Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. ν. Prokrita Company Ltd., Αρ. Αγωγής 2488/10, 19 Oκτωβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A114 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2488/10 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ., Εναγόντων -και- Prokrita Company Ltd., Εναγόμενων ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 7.04.2011 19 Oκτωβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενους-αιτητές: O κ. Γ. Καϊμακλιώτης. Για ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση: Η κα Καμάρη για κ. Χ.Κυριακίδη. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η εναγομένη εταιρεία καταχώρησε αίτηση δια κλήσεως ημερ. 7/4/11 δια της οποίας εξαιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται (set aside) και/ή ακυρώνεται η υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγομένης εκδοθείσα απόφαση ημερ. 20/10/
- Η αίτηση της εναγομένης εταιρείας-αιτήτριας βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 θ.10, Δ.26, θ.14, Δ.64 και Δ.48 θ1-9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/
- Περαιτέρω η αίτηση της υποστηρίζεται από τις ένορκες δηλώσεις της Αυγούστας Προδρόμου διευθύντριας της αιτήτριας και της Μαρίνας Ιωάννου υπαλλήλου στο γραφείο του δικηγόρου Γαβριήλ Καϊμακλιώτη. Τα όσα η ενόρκως δηλούσα Αυγούστα Προδρόμου αναφέρει έχουν συνοπτικά ως ακολούθως: Η ίδια είναι διευθύντρια της αιτήτριας εταιρείας και στις 21/9/10 της επιδόθηκε η ως άνω αγωγή με αριθμό 2488/
- Στις 22/9/10 της επιδόθηκε μαζί με άλλους εναγομένους και η αγωγή 2509/10 και στις 15/9/10 η αγωγή 2495/
- Για την τελευταία αγωγή επισκέφθηκαν τον δικηγόρο κ. Γαβριήλ Καϊμακλιώτη ο οποίος στις 20/9/10 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης. Για τις άλλες δύο αγωγές ήτοι την 2488/10 και 2509/10 και πάλι επισκέφθηκαν τον δικηγόρο τους δίδοντας του οδηγίες για να τους υπερασπιστεί. Στις 4/4/11 έλαβαν ταχυδρομικώς επιστολή 29/3/11 δια της οποίας πληροφορούντο ότι κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο διάταγμα του Δικαστηρίου για την πώληση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 12/892 προς ικανοποίηση του χρέους τους προς την Τράπεζα Κύπρου. Επισκέφθηκε τον δικηγόρο της και διαπίστωσαν από το φάκελο ότι ενώ δόθηκαν σαφείς οδηγίες προς την κα Μαρίνα Ιωάννου, γραμματέα του εν λόγω δικηγόρου, για καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης και στις 3 αγωγές εκ παραδρομής καταχωρήθηκε τελικά μόνο στην αγωγή 2495/10 παρά το γεγονός ότι ήταν έτοιμα στο φάκελο. Είναι περαιτέρω η θέση της εναγομένης ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή αφού η συμφωνία περιέχει όρους παράνομους, καταχρηστικούς, άκυρους και ανεφάρμοστους, οιαδήποτε αύξηση του επιτοκίου καθώς και κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές έγινε παράνομα και παράτυπα, το οφειλόμενο υπόλοιπο είναι πολύ μικρότερο από αυτό της εκδοθείσας απόφασης και ότι ουδέποτε έλαβε γνώση ή και παρέλαβε επιστολή ημερ. 26/3/10 ή και τις επιστολές της παραγράφου 5 της Εκθεσης Απαίτησης. Εχει προαναφερθεί ότι η αίτηση συνοδεύεται και από ένορκη δήλωση της Μαρίνας Ιωάννου υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο Γαβριήλ Καϊμακλιώτη η οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει τα όσα η διευθύντρια της εναγομένης εταιρείας αναφέρει στη δική της ένορκη δήλωση σε σχέση με τις οδηγίες για καταχώρηση σημε ιώματος εμφάνισης για την υπό εξέταση υπόθεση. Οι ενάγοντες καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας τους κάτωθι συγκεκριμένους λόγους:
- Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος παραμερισμού δικαστικής απόφασης.
- Η απόφαση εναντίον των εναγομένων εκδόθηκε κανονικά και/ή νομότυπα.
- Η αίτηση στερείται ουσιαστικού και νομικού ερείσματος.
- Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την αίτηση είναι αβάσιμα.
- Οι εναγόμενοι δεν έχουν αποδείξει ότι έχουν καλή ή/και συζητήσιμη υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής.
- Οι ισχυρισμοί των εναγομένων σε σχέση με την προτεινόμενη υπεράσπιση τους παραμένουν γενικότροποι ή/και αόριστοι ή/και χωρίς συγκεκριμένη αναφορά.
- Δεν προβάλλεται οιαδήποτε και/ή ικανοποιητική δικαιολογία για την παράλειψη των εναγομένων να εμφανιστούν στο Δικαστήριο.
- Η αίτηση γίνεται για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας εκτέλεσης της απόφασης και/ή κακόπιστα. Οι πιο πάνω λόγοι ένστασης στηρίζονται από την ένορκη δήλωση του Μιχάλη Στυλιανού υπαλλήλου των εναγόντων. Και οι δύο πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Ως έχει τεθεί ανωτέρω η αίτηση για παραμερισμό της απόφασης εδράζεται επί της Δ.17 θ.10 που προβλέπει τα ακόλουθα: «
- Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just.» Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης η οποία παρέχεται από τη Δ.17 Κ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών εμπίπτει στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα αυτό αναλύονται στην υπόθεση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, όπως αυτές υιοθετήθηκαν και εφαρμόζονται στην Κυπριακή νομολογία (δες Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36, Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 736 και Ανδρέας Κλεάνθους ν. TRADEX LTD, Πολ. Έφεση αρ. 9885, ημερ. 19.5.1998). Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο να αποφασίζει τον παραμερισμό ή όχι εκδοθείσας απόφασης και βασικό κριτήριο είναι ότι ο αιτητής φέρει το βάρος απόδειξης για να δείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής και ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του (Evans v. Bartlam και Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd (ανωτέρω)). Τι αποτελεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ("prima facie defence") όπως το έθεσε ο Lord Atkin στην υπόθεση Evans v. Bartlam (ανωτέρω) επεξήγησε ο Megarry V.C. στην υπόθεση Land Securies plc v. Receiver from the Metropolitan Police District
(1980)1 W.L.R. 439 ως ακολούθως: "If the term "prima facie case" is used, I think that this is to be understood in the sense of a case made out by the landlord, without the need to evaluate any rebutting evidence put forward by the tenant. That is why Diplock L.J., at p. 80 used the term "bona fide arguable case": and the unanimous view of the Court that the point ought not to be tried twice over seems to point strongly to the phrase "prima facie case" bearing the meaning that I have indicated". Καθοδηγητική στο θέμα αυτό είναι επίσης η υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω) στην οποία ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε) επεξήγησε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιόν του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ένας άλλος παράγοντας που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη είναι κατά πόσο ο αιτητής έχει σοβαρό και εύλογο λόγο για τον οποίο δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να καταχωρίσει εμφάνιση και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του καθώς επίσης και τον χρόνο που πέρασε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου μέχρι την καταχώριση της παρούσας αίτησης (Evans v. Bartlam, Phylactou v. Michael και Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου (ανωτέρω)). Όπως έχει νομολογιακά λεχθεί στην τελευταία υπόθεση, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεσή του. Η ίδια θέση υιοθετήθηκε και στην απόφαση Ανδρέας Κλεάνθους ν. TRADEX LTD (ανωτέρω) όπου ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κραμβής αναφέρει χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «.. η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτη όψεως υπεράσπισης δεν υπερακοντίζει ανυπερθέτως κάθε σοβαρή καταφρόνηση της διαδικασίας η οποία διαπιστώνεται από τον συγκεκριμένο εναγόμενο. Αυτό σημαίνει πως δεν πρέπει να θεωρείται ως δεδομένος ο παραμερισμός της απόφασης εκ μόνου του λόγου ότι ο εναγόμενος αποκαλύπτει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Βλ. K.C.P. Commission Agent and Importers Ltd v. Mιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. και Mine and Quarry Serv. Ltd v. Γεωργίου (ανωτέρω).» Πρωταρχικό έργο του Δικαστηρίου είναι να ισοζυγίσει τους δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη από τη μια αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου και την ανάγκη από την άλλη διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο κατά πόσο θα διατάξει τον παραμερισμό μιας απόφασης ή όχι συναρτάται άμεσα από την συμπεριφορά που επιδεικνύει ο αιτητής έναντι της δικαστικής διαδικασίας. Όπως αναφέρεται και στην υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω), όπου η συμπεριφορά του αιτητή είναι αδικαιολόγητη και προσβλητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο μπορεί να μην διατάξει τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Η νομολογία επί του βάρους αποδείξεως σε τέτοιου είδους αιτήσεις αποκαλύπτει ότι το αποδεικτικό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών εξηγήσεων και στοιχείων τόσο για την καθυστέρηση όσο και για το εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η μαρτυρία που πρέπει να προσκομιστεί από τον αιτητή για να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και δικαιολογημένη καθυστέρηση πρέπει να είναι υπό μορφή ένορκης δήλωσης ή άλλη έγγραφη μαρτυρία που να επισυνάπτεται στις ένορκες δηλώσεις, χωρίς προφορική μαρτυρία αλλά βεβαίως με δικαίωμα αντεξέτασης με βάση τη Δ.39 θ.1. Ο αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία που θα συνιστούσαν την υπεράσπισή του (Γεώργιος Φρίξου Γεωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείου Κώστα Παύλου & Σία Λτδ,
(2000)1 Α.Α.Δ. 1101). Ερχόμενος τώρα στην υπό κρίση αίτηση το πρώτο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο η αιτήτρια έχει δείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση εντός του πλαισίου των νομολογιακών αρχών όπως αυτές έχουν παρατεθεί ανωτέρω. Οι θέσεις της αιτήτριας για το ζήτημα αυτό έχουν παρατεθεί σε προηγούμενο σημείο της απόφασης του Δικαστηρίου και είναι γι΄ αυτούς τους λόγους που η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι έχει καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Θα πρέπει να τονισθεί εδώ ότι στην παρούσα διαδικασία δεν τίθεται θέμα απόδειξης των ισχυρισμών αυτών της αιτήτριας αλλά ούτε και αξιολόγηση της τεθείσας υπό τύπο ενόρκων δηλώσεων μαρτυρίας ή διαπίστωση γεγονότων (βλ. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παλλουριώτισσας ν. Δέσποινας Αρτέμη
(2009)1Γ Α.Α.Δ. 1762). Θα πρέπει όμως να τίθενται τέτοιες λεπτομέρειες και επαρκείς εξηγήσεις οι οποίες στο σύνολο τους και χωρίς το Δικαστήριο να αξιολογεί τη μαρτυρία και να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα, να είναι όμως δυνατό, να καταδεικνύουν εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση. Η αιτήτρια στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ ότι απέτυχε να το πράξει στον απαραίτητο ικανοποιητικό βαθμό. Οι λόγοι τους οποίους προβάλλει για να καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση είναι ελλιπείς αναφορικά με λεπτομέρειες, γενικοί και αόριστοι. Αναφέρεται σε καταχρηστικούς και παράνομους όρους της επίδικης συμφωνίας χωρίς οτιδήποτε περαιτέρω, δηλαδή ποιοι είναι αυτοί οι παράνομοι όροι και γιατί είναι παράνομοι ή και καταχρηστικοί. Αναφέρεται επίσης σε κεφαλαιοποίηση του τόκου 2 φορές τον χρόνο χωρίς ενημέρωση της αιτήτριας και χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμου, χωρίς όμως και πάλι να παρέχει οιεσδήποτε λεπτομέρειες για τις θέσεις αυτές τη στιγμή που στην έκθεση απαίτησης ζητείται κεφαλαιοποίηση του τόκου την 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους που τελικά όμως στην εκδοθείσα απόφαση δεν συμπεριλαμβάνεται τέτοια διαταγή. Επίσης αρνείται την ύπαρξη οποιουδήποτε υπολοίπου και με βάση τους δικούς της υπολογισμούς το σημερινό υπόλοιπο είναι πολύ μικρότερο από αυτό για το οποίο εκδόθηκε η Δικαστική απόφαση. Πέραν του γεγονότος ότι υπάρχει αντιφατικότητα στον εν λόγω ισχυρισμό αφού από τη μια ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει οιονδήποτε υπόλοιπο και από την άλλη ότι το υπόλοιπο είναι κατά πολύ μικρότερο από αυτό της απόφασης, δεν υπάρχει οτιδήποτε άλλο που να αποδεικνύει τους ισχυρισμούς της αυτούς ή και τους υπολογισμούς που η ίδια διατείνεται ότι έκανε και που να οδηγεί το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει να επιτραπεί, με βάση τα δεδομένα, στην αιτήτρια να καταχωρήσει υπεράσπιση στην αγωγή. Τα ίδια ισχύουν και για τη θέση της ότι ουδέποτε παρέλαβε ή της κοινοποιήθηκαν οι επιστολές των εναγόντων. Η επιστολή ημερ. 26/3/10 φαίνεται ότι αποστάληκε στην ίδια διεύθυνση με αυτή που αναγράφεται στην επίδικη συμφωνία και δεν αναφέρει η αιτήτρια οτιδήποτε περί αλλαγής της διεύθυνσης της που με βάση την επίδικη συμφωνία όφειλε να ενημερώσει τους ενάγοντες περί τούτου. Τέλος τα περί κατάχρησης της διαδικασίας παραμένει ισχυρισμός αστήρικτος και κατά συνέπεια μετέωρος. Θεωρώ ότι τα όσα η αιτήτρια αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτησης δεν είναι αρκετά ή και στον απαιτούμενο βαθμό λεπτομερή έτσι ώστε να καταδεικνύουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Ενόψει αυτού δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης που την βαρύνει για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης και ως εκ τούτου η αίτηση της είναι καταδικασμένη σε αποτυχία γι΄ αυτό και μόνο το λόγο. Παρά την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου που προδιαγράφει και την πορεία της αίτησης για σκοπούς πληρότητας της απόφασης θα εξετάσω και την δεύτερη προϋπόθεση που έχει τεθεί και είναι η ύπαρξη σοβαρού και εύλογου λόγου που η αιτήτρια δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον της. Σε σχέση με το χρόνο δράσης της από την ημερομηνία που έλαβε γνώση της εκδοθείσας απόφασης μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης θεωρώ ότι αυτός δεν ήταν υπερβολικός. Ισχυρίζεται η αιτήτρια ότι στις 4/4/11 έλαβε μέσω ταχυδρομείου την επιστολή ημερομηνίας 29/3/11 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λάρνακας για την κατάθεση διατάγματος Δικαστηρίου για την πώληση ακινήτου με αρ. εγγραφής 12/892 και στις 7/4/11 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση. Αναφορικά τώρα με την παράλειψη της να εμφανιστεί με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον της τις μόνες δικαιολογίες που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο είναι αυτές της αιτήτριας όπως αυτές αναγράφονται στις δύο ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και για τις οποίες οι ενόρκως δηλούσες δεν ζητήθηκε να αντεξεταστούν δυνάμει της Δ.39 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το Δικαστήριο δεν έχει οτιδήποτε άλλο ενώπιον του παρά τους ισχυρισμούς της αιτήτριας για αβλεψία του δικηγόρου τους ο οποίος αν και του παραδόθηκαν τα κλητήρια εντάλματα εγκαίρως και είχε οδηγίες για καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης η γραμματέας εκ λάθους δεν το έπραξε. Εν πάση όμως περιπτώσει δεν υπάρχει οτιδήποτε το οποίο θα οδηγούσε το Δικαστήριο σε διαφορετικό συμπέρασμα τη στιγμή που σε μια από τις τρεις αγωγές φαίνεται ότι καταχωρήθηκε σημείωμα εμφανίσεως γεγονός που δεν αμφισβητήθηκε από τους καθ΄ ων η αίτηση. Ως εκ τούτου αποδέχομαι το λόγο της μη εμφάνισης της εναγομένης-αιτήτριας στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον της. Ενόψει όμως της κατάληξης του Δικαστηρίου για την απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης η αίτηση δεν μπορεί παρά να απορριφθεί και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ εναγόντων-καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον της εναγομένης-αιτήτριας ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Λ. Μουγής, Ε.Δ. /ΑΚΣ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο