Ιωάννη Βασιλείου κ.α. ν. Ουρανίας Γεωργίου Λευτέρη κ.α., Αρ. Αγωγής 1661/10, 5 Οκτωβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A108 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1661/10 Μεταξύ:
- Ιωάννη Βασιλείου προσωπικά ως κληρονόμου και/ή ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Γεωργάκη Βασίλη ή άλλως Γεώργιο Βασιλείου, τέως από την Καλαβασό,
- Κωνσταντίνου Γιαννάκη Βασιλείου )
- Γεώργιου Γιαννάκη Βασιλείου ) αμφότεροι από την Καλαβασό, υπό την ιδιότητά τους ως κληρονόμων του εκ Καλαβασού αποβιώσαντα Γεωργάκη Βασίλη άλλως Γεώργιο Βασιλείου, Εναγόντων -και-
- Ουρανίας Γεωργίου Λευτέρη, συζύγου του Μιχαήλ Λάμπρου, εκ Καλαβασού και τώρα στην Αγγλία,
- Ρίτας (Ρεβέκκας) Μιχάλη Λαμπρή, από την Καλαβασό και τώρα στην Αγγλία, Εναγόμενων Αίτηση ημερ. 14.10.2010 για ακύρωση και/ή παραμερισμό κλητηρίου εντάλματος κτλ. Ημερομηνία: 5 Οκτωβρίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια/Εναγόμενη 2: ο κ. Χρ. Χατζηστερκώτης. Για Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση: η κα Χρ. Αχιλλέως ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση η Εναγόμενη 2/Αιτήτρια εξαιτείται τις ακόλουθες θεραπείες: I. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το διάταγμα ημερομηνίας 17.6.2010 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του κλητηρίου εντάλματος και του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 11.6.
- II. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το διάταγμα ημερομηνίας 8.7.2010 για υποκατάστατη επίδοση του ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος στην Εναγομένη αρ.
- III. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το κλητήριο ένταλμα. IV. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 11.6.2010 στην παρούσα Αγωγή. V. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η επίδοση στην Εναγόμενη 2 της μονομερούς αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 11.6.2010 και του προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε στις 11.6.
- VI. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απορρίπτεται και/ή να αναστέλλεται η παρούσα Αγωγή και/ή η περαιτέρω διαδικασία στην παρούσα Αγωγή. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΙ Η υπό εξέταση Αίτηση βασίζεται στη Δ.2, θθ.2, 3, 5, 11, Δ.5, θθ.1 και 2, Δ.6, θθ.1, 4-9, Δ.16, θ.9, Δ.27, θ.3, Δ.33, θ.15, Δ.34, θ.5, Δ.40, θθ.2, 3, 7, 11, 15, Δ.43(Α), Δ.42(Α), Δ.48, θθ.1-4, 8
(4), 9, 11 και 13, Δ.39, Δ.58, θ.1, Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Άρθρο 30
(2),
(3)του Συντάγματος, Άρθρα 3, 5-9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, Άρθρο 32
(1),
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς 44/01 και 1393/07, στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας καθώς και στις συμφυείς εξουσίες, γενική πρακτική, νομολογία και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της Άννας Προδρόμου, δικηγόρου στο γραφείο του δικηγόρου κ. Χατζηστερκώτη. Σ΄ αυτήν αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: ® Μετά από έρευνα που έκανε στο φάκελο του Δικαστηρίου διαπίστωσε ότι στις 11.6.2010 καταχωρήθηκε κλητήριο ένταλμα και ταυτόχρονα αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος εναντίον της Εναγομένης
- Ως φαίνεται και από το κλητήριο ένταλμα τόσο η Εναγόμενη 1, όσο και η Εναγόμενη 2, είναι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού και διαμένουν μόνιμα στο Ηνωμένο Βασίλειο. ® Από το φάκελο του Δικαστηρίου διαπίστωσε ότι δεν έχει προηγηθεί της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος η σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος, γεγονός που έπρεπε να γίνει αφού οι Εναγόμενες είναι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού. Το γεγονός αυτό επιφέρει την ακυρότητα του κλητηρίου εντάλματος και όλων των μεταγενέστερων διαδικασιών που ακολούθησαν. Η μη σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος καθιστά το κλητήριο ένταλμα εξ υπαρχής άκυρο. ® Επίσης από έρευνα του φακέλου του Δικαστηρίου διαπίστωσε τα πιο κάτω: 1) Στις 16.6.2010, μετά από μονομερή Αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 16.6.2010 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2), εκδόθηκε διάταγμα το οποίο διέτασσε και επέτρεπε την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στις Εναγόμενες 1 και 2 εκτός δικαιοδοσίας. Επίσης, το διάταγμα διέτασσε και επέτρεπε την επίδοση του προσωρινού διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.6.2010 όπως και της μονομερούς Αίτησης ημερομηνίας 11.6.2010 εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Αντίγραφο του διατάγματος επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- 2) Στις 8.7.2010, μετά από μονομερή Αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 8.7.2010 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4), εκδόθηκε διάταγμα ημερομηνίας 8.7.2010 το οποίο χορηγούσε άδεια και επέτρεπε την επίδοση του απαγορευτικού διατάγματος ημερομηνίας 11.6.2010 και της μονομερούς Αίτησης ημερομηνίας 11.6.2010 δυνάμει της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα προς την Εναγόμενη 2 στην παρούσα Αγωγή δια μέσω γραφείου άμεσης παράδοσης αποστολής επιστολών και αντικειμένων FEDEX στη διεύθυνση της Εναγομένης 2 στο Ηνωμένο Βασίλειο. Περαιτέρω, το πιο πάνω διάταγμα διέταττε όπως κάθε γνωστοποίηση οιασδήποτε αιτήσεως στην Αγωγή γίνεται δια αναρτήσεως αντιγράφου αυτής στον πίνακα του Δικαστηρίου για περίοδο επτά ημερών. Αντίγραφο του διατάγματος επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- 3) Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι με την αίτηση ημερομηνίας 8.7.2010 ζητήθηκε από τους Ενάγοντες και εκδόθηκε διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση στην Εναγόμενη 2 της μονομερούς Αίτησης ημερομηνίας 11.6.2010 και του προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε στην παρούσα Αγωγή. Δεν ζητήθηκε από τους Ενάγοντες και ως εκ τούτου δεν εκδόθηκε διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και ούτε το διάταγμα ημερομηνίας 8.7.2010 καθόριζε χρόνο εντός του οποίου η Εναγόμενη 2 θα μπορούσε να καταχωρήσει εμφάνιση μετά την επίδοση στην παρούσα υπόθεση κατά παράβαση της Δ.6, θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. ® Η Ενόρκως Δηλούσα έχει πληροφορηθεί πρόσφατα από την Εναγόμενη 2, αλλά και από τα έγγραφα που βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης και από την επιστολή που στάληκε στην Εναγόμενη 2 από το δικηγόρο των Εναγόντων, ημερομηνίας 9.7.2010, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6, διεπίστωσε τα ακόλουθα: i. Δεν έγινε σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος πριν την καταχώρηση του κλητηρίου. ii. Δεν επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα ή η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος στην Εναγόμενη
- iii. Δεν επιδόθηκε στην Εναγόμενη 2 η μονομερής Αίτηση ημερομηνίας 16.6.2010 με την οποία, μεταξύ άλλων, ζητείτο η επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ούτε και η επισυνημμένη σε αυτήν ένορκη δήλωση. iv. Επιδόθηκε στην Εναγόμενη 2 το διάταγμα ημερομηνίας 17.6.2010 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του κλητηρίου, του προσωρινού διατάγματος και της μονομερούς Αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος. v. Δεν επιδόθηκε στην Εναγόμενη 2 η μονομερής Αίτηση ημερομηνίας 8.7.2010 για υποκατάστατο επίδοση, ούτε η επισυνημμένη σε αυτήν ένορκη δήλωση. vi. Επιδόθηκε στην Εναγόμενη 2 το διάταγμα ημερομηνίας 8.7.2010 για υποκατάστατο επίδοση. vii. Επιδόθηκε στην Εναγόμενη 2 η μονομερής Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος και το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 11.6.
- ® Η μη επίδοση στην Εναγόμενη 2 του κλητηρίου εντάλματος, της μονομερούς Αίτησης ημερομηνίας 16.6.2010 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και της επισυνημμένης σε αυτήν ένορκης δήλωσης και η μη επίδοση της μονομερούς Αίτησης ημερομηνίας 8.7.2010 για υποκατάστατο επίδοση και της επισυνημμένης σε αυτήν ένορκης δήλωσης έγινε κατά παράβαση της Δ.48, θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και υπάρχει εδώ παρατυπία που ακυρώνει την όλη διαδικασία. ® Περαιτέρω, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί και παραμερισθεί γιατί είναι παράτυπο και αντικανονικό και έχει εκδοθεί και συνταχθεί κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Η οπισθογράφηση που περιέχεται στο προσωρινό διάταγμα είναι λανθασμένη και αναφέρεται σε άτομα που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση. Περαιτέρω, ενώ το εν λόγω διάταγμα έχει εκδοθεί στις 11.6.2010 και έχει συνταχθεί στις 14.6.2010 αναφέρεται σε αυτό ότι έχει επανασυνταχθεί στις 18.6.
- Αντίγραφο του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 11.6.2010 επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
- ® Περαιτέρω, στα ρηθέντα διατάγματα που έχουν εκδοθεί δεν καθορίζεται χρόνος εντός του οποίου η πράξη πρέπει να γίνει κατά παράβαση της Δ.34, θ.
- ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη ένσταση από τους Ενάγοντες/Καθ΄ ων η Αίτηση, η οποία βασίζεται στη Δ.2, θθ.2, 3, 5, 11, Δ.5, θθ.1 και 2, Δ.6, θθ.1, 4-9, Δ.16, θ.9, Δ.25, θ.6, Δ.27, θ.3, Δ.33, θ.15, Δ.34, θ.5, Δ.40, Δ.48, θθ.1-4, 6, 13, Δ.39, Δ.58, θ.1 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Άρθρα 30
(2),
(3)του Συντάγματος, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στους Ευρωπαϊκούς Κανονισμούς 44/01 και 1393/07, στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας καθώς και στις συμφυείς εξουσίες, γενική πρακτική, νομολογία και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ως συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: Η Αίτηση είναι κατά νόμω και ουσία αβάσιμη, παράτυπη, αντικανονική, κακόπιστη, αδικαιολόγητη, εκδικητική και επιδιώκει σκοπούς άλλους από αυτούς που θέτουν οι σχετικοί Νόμοι και ασκείται καταχρηστικά. Δεν έχει καταχωρηθεί εμφάνιση και/ή νομότυπη εμφάνιση από το δικηγόρο κ. Χριστόφορο Χατζηστερκώτη, κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή η υπό εξέταση Αίτηση είναι νομικά ανύπαρκτη. Έχει προηγηθεί της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος η έκδοση άδειας σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος και επομένως η διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε είναι νόμιμη και νομότυπη και ορθή υπό τις περιστάσεις. Η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου είναι νόμιμη και νομότυπη και ορθή υπό τις περιστάσεις. Δεν υπάρχει καμία παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή καμιά παρατυπία η οποία να ακυρώνει την όλη διαδικασία και/ή σε τέτοια περίπτωση η Δ.64 παρέχει τη δυνατότητα θεραπείας και/ή σύμφωνα με τη διάταξη αυτή δεν καθίσταται άκυρη η διαδικασία. Η Αιτήτρια/Εναγόμενη 2 εμποδίζεται, υπό τις περιστάσεις, να αξιώνει τα αιτούμενα διατάγματα. Η υπό εξέταση Αίτηση καταχωρήθηκε καθυστερημένα και/ή μετά την καταχώρηση ένστασης στην Αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 11.6.2010 και δεν αποκαλύπτονται ικανοποιητικοί λόγοι για την καθυστέρηση υποβολής της. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις παραμερισμού δικαστικής απόφασης και/ή διατάγματος Δικαστηρίου. Η παρούσα Αίτηση παραβιάζει το δικαίωμα των Εναγόντων σε δίκαιη δίκη. Η επίδοση της μονομερούς Αίτησης ημερομηνίας 11.6.2010 επιδόθηκε δεόντως και/ή νομότυπα στην Εναγόμενη 2/Αιτήτρια. Η ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του Χρίστου Τσαγγαρού, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων. Σ΄ αυτήν αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: Å Κατόπιν έρευνας που διενεργήθηκε στο φάκελο της παρούσας Αγωγής διαπιστώθηκε ότι δεν έχει καταχωρηθεί νομότυπα σημείωμα εμφάνισης του κ. Χατζηστερκώτη ως δικηγόρου της Εναγόμενης 2/Αιτήτριας και ως εκ τούτου η υπό εξέταση Αίτηση είναι νομικά ανύπαρκτη. Å Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, σε ό,τι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης αυτά έχουν ως εξής: i. Στις 10.6.2010 καταχωρήθηκε από τους Ενάγοντες γενικής αίτηση με αρ. 63/10 με την οποία ζητείτο άδεια του Δικαστηρίου για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος για τις προτιθέμενες Εναγόμενες 1 και 2 για το λόγο ότι διέμεναν μόνιμα στην Αγγλία. Άδεια του Δικαστηρίου δόθηκε την ίδια μέρα και αντίγραφο του διατάγματος επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α. ii. Στις 11.6.2010 και αμέσως μετά που δόθηκε άδεια για σφράγιση καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή μαζί με μονομερή Αίτηση για την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος εναντίον της Εναγομένης 2 μέχρι και την τελική εκδίκαση της υπόθεσης. iii. Στις 16.6.2010 καταχωρήθηκε αίτηση για άδεια επίδοσης κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας και επίσης άδεια επίδοσης του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 11.6.2010 όπως και της μονομερούς Αίτησης στην Εναγόμενη 2 εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. iv. Στις 17.6.2010 εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο επιτράπηκε η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, του προσωρινού διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 11.6.2010 όπως και της μονομερούς Αίτησης στις Εναγόμενες 1 και 2 εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. v. Στις 21.6.2010 αποστάληκε με βάση τις πρόνοιες του σχετικού κανονισμού στο Υπουργείο Δικαιοσύνης τα σχετικά έγγραφα για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 11.6.2010 και της μονομερούς Αίτησης ημερομηνίας 16.6.2010 μέσω διπλοσυστημένης επιστολής στην Αγγλία στην Εναγόμενη 2, πλην όμως επειδή δεν υπήρχε έγκαιρη, υπό τις περιστάσεις, ενημέρωση ξαναστάληκαν τα σχετικά έγγραφα και πάλι μέσω της ίδιας διαδικασίας με τη νέα ημερομηνία και συγκεκριμένα στις 6.7.
- Επισυνάπτονται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β αντίγραφο της επιστολής μαζί με τα επισυνημμένα έγγραφα, τα οποία αποστάληκαν στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. vi. Στις 8.7.2010 και αφού δεν λήφθηκε από τους Ενάγοντες απάντηση από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης καταχωρήθηκε αίτηση για εξασφάλιση άδειας του Δικαστηρίου για υποκατάστατη επίδοση του ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος ημερομηνίας 11.6.2010 και της μονομερούς Αίτησης δια μέσω γραφείου άμεσης παράδοσης αποστολής επιστολών και αντικειμένων FEDEX στη διεύθυνση της Εναγόμενης 2, οπόταν και εξεδόθη το σχετικό διάταγμα. vii. Στις 13.7.2010 στάληκαν και παραδόθηκαν με βάση το διάταγμα ημερομηνίας 8.7.2010 δια μέσω του γραφείου FEDEX τα εν λόγω έγγραφα. Αντίγραφο απόδειξης και ηλεκτρονικών πιστοποιητικών αποστολής επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ. viii. Στις 18.10.2010 οι Ενάγοντες έλαβαν απάντηση από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης όσον αφορά τις επιστολές τους ημερομηνίας 21.6.2010 και 6.7.2010 όπου τους ενημέρωναν ότι η επίδοση των εν λόγω εγγράφων δεν κατέστη δυνατή για το λόγο ότι «the person at the address given denies being the defendant». Αντίγραφο επιστολής του Υπουργείου Δικαιοσύνης επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Δ. Å Σε αυτό το στάδιο χωρίς ακόμη οι Ενάγοντες να προλάβουν να ενεργήσουν με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ωσότου καταστήσουν τις εν λόγω επιδόσεις δυνατές, δηλαδή με αίτηση τους για υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος αφότου είχαν μόλις στις 18.10.2010 λάβει από το Υπουργείο Δικαιοσύνης απάντηση και είχαν ενημερωθεί ότι η εν λόγω επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν κατέστη δυνατή είναι που έλαβαν γνώση για την αίτηση της Εναγόμενης
- Με βάση δε τα γεγονότα όπως προκύπτουν από το φάκελο της υπόθεσης και αναφέρθηκαν πιο πάνω, οι Ενάγοντες δεν ενήργησαν κατά παράβαση των δικονομικών θεσμών. Å Εάν η Αιτήτρια επιθυμούσε να αμφισβητήσει την εγκυρότητα και τη νομιμότητα των διαταγμάτων του Δικαστηρίου (διάταγμα ημερομηνίας 17.6.2010 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του κλητηρίου εντάλματος και προσωρινού διατάγματος, διάταγμα ημερομηνίας 8.7.2010 για υποκατάστατη επίδοση του προσωρινού διατάγματος στην Εναγόμενη 2) τα οποία εκδόθηκαν υπέρ των Εναγόντων θα έπρεπε να είχε υποβάλει αίτηση παραμερισμού προ πολλού και όχι μετά την πάροδο πέντε και πλέον μηνών από την έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων. Αν η Αιτήτρια επιθυμούσε πράγματι να αμφισβητήσει την εγκυρότητα των διαταγμάτων θα το έκανε τρεις μήνες ενωρίτερα όπου ο κ. Χατζηστερκώτης είχε αποστείλει επιστολή, ημερομηνίας 19.7.2010, ότι θα εμφανιστεί για την Εναγόμενη 2, αντίγραφο της οποίας επιστολής επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Ε. Å Τόσο η Αιτήτρια όσο και ο δικηγόρος της έδειξαν αδιαφορία και δεν αποτάθηκαν έγκαιρα στο Δικαστήριο για θεραπεία. Επίσης, δεν προέβηκαν στα κατάλληλα διαβήματα για παραμερισμό των αιτουμένων διαταγμάτων όπου είχαν την υποχρέωση να προβούν μόλις αυτά είχαν εκδοθεί και όχι μετά από τόσους μήνες και αφού είχαν ήδη επανειλημμένες φορές εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου όπου η αγωγή ήταν ήδη προγραμματισμένη για οδηγίες και ενώ το προσωρινό διάταγμα παρέμενε σε ισχύ ζητώντας χρόνο για να καταχωρήσουν ένσταση στη μονομερή αίτηση ημερομηνίας 11.6.
- Αναφέρεται, περαιτέρω, ότι στις 14.10.2010 η Αιτήτρια καταχώρησε ένσταση στην εν λόγω μονομερή Αίτηση. Å Η μη επίδοση της μονομερούς Αίτησης ημερομηνίας 16.6.2010 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και η μη επίδοση της μονομερούς αίτησης ημερομηνίας 8.7.2010 για υποκατάστατο επίδοση δεν επηρεάζει τη νομιμότητα της επίδοσης την οποία, εν πάση περιπτώσει, η Αιτήτρια έχει αποδεχτεί δυνάμει των ενεργειών της και της συμμετοχής της στη διαδικασία της μονομερούς Αίτησης. Å Σε ό,τι αφορά το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα οι λόγοι που προβάλλονται για σκοπούς ακύρωσης και παραμερισμού του δεν ευσταθούν από τη στιγμή που πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 σε σχέση με την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Όσον αφορά το λάθος το οποίο παρατηρείται στην οπισθογράφηση του διατάγματος οφείλεται καθαρά σε γραφικό λάθος το οποίο μπορεί να διορθωθεί από το Δικαστήριο με σχετική διαταγή του Δικαστηρίου. Å Το αίτημα για αναστολή της διαδικασίας της υπό εξέταση Αίτησης είναι παντελώς αβάσιμο και καταχρηστικό. Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Εναγόμενης 2 Κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου κατεχωρήθη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, στην οποία αναφέρονται εν περιλήψει τα ακόλουθα: ® Η Εναγόμενη 2 έχει Βρετανική ιθαγένεια και υπηκοότητα. Επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 αντίγραφο σελίδων του διαβατηρίου της. Γεννήθηκε στην Αγγλία και δεν γνωρίζει να διαβάζει καλά την ελληνική γλώσσα. Μιλά και διαβάζει την Αγγλική γλώσσα. Προς απόδειξη της υπηκοότητας και ιθαγένειας της Εναγόμενης 2 επισυνάπτεται ως τεκμήριο φωτοαντίγραφο του διαβατηρίου της. Ως εκ των άνω, οι Ενάγοντες θα έπρεπε να μεριμνούσαν να επιδώσουν ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος και όχι το ίδιο το κλητήριο ένταλμα. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει και από το φάκελο του Δικαστηρίου, δεν έχει ζητηθεί από τους Ενάγοντες η επίδοση ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος στην Εναγόμενη 2, ούτε έχει εκδοθεί τέτοια ειδοποίηση κλητηρίου, ούτε έχει επιδοθεί στην Εναγόμενη 2 ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος όπως απαιτεί η Δ.6, θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. ® Οι Ενάγοντες δεν τήρησαν τις πρόνοιες του ΕΚ Αρ. 1393/2007 που αφορά την επίδοση και κοινοποίηση στα Κράτη Μέλη δικαστικών και εξώδικων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις, αφού όπως φαίνεται και από τα τεκμήρια που επισυνάπτονται στην Ένορκη Δήλωση της ένστασης τα δικαστικά έγγραφα που επιδόθηκαν στην Εναγόμενη 2 ήταν στην ελληνική γλώσσα και όχι στην αγγλική, που είναι η γλώσσα που γνωρίζει και διαβάζει καλά η Εναγόμενη
- ® Συγκεκριμένα, στην Εναγόμενη 2 επιδόθηκαν στην ελληνική γλώσσα τα ακόλουθα έγγραφα: (α) Πιστόν αντίγραφον του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 11.6.
- (β) Πιστόν αντίγραφον της αίτησης ημερομηνίας 11.6.2010 δυνάμει του οποίου εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα. (γ) Πιστόν αντίγραφον διατάγματος ημερομηνίας 17.6.2010 δυνάμει του οποίου επιτράπηκε η επίδοση των ως άνω εγγράφων εκτός δικαιοδοσίας. (δ) Πιστόν αντίγραφον διατάγματος ημερομηνίας 8.7.2010 για υποκατάστατη επίδοση. Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση εκ μέρους των Εναγόντων Κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Σώζου, κοινοτάρχη του Κοινοτικού Συμβουλίου Τόχνης, εκ μέρους των Εναγόντων. Σ΄αυτήν αναφέρει τα εξής: Å Ως κοινοτάρχης έχει έρθει επανειλημμένες φορές σε επικοινωνία με την Εναγόμενη 1 και
- Σε τελευταία του συνάντηση με τις Εναγόμενες, η οποία έγινε το καλοκαίρι του 2010 όταν αυτές ήρθαν μαζί με τον τότε δικηγόρο τους στο κοινοτικό γραφείο στην Τόχνη και η Εναγόμενη 2 αντιλαμβανόταν και μιλούσε άπταιστα την ελληνική γλώσσα, η οποία είναι και η μητρική της γλώσσα. Å Ο Ενόρκως Δηλών είχε, επίσης, έρθει σε επικοινωνία με τον τότε δικηγόρο της Εναγόμενης 2 και τους εκπροσώπους του για σκοπούς συμβιβασμού της παρούσας υπόθεσης, στους οποίους είχε αποστείλει και αντίγραφα των επιστολών που είχε στείλει στις Εναγόμενες 1 και 2, ημερομηνίας 9.11.2009, και οι δικηγόροι αυτοί ουδέποτε του ανέφεραν ότι η Εναγόμενη 2 δεν γνωρίζει να διαβάζει καλά την ελληνική γλώσσα και ότι, επομένως, δεν μπορούσε να διαβάσει και την επιστολή ημερομηνίας 9.11.2009 που της είχε αποστείλει ο Ενόρκως Δηλών, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1 στην Ένορκη Δήλωση. ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΓΕΙΡΟΝΤΑΙ ΠΡΟΣ ΕΞΕΤΑΣΗ: Κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους παραπέμποντας σε σχετική νομολογία και αυθεντίες. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τα θέματα που έχουν εγερθεί:- (Ι) Κατά πόσο η εναγομένη ακολούθησε την ορθή και προβλεπόμενη διαδικασία για καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία Θεωρώ σκόπιμο να αρχίσω την εξέταση της υπό κρίση αίτησης με αναφορά στο πλαίσιο της Δ.16 θ.9 εφόσον ο βασικός λόγος ένστασης που προτάθηκε ήταν ότι η εναγομένη δεν ακολούθησε την ορθή διαδικασία. Η Δ.16 θ.9 έχει ως εξής:- «A defendant before appearing shall be at liberty, without obtaining an order to enter or entering a conditional appearance, to take out a summons to set aside the service upon him of the writ or of notice of the writ, or to discharge the order authorizing such service.» Από προσεκτική εξέταση των προνοιών της Δ.16 θ.9 προκύπτει ότι ένας εναγόμενος δικαιούται να κάνει ένα από τα ακόλουθα πράγματα: Πρώτον, δικαιούται πριν καν εμφανισθεί (δηλαδή πριν να καταχωρήσει συνήθη εμφάνιση) να αιτηθεί δια κλήσεως στο Δικαστήριο για παραμερισμό της επίδοσης σ' αυτόν του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος ή να ζητήσει την ακύρωση του διατάγματος που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση. Ο δεύτερος τρόπος ενέργειας είναι να λαμβάνεται η προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και μετέπειτα να καταχωρείται αίτηση δια κλήσεως προς ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος ή της επίδοσης αυτού. Ο μηχανισμός γι΄ αυτό προσφέρεται με τη Δ.48,θ.8(ι)(r1) των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που συνδυαζόμενη με τη Δ.16 θ.9 δίνει την ευχέρεια στον εναγόμενο να καταχωρήσει μονομερή αίτηση για λήψη άδειας καταχώρησης της εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Παρά το ότι η Δ.16 θ.9 δεν προνοεί οτιδήποτε περί χρονικών προθεσμιών μέσα στις οποίες ο εναγόμενος οφείλει να αιτηθεί από το Δικαστήριο την ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος ή της επίδοσης του είναι αναγκαίο από το ίδιο το Δικαστήριο όταν χορηγεί την αιτούμενη άδεια για καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία να καθορίσει το χρόνο εντός του οποίου θα πρέπει να καταχωρηθεί η δια κλήσεως αίτηση για εξέταση των ισχυρισμών του εναγομένου. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση G.J. Magdon Ltd v. A.L. METAL TRADING LTD
(2001)1 Α.Α.Δ 2064 η Δ.16 θ.9 και η νομολογία αποσκοπούν στην άμεση και κατά προτεραιότητα εξέταση πιθανής ένστασης στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και ένα τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή χρόνου από τον εναγόμενο. Ο Εναγόμενος ο οποίος ισχυρίζεται έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου εκκρεμεί κλητήριο ένταλμα ή ότι η έκδοση του κλητηρίου ή η επίδοση του πάσχει από ελάττωμα ή αντικανονικότητα, δικαιούται να ζητήσει, κατά προτεραιότητα, τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος ή της επίδοσης του, αναλόγως της περίπτωσης. Οι δε ενέργειες του πρέπει να είναι άμεσες. Όπως προκύπτει από τη Δ.16, θ.9 είναι δυνατή η καταχώρηση εμφάνισης υπό αίρεση ή υπό διαμαρτυρία με την ταυτόχρονη καταχώρηση αίτησης παραμερισμού κλητηρίου εντάλματος χωρίς να ληφθεί άδεια του Δικαστηρίου. Με άλλα λόγια, οι πρόνοιες της συγκεκριμένης Διάταξης παρέχουν δυνατότητα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και χωρίς την εκ των προτέρων εξασφάλιση άδειας προς τούτο από το Δικαστήριο. Παράλληλα, όμως, αυτό που επίσης προκύπτει από τις πρόνοιες της εν λόγω Διάταξης και υποστηρίζεται από τη νομολογία είναι πως σε μια τέτοια περίπτωση, την περίπτωση δηλαδή που ο Εναγόμενος επιλέγει να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία χωρίς να εξασφαλίσει προηγουμένως την άδεια του Δικαστηρίου, τότε θα πρέπει, ταυτόχρονα με την καταχώρηση της υπό διαμαρτυρία εμφάνισης να καταχωρηθεί και η αίτηση για παραμερισμό, άλλως η υπό διαμαρτυρία εμφάνιση καθίσταται ουσιαστικά εμφάνιση άνευ όρων. Στην υπόθεση G.J.Magdon Ltd v. A.L. Metal Trading Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 2064 όπου οι εφεσείουσα είχε καταχωρήσει στις 12.6.1998 χωρίς προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και καταχώρησε αίτηση για ακύρωση και παραμερισμό της επίδοσης της αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας των Δικαστηρίων της Κύπρου στις 8.3.1999 κρίθηκε ότι υπό αυτά τα δεδομένα η εφεσείουσα είχε δεχθεί και υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Παραθέτουμε στο σημείο αυτό απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία γίνεται, μεταξύ άλλων, και αναφορά στους δύο τρόπους με τους οποίους ένας εναγόμενος μπορεί να ενεργήσει αν επιθυμεί τον παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από τις σελίδες 2066-2067: «Ο Δικαστής, ενώπιον του οποίου συζητήθηκε η αίτηση, την απέρριψε στις 4.12.00. Στο σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης εξετάζονται με λεπτομέρεια όλα τα ζητήματα που ηγέρθηκαν στην αίτηση. Συγκεκριμένα ο Δικαστής αναφέρθηκε, στην αρχή της απόφασης του, στη Δ.16 θ.9 η οποία προβλέπει πως ο εναγόμενος δικαιούται, χωρίς προηγουμένως να έχει διαταγή του δικαστηρίου που να του επιτρέπει να καταχωρίσει εμφάνιση υπό αίρεση, να υποβάλει αίτηση για τον παραμερισμό της επίδοσης προς αυτόν του κλητηρίου εντάλματος. Παρατήρησε δε πως ο δικηγόρος της εφεσείουσας δεν ακολούθησε τις πιο πάνω πρόνοιες. Στη συνέχεια ο Δικαστής ασχολήθηκε με τη νομολογία, με ειδική αναφορά στις υποθέσεις Γεωργιάδης ν. Χάσικου
(1991)1 ΑΑΔ 1136 και Παπακόκκινου ν. Landroke P/C
(1995)1 ΑΑΔ 1090, για να εκφράσει την άποψη πως ο δεύτερος τρόπος, για την προώθηση αίτησης παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος, είναι η ταυτόχρονη καταχώρηση τέτοιας αίτησης μαζί με την καταχώρηση της υπό αίρεση εμφάνισης. Όπως είναι παραδεκτό η εφεσείουσα δεν χρησιμοποίησε μήτε αυτή τη διαδικασία. Αντίθετα, μετά την καταχώριση της υπό αίρεση εμφάνισης στις 12.6.98, και συγκεκριμένα στις 8.3.99, καταχώρισε την επίδικη αίτηση. Με αυτά τα δεδομένα ο Δικαστής αποφάνθηκε, και να πούμε αμέσως πολύ ορθά, πως η εφεσείουσα είχε δεχθεί και υπαχθεί στη δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων» Η διαμαρτυρία του Εναγόμενου ως προς το κλητήριο ένταλμα που καταχωρείται εναντίον του μπορεί λοιπόν να εκδηλωθεί και κατόπιν εξασφάλισης άδειας του Δικαστηρίου για εμφάνιση υπό αίρεση ή υπό διαμαρτυρία με την παράλληλη λήψη οδηγιών για καταχώρηση αίτησης παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος εντός τακτού χρονικού διαστήματος. Στην παρούσα υπόθεση η Αίτηση για παραμερισμό και/ή ακύρωση της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος και τα λοιπά, κατεχωρήθη στις 14.10.2010 χωρίς να προηγηθεί η καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία από πλευράς των Εναγομένων, παρά μόνο τέτοια εμφάνιση υπό διαμαρτυρία κατεχωρήθη ενάμισι μήνα περίπου αργότερα και, συγκεκριμένα, στις 24.11.
- Να πούμε στο σημείο αυτό δύο λόγια σχετικά με τη σημασία καταχώρησης εμφάνισης εκ μέρους ενός εναγομένου με βάση τις πρόνοιες της Δ.16, θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αν ο Εναγόμενος καταχωρήσει εμφάνιση άνευ όρων ή διαμαρτυρίας τότε αποδέχεται τη δικαιοδοσία αναφορικά με ολόκληρη την αξίωση. Στις σελίδες 99 και 100 του Annual Practice 1979 διαβάζουμε τα ακόλουθα κάτω από τον τίτλο «Unconditional Appearance» «Where a defendant enters an ordinary appearance without any condition or protest reserving his right to object to the irregularity of the writ or service or the jurisdiction of the court he is debarred from raising an objection afterwards. The effect, therefore, of an ordinary or unconditional appearance is a waiver of the irregularity, if any, as well as a submission to the jurisdiction of the Court........................................ And so if a defendant out of the jurisdiction is served without leave, or otherwise irregularly, and appears to such service without protest, he is held to have waived the irregularity and to have submitted to the jurisdiction Re Orr Ewing, 22 Ch. D.P. 463» Περαιτέρω στη σελίδα 113 του Annual Practice 1979 κάτω από τον τίτλο «Irregularity in Issue or Service of the Writ» αναφέρεται: «Where the writ is irregular e.g. is not issued by leave under O.6,r.
- the defendant should not enter an ordinary appearance». Όπως αναφέρεται στο Annual Practice του 1952, στη σελ. 130: "A conditional appearance may be entered to prevent judgment in default, where there is a bona fide intention to apply promptly to set aside the writ or service of the writ on the ground of irregularity of the writ or service or to deny the jurisdiction." Περαιτέρω, στη σελ. 144 του ιδίου Συγγράμματος αναφέρεται ότι: "The term "conditional appearance" means an appearance in qualified terms, reserving to the appearing defendant the right to apply to the Court to set aside the writ, or service thereof, for an alleged informality or irregularity which renders either the writ or service invalid or for lack of jurisdiction. ......... Although this Rule speaks of obtaining "an order to enter or entering a conditional appearance" (and this is always requisite in practice) the defendant has in fact the right to such an order in all cases where he shows a bona fide desire to raise a question directed to the validity of the proceedings." Έχοντας λοιπόν κατά νου όλα τα πιο πάνω επαναλαμβάνω ότι σε περίπτωση που ο Εναγόμενος επιθυμεί να εγείρει, όπως στην υπό εξέταση περίπτωση, θέμα αναφορικά με την έκδοση ή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος μπορεί είτε πριν εμφανισθεί να αιτηθεί δια κλήσεως στο Δικαστήριο τον παραμερισμό του κλητηρίου, χωρίς προηγουμένως να λάβει διάταγμα από το Δικαστήριο για να καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, είτε να πάρει άδεια από το Δικαστήριο για καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και στη συνέχεια να καταχωρήσει αίτηση δια κλήσεως προς ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος ή της επίδοσης αυτού. Με βάση τα πιο πάνω διαπιστώνω ότι η Εναγομένη 2 έχοντας καταχωρήσει την υπό κρίση Αίτηση παραμερισμού χωρίς να προηγηθεί η καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία έχει ακολουθήσει την ορθή και προβλεπόμενη διαδικασία με βάση τις επιλογές που υπήρχαν, όπως αυτές σκιαγραφήθηκαν ανωτέρω. Να πω και κάτι άλλο. Δεν θεωρώ ότι το γεγονός της συμμετοχής της Εναγομένης 2/Αιτήτριας στη διαδικασία της μονομερούς αίτησης ημερ. 11.6.10 και της καταχώρησης ένστασης από την Εναγομένη 2/Αιτήτρια στις 14.10.10 στο προσωρινό διάταγμα ημερ. 11.6.10 επηρεάζει ή πλήττει το δικαίωμα της να ισχυρισθεί ότι το κλητήριο ένταλμα ή η επίδοση του πάσχει από ελάττωμα ή αντικανονικότητα και γενικότερα να επιδιώξει τις αιτούμενες στην παρούσα Αίτηση θεραπείες. (ΙΙ) Κατά πόσο έχει προηγηθεί της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος η έκδοση άδειας σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος και κατά πόσο ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία Ένα από τα ζητήματα που εγείρονται από πλευράς Εναγομένης 2/Αιτήτριας είναι ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει προηγηθεί της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος η σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος, γεγονός που έπρεπε να γίνει αφού οι Εναγόμενες είναι μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού. Σύμφωνα με την εισήγηση που διατυπώθηκε, το γεγονός αυτό επιφέρει την ακυρότητα του κλητηρίου εντάλματος και όλων των μεταγενέστερων διαδικασιών που ακολούθησαν. Τονίστηκε δε, ότι η μη σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος καθιστά το κλητήριο ένταλμα εξ υπαρχής άκυρο. Η πιο πάνω εισήγηση βασίστηκε, όπως προέκυψε, επί λανθασμένων γεγονότων. Στην ένσταση των Καθ΄ων η Αίτηση/Εναγόντων επισυνάφθηκε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α η άδεια που δόθηκε στους Ενάγοντες για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος κατά των προτιθέμενων Εναγομένων μέσα στα πλαίσια Γενικής Αίτησης που καταχώρησαν οι Ενάγοντες στις 10.6.2010 και η οποία έφερε αριθμό 63/
- Η άδεια του Δικαστηρίου δόθηκε την ίδια μέρα, όπως προκύπτει από το ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α. Κατά συνέπεια, η εισήγηση της Εναγομένης 2 για το πιο πάνω θέμα είναι ανεδαφική και χωρίς οποιαδήποτε βάση. (ΙΙΙ) Μη συμμόρφωση με τη Δ.48, Θ.13 Ένα από τα θέματα που εγείρονται στην παρούσα αίτηση είναι η μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.48, θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συγκεκριμένα, η πλευρά της Αιτήτριας/Εναγομένης 2 υποστήριξε ότι εφόσον δεν επιδόθηκε η μονομερής αίτηση ημερομηνίας 16/6/10 για επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας, μαζί με την επισυνημμένη σ' αυτή ένορκη δήλωση, όπως, επίσης, δεν επιδόθηκε η μονομερής aίτηση ημερομηνίας 8/7/10 για υποκατάστατο επίδοση μαζί με την επισυνημμένη σ' αυτή ένορκη δήλωση, προκύπτει παράβαση του πιο πάνω Δικονομικού Θεσμού με αποτέλεσμα να υπάρχει παρατυπία που ακυρώνει την όλη διαδικασία. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να παραθέσουμε αυτούσια τη Δ.48 θ.13, που έχει ως εξής: «
- Όποτε επιδίδεται δυνάμει των παρόντων Κανονισμών διάταγμα που εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση, επιδίδεται ταυτόχρονα και η μονομερής αίτηση μαζί με την ένορκο δήλωση που τυχόν τη συνόδευσε.» Η επίδοση του διατάγματος, της αίτησης και της ένορκης δήλωσης επιβάλλεται λοιπόν και αποτελεί νομική υποχρέωση των εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση στην παρούσα υπόθεση δυνάμει της Δ.48,θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Εν λόγω Διάταξη καλύπτει περιπτώσεις που διατάγματα εκδίδονται μετά από μονομερή αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση επιβάλλετο η επίδοση όλων των πιο πάνω ώστε να είναι σε θέση η εναγόμενη 2/Αιτήτρια να γνωρίζει τα όσα υποστηρίχτηκαν από την πλευρά των εναγόντων και που ακριβώς το Δικαστήριο στηρίχθηκε για να εκδώσει το διάταγμα και, συνακόλουθα, να μπορεί να προβεί σε ανάλογα διαβήματα, αν επιθυμεί, προς ακύρωση του. Η μη επίδοση της μονομερούς αίτησης ημ. 16/6/2010 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και της επισυνημμένης σε αυτή ένορκης δήλωσης όπως και η μη επίδοση της μονομερούς αίτησης ημ. 8/7/2010 για υποκατάστατο επίδοση και της επισυνημμένης σε αυτήν ένορκης δήλωσης, είναι γεγονός αναντίλεκτο. Εκείνο το οποίο χρήζει εξέτασης είναι οι συνέπειες που προκύπτουν ως αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος. Η πλευρά των Εναγόντων / Καθ' ων η Αίτηση υποστήριξε ότι η μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.48,θ.13 συνιστά απλή παρατυπία η οποία διασώζεται με βάση τις πρόνοιες της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Για το σκοπό αυτό έγινε αναφορά σε σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου για να υποστηριχθεί η θέση ότι σε καμία περίπτωση δεν ακυρώνεται η όλη διαδικασία, αλλά ότι δύναται να θεραπευθεί. Το ερώτημα είναι κατά πόσο η υπό κρίση ένσταση διασώζεται από τις διατάξεις της αναμορφωμένης Δ.64 που, όπως οι ανάλογες νέες διατάξεις που εφαρμόστηκαν στην Αγγλία, έχουν καταργήσει τη διάκριση μεταξύ παρατυπίας και ακυρότητας των νομικών διαδικασιών. Όπως έχει αναφερθεί στην Αναθεωρητική Έφεση 1313 Αντώνης Καλία κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(1996)3 ΑΑΔ 149: «η διάκριση μεταξύ άκυρης και παράτυπης διαδικασίας καταργήθηκε και η μη συμμόρφωση λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως με τα προβλεπόμενα από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή την φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας ή σε οποιοδήποτε στάδιο οποιασδήποτε διαδικασίας ή σε σχέση με αυτή θα θεωρείται παρατυπία. Πέραν τούτου με τη νέα Δ.64 παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο διάσωσης της παράτυπης διαδικασίας στην κατάλληλη περίπτωση.» (δικές μου υπογραμμίσεις) Όπως έχει τεθεί από το Δικαστή Κωνσταντινίδη στην υπόθεση Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945, 952, εξετάζοντας τα όρια εφαρμογής της παλιάς Δ.64: «... η Δ.64 προσφέρει διορθωτική δυνατότητα στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η εκ των υστέρων διαπίστωση μιας παρατυπίας δεν θα ήταν ενδεδειγμένο μέσα στα πλαίσια του συνόλου των περιστατικών, να αφεθεί να οδηγήσει σε ακύρωση της διαδικασίας. Έτσι, νοουμένου ότι δεν παρεμποδίζεται ένας διάδικος από του να επικαλεστεί μια παρατυπία ... το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, μπορεί, αντί να ακυρώσει τη διαδικασία, να διατάξει τροποποίηση ή να επιλέξει άλλο κατάλληλο χειρισμό.» (Δικές μου υπογραμμίσεις) Τα πιο πάνω ισχύουν, a fortiori, για την εμβέλεια της νέας Δ.64, το λεκτικό της οποίας όχι μόνο έχει ανατρέψει την παλιά διάκριση μεταξύ άκυρης και παράτυπης ή αντικανονικής διαδικασίας, αλλά και έχει διευρυμένο λεκτικό και στόχο. Είμαι της γνώμης ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου με βάση τη νέα Δ.64 είναι πολύ πιο ευρεία παρά προηγουμένως. Η ευρύτητα δε της εξουσίας αυτής είναι σαφής τόσο από την όλη διατύπωση της νέας Δ.64 όσο και από τη σχετική νομολογία που έχει ερμηνεύσει και αναλύσει τη διαταγή αυτή. Όπως είχε λεχθεί στην υπόθεση Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου (πιο πάνω) από το Δικαστή Κωνσταντινίδη και υιοθετήθηκε στην υπόθεση Μιχάλη Μιχαηλίδη ν. Σωτήρη Χρίστου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1190, η οποία αφορούσε αίτηση για απόρριψη έφεσης που καταχωρήθηκε μετά τη λήξη της επιτακτικής προθεσμίας των 42 ημερών που θεσπίζει η Δ.35 θ.2: «Η Δ.64 αφήνει στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου το κατά πόσο θα ακυρώσει μια παράτυπη διαδικασία ή το κατά πόσο θα επιτρέψει κάποια τροποποίηση ή θα επιλέξει άλλο χειρισμό. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας προϋποθέτει στάθμιση δεδομένων.» Στην υπόθεση Karl Heinz Wunderlich κ.α. ν. Ευθύβουλου Παναγιώτου
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 366 κρίθηκε ότι η αναφορά λανθασμένης νομικής βάσης στην αίτηση σύμφωνα με τη νέα Δ.64 δεν αποτελεί θεμελιώδη παράβαση αλλά απλή μη συμμόρφωση με τους θεσμούς και συγκεκριμένα με τη Δ.48 θ.
- Στην πιο πάνω απόφαση καθορίστηκε η διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται από το Δικαστήριο στην περίπτωση διαπίστωσης απλής παρατυπίας δυνάμει της Δ.
- Υιοθετήθηκε δε η αγγλική απόφαση Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union
(1985)1 W.L.R. 513, 520-522 στην οποία ερμηνεύθηκε η νέα αγγλική Δ.2 που αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64. Διαπιστώθηκε ότι η νέα Δ.64 είναι διατυπωμένη με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε να παρέχει στο Δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία να απονέμει δικαιοσύνη. Τονίστηκε, επίσης, ότι ρητή ή εξυπακουόμενη παραίτηση της άλλης πλευράς αποτελεί καλό λόγο για να γίνει δεκτή παρατυπία. Επίσης στην υπόθεση Αθανασιάδης ν. Αλεξάνδρου (πιο πάνω) λέχθηκε ότι ακόμη και απλή παρατυπία δεν μπορεί να παρακαμφθεί από το Δικαστήριο στην περίπτωση που η άλλη πλευρά δεν παραιτήθηκε των δικαιωμάτων της και υπέβαλε ένσταση στην παράτυπη διαδικασία. Η Δ.64 αφήνει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά πόσο θα ακυρώσει την παράτυπη διαδικασία ή θα επιτρέψει τέτοια τροποποίηση για διάσωση της διαδικασίας, συμπεριλαμβανομένου και διατάγματος τροποποίησης ή απαλλαγής της παρατυπίας.[1] Στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σύμφωνα με την υπόθεση Karl Heinz (ανωτέρω), λαμβάνονται υπόψη τα εξής:
(1)Ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς.
(2)Η πρόκληση αδικίας στο διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία.
(3)Το μέγεθος της παρατυπίας. Το θέμα έχει αντιμετωπιστεί στην αγγλική απόφαση Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union
(1985)1 W.L.R. 513, 520-
- Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 που αντιστοιχεί με τη νέα δική μας Δ.64 και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής: I. Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το Δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64.θ.
- II. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το Δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους. III. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας, αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία. IV. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο Δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για ν΄ απονέμει δικαιοσύνη. V. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί παρατυπία ή διαζευκτικά να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον[2]. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω θεωρώ ότι η μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.48,θ.13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας συνιστά απλή παρατυπία που θα μπορούσε να θεραπευθεί νοουμένου ότι αποτεινόταν για το σκοπό αυτό η πλευρά που ήταν υπεύθυνη για την παρατυπία, δηλαδή η πλευρά των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση. Όπως έχει και πολύ πρόσφατα μάλιστα τονιστεί, από το Ανώτατο Δικαστήριο σε υποθέσεις όπου εξετάστηκε η εμβέλεια και το πεδίο εφαρμογής της Δ.64, η συγκεκριμένη Διαταγή δεν παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να προβαίνει αυτεπάγγελτα σε διορθωτικές κινήσεις. Το Δικαστήριο υποχρεούται να εξετάζει την ενώπιον του κατάσταση όπως αυτή έχει δημιουργηθεί. Τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο[3]. Υπενθυμίζονται εδώ και προηγούμενες επισημάνσεις στη νομολογία ότι η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με τους διαδικαστικούς κανονισμούς. Η Δ.64 δημιουργεί, όπως τονίστηκε κατ' επανάληψη, ένα διαδικαστικό μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο διάδικος για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία εφόσον αυτές είναι, βέβαια, θεραπεύσιμες. Στην προκειμένη περίπτωση η πλευρά των Εναγόντων/Καθ' ών η Αίτηση δεν έχει λάβει οποιαδήποτε διορθωτικά διαβήματα για να αντιμετωπίσει την πιο πάνω παρατυπία πριν το ζήτημα αυτό εγερθεί από την πλευρά της Εναγομένης 2/Αιτήτριας. Όφειλε, όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η πλευρά των Εναγόντων/Καθ' ών η Αίτηση, να λάβουν τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα και δεν επαφίεται στο Δικαστήριο να προβαίνει το ίδιο αυτεπάγγελτα σε διορθωτικές κινήσεις. Κατά συνέπεια η παρατυπία η οποία έχει διαπιστωθεί ανωτέρω εξακολουθεί μέχρι σήμερα να υφίσταται χωρίς να έχει προηγηθεί οποιοδήποτε διάβημα με σκοπό τη διόρθωσή της. Ως αποτέλεσμα της μη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες της Δ.48, θ.13 και της μη επίδοσης της μονομερούς αίτησης ημερ. 16.6.10 για επίδοση του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας και της επισυνημμένης σε αυτή ένορκης δήλωσης, το διάταγμα ημερ. 17.6.10 για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και του προσωρινού διατάγματος ημερ. 11.6.10 θα πρέπει να ακυρωθεί. Παρομοίως λόγω της μη επίδοσης της μονομερούς αίτησης ημερ. 8.7.10 για υποκατάστατο επίδοση και της επισυνημμένης σε αυτή ένορκης δήλωσης, το διάταγμα ημερ. 8.7.10 για υποκατάστατη επίδοση του ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος θα πρέπει να ακυρωθεί. Ακύρωση και/ή παραμερισμός του διατάγματος ημερ. 8.7.10 για υποκατάστατη επίδοση του προσωρινού διατάγματος και της μονομερούς αίτησης ημερ. 11.6.10 οδηγεί, αναπόφευκτα, σε ακύρωση και/ή παραμερισμό της επίδοσης στην εναγόμενη 2 της μονομερούς αίτησης για προσωρινό διάταγμα ημερ. 11.6.10 και του προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε στις 11.6.
- (IV) Κατά πόσον θα έπρεπε να εκδοθεί διάταγμα για επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος και όχι του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας Ένα άλλο ζήτημα που εγέρθηκε είναι ότι το διάταγμα ημ. 17/6/2010 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας αναφερόταν στην επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και όχι στην επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στην Εναγομένη 2, η οποία έχει βρετανική ιθαγένεια και υπηκοότητα με βάση τα όσα καταγράφονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε εκ μέρους της. Ήταν η θέση του συνηγόρου της Αιτήτριας/Εναγομένης 2 ότι αυτό συνιστά επιπρόσθετο λόγο γιατί το διάταγμα ημ. 17/6/2010 που διέτασσε την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας θα πρέπει να ακυρωθεί. Τονίστηκε δε ότι η παρατυπία αυτή είναι ουσιώδης και δεν μπορεί να θεραπευθεί. Για το σκοπό αυτό επικαλέστηκε τις πρόνοιες της Δ.6,θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που προνοεί τα εξής: «
- When the defendant is neither a British subject nor in British Dominions, notice of the writ, and not the writ itself, is to be served upon him. Such notice shall be in Form 6». Η πλευρά των Εναγόντων/Καθ΄ών η Αίτηση για το συγκεκριμένο ζήτημα ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι σε περιπτώσεις όπου επιχειρείται η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος σε χώρα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να επιδίδεται το κλητήριο ένταλμα που είναι το έγγραφο με το οποίο αρχίζει μία αστική δικαστική διαδικασία, με βάση το Κυπριακό Δίκαιο και όχι ειδοποίηση του. Έγινε δε παραπομπή σε σχετική απόφαση πρωτόδικου Δικαστηρίου. [4] Επανερχόμενη στις πρόνοιες της Δ.6,θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και, έχοντας κατά νου την ερμηνεία που της δόθηκε από τη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ώστε αυτή να συνάδει με το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, σε μη Κύπριους υπηκόους θα πρέπει να επιδίδεται ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος και όχι το ίδιο το κλητήριο ένταλμα όταν η επίδοση προς αυτούς θα πραγματοποιηθεί στο εξωτερικό και όχι στην Κύπρο. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση E. Philippou Ltd v. Littner Hampton Ltd
(1984)1 CLR 716 η επίδοση του κλητήριου αντί της ειδοποίησης σε αλλοδαπό που βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δεν συνιστά απλή παρατυπία αλλά ακυρότητα και το Δικαστήριο οφείλει να την παραμερίσει ex debito justitiae. Όσον αφορά τον Κανονισμό (ΕΚ) 1393/2007 περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη Δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις θα πρέπει υπομνήσουμε το σκοπό του ο οποίος διακηρύττεται στο προοίμιο του. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 2 του προοιμίου του σκοπείται η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς η οποία απαιτεί την καλύτερη και ταχύτερη διαβίβαση μεταξύ των κρατών μελών των δικαστικών και εξωδίκων πράξεων που επιδίδονται ή κοινοποιούνται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.[5] Ο πιο πάνω κανονισμός δεν καθορίζει τα δικαστικά ή εξωδικαστικά έγγραφα που σε κάθε περίπτωση απαιτείται να επιδίδονται. Ούτε τη μορφή και το πώς αυτά θα είναι διαμορφωμένα για να αποσταλούν για σκοπούς επίδοσης. Τα έγγραφα που πρέπει να διαβιβαστούν για επίδοση μέσω του Κανονισμού συναρτώνται με τη φύση και τις ανάγκες της κάθε περίπτωσης. Είναι ζήτημα που αποφασίζεται με βάση τα ισχύοντα στο κάθε κράτος μέλος και ειδικότερα με βάση την ισχύουσα δικονομία του. Η αρμόδια αρχή διαβίβασης των εγγράφων βεβαιώνει, απλώς, ότι τα έγγραφα που της διαβιβάζονται επιδόθηκαν με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού, δηλαδή τον τρόπο και την ασφάλεια που διασφαλίζει ο σχετικός Κανονισμός.[6] Τα τυποποιημένα έντυπα που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007 όπως υποδεικνύεται στην παράγραφο 11[7] του προοιμίου του που απαιτείται να συνοδεύουν αυτά τα δικαστικά ή εξωδικαστικά έγγραφα[8], χρησιμοποιούνται προς το σκοπό διευκόλυνσης αυτής της διαβίβασης, επίδοσης ή κοινοποίησης των δικαστικών ή εξωδικαστικών εγγράφων μεταξύ των κρατών μελών. Παρεμπιπτόντως να επισημάνω στο σημείο αυτό ότι στο ελληνικό κείμενο του Κανονισμού χρησιμοποιείται ο όρος «δικαστικών και εξωδίκων πράξεων» για να μεταφράσει τον αγγλικό όρο «judicial and extrajudicial documents». Η αναφορά στο Άρθρο 19
(1)του Κανονισμού σε «writ of summons or an equivalent document» θεωρώ ότι ρυθμίζει την επίδοση σε εναγόμενο που διαμένει εκτός δικαιοδοσίας είτε του δικογράφου δια του οποίου εισάγεται μια τέτοια δικαστική διαδικασία, είτε ενός εγγράφου το οποίο προβλέπεται θεσμικά σε κάθε κράτος μέλος, το οποίο ειδοποιεί τον ενδιαφερόμενο για την εκκρεμότητα της εναντίον του δικαστικής διαδικασίας. Να προσθέσω κάτι άλλο. Το Άρθρο 19
(1)του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/07 και η σχετική ερμηνεία του δεν έχουν ακόμη αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης από και επίλυσης κατά τρόπο αυθεντικό από το Ανώτατο Δικαστήριο. Θα μπορούσε κάλλιστα κάποιος να επιχειρηματολογήσει ότι προκειμένου για επίδοση σε κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν υφίσταται πλέον η ανάγκη που οδήγησε στη ρύθμιση να επιδίδεται ειδοποίηση του κλητηρίου ως «μια διακρατική φιλοφρονητική χειρονομία»[9] ή με άλλα λόγια ότι δεν υφίστανται πλέον οι λόγοι που αποτέλεσαν την αιτιολογική βάση της Δ.6,θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας[10]. Αναμφίβολα κάτι τέτοιο θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο σοβαρού προβληματισμού στα πλαίσια της προσπάθειας υλοποίησης της ιδέας του ενιαίου Ευρωπαϊκού χώρου. Γεγονός, όμως, παραμένει μέχρι σήμερα ότι η Δ.6,θ.6 δεν έχει τύχει οποιασδήποτε εξέτασης και αναπροσαρμογής υπό το φως των πιο πάνω νέων δεδομένων που η ένταξη μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επιφέρει. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω η αναγκαιότητα που επιβάλλεται μέσω της Δ.6,θ.6 για επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου και όχι του ίδιου του κλητηρίου σε περίπτωση που το πρόσωπο προς το οποίο θα επιδοθεί στο εξωτερικό δεν είναι Κύπριος πολίτης, δεν φαίνεται να έρχεται σε οποιαδήποτε σύγκρουση με τις πρόνοιες του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007, η χρησιμότητα του οποίου, επαναλαμβάνω, εστιάζεται στη διευκόλυνση της επίδοσης και στην εξασφάλιση της καλύτερης, ταχύτερης και ασφαλέστερης διαβίβασης μεταξύ των κρατών μελών των δικαστικών και εξωδικαστικών εγγράφων που είναι δυνατόν να επιδίδονται ή να κοινοποιούνται σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω και της μη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες της Δ.6,θ.6 με την έκδοση διατάγματος για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στις εναγόμενες 1 και 2 εκτός δικαιοδοσίας και όχι της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, το διάταγμα ημερ. 17.6.10 θα πρέπει να ακυρωθεί και/ή παραμερισθεί. (V) Μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.6, θ.5 Ένας άλλος λόγος που προβλήθηκε από μέρους της Εναγόμενης 2/Αιτήτριας για σκοπούς ακύρωσης του διατάγματος ημερ. 17.6.10 για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας είναι και η μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.6,θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας εφόσον σ' αυτό δεν καθορίζετο χρόνος εντός του οποίου η Εναγόμενη είχε τη δυνατότητα να καταχωρήσει εμφάνιση. Η Δ.6,θ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας διαλαμβάνει τα εξής: «Any order giving leave to effect such service or give such notice shall limit a time after such service or notice within which such defendant is to enter an appearance, such time to depend on the place or country where or within which the writ is to be served on the notice given. Such order shall also contain a direction that, if the defendant does not enter an appearance within the appointed time, notice of any application in the action may be given by posting a copy on the Court notice board.» Όλως προκύπτει από το Τεκμήριο 3 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση και αφορά το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 17.6.10 με το οποίο επετράπη η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, του προσωρινού διατάγματος ημερ. 11.6.10 όπως και της μονομερούς αίτησης ημερ. 11.6.10 εκτός δικαιοδοσίας, σ' αυτό δεν καθορίζεται χρόνος εντός του οποίου η Εναγομένη είχε τη δυνατότητα να καταχωρήσει εμφάνιση. Τούτου δοθέντος διαπιστώνεται ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.6,θ.5 οι οποίες, όπως προκύπτει από το λεχτικό τους, είναι επιτακτικής φύσεως. Επιπλέον να επισημάνω ότι σε περίπτωση που κάτι τέτοιο μπορούσε να κριθεί ως απλή παρατυπία δυνάμενη να θεραπευτεί με προσφυγή στις πρόνοιες της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας επαναλαμβάνω τα όσα έχουν ανωτέρω εκτεθεί υπογραμμίζοντας εκ νέου ότι η Δ.64 δεν παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να προβαίνει αυτεπάγγελτα σε διορθωτικές κινήσεις. Τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο κάτι που, όπως είναι προφανές, δεν έγινε στην παρούσα υπόθεση. Περαιτέρω η πλευρά της Αιτήτριας ανέφερε ότι ούτε το διάταγμα ημερ. 8.7.10 για υποκατάστατο επίδοση του κλητηρίου εντάλματος καθόριζε χρόνο εντός του οποίου η Εναγομένη 2 θα μπορούσε να καταχωρήσει εμφάνιση μετά την επίδοση. Θεωρώ χρήσιμο να παραπέμψω στο σημείο αυτό στις πρόνοιες των Δ.5,θ.9 και της Δ.5,θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας οι οποίες έχουν ως ακολούθως: «
- If it be made to appear to the Court of a Judge that from any cause it is not possible promptly to effect service in the manner provided in Rule 2 of this Order, the Court or Judge may make such order for substituted or other service, or for the replacement of notice for service by letter, public advertisement, or otherwise, as may be just». «
- An order under Rule 9 this Order shall appoint the time within which the defendant shall enter his appearance to the writ, and shall also contain a direction that, if the defendant does not enter an appearance within the appointed time, notice of any application in the action may be given by posting an office copy of the notice on the Court notice board.» Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 4 που είναι η μονομερής αίτηση ημερ. 8.7.10 και το Τεκμήριο 5 που είναι το εκδοθέν με βάση την αίτηση αυτή διάταγμα για υποκατάστατο επίδοση δεν ζητήθηκε στην αίτηση και ούτε καθορίζετο στο σχετικό διάταγμα χρόνος εντός του οποίου η Εναγόμενη 2 είχε τη δυνατότητα να καταχωρήσει εμφάνιση. Τούτου δοθέντος διαπιστώνεται ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.5,θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας οι οποίες, όπως προκύπτει από το λεχτικό τους, είναι επιτακτικής φύσεως. Επαναλαμβάνω δε τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω σε σχέση με τη Δ.64 και το γεγονός ότι δεν υπήρξε από πλευράς των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση λήψη οποιωνδήποτε διορθωτικών διαβημάτων με αποτέλεσμα να μην τίθεται θέμα εξέτασης του πεδίου εφαρμογής της Δ.64 στην προκείμενη περίπτωση. Ως αποτέλεσμα της μη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες της Δ.6, θ.5 και του ότι στο διάταγμα ημερ. 17.6.10 με το οποίο επετράπη η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, του προσωρινού διατάγματος ημερ. 11.6.10 και της μονομερούς αίτησης ημερ. 11.6.10 εκτός δικαιοδοσίας δεν καθορίζετο χρόνος εντός του οποίου η εναγομένη 2 είχε τη δυνατότητα να καταχωρήσει εμφάνιση, το διάταγμα ημερ. 17.6.10 θα πρέπει να ακυρωθεί και/ή παραμερισθεί. Παρομοίως λόγω της μη συμμόρφωσης με της πρόνοιες Δ.5, θ. 10 και του ότι στο διάταγμα ημερ. 8.7.10 για υποκατάστατη επίδοση του προσωρινού διατάγματος ημερ. 11.6.10 και της μονομερούς αίτησης ημερ. 11.6.10 δεν καθορίζετο χρόνος εντός του οποίου η εναγόμενη 2 είχε τη δυνατότητα να καταχωρήσει εμφάνιση, το διάταγμα ημερ. 8.7.10 θα πρέπει να ακυρωθεί και/ή παραμερισθεί. (VI) Λανθασμένη οπισθογράφηση στη σύνταξη του προσωρινού διατάγματος ημερ. 11.6.10 Η πλευρά της Αιτήτριας/Εναγομένης 2 υποστήριξε, ακόμη, ότι το προσωρινό διάταγμα που εξεδόθη στις 11.6.10 θα πρέπει να ακυρωθεί και να παραμερισθεί γιατί είναι παράτυπο και αντικανονικό εφόσον εξεδόθη και συνετάχθη κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ΚΕΦ. 6 και ότι η οπισθογράφηση που περιέχεται σ' αυτό είναι λανθασμένη και αναφέρεται σε άτομα που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση. Υπήρξε κοινός τόπος ότι η οπισθογράφηση στο προσωρινό διάταγμα που συντάχθηκε μετά την έκδοση του στις 11.6.10 είναι λανθασμένη εφόσον αφορά τρίτα πρόσωπα που ουδεμία σχέση έχουν με τους διάδικους στην παρούσα αγωγή. Εξετάζοντας το διάταγμα που συντάχθηκε αναφορικά με το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα διαπιστώνω ότι είναι καθαρό και σαφές το περιεχόμενο του, όπως αυτό εκτίθεται στο σώμα του, και το γεγονός της λανθασμένης οπισθογράφησης δεν επηρεάζει, κατά την κρίση μου, με οποιοδήποτε τρόπο το περιεχόμενο του προσωρινού διατάγματος και το τι ακριβώς απαγορεύει την Εναγόμενη να πράξει, ήτοι τη μη αποξένωση του ακινήτου, στοιχεία του οποίου παρατίθενται σ' αυτό, μέχρι την ημερομηνία που δίδεται και που ορίζετο επιστρεπτέο για σκοπούς επίδοσης του στην Εναγόμενη 2 για να δυνηθεί να εμφανισθεί και να ενστεί σ' αυτό. Ούτε μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να τίθεται θέμα ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος που εξεδόθη εξαιτίας μιας λανθασμένης οπισθογράφησης στο συνταχθέν σχετικά με αυτό διάταγμα η οποία δεν αναμένετο λογικά να παραπλανήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο την πλευρά της εναγόμενης σε σχέση με το τι το διάταγμα ζητούσε από αυτή να μην πράξει και/ή καλύτερα απαγόρευε και/ή την εμπόδιζε από του να πράξει. Κατά συνέπεια ο πιο πάνω λόγος που υποστηρίχθηκε για σκοπούς ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος δεν ευσταθεί και, συνεπώς, απορρίπτεται. (VII) Διάφοροι άλλοι προβληθέντες λόγοι Στην παρούσα Αίτηση κατά το στάδιο της εκδίκασης της προωθήθηκαν διάφορα θέματα τα οποία δεν συμπεριλαμβάνοντο στην Αίτηση και για το λόγο αυτό δεν έχουν εξεταστεί από το Δικαστήριο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω και χωρίς να κρίνεται αναγκαίο ενόψει της κατάληξης στην οποία οδηγούμαστε να εξετασθούν οποιαδήποτε άλλα ζητήματα έχουν τεθεί, καταλήγω στην έκδοση των ακολούθων διαταγμάτων: (I) Διάταγμα ακύρωσης και/ή παραμερισμού του διατάγματος ημερ. 17.6.10 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του κλητηρίου εντάλματος και του προσωρινού διατάγματος ημερ. 11.6.
- (II) Διάταγμα ακύρωσης και/ή παραμερισμού του διατάγματος ημερ. 8.7.10 για υποκατάστατη επίδοση του ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος στην Εναγομένη
- (III) Διάταγμα ακύρωσης και/ή παραμερισμού της επίδοσης στην Εναγόμενη 2 της μονομερούς αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος ημερ. 11.6.10 και του προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε τις 11.6.
- Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας/Εναγομένης αρ. 2 και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση/Εναγόντων. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /εκ [1] Δέστε Leal v. Dunlop Bio-Process
(1984)1 W.L.R. 874. [2] Δέστε σελ. 522-523 όπου ο Λόρδος Slade ανέφερε: «Where, in the course of proceedings, the court finds that a failure of the nature referred on in Ord.2, r.
(1)has occurred, which has not been waived by the other party either expressly or by implication, it is given by Ord.2, r.1
(2)a choice of courses to pursue at its own discretion, whether or not an application under Ord.2, r.2 is before it. In such a situation, in the exercise of its discretion under rule 1
(2), it may either adopt the more draconian course of setting aside wholly or in part the proceedings in which the failure occurred; ... alternatively, it may "make such order .. dealing with the proceedings generally as it thinks fit". The last mentioned words are, in my opinion, manifestly wide enough to empower it to make a dispensing order waiving the relevant irregularity: see, for example, Leal v. Dunlop Bio-Processes International Ltd
(1984)1 W.L.R. 874, 880F, per Stephenson L.J.» [3] Δέστε OLYMPIA DESIGNS (PROPERTIES) LTD. ν. UNIQUE U.K. INC., Πολ. Έφ. αρ. 72/08, ημ. 4/8/2010, DASAKI ENTERTAINMENT CO. LTD. v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (αρ.2)
(2009)1 Α.Α.Δ.
- [4] Δέστε υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Al Jaizani κ.α. Αρ. Αγ. 3706/09, Ε.Δ. Λάρνακας ημερ. 4.3.
- [5]
(2)The proper functioning of the internal market entails the need to improve and expedite the transmission of judicial and extrajudicial documents in civil or commercial matters for service between the Member States. [6] Σχετική είναι εδώ η παράγραφος 7 του προοιμίου του Κανονισμού (ΕΚ)1393/2007 που αναφέρει τα ακόλουθα: «
(7)Speed in transmission warrants the use of all appropriate means, provided that certain conditions as to the legibility and reliability of the document received are observed. Security in transmission requires that the document to be transmitted be accompanied by a standard from, to be completed in the official language or one or the official languages of the place where service is to be effected, or in another language accepted by the Member State in question». [7] «
(11)In order to facilitate the transmission and service of documents between Member States, the standard forms set out in the Annexes to this Regulation should be used». [8] Δεστε Άρθρο 4
(3)και Άρθρο 4
(5)του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007. [9] Δέστε Τηλέτυπος Α.Ε. ν. Mega Channel Management Ltd
(2004)1 AAΔ 1863, στη σελίδα 1865: «Τα Δικαστήρια ασκούν, συνήθως, δικαιοδοσία μέσα στα γεωγραφικά όρια της χώρας τους. Δεν απευθύνεται επομένως εντολή δια του κλητηρίου εντάλματος σε διάδικο που μένει στο εξωτερικό να εμφανιστεί ενώπιον τους. Γι' αυτό και επιδίδεται ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος, που αποτελεί μια διακρατική φιλοφρονητική χειρονομία να ειδοποιείται ο διάδικος που μένει στο εξωτερικό πως εκκρεμεί κάποια διαδικασία εις βάρος του στη χώρα από την οποία εκδίδεται η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος.» [10] Η αιτιολογική βάση της Δ.6, θ.6 τονίστηκε στην υπόθεση E. Phillipou Ltd v. Littner Hampton Ltd
(1984)1CLR 716 στη σελίδα 726 ως εξής: «A notice of the writ should have been served. By a notice a foreign national residing out of the jurisdiction is notified that an action was commenced against him in our Courts and he is required, after the receipt of the notice, to defend the said action, whereas a writ is a command on the defendant, after service of the writ, within the time specified to enter an appearance. There is a significant difference between a command and a courteous notice.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο