άρθρο 19, όμως, ρυθμίζει τη διαδικασία σε περίπτωση που ο εναγόμενος ερημοδικήσει. Αναφέρεται, συνεπώς, σε εκείνα τα έγγραφα για τα οποία, αν ο εναγόμενος δεν εμφανιστεί στο Δικαστήριο, μπορεί να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Ως τέτοια καθορίζει το «εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη» (Άρθρο 19). Στο αγγλικό κείμενο του Κανονισμού η αντίστοιχη αναφορά είναι «writ of summons or an equivalent document». Στην εν λόγω υπόθεση Τράπεζα Κύπρου v. Al Jaizani (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος δεν αποτελεί «ισοδύναμο έγγραφο». Η ευπαίδευτη δικηγόρος των καθ΄ ων η αίτηση, όμως, παρέπεμψε το Δικαστήριο σε άλλη πρωτόδικη απόφαση στην υπόθεση Supertrust Estates Agents Limited v. Weldon, 5038/2010, Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 20.5.2011, στην οποία αποφασίστηκε ότι το Άρθρο 19 «ρυθμίζει την επίδοση . είτε του δικογράφου δια του οποίου εισάγεται μια τέτοια δικαστική διαδικασία, είτε ενός εγγράφου το οποίο προβλέπεται θεσμικά, το οποίο ειδοποιεί τον ενδιαφερόμενο για την εκκρεμότητα της εναντίον του τέτοιας δικαστικής διαδικασίας και το οποίο δύναται να υπέχει θέση εναρκτήριου δικογράφου. Τέτοιο «ισοδύναμο έγγραφο» («equivalent document») αποτελεί και η προβλεπόμενη, δια της Δ.6, θ.6, ειδοποίηση κλητηρίου εντάλματος.» Πρόκειται, συνεπώς, για αντικρουόμενες πρωτόδικες αποφάσεις επί ενός προβλήματος το οποίο δεν φαίνεται να έχει επιλυθεί ευθέως, ήτοι με αναφορά στο Άρθρο 19, κατά τρόπο αυθεντικό από το Ανώτατο Δικαστήριο. Όμως, στη νομολογία και μάλιστα στην υπόθεση E. Philippou Ltd (ανωτέρω), υπάρχει σχετική αναφορά, εφόσον ως «ισοδύναμο έγγραφο» προσδιορίστηκε εκεί η εναρκτήρια κλήση (originating summons). Η γραμματική έννοια της φράσης «εισαγωγικό της δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη» δεν μπορεί να περιλαμβάνει μια απλή, όπως η φύση της εξηγείται στην υπόθεση Τηλέτυπος Α.Ε. (ανωτέρω), ειδοποίηση στον εναγόμενο περί του ότι «εκκρεμεί κάποια διαδικασία εις βάρος του .». Αλλά, έστω και αν θα μπορούσε η ειδοποίηση να θεωρηθεί «ισοδύναμο έγγραφο», εκείνο που έχει σημασία είναι ότι τα κράτη μέλη έχουν συμφωνήσει να αποδέχονται για επίδοση το ίδιο το κλητήριο ένταλμα. Έχουν, συνεπώς, παραιτηθεί από το «δικαίωμα» τους να επιδίδεται στο έδαφος τους ειδοποίηση και όχι το κλητήριο. Είναι τα ίδια τα κράτη που δέχονται επίδοση του κλητηρίου εντάλματος από οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προς τί η Κύπρος να επιδίδει γνωστοποίηση δυνάμει ενός διαδικαστικού κανονισμού που θεσπίστηκε για να εξυπηρετήσει άλλες ανάγκες και επί του οποίου ο Κανονισμός κατισχύει; Άλλη είναι η σημερινή πραγματικότητα και άλλες οι ανάγκες που επιδιώκει να εξυπηρετήσει ο Κανονισμός, το όλο θεσμικό πλαίσιο και τα Δικαστήρια της Ενωμένης Ευρώπης. Σε μια συνεχή προσπάθεια ανάπτυξης ενιαίου δικαστικού χώρου, στα πλαίσια της οποίας τα κράτη μέλη προχωρούν σε ολοένα και ευρύτερη συνεργασία σε αστικές υποθέσεις και ειδικότερα συμφωνούν να δέχονται απευθείας επιδόσεις στο έδαφός τους με απλοποιημένες και ταχείες διαδικασίες, μοιάζει παρωχημένη η συζήτηση αν θα πρέπει να επιδοθεί στο έδαφος άλλου κράτους μέλους ειδοποίηση ή το κλητήριο. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, θεωρώ ότι σε σχέση με επίδοση σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Δ.6, κ.6 θα πρέπει να θεωρείται ως καταργηθείσα από τον έχοντα αυξημένη ισχύ Κανονισμό 1393/
  2. Μπορεί ή και πρέπει να επιδίδεται κλητήριο ένταλμα. Αλλ΄ έστω ότι τα πράγματα ήταν διαφορετικά και διαπιστωνόταν παράβαση της Δ.6, κ.
  3. Ως άνω, τέτοια παράβαση κρίθηκε στην υπόθεση E. Philippou Ltd (ανωτέρω) ότι προκαλεί ακυρότητα και μάλιστα η πράξη θα έπρεπε να παραμεριστεί «ως χρέος προς τη δικαιοσύνη» (ex debito justitiae). Η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ ακυρότητας και παρατυπίας με τη νέα Δ.64 (24.2.1995) δεν θα μπορούσε εν προκειμένω από μόνη της, να διαφοροποιήσει τα πράγματα. Παρέχει μεν, διακριτική ευχέρεια διάσωσης, στην κατάλληλη περίπτωση, δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν από την τροποποίηση θεωρούντο άκυρα. (Βλ.Panayiotis Georhiou (Catering) Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1996)3 ΑΑΔ 323, Karl Heinz Wunderlich v. Ευθύβουλου Παναγιώτου
(1999)1 AAΔ 366). Όμως, η παραβίαση της δικαιοδοτικής κυριαρχίας άλλου κράτους και, εν πάση περιπτώσει, η παράβαση των αρχών της διακρατικής αβρότητας δεν θα μπορούσε να διορθωθεί ως παρατυπία. Θα ίσχυε, εν προκειμένω, η αρχή της υπόθεσης Πετρίχου v. Χατζηϊωσήφ
(1998)1 ΑΑΔ 81, σύμφωνα με την οποία η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς. Αυτά αν δεν είχε στο μεταξύ θεσπιστεί ο Κανονισμός. Εκείνο ακριβώς που καθιστά διακριτέα την παρούσα υπόθεση από την υπόθεση E. Philippou, είναι το γεγονός ότι, ενόψει του Κανονισμού, οι συνέπειες της παράβασης δεν δημιουργούν ζήτημα που να επηρεάζει την κυριαρχία άλλου κράτους μέλους ή που να διαταράσσει τις σχέσεις διακρατικής αβρότητας μεταξύ των κρατών μελών. Δεν υφίστανται πλέον οι λόγοι επί των οποίων κρίθηκε ότι η παράβαση δημιουργεί ακυρότητα και συνεπώς η αρχή της E. Philippou δεν βρίσκει εφαρμογή υπό τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής. Η μη συμμόρφωση στη Δ.6, κ.6 θα αποτελούσε αντικανονικότητα ή παρατυπία δυνάμενη να διορθωθεί. Στην υπόθεση Karl Heinz Wunderlich (ανωτέρω) έχουν υιοθετηθεί οι κατευθυντήριες γραμμές της αγγλικής νομολογίας για τα κριτήρια επί των οποίων το Δικαστήριο ασκεί τη σχετική διακριτική του ευχέρεια ως εξής: «
  1. Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64, θ.
  2. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
  3. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
  4. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64, θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο, η νέα Δ.64, θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.
  5. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - «να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον». Εν προκειμένω, η δικαιολογητική βάση της Δ.6, κ.6 δεν αφορά καθόλου τον Εναγόμενο, αλλά μόνο το κράτος στο οποίο αυτός βρίσκεται. Με την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος αντί της ειδοποίησης, ο ίδιος δεν επηρεάζεται δυσμενώς. Υπό τις περιστάσεις, εάν ήταν αναγκαίο θα μπορούσε να εκδοθεί διάταγμα για άρση της παρατυπίας από το γεγονός και μόνο ότι το ενδιαφερόμενο κράτος αποδέχθηκε και προχώρησε δια των μηχανισμών του στην επίδοση.
  6. Η μη τήρηση των προνοιών της Δ.48, κ.13 Ως προς το δεύτερο λόγο ένστασης η ευπαίδευτη δικηγόρος των αιτητών παρέπεμψε σε απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου στην υπόθεση Nitro Property Developers Ltd v. Sheena Helen Wringley, Αρ. Αγωγής 3770/09, ημερομηνίας 1.3.2011, με την οποία παραμερίστηκε επίδοση επειδή δεν τηρήθηκαν οι πρόνοιες της Δ.48, κ.
  7. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου ήταν ότι η επίδοση των όσων προνοούνται από τη Δ.48, κ.13 σκοπό έχει να λάβει γνώση ο καθ΄ ου η αίτηση των όσων υποστηρίχθηκαν από την πλευρά του αιτητή και τη βάση επί της οποίας στηρίχθηκε στο Δικαστήριο για να εκδώσει το διάταγμα, ώστε να δύναται να προβεί σε ανάλογα διαβήματα προς ακύρωσή του. Εν προκειμένω, οι αιτητές εισηγούνται ότι η παράλειψη δεν αποτελεί μόνο παράβαση των διαδικαστικών κανονισμών, αλλά «και του δικαιώματος σε χρηστή απονομή δικαιοσύνης κατά παράβαση του Άρθρου 30 του Συντάγματος.» Η παράλειψη, συνεχίζουν, τούς έχει αποστερήσει την ευχέρεια να είναι γνώστες των σχετικών γεγονότων επί των οποίων στηρίχθηκε το διάταγμα και ειδικά των ισχυρισμών που στοιχειοθετούσαν και δικαιολογούσαν την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Από την άλλη, οι καθ΄ ων η αίτηση εισηγούνται ότι η εν λόγω παράβαση συνιστά απλή παρατυπία από την οποία δεν προέκυψε αδικία ή ανεπανόρθωτη ζημιά στους αιτητές. Παρέπεμψαν σχετικά στην υπόθεση Nitro Property Developers Ltd v. Stephen Dearden, Αρ. Αγωγής 373/10, ημερομηνίας 18.4.2011, στην οποία, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης εκείνης, κρίθηκε ότι η παράβαση της Δ.48, κ.13 ήταν θεραπεύσιμη παρατυπία. Το ζήτημα δεν μπορεί να αποφασιστεί in abstracto, αλλά υπό τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης με κύριο κριτήριο το ενδεχόμενο του δυσμενούς επηρεασμού της άλλης πλευράς. Εν προκειμένω, έχει επιδοθεί στους ενάγοντες το κλητήριο ένταλμα με γενική οπισθογράφηση αναφερόμενο σε παράβαση εκ μέρους των εναγομένων συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων ημερομηνίας 12.11.2008 και προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων ημερομηνίας 11.2.
  8. Σημειώνεται εδώ, ότι οι ενάγοντες είχαν λάβει άδεια και για επίδοση μιας αίτησής τους ημερομηνίας 12.8.2010 για έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, η οποία περιλαμβάνει λεπτομερώς τους ισχυρισμούς τους και συνοδεύεται από τα σχετικά τεκμήρια, περιλαμβανομένης της επίδικης συμφωνίας. Οι εναγόμενοι, όμως, αναφέρουν στην ένστασή τους, χωρίς τούτο να έχει αμφισβητηθεί, ότι η αίτηση ημερομηνίας 12.8.2010 δεν τους έχει επιδοθεί. Εν πάση περιπτώσει, όμως, πριν από την ακρόαση, έστω και μια μέρα πριν, οι ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση επέδωσαν τη μονομερή αίτηση δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας μαζί με την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Θα μπορούσαν οι εναγόμενοι να ζητήσουν ευλόγως αναβολή με σκοπό να λάβουν άδεια για να τροποποιήσουν την ένστασή τους ώστε να περιλάβουν, έστω και διαζευκτικά, άλλους λόγους ένστασης επί τη βάσει πλέον της αίτησης που τους επιδόθηκε ακόμα και την υστάτη. Σε τέτοια περίπτωση ο δυσμενής επηρεασμός θα μπορούσε να αποζημιωθεί με καταδίκη των εναγόντων στα έξοδα που θα προέκυπταν. Τα ουσιαστικά, όμως, δικαιώματα των εναγομένων, εάν κακώς δόθηκε άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, δεν θα επηρεάζονταν. Το σκεπτικό αυτό σχετίζεται αποκλειστικά με τη δυνατότητα που θα είχαν οι εναγόμενοι να εγείρουν περαιτέρω ζητήματα πριν την ακρόαση, χωρίς καθόλου να πρέπει να εκληφθεί ότι επικροτείται η στάση των εναγόντων να επιδώσουν την τελευταία μέρα πριν την ακρόαση όσα είχαν εξ αρχής υποχρέωση να επιδώσουν. Δεν υπάρχει περιθώριο συζήτησης ότι οι θεσμοί πρέπει να τηρούνται. Υπό τις παραπάνω, όμως, περιστάσεις, οι εναγόμενοι δεν έχουν υποστεί ουσιαστικό επηρεασμό στο χειρισμό της υπόθεσής τους. Πρόκειται για παρατυπία που κατ΄ ουσία θεραπεύθηκε με τη μεταγενέστερη επίδοση της αίτησης και επί αυτής της βάσης δίδεται διάταγμα θεραπείας και άρσης της παρατυπίας. Στην αγόρευσή τους οι εναγόμενοι προέβαλαν και ένα άλλο λόγο για παραμερισμό της επίδοσης, ότι δηλαδή παρά το γεγονός πως οι ενάγοντες είχαν λάβει άδεια για επίδοση του κλητηρίου και της αιτήσεως ημερομηνίας 12.8.2010 για απαγορευτικό διάταγμα, επέδωσαν μόνο το κλητήριο. Αυτός ο λόγος δεν προβάλλεται στην ένσταση και δεν μπορεί να εξεταστεί. Εν πάση περιπτώσει, εκείνο που έγινε είναι ότι οι ενάγοντες ενώ είχαν λάβει άδεια για επίδοση της αίτησης, δεν την αξιοποίησαν. Η πρακτική σημασία είναι ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει την αίτησή τους, εφόσον δεν την επέδωσαν όπως είχαν υποχρέωση. Η αίτηση θα απορριφθεί. Όμως, δεν θα ήταν δίκαιο τα έξοδα να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Σε σχέση με τον πρώτο λόγο ένστασης υπάρχουν, ως άνω, αντικρουόμενες αποφάσεις πρωτόδικων Δικαστηρίων. Σε σχέση δε, με το δεύτερο λόγο δόθηκε διάταγμα για άρση της παρατυπίας που διέπραξαν οι ενάγοντες. Η αίτηση απορρίπτεται, χωρίς διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............ Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.