Malibu Health Products Ltd κ.α. ν. Charilaou Bros Ltd, Αρ. Αγωγής: 1403/2010, 12 Οκτωβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A110 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1403/2010 Μεταξύ:
- Malibu Health Products Ltd
- Malibu Trademarks Ltd Εναγόντων-Αιτητών και Charilaou Bros Ltd Εναγομένης-Καθ' ης η αίτηση ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 29/03/2011 για διαγραφή μη αναγκαίων και ενοχλητικών δικογράφων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12 Οκτωβρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Αιμιλιανίδης και κα Ή.Ιωάννου Για Εναγόμενη-Καθ' ης η Αίτηση: κα Νικηφόρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες-Αιτητές με την αίτησή τους ημερομηνίας 29/03/2011, ζήτησαν τη διαγραφή των παραγράφων 12 και 14 της Έκθεσης Υπεράσπισης, δηλαδή τη διαγραφή αυτής τούτης της Ανταπαίτησης. Επίσης, ζήτησαν τη διαγραφή της πρότασης «με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να υποστούν ζημιά που υπολογίζεται περίπου στις €200.000-», από την παράγραφο 11 της Έκθεσης Υπεράσπισης. Ως νομική βάση για την αίτηση καταγράφηκαν η Δ.19 θ.26, η Δ.27 θ.3 και η Δ.48 θ.1-9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με Ένσταση από την πλευρά της Εναγομένης-Καθ' ης η αίτηση Εταιρείας. Καταγράφηκαν είκοσι τρεις
(23)λόγοι ένστασης. Συνοπτικά αναφέρονται οι ακόλουθοι: Ότι οι Αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.19 θ.26 και της Δ.27 θ.3 για διαγραφή των συγκεκριμένων ισχυρισμών και της ανταπαίτησης, ότι η αίτηση είναι γενική και αόριστη, ότι δεν υποστηρίζεται από τα γεγονότα που καταγράφονται στην Ένορκη Δήλωση, ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι οι παράγραφοι 11, 12 και 14 περιέχουν κάτι που να είναι μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή τείνουν να προκαταβάλουν, περιπλέξουν ή καθυστερήσουν την εκδίκαση της αγωγής, ότι η Δ.19 θ.26 δεν προσφέρεται για προώθηση αιτήματος για διαγραφή ανταπαίτησης, ότι η Δ.27 θ.3 είναι κατάλληλη σε απλές και ξεκάθαρες περιπτώσεις, ότι οι παράγραφοι 11 και 12, των οποίων η διαγραφή επιδιώκεται, εκθέτουν γεγονότα που έχουν σχέση με τα επίδικα θέματα, ότι η συγκεκριμένοι ισχυρισμοί ξεκαθαρίζουν τη ζημιά των Εναγομένων και δεν οδηγούν σε αοριστία ή διφορούμενες θέσεις, αλλά ούτε και περιπλέκουν ή καθυστερούν την εκδίκαση της αγωγής και ότι οι Καθ' ων η αίτηση θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη αν διαγραφούν οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί. Παράλληλα, προβάλλεται η θέση ότι υπάρχει κακή πίστη εκ μέρους των Εναγόντων, γίνεται κατάχρηση της διαδικασίας και παραβιάζονται οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και το Άρθρο 30 του Συντάγματος. Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με την καταχώρηση Ένστασης. Ως νομική βάση της Ένστασης, καταγράφονται η Δ.19 θ.26, η Δ.27 θ.3, η Δ.21 θ.10 και η Δ.48, θ.1-9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται, η Ένσταση, από την Ένορκη Δήλωση του κ. Χάρη Χαριλάου, διευθυντή της Εναγομένης-Καθ' ης η αίτηση Εταιρείας, ο οποίος γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης. Σύμφωνα με τον Ομνύοντα, λόγω της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος, η Καθ' ης η αίτηση Εταιρεία υπέστη ζημιά αξίας €200.000-, λόγω ακύρωσης όλων των παραγγελιών που είχαν γίνει, ενώ θα συνεχίσει να υφίσταται ζημιά αξίας €200.000- για κάθε χρόνο, για τον οποίο θα ισχύει το προσωρινό διάταγμα. Είναι περαιτέρω η θέση του, ότι οι ισχυρισμοί που καταγράφονται στις παραγράφους 11 και 12 καθώς και στην Ανταπαίτηση, έχουν σχέση με τα επίδικα θέματα, γιατί στην περίπτωση που αποτύχει η αγωγή των Αιτητών, αυτοί θα πρέπει να αποζημιώσουν τους Καθ' ων η αίτηση με το ποσό των €200.000- που συνιστά τη χρονιαία απώλειά τους για κάθε χρόνο που θα ισχύει το προσωρινό διάταγμα. Κατά τη δική του άποψη, οι Αιτητές δεν απέδειξαν ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.19 θ.26 και της Δ.27 θ.3, ώστε να είναι αναγκαία η διαγραφή των παραγράφων 11 και 12 καθώς και της Ανταπαίτησης, αφού η Αίτησή τους είναι γενική και αόριστη και δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε βάσιμο λόγο. Επιπρόσθετα, προβάλλεται η θέση ότι δεν υπάρχει από πλευράς των Αιτητών ισχυρισμός ότι οι παράγραφοι 11 και 12, καθώς και η Ανταπαίτηση, περιέχουν κάτι που να είναι μη αναγκαίο ή είναι σκανδαλώδες ή τείνει να προκαταβάλει ή περιπλέξει ή καθυστερήσει την εκδίκαση της αγωγής. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί ξεκαθαρίζουν τη ζημιά των Καθ' ων η αίτηση, δεν οδηγούν σε αοριστία ή σε διφορούμενες θέσεις και δεν υπάρχει λόγος να διαγραφούν ακόμα και αν θεωρηθούν μη αναγκαίες, διότι ο κάθε διάδικος είναι ελεύθερος να διαμορφώσει όπως επιθυμεί το δικόγραφό του. Κατά τη δική του άποψη, οι Καθ' ων η αίτηση έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Αιτητών, το οποίο στηρίζουν στις παραγράφους 11 και 12 και αιτούνται, στην παράγραφο 14, τη ζημιά που υφίστανται, λόγω της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Καταλήγει δε, ότι οι Καθ' ων η αίτηση θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη αν διαγραφούν οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί. Η διαδικασία διεξάχθηκε στη βάση των γραπτών αγορεύσεων, οι οποίες κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Ήταν η θέση του συνηγόρου των Εναγόντων-Αιτητών, κ. Αιμιλιανίδη, όπως διαφαίνεται από τη γραπτή αγόρευσή του, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.27 θ.
- Με αναφορά στη νομολογία, ισχυρίστηκε ότι δεν είναι επιτρεπτή η καταχώρηση Ανταπαίτησης, με την οποία να ζητούνται αποζημιώσεις λόγω κακής έκδοσης προσωρινού διατάγματος, γιατί δεν θεμελιώνεται ούτε στη νομοθεσία ούτε και στη νομολογία. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι η αγωγή αφορά παραβίαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας των Εναγόντων από την Εναγόμενη Εταιρεία και οι συγκεκριμένες παράγραφοι αν αφεθούν στην Υπεράσπιση θα εκτροχιάσουν την αγωγή από την ορθή της βάση. Η κα Νικηφόρου, στη γραπτή της αγόρευση με αναφορά σε νομολογία, ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία δεν μπορεί να διαγράψει δικόγραφα, γιατί ο κάθε διάδικος είναι ελεύθερος να διαμορφώσει το δικό του δικόγραφο. Ήταν περαιτέρω η θέση της, ότι ένα Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια κατά πόσο να προβεί στην εκδίκαση της ανταπαίτησης, παράλληλα με την απαίτηση ή αν θα επιλέξει να την αποκλείσει. Καταλήγει δε, ότι όπως έχει συνταχθεί το δικόγραφο της Υπεράσπισης και της Ανταπαίτησης, πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.19 θ.3 και θ.4, ενώ δεν παρατίθεται στις συγκεκριμένες παραγράφους οτιδήποτε το σκανδαλώδες ή ενοχλητικό. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η αίτηση βασίζεται κυρίως στις πρόνοιες της Δ.19 θ.26, που είναι πανομοιότυπη με το O.19 r.27 των Αγγλικών Θεσμών, που ίσχυαν πριν το 1960, οι οποίες προνοούν ως ακολούθως: «
- The Court or a Judge may, at any stage of the proceeding order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass or delay the fair trial of the action». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί καθ' οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οποιουδήποτε ζητήματος ..... η οποία μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή που θα τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής.» Με βάση το λεκτικό του θ.26 της Δ.19, το Δικαστήριο μπορεί να διαγράψει ισχυρισμό από δικόγραφο, όταν αυτός είναι περριτός ή σκανδαλώδης ή τείνει να βλάψει, περιπλέξει ή καθυστερήσει τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης. Αναφορικά με το κατά πόσο οι ισχυρισμοί τείνουν να προκαλέσουν βλάβη ή αμηχανία ή καθυστέρηση στη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης, η νομολογία έχει υποδείξει ότι τα Δικαστήρια ερμηνεύουν φιλελεύθερα τις συγκεκριμένες λέξεις. Στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacob's «Precedents of Pleadings», 12 έκδοση, στη σελίδα 147 καταγράφονται τα ακόλουθα: "Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations." Η πεμπτουσία είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Το λόγο για αυτό μας δίνει η British Airways Pension Trustees Ltd v. Sir Robert McAlpine
(1994)72 B.L.R. 26: "The basic purpose of pleadings is to enable the opposing party to know what case is being made in sufficient detail to enable that party properly to prepare to answer it. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Pleadings are not a game to be played at the expense of the litigants, they are not an end in themselves, but a means to the end, and that end is to give each party a fair hearing." Η εξουσία που εναποθέτει η Δ.19 θ.26 στο Δικαστήριο, όπως έχει νομολογηθεί και από αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, θα πρέπει να ασκείται με προσοχή και φειδώ (βλ. Mavromoustaki v. Yeroudis
(1965)1 C.L.R. 176 στη σελ. 183-184, Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 692, Athina Leather Goods Ltd v Χαραλάμπους κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 787 και Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.ά
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1860). Πρόκειται για ένα δραστικό μέτρο, το οποίο ουσιαστικά επιτρέπει επέμβαση του Δικαστηρίου στα δικόγραφα και των δύο πλευρών, γι' αυτό και πρέπει να ασκείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Παράλληλα όμως, συνιστά και ένα χρήσιμο όπλο για την αποφυγή κατάχρησης της διαδικασίας με την προώθηση σκανδαλωδών, άχρηστων ή ενοχλητικών θεμάτων που είναι αντίθετα με την ορθή παρουσίαση των δικογράφων (βλ. Drummond Jackson v. British Medical Association
(1970)1 All E.R. 1094). Με βάση τις πρόνοιες της Δ.19 θ.4, μόνο τα ουσιώδη γεγονότα πρέπει να δικογραφούνται, τα οποία είναι και σχετικά με τα επίδικα θέματα, το τι είναι δε σχετικό γεγονός εξαρτάται πάντοτε από τις ειδικές συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Σύμφωνα με την απόφαση Bruce v. Odhams Press Ltd
(1936)1 All E.R. 294, η λέξη «material», η οποία χρησιμοποιείται στον αντίστοιχο αγγλικό θεσμό, σημαίνει «necessary for the purpose of formulating a complete statement of claim», αναγκαία για τους σκοπούς της διαμόρφωσης ολοκληρωμένης Έκθεσης Απαίτησης ή Υπεράσπισης. Από τη μία θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το συνταγματικό δικαίωμα κάθε διαδίκου για ελεύθερη πρόσβαση στο Δικαστήριο και από την άλλη θα πρέπει να επιδεικνύεται σεβασμός προς τους Διαδικαστικούς Κανόνες της δικογράφησης εγγράφων προτάσεων. Το Δικαστήριο προτού αποφασίσει κατά πόσο ένας ισχυρισμός θα διαγραφεί ή όχι, λαμβάνει υπόψη του, ανάμεσα σε άλλα, τη φύση της αγωγής και κατά πόσο το, κατ' ισχυρισμό, σκανδαλώδη θέμα επηρεάζει αποφασιστικά το αποτέλεσμα της αγωγής. Στο Annual Practice 1961, σελ.478, καταγράφεται πως το γεγονός απλώς ότι το δικόγραφο περιέχει κάποιο περιττό ή αχρείαστο ισχυρισμό που όμως δεν προκαλεί ζημιά ή βλάβη στον αντίδικο, δεν αποτελεί επαρκή λόγο για τη διαγραφή του. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που στο δικόγραφο δικογραφούνται ισχυρισμοί με αχρείαστη λεπτομέρεια. Στη σχετικά πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Γιαννάκης Καλλικάς v. Ελληνικής Τράπεζας, Πολ. Έφ.21/2008, ημερ.14/07/2010: «. Τα δικόγραφα θα πρέπει να περιέχουν μόνο μια συνοπτική έκθεση των ουσιωδών γεγονότων, στην οποία στηρίζεται η απαίτηση ή η υπεράσπιση. Οτιδήποτε περιττό, τείνει να επισκιάσει την υπόθεση του διαδίκου και δεν προωθεί ούτε τα συμφέροντα του ίδιου ούτε βέβαια και της δικαιοσύνης. Τέτοια δικόγραφα θα έπρεπε να τύχουν αντιμετώπισης σύμφωνα με τις δυνατότητες που προσφέρουν οι Θεσμοί για διαγραφή τους (βλ. Δ.19 θ.26 και Δ.27 θ.3), εφόσον κριθεί ότι η διατήρησή τους θα δυσχεράνει τη διεξαγωγή δίκαιης δίκης.» Εξετάζοντας την Αίτηση των Εναγόντων, αυτό που ουσιαστικά επιζητείται από τους Αιτητές, είναι όχι μόνο η διαγραφή της «Ανταπαίτησης», αλλά και των ισχυρισμών περί της ζημιάς που υφίστανται οι Εναγόμενοι λόγω της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Πρέπει να αναφερθεί ότι ο νομοθέτης έχει προβλέψει το δικονομικό τρόπο με τον οποίο προβάλλεται μια τέτοιου είδους αξίωση για απώλεια ή ζημιά λόγω της έκδοσης προσωρινού διατάγματος, στο άρθρο 32
(3)του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)και αυτός είναι με αίτηση προς το Δικαστήριο ή με την καταχώριση αγωγής. Το άρθρο 32
(3)του περί Δικαστηρίων Νόμου προβλέπει: «
(3)Εάν ήθελε φανή εις το δικαστήριον ότι οιονδήποτε εκδοθέν απαγορευτικόν διάταγμα δυνάμει του εδαφίου
(1)εβασίσθη επί ανεπαρκών λόγων, ή εάν η απαίτηση του αιτητή με αίτηση του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα αποτύχει ή έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον του συνεπεία παραλείψεως ή άλλως και φανεί στο δικαστήριο ότι δεν υπήρχε πιθανή βάση για την έγερση της απαίτησής του, το δικαστήριο δύναται, εάν νομίζει τούτο πρέπον, με αίτηση του διαδίκου εναντίον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα να διατάξει την καταβολή σ' αυτόν εύλογης αποζημίωσης για τις δαπάνες και την βλάβην ήτις προσεγένετο εις αυτόν διά της εκτελέσεως του διατάγματος. Πληρωμή αποζημιώσεως δυνάμει του εδαφίου τούτου θα είναι κώλυμα δι' οιανδήποτε αγωγήν δι' αποζημιώσεις εν σχέσει προς οτιδήποτε εγένετο συνεπεία του διατάγματος. Και εάν τοιαύτη αγωγή έχη ήδη εγερθή το δικαστήριον δύναται να διακόψη αυτήν κατά τοιούτον τρόπον και επί τοιούτοις όροις ως ήθελε θεωρήσει τούτο πρέπον.» Ο νομοθέτης έχει προδιαγράψει τον τρόπο ενέργειας ενός διαδίκου εναντίον του οποίου εκδόθηκε απαγορευτικό διάταγμα, συνεπεία του οποίου υπέστη ζημιά. Το οποιοδήποτε διάβημα του διαδίκου, εναντίον του οποίου εκδόθηκε οποιοδήποτε διάταγμα, ακολουθεί το αποτέλεσμα της δίκης και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μέρος της δίκης. Η άποψη αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι ο ίδιος ο νομοθέτης έχει προβλέψει για την καταχώριση αγωγής για την παροχή της συγκεκριμένης θεραπείας των αποζημιώσεων, συνεπεία εκδοθέντος απαγορευτικού διατάγματος μετά που θα αποδειχθεί, κατά τη δίκη, ότι το διάταγμα βασίστηκε σε ανεπαρκείς λόγους ή η απαίτηση του Αιτητή απέτυχε ή έχει εκδοθεί απόφαση εναντίον του, ως αποτέλεσμα παράλειψής του. Η ίδια πρακτική ακολουθείται και από τα αγγλικά Δικαστήρια. Στο σύγγραμμα των Bullen & Leake & Jacobs "Precedents of Pleadings", 13η έκδοση, στη σελίδα 512, καταγράφονται τα ακόλουθα: «A cross-undertaking in damages is required on the grant of an interlocutory (although not a final) injunction (e.g. on the discharge of the injunction) an inquiry as to damages in ordinarily ordered, and there will normally be directions for points of claim and points of defence to clarify the issues of loss and causation.» Δηλαδή, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας γίνεται μια έρευνα όσον αφορά τις ζημιές του μέρους πάνω στο οποίο εφαρμόστηκε το εκδοθέν διάταγμα (βλ. επίσης Ushers Brewery Ltd v. P. S. King & Co Finance Ltd
(1972)Ch.148). Η Ανταπαίτηση δεν συνιστά «αγωγή» όπως ο συγκεκριμένος όρος έχει ερμηνευθεί στο ερμηνευτικό άρθρο του Περί Δικαστηρίων Νόμου. Ο όρος αγωγή έχει ερμηνευθεί ως ακολούθως: «"αγωγή" σημαίνει πολιτικήν διαδικασίαν αρχομένην διά κλητηρίου εντάλματος ή κατά τοιούτον άλλον τρόπον ως καθορίζεται υπό διαδικαστικού κανονισμού, και περιλαμβάνει ναυτικήν υπόθεσιν ήτις, προ της ημέρας της ανεξαρτησίας, υπήγετο εις την δικαιοδοσίαν του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Δικαιοσύνης εν Αγγλία εν τη επί ναυτικών υποθέσεων δικαιοδοσία αυτού.» Το Δικαστήριο σίγουρα δεν μπορεί να υπαγορεύσει στους διαδίκους πώς να διατυπώσουν την απαίτησή τους ή την υπεράσπισή τους. Είναι δικαίωμα της κάθε πλευράς να θέσει την υπόθεσή της με τον τρόπο που επιθυμεί (βλ. Annual Practice Book 1958, σελ.477). Οφείλει όμως να διασφαλίσει ότι η δίκη δεν θα καθυστερήσει με την προσθήκη ισχυρισμών για τους οποίους ο νομοθέτης έχει προβλέψει το δικονομικό τρόπο προώθησής τους. Εξετάζονται λοιπόν το περιεχόμενο των παραγράφων 11, 12 και 14 της Έκθεσης Υπεράσπισης, τόσο αυτοτελώς, όσο και εντασσόμενο στην ολότητα των ισχυρισμών των Εναγομένων-Καθ' ων η αίτηση, που περιέχονται στην Έκθεση Υπεράσπισης, πρέπει να παρατηρήσω ότι δεν μπορούν να προωθηθούν με τη συμπερίληψή τους στην Υπεράσπιση και η μη διαγραφή τους θα οδηγούσε στο να περιπλέξει ή να καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής. Στην περίπτωση που η αγωγή των Εναγόντων-Αιτητών αποτύχει, τότε η Εναγομένη-Καθ' ης η αίτηση Εταιρεία μπορεί με άμεση αίτηση προς το Δικαστήριο να αιτηθεί την καταβολή αποζημιώσεων για την απώλειά της, η οποία προέκυψε από την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος. Γι' αυτό το σκοπό, διατάσσεται ο Αιτητής κατά την έκδοση οποιουδήποτε απαγορευτικού διατάγματος να υπογράψει εγγύηση, για να διασφαλιστεί ότι αν τελικά αποφασιστεί, στα πλαίσια της δίκης, ότι η αξίωση του Ενάγοντα δεν ήταν βάσιμη, ο Εναγόμενος θα αποζημιωθεί για την απώλεια που υπέστη από την έκδοση του διατάγματος. Σύμφωνα και με το σκεπτικό της απόφασης στην υπόθεση Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 21, το Δικαστήριο οφείλει να ασκεί την εξουσία διαγραφής δικογράφου με προσοχή και φειδώ και ειδικότερα να το πράττει μόνο σε καθαρές περιπτώσεις και εφόσον το συγκεκριμένο δικόγραφο ή μέρος του είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Με αυτά λεχθέντα, θεωρώ ότι η μη διαγραφή των συγκεκριμένων παραγράφων θα επισκίαζε την υπόθεση και δεν θα προωθούσε τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Καθ' ης η αίτηση, ότι δεν έγινε επίκληση της Δ.21 θ.10, θα πρέπει να λεχθεί ότι η εφαρμογή της περιορίζεται μόνο στον αποκλεισμό της ανταπαίτησης. Στην υπό κρίση αίτηση, οι Αιτητές επιδιώκουν διαγραφή παραγράφων που δεν συνιστούν ανταπαίτηση, οπόταν δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αδυναμία της αίτησης η μη επίκληση της Δ.21 θ.10, αφού το αίτημα καλύπτεται πλήρως από τη Δ.19 θ.26. Με βάση τις νομολογιακές αρχές καθώς και τα όσα τέθηκαν και αναφέρθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά και των παραμέτρων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, θεωρώ, με κριτήριο το συμφέρον της δικαιοσύνης, ότι η παρούσα εμπίπτει στις εξαιρετικές περιπτώσεις για τις οποίες θα πρέπει να διαταχθεί η διαγραφή των συγκεκριμένων παραγράφων της Υπεράσπισης. Συνεπακόλουθα, διατάσσεται η διαγραφή των παραγράφων 12 και 14 καθώς και της πρότασης «με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να υποστούν ζημιά που υπολογίζεται περίπου στις €200.000-» από την παράγραφο 11 της Υπεράσπισης. Ανάλογα τροποποιημένο δικόγραφο της Εναγόμενης Εταιρείας θα πρέπει να καταχωρηθεί εντός 20 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος, ενώ απάντηση στην τροποποιημένη Υπεράσπιση θα πρέπει επίσης να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την ημερομηνία παράδοσης του τροποποιημένου δικογράφου της Εναγόμενης. Συνεπακόλουθο της πιο πάνω κατάληξης, είναι η επιτυχία της Αίτησης με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας-Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία όμως θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ....................................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο