Ανδρέας Γεωργίου ν. Wideson Bros κ.α., Αρ. Αγωγής: 3306/07, 14.10.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A112 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3306/07 Ανδρέας Γεωργίου Ενάγοντας και
- Wideson Bros
- Άγγελος Ρένου Ευρυβιάδη Wideson
- Οδυσσέας Ρένου Ευρυβιάδη Wideson
- Εύρος Ανδρέα Ευρυβιάδη
- Στάλω Ευαγγέλου Λουκά
- Κυριάκος (Κίκης) Χαραλάμπου Ιακωβίδη
- Gilbert Andrieu
- Άννα - Ολβία Χαράλαμπου Ιακωβίδου Εναγόμενοι Αίτηση Ημερομηνίας 13.5.11 Ημερομηνία: 14.10.
- Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κα Χ" Δημήτρη. Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η αίτηση: κα Ζαχαρίου (για να ακούσει απόφαση ο κ. Σαββίδης). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, καταχωρήθηκε στις 21.12.
- Με την προώθηση της παρούσας αγωγής, ο ενάγοντας αξιώνει αποζημιώσεις σε βάρος όλων των εναγομένων για υπηρεσίες που διατείνεται ότι προσέφερε στους τελευταίους ως κτηματομεσίτης ή και ως εύλογη και λογική αμοιβή ή και προμήθεια δυνάμει της περί Κτηματομεσιτών Νομοθεσίας. Με την υπό συζήτηση αίτηση, ο ενάγοντας - αιτητής επιζητά την τροποποίηση της απαίτησης του ως ακολούθως: "
- Δια της τροποποίησης της παραγράφου 4 της Εκθέσεως Απαιτήσεως με την προσθήκη μετά την παράγραφο 4.7 μιας νέας υποπαραγράφου ως υποπαραγράφου 4.8 ως ακολούθως:- «4.
- Ακίνητο Αρ. Εγγραφής C248 Τεμάχιο 254 Λάρνακα, μερίδιο το ΟΛΟ
- Την τροποποίηση της παραγράφου 5 της Εκθέσεως Απαιτήσεως δια της προσθήκης μετά την υποπαράγραφο 5.
- μιας νέας υποπαραγράφου ως υποπαραγράφου 5.
- ως ακολούθως:- «5.
- Τα ακίνητα αρ. εγγραφής C254, Τεμάχιο 260, Μερίδιο το ΟΛΟ και αρ. εγγραφής C255, Τεμάχιο 261, μερίδιο το ΟΛΟ, και τα δύο ακίνητα στην Λάρνακα. Τα εν λόγω ακίνητα ανήκαν στους εναγόμενους 2-8 κατά τα ίδια μερίδια ως αναφέρονται στην παράγραφο 5.2 ανωτέρω.»
- Δια της τροποποίησης της παραγράφου 14 της Εκθέσεως Απαιτήσεως ως ακολούθως:- Α. Με την διαγραφή της παραγράφου 14.1 και την αντικατάσταση της με την ακόλουθη νέα παράγραφο 14.1.- «4.
- Η Εταιρεία OMNISTOCK LTD αγόρασε από τους εναγομένους 1 ή και κατά συνέπεια τους εναγομένους 2-8 ως γενικούς συναιτέρους στον εναγόμενο 1 Ομόρρυθμο Συνεταιρισμό, τα αναφερόμενα στην παράγραφο 4 ακίνητα για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.1.000,000.00 ή και περίπου Λ.Κ.1.000,000.
- Β. Δια της διαγραφής της παραγράφου 14.2 και την αντικατάσταση της με την ακόλουθη νέα παράγραφο 14.2.- «14.
- Περαιτέρω η Εταιρεία OMNISTOCK LTD αγόρασε από τους εναγομένους 2 έως 8 ως συνιδιοκτήτες της περιουσίας που αναφέρεται στην παράγραφο 5 ανωτέρω, την εν λόγω περιουσία έναντι της συνολικής τιμής των Λ.Κ.3.500,000.00 ή και περίπου Λ.Κ.3.500,000,00.»
- Δια της τροποποίησης της παραγράφου 15 της εκθέσεως απαιτήσεως ως ακολούθως.- Α. Με την διαγραφή του ποσού των Λ.Κ.26,250 από την παράγραφο 15.1 και την αντικατάσταση του με το ποσό των Λ.Κ.30,000.00 Β. Με την διαγραφή του ποσού των Λ.Κ.875,000 από την παράγραφο 15.1 και την αντικατάσταση του με το ποσό των Λ.Κ.1.000.000.
- Γ. Με την διαγραφή του ποσού των Λ.Κ.74,160 από την παράγραφο 15.2 και την αντικατάσταση του με το ποσό των Λ.Κ.105,000.00 και Δ. Με την διαγραφή από τη παράγραφο 15.2 του ποσού των Λ.Κ.2.472,000.00 και την αντικατάσταση του με το ποσό των Λ.Κ.3.500,000.
- Ε. Με την διαγραφή από την παράγραφο 15.2.1 του ποσού των Λ.Κ.12,360 και την αντικατάσταση του με το ποσό των Λ.Κ.17,500.
- Στ. Με την διαγραφή από τη παράγραφο 15.2.2 του ποσού των Λ.Κ.6,180 και την αντικατάσταση του με το ποσό των Λ.Κ.8.750.
- Δια της τροποποίησης της παραγράφου 17 της εκθέσεως απαιτήσεως ως ακολούθως.- Α. Με την διαγραφή του ποσού των Λ.Κ.26.250 από την παράγραφο Αα και την αντικατάσταση του με το ποσό των Λ.Κ.30,000.
- Β. Με την διαγραφή του ποσού των Λ.Κ.12.360 από την παράγραφο Β.1 και την αντικατάσταση του με το ποσό των Λ.Κ.17,500.
- Γ. Με την διαγραφή του ποσού των Λ.Κ.74,160 από την παράγραφο Β.1 και την αντικατάσταση του με το ποσό των Λ.Κ.105,000.
- Δ. Με την διαγραφή του ποσού των Λ.Κ.6,180 από την παράγραφο Β.2 και την αντικατάσταση του με το ποσό των Λ.Κ.8,750.
- Ε. Με την διαγραφή του ποσού των Λ.Κ.74.160 από την παράγραφο Β.2 και την αντικατάσταση του με το ποσό των Λ.Κ.105,000.00." Για σκοπούς συμπλήρωσης της εικόνας θα πρέπει να σημειωθεί ότι η υπό συζήτηση αίτηση αποτελεί την δεύτερη αίτηση τροποποίησης που προωθεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής η πλευρά του ενάγοντα. Με τη σύμφωνη γνώμη της πλευράς των εναγομένων, στις 24/11/2010, είχε εκδοθεί διάταγμα τροποποίησης της απαίτησης του. Την υπό συζήτηση αίτηση, η οποία εδράζεται στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.Δ.25 θ.1-5 και 18 θ.1-9, συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση του ενάγοντα ημερομηνίας επίσης 13.5.
- Στην ως άνω δήλωση του ο ομνύον αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είχε αναθέσει αρχικά την προώθηση της αγωγής σε άλλο δικηγόρο, με την αποχώρηση του οποίου και την μελέτη της υπόθεσης από τον νέο του δικηγόρο για σκοπούς παρουσίασης της, διεφάνη ότι στην έκθεση απαιτήσεως δεν αναφέρονται όλα τα ακίνητα που κατά τους ισχυρισμούς του ανήκαν στους εναγομένους και πωλήθηκαν με τη συνδρομή του ιδίου, παράλειψη που δημιουργεί πρόβλημα στην προώθηση της υπόθεσης για ακρόαση. Αποδίδει το γεγονός της μη αναφοράς όλων των ακινήτων που σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του ανατέθηκαν στον ίδιο από τους εναγομένους να πωλήσει σε καθαρή αβλεψία ή και καλόπιστο λάθος του τότε δικηγόρου του, υποδεικνύοντας πως υπό τις συνθήκες και από την τοποθεσία που βρίσκονται τα μη αναφερθέντα στην έκθεση απαιτήσεως ακίνητα σε σχέση με τα αναφερθέντα σε αυτή, θα ήταν αδύνατο να ανατεθεί στον ίδιο η πώληση μόνον των ακινήτων τα οποία αναφέρονται στην αγωγή. Ένεκα της τοποθεσίας που τα μη αναφερθέντα στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής ακίνητα ευρίσκονται, θα ήταν άλλωστε αδύνατο να πωληθούν με τη μεσολάβηση του ιδίου μόνο τα αναφερθέντα στην αγωγή ακίνητα. Η υπό εξέταση αίτηση, υποδεικνύει, δεν υποβάλλεται με οποιαδήποτε κακοπιστία ή πρόθεση παρέλκυσης και καθυστέρησης της διαδικασίας, αλλά με σκοπό να διορθώσει ένα καλόπιστο λάθος και ή αβλεψία, αποτελώντας προσπάθεια να τοποθετηθούν τα ορθά γεγονότα και στοιχεία στην ολότητα τους. Αποτελεί θέση του πως εάν δεν εγκριθούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις ο ίδιος θα υποστεί ανεπανόρθωτο πλήγμα αφού δεν θα μπορεί να προωθήσει με επιτυχία την αγωγή και τις αξιώσεις του, ενώ η πλευρά των καθ' ων η αίτηση δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά η οποία να μην μπορεί να αποκατασταθεί με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα. Καταλήγοντας υποδεικνύει ότι προγενέστερη αίτηση για τροποποίηση που έγινε από τον προηγούμενο δικηγόρο του καλόπιστα δεν περιελάμβανε και τα συγκεκριμένα στοιχεία, αφού είχε υποβληθεί για διόρθωση τυπικών μόνο λαθών και αβλεψιών. Οι εναγόμενοι - καθ΄ ων η αίτηση, καταχώρησαν ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην αίτηση. Ένσταση η οποία εδράζεται πέραν από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς στους οποίους στηρίζεται και η αίτηση και στη Δ.64 θ.1 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου . Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση κάποιας Κατερίνας Βουρή, υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση, εξουσιοδοτημένη όπως η ίδια δηλώνει από τους τελευταίους να προβεί σε αυτή. Στον ομολογουμένως ικανό αριθμό λόγων ένστασης που περιλαμβάνονται στο σώμα της, (11 τον αριθμό) καλύπτεται σχεδόν όλο το φάσμα των πιθανών ενστάσεων, μορφών και αιτιάσεων που είναι δυνατό να τεθούν σε τέτοιου είδους αιτήσεις. Η κα Βουρή στην ως άνω δήλωση της προτάσσει, ανάμεσα σε άλλα, τη θέση ότι η πλευρά του ενάγοντα - αιτητή είχε όλα τα στοιχεία και δεδομένα υπόψη της κατά τρόπο που της επέτρεπε να εντοπίσει τις αιτούμενες τροποποιήσεις σε πολύ προγενέστερο στάδιο. Η δοθείσα δικαιολογία, υποστηρίζει, δεν εξηγεί την αναγκαιότητα των αιτούμενων τροποποιήσεων ενώ είναι αδιανόητο ο αιτητής ο οποίος διεκδικεί θεραπείες για ακίνητα που ισχυρίζεται ότι έχει πωλήσει, να μην γνωρίζει ποια είναι τα ακίνητα αυτά. Σε κάθε περίπτωση, προτάσσει, η αλλαγή δικηγόρου δεν αποτελεί δικαιολογία για έγκριση συνεχών τροποποιήσεων οι οποίες μάλιστα θα μπορούσαν να επιδιωχθούν σε πολύ προγενέστερο στάδιο. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις θα έπρεπε τουλάχιστο να συμπεριλαμβανόταν στην προηγούμενη αίτηση τροποποίησης που προέβηκε η πλευρά του ενάγοντα, στα πλαίσια της οποίας ο ίδιος δήλωνε ότι είχε μελετήσει την αγωγή. Αποτελεί θέση της ότι η αίτηση είναι αδικαιολόγητα καθυστερημένη επηρεάζοντας το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα των εναγομένων για εκδίκαση της υπόθεσης τους εντός ευλόγου χρόνου, αποδίδοντας παράλληλα στην πλευρά του ενάγοντα πέραν της κακοπιστίας και παρελκυστική τακτική. Οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί, καταλήγει, δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται καταχρηστικά με αποτέλεσμα να καθυστερείται αδικαιολόγητα μια δικαστική διαδικασία. Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό συζήτηση αίτησης και οι δύο πλευρές επέλεξαν να περιοριστούν σε αγορεύσεις, τις οποίες μάλιστα προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, υιοθετώντας τις, στα πλαίσια των οποίων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους παραπέμποντας σε σχετική με το ζήτημα νομολογία. Το Δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των δύο πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της συζήτησης της παρούσας αίτησης. Στόχος και σκοπός της παρεχόμενης δυνατότητας για τροποποίηση των δικογραφημάτων κάθε πλευράς, είναι για να δοθεί η δυνατότητα επίλυσης του συνόλου των επιδίκων θεμάτων που κάθε φορά απασχολούν τους διαδίκους στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης αντιδικίας και ασφαλώς η δημιουργία και η προσφορά δικονομικού πλαισίου, εντός του οποίου ο εκάστοτε διάδικος θα έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση του στα πλαίσια παρουσίασης της υπόθεσης του. Στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England 4η έκδοση, τόμος 37, στην παράγραφο 272 αναφέρονται και τα πιο κάτω σε σχέση με τις αρχές στη βάση των οποίων το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την τροποποίηση ενός δικογράφου: "... this power maybe exercised for the purpose of determining the real question in controversy correcting any defect or error in the proceedings. The power provides the guiding principle of cardinal importance on the question of amendment on which the general practice of the court is founded that an amendment will be allowed if it can be made without injustice to the opposite party, and if it can be compensated for by costs. Lift to amend may be refused in there is or maybe prejudicial delay in making the application, or if the application is not made in good faith". Οι διατάξεις των Διαδικαστικών Κανονισμών οι οποίες αναφέρονται στη δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων, έχουν καταστεί αντικείμενο ανάλυσης και προβληματισμού σε πληθώρα αποφάσεων. Έχουν, συνακόλουθα, καθιερωθεί γενικές αρχές στη βάση των οποίων το Δικαστήριο μπορεί και πρέπει να καθοδηγείται στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Παραπέμπω ενδεικτικά στις σχετικές αποφάσεις που εκδόθηκαν στα πλαίσια των υποθέσεων: Σάββα & Co (T.M.T.) v. T.M.T. Agents
(1994)1 AAΔ 426, Astor Manufacturing and Exporting Co κ.α ν. Α.G. Leventis κ.α.
(1993)1 ΑΑΔ 726, Christodoulou ν. Christodoulou κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934, Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στυλιανού Σάββα τέως από τον Πομό
(1992)1 ΑΑΔ 704 και Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 (Β) ΑΑΔ 1050. Αισθάνομαι πραγματικά ότι παρέλκει η ανάγκη για αυτούσια επανάληψη του λόγους τους στα πλαίσια της παρούσας. Στην υπόθεση Ναυτοδικείου Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 AAΔ (E) 33 έχουν συνοψιστεί από τον Δικαστή Πική (όπως ήταν τότε ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας) με επιγραμματικό και σαφή τρόπο οι πιο κάτω αρχές:
(1). Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2). Στο προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέρονται του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3). Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4). Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 CHD. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη." Αποτελεί αξίωμα στο δικό μας σύστημα ότι η τροποποίηση των έγγραφων προτάσεων είναι επιτρεπτή σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στην αντίδικη πλευρά, υπό την έννοια ότι η ανεπανόρθωτη ζημιά δεν μπορεί να αντικατασταθεί με την καταβολή εξόδων βάση διαταγής του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου (ανωτέρω) ο Δικαστής Νικήτας στην απόφαση του υποδεικνύει ανάμεσα σε άλλα ότι: "Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρετη αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει στον αντίδικο αδικία ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής." Ομοίως, ο τέως Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Αρτεμίδης, (Δικαστής όπως ήταν τότε), στην υπόθεση Geto Ltd v. Πλοίο Vladimir Vaslyayev (Αρ.4)
(1993)1 AAΔ 714, κατέδειξε ως κυρίαρχο λόγο για την αντίκριση θεμάτων τροποποίησης, την παροχή της δυνατότητας στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. Προσεγγίζοντας αιτήματα ως το υπό συζήτηση, δεν διαλανθάνει επίσης της προσοχής του Δικαστηρίου η πιο κάτω αναφορά του Δικαστή Bowen, στην πολύ παλαιά υπόθεση Cropper v. Smith
(1884)26 Ch.D. 700, η οποία, έκτοτε, επαναλήφθηκε σε σειρά άλλων νεότερων αποφάσεων για το ζήτημα: "It is a well-established principle that the object of the Court is to decide the rights of the parties, and not to punish them for mistakes they make in the conduct of their cases by deciding otherwise than in accordance with their rights. ... I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace." Από τον λόγο των ως άνω αναφερόμενων αποφάσεων αλλά και το σύνολο των νομικών αυθεντιών που αφορούν το υπό συζήτηση ζήτημα, αβίαστα εξάγεται το συμπέρασμα ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει τροποποίηση είναι ευρύτατη, ενώ όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Christodoulou, (ανωτέρω) η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις ακόμα και αν αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Κατά τον ίδιο τρόπο η τροποποίηση εκ μέρους του Δικαστηρίου δεν επιτρέπεται, αν το τελευταίο πειστεί ότι αυτή γίνεται κακόπιστα, ή στην περίπτωση που επιτραπεί θα έχει σαν αποτέλεσμα πρόκληση μη ανατρέψιμης ζημιάς και αδικίας στην άλλη πλευρά. Το ζήτημα, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v Παύλου
(1995)1ΑΑΔ 560, εξακολουθεί να υπόκειται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Γεγονός παραμένει πάντως ότι σε αντιδιαστολή με ότι ισχύει στις περιπτώσεις που δεν έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία μίας υπόθεσης, μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας τα Δικαστήρια δεν επιτρέπουν με την ίδια ευκολία τροποποίηση, η αναγκαιότητα της οποίας ήταν πασιφανής από πριν αλλά ποτέ δεν ζητήθηκε. Η σημασία του παράγοντα του χρόνου σε αιτήσεις όπως η υπό συζήτηση, έχει διατυπωθεί ως εξής από τον σεβαστό Δικαστή Κωνσταντινίδη στην υπόθεση Astor Manufacturing and Exporting Co κ.α ν. Α.G. Leventis κ.α. (ανωτέρω) στη σελ. 726. "Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από την σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης....." Σε σχέση με τον παράγοντα χρόνο και την επιβαλλόμενη φιλελεύθερη προσέγγιση του ζητήματος, θεωρώ αναγκαίο να παραπέμψω στο λόγο της υπόθεσης Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1Α ΑΑΔ σελ. 44. Στην εν λόγω υπόθεση επιδιώχθηκε τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης και απάντησης στην υπεράσπιση μετά από περίπου 12 χρόνια που εκκρεμούσε η υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για τροποποίηση έχοντας κάνει σαφή αναφορά στον παράγοντα του χρόνου. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποδεχόμενο την έφεση, επέτρεψε την τροποποίηση τονίζοντας και τα ακόλουθα: "Αναφορικά με την έκταση της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος για τροποποίηση, θα λέγαμε ότι ενώ η σύνδεση με τη μακρά εκκρεμότητα της αγωγής μοιάζει αυτονόητη και επιτείνει την ανησυχία σχετικά με την τήρηση της συνταγματικής επιταγής για εκδίκαση της αγωγής εντός ευλόγου χρόνου, εντούτοις εύστοχα ήταν που σημειώθηκε πρωτόδικα ότι η μακρά εκκρεμότητα της αγωγής "δεν μπορεί να ενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα" αλλά αποτελεί παράγοντα "ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση". Εντέλει το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου συνιστά, σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου στην Πολ. Έφεση 9520, ζήτημα ενταγμένο στο πλαίσιο της δίκης. Κατανοούμε πλήρως την ανησυχία του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όμως εδώ η καθυστέρηση από καμιά άποψη δεν θα μπορούσε αφ΄ εαυτής να αποκλείσει τη δυνατότητα έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση." Ως πιο πάνω έχει ήδη αναφερθεί στην υπό συζήτηση υπόθεση, η πλευρά των ενισταμένων εγείρει σωρεία λόγων ένστασης, τους οποίους όμως δεν προώθησε ούτε ανάλογα ανάπτυξε στο πλαίσιο της παρουσίασης της υπόθεσης της. Συνακόλουθα, είναι αχρείαστο αισθάνομαι το Δικαστήριο να καταπιαστεί ξεχωριστά με κάθε λόγο ένστασης όπως αυτός απλώς προβάλλεται στο σώμα της ειδοποίησης ένστασης (βλ. Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Πολ. Έφεση 315/07 ημερ. 12.7.2010). Ωφελιμότερο κρίνεται το υπό κρίση ζήτημα να εξεταστεί κατά τρόπο σφαιρικό και ενιαίο, έχοντας βέβαια πάντοτε κατά νου το σύνολο των θέσεων, ισχυρισμών και εισηγήσεων των μερών. Έχοντας κατά νου το πιο πάνω γενικότερο πλέγμα των νομικών αρχών που έχει τεθεί από τη νομολογία για σκοπούς καθοδήγησης, σοβαρά απασχολεί το θέμα του χρόνου υποβολής του υπό συζήτηση αιτήματος για τροποποίηση. Τούτο μάλιστα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ενωρίτερα, ειδικότερα στις 24/11/2010 είχε προηγηθεί κατόπιν σχετικού αιτήματος της πλευράς του ενάγοντα, η έκδοση διατάγματος τροποποίησης της απαίτησης του. Τυχόν έγκριση και της παρούσας αίτησης παραβιάζει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της διεξαγωγής της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο; (άρθρο 30.2 του Συντάγματος). Η διεξαγωγή της δίκης εξάλλου μέσα σε εύλογο χρόνο, αποτελεί, εκτός από συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή και υποχρέωση κάτω από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, άρθρο 6
(1). Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν έχει αρχίσει η ακροαματική διαδικασία. Είναι ωστόσο αυταπόδεικτο ότι η υποβολή της αίτησης γίνεται σε προχωρημένο, καθυστερημένο στάδιο. Το γεγονός ότι δεν περιελήφθηκαν στην αγωγή ακίνητα εναγομένων, τα οποία ως οι ισχυρισμοί του ενάγοντα πωλήθηκαν επίσης με την μεσολάβηση του τελευταίου και ότι τούτο έγινε αντιληπτό μόλις κατά το στάδιο που ο νέος δικηγόρος του προετοιμαζόταν για την παρουσίαση της υπόθεσης στο Δικαστήριο, με δεδομένη τη δυνατότητα εκ μέρους της πλευράς του ευθύς εξαρχής να εντοπίσει αυτήν την παράλειψη, έστω και αν αποδίδει τη μη συμπερίληψη τους σε λάθος και αβλεψία του προηγούμενου δικηγόρου του, δεν διαφοροποιεί το γεγονός ότι η αίτηση προωθείται καθυστερημένα. Ούτε η αλλαγή του δικηγόρου, από μόνη της ως πραγματικό γεγονός θα δικαιολογούσε αφ΄ εαυτής την έγκριση του αιτήματος. Το γεγονός ότι προηγήθηκε ήδη μία τροποποίηση των δικογραφημένων θέσεων του αιτητή δεν μπορεί επίσης παρά να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, χωρίς να διαλανθάνει παράλληλα της προσοχής του Δικαστηρίου ότι η προηγούμενη τροποποίηση των δικογραφημένων θέσεων του ενάγοντα, η οποία έγινε από τον προηγούμενο δικηγόρο του τελευταίου με τη σύμφωνη γνώμη της πλευράς των εναγομένων, αφορούσε ως τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου χωρίς να αμφισβητηθεί, "τυπικής" μορφής διορθώσεις, αφού μέσω της επιδιώχθηκε και επιτεύχθηκε η διόρθωση λανθασμένης αναφοράς σε παραγράφους στην ίδια την έκθεση απαίτησης. Χωρίς να διστάζω να προσθέσω στη δικονομική συμπεριφορά του ενάγοντα - αιτητή ακόμα και το στοιχείο της αμέλειας, όσον αφορά τον χειρισμό και την αντιμετώπιση του ζητήματος από την πλευρά του, υπό το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση δεν θα μπορούσα να καταλήξω ότι το ζήτημα της παρέλευσης χρόνου ή της επίδειξης αμέλειας, από μόνο του και υπό την προϋπόθεση πάντα ότι συντρέχουν όλες οι άλλες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα μπορούσε να αποκλείσει την αιτούμενη θεραπεία. Ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Geto Ltd (ανωτέρω), κυρίαρχο λόγο στην αντίκριση θεμάτων τροποποίησης έχει η παροχή της δυνατότητας σε ένα διάδικο να προβάλει τους ισχυρισμούς του κατά τον τρόπο που ο ίδιος θεωρεί πλήρη και ολοκληρωμένο ενώπιον του Δικαστηρίου. Στις κατάλληλες περιπτώσεις και νοουμένου ότι δεν πλήττονται τα δικαιώματα της άλλης πλευράς είναι ορθό και δίκαιο στην περίπτωση που διαπιστώνεται εσφαλμένη ή ελλειμματική παράθεση των δικογραφημένων θέσεων ενός διαδίκου, να παρέχεται η δυνατότητα δικογραφικής αναδίπλωσης. Στα πλαίσια άλλωστε της εξουσίας του Δικαστηρίου να ελέγχει τις ενώπιον του δικαστικές διαδικασίες, αισθάνομαι ότι στην περίπτωση που το υπό εξέταση αίτημα εγκριθεί, μια μικρή σχετικά και πάντα ελεγχόμενη καθυστέρηση η οποία αναπόφευκτα θα προκληθεί συνεπεία της τροποποίησης, δεν θα ήταν ικανή, από μόνη της, να πλήξει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της ενάγουσας κατά τρόπο που θα υπαγόρευε την απόρριψη του αιτήματος. Το γεγονός εξάλλου ότι η ακροαματική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση δεν έχει ακόμα αρχίσει, αποτελεί ένα ακόμα παράγοντα ο οποίος ενδυναμώνει το αίτημα του ενάγοντα - αιτητή για να καταστεί δυνατή η αποσαφήνιση και ο προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας και η αποφυγή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Άλλωστε, το συνταγματικό δικαίωμα που περιγράφεται στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος κατοχυρώνει την εξασφάλιση δίκαιας δίκης και όχι για παρεμπόδιση της. Κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες και δεδομένα που περιβάλλουν την υπό εξέταση περίπτωση, δεν έχω εντοπίσει εξάλλου στοιχεία τα οποία θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να διαγνώσει κακοπιστία από την πλευρά του ενάγοντα αιτητή σε σχέση με την υποβολή της παρούσας αίτησης. Θα μπορούσε κάποιος, ως πιο πάνω έχει ήδη εντοπιστεί να διαπιστώσει αμέλεια και καθυστέρηση από την πλευρά του αιτητή στην προώθηση του υπό συζήτηση αιτήματος, αλλά πάντως στη συμπεριφορά του, όπως αυτή αναδύεται από το φάκελο της δικογραφίας και όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, δεν φαίνεται να υφέρπουν στοιχεία κακοπιστίας. Η παρέλευση τριών και πλέον ετών από την καταχώρηση του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής, δέκα περίπου μηνών από την καταχώρηση του τροποποιημένου ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος από την πλευρά του ενάγοντα, του οποίου η τροποποίηση επιζητείται εκ νέου με την υπό συζήτηση αίτηση από την πλευρά του τελευταίου, καθιστούν την ανησυχία του Δικαστηρίου σε σχέση με τις επιπτώσεις από τυχόν έγκριση του αιτήματος δεδομένη. Ωστόσο, με δεδομένο ότι δεν θα προκληθεί στην άλλη πλευρά οποιαδήποτε αδικία ή ζημιά η οποία δεν μπορεί να αποκατασταθεί με κατάλληλη διαταγή εξόδων, ενώ παράλληλα θα δοθεί στον διάδικο το δικαίωμα να προβάλει τις θέσεις του κατά τρόπο επιτρεπτό τακτοποιώντας το δικόγραφο του, αισθάνομαι ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν ορθώνουν δικονομικά ή ουσιαστικά εμπόδια τέτοια, που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν εάν εγκριθεί το αίτημα. Σταθμίζοντας κάθε σχετικό παράγοντα, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η όποια διαπιστωμένη καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος, από το σύνολο των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπό εξέταση περίπτωση δεν φαίνεται να επηρεάζει τη συνταγματική επιταγή για εκδίκαση των υποθέσεων εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, ούτε και προκύπτει ότι ο καθ΄ ου η αίτηση κινδυνεύει, στην περίπτωση που εγκριθεί το αίτημα, να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, τέτοια που δεν θα μπορούσε να καλυφθεί με επιδίκαση εξόδων. Με δεδομένο δε ότι το στοιχείο της κακοβουλίας φαίνεται να ελλείπει από τη συμπεριφορά του ενάγοντα αιτητή, η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της αίτησης θα πρέπει να θεωρηθεί αρκούντως αιτιολογημένη. Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα ως το 1, 2, 3, 4, και 5 της αίτησης. Τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί και παραδοθεί στους εναγόμενους - καθ΄ ων η αίτηση, εντός πέντε ημερών από σήμερα. Τροποποιημένη υπεράσπιση δύναται να καταχωρηθεί και παραδοθεί εντός δέκα ημερών από την παράδοση της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης. Όλα τα έξοδα που θα χαθούν εξαιτίας της τροποποίησης, περιλαμβανομένων και των εξόδων της παρούσας αίτησης και της ακροαματικής διαδικασίας που ακολούθησε, επιδικάζονται σε βάρος του ενάγοντα - αιτητή και υπέρ των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ........ Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο