ΑΡΜΩΝ ΧΩΡΟΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ κ.α. ν. ΜΕΦΑΛ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 981/07, 19 Οκτωβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A115 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 981/07 Μεταξύ:
- ΑΡΜΩΝ ΧΩΡΟΣ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗΣ
- Βασίλη Πασιουρτίδη
- Ελευθερίας - Φρίτας Σεργίδου Εναγόντων -και- ΜΕΦΑΛ ΛΤΔ Εναγομένης ------------------- Ημερομηνία: 19 Οκτωβρίου, 2011 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Ποιητής Για Εναγόμενη Εταιρεία: κ. Μυλωνάς Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες με την αγωγή τους αξιώνουν από την Εναγόμενη Εταιρεία το ποσό των Λ.Κ.14.982,44 ως δικαιώματα ή/και υπόλοιπο αρχιτεκτονικών δικαιωμάτων. Στην Έκθεση Απαίτησης καταγράφουν ότι οι Ενάγοντες 2 και 3 είναι αδειούχοι αρχιτέκτονες και έχουν δημιουργήσει το συνεταιρισμό που καταγράφεται ως Ενάγοντας
- Κατά τον ισχυρισμό τους, μετά από παράκληση της Εναγόμενης Εταιρείας προσφέρθηκαν να εκπονήσουν σχέδια για την ανέγερση ή/και για την ενίσχυση ή/και για τη μετατροπή ή/και για την προσθήκη σε υφιστάμενο κτίριο της Εναγόμενης Εταιρείας. Με την επιστολή τους, ημερομηνίας 28/07/2003, είχαν καθορίσει τρία στάδια μελέτης και επίβλεψης του συγκεκριμένου έργου και τρία στάδια αμοιβής. Για την προμελέτη είχε καθορισθεί ως αμοιβή το ποσό των Λ.Κ.2.600-, για την οριστική μελέτη είχε καθοριστεί το ποσό των Λ.Κ.5.200- και για την επίβλεψη είχε καθοριστεί το ποσό των Λ.Κ.3.250-. Τα ποσά αυτά θα αναπροσαρμόζονταν σύμφωνα και με την τελική συνολική δαπάνη του έργου. Η Εναγόμενη Εταιρεία αποδέχθηκε την προσφορά των Εναγόντων και μετά τη λήψη προσφορών το έργο κατακυρώθηκε για το ποσό των Λ.Κ.226.400-. Ο εργολάβος όμως, στον οποίο είχε κατακυρωθεί η προσφορά, δεν υπέγραψε τη συμφωνία και έγινε δεύτερη προσφοροδότηση με χαμηλότερη προσφορά, Λ.Κ.236.563-, πλέον Λ.Κ.79.900- εκτίμηση ηλεκτρομηχανολογικών εργασιών, δηλαδή για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.316.463-. Οι Ενάγοντες έπρεπε να εισπράξουν, κατά τον ισχυρισμό τους, 6% για τη μελέτη του έργου, δηλαδή Λ.Κ.18.987,78 πλέον 2,5% για την επίβλεψη του έργου, δηλαδή Λ.Κ.7.911,58, πλέον Λ.Κ.791,16 για τη δεύτερη προσφοροδότηση. Λόγω του ότι το έργο δεν υλοποιήθηκε, είναι η καταγραφείσα θέση των Εναγόντων ότι δικαιούνται Λ.Κ.18.987,78, πλέον το 30% της επίβλεψης, δηλαδή Λ.Κ.2.373,47, πλέον Λ.Κ.791,
- Συνολικά δικαιούνται, κατά τη δική τους άποψη, συνολικό ποσό Λ.Κ.22.152,
- Επιπλέον απαιτούν ως αποζημίωση το 1/3 του ποσού για το υπόλοιπο της επίβλεψης, το οποίο ανέρχεται στις Λ.Κ.1.846,
- Η Εναγόμενη Εταιρεία κατέβαλε έναντι του πιο πάνω ποσού, το ποσό των Λ.Κ.9.016- και παρέμεινε, σύμφωνα πάντοτε με τον ισχυρισμό των Εναγόντων, υπόλοιπο το ποσό των Λ.Κ.14.982,44 το οποίο και αξιώνουν. Η Εναγόμενη Εταιρεία στην Υπεράσπισή της είχε εγείρει δύο προδικαστικές Ενστάσεις. Η πρώτη αφορά το γεγονός ότι δεν αποκαλύπτεται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα στην Έκθεση Υπεράσπισης εναντίον της Εναγόμενης Εταιρείας και η δεύτερη αφορά το ότι η αγωγή είναι ενοχλητική, επιπόλαια και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Σημειώνεται ότι οι δύο αυτές προδικαστικές ενστάσεις ουδέποτε προωθήθηκαν κατά τη δίκη, οπότε το Δικαστήριο θεωρεί ότι εγκαταλείφτηκαν. Η Εναγόμενη Εταιρεία καταγράφει στην Υπεράσπισή της, ότι οι Ενάγοντες είχαν συμφωνήσει μαζί της ότι η συνολική αμοιβή τους για την εκπόνηση σχεδίων και/ή για τη μελέτη και/ή για την επίβλεψη των εργασιών, για τις ενισχύσεις και/ή μετατροπές και/ή προσθήκες στο υφιστάμενο κτίριο, θα ήταν περίπου Λ.Κ.11.050-. Το συγκεκριμένο ποσό είχε υπολογιστεί στη βάση του ποσοστού 8,5% επί του συμφωνηθέντος ποσού δαπάνης για το έργο, η οποία δαπάνη θα ανερχόταν στις Λ.Κ.130.000-. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός της Εναγόμενης Εταιρείας, ότι ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας, ότι το κάθε ποσό θα πληρωνόταν εφόσον ολοκληρωνόταν πλήρως το κάθε στάδιο των εργασιών και ότι η αμοιβή των Εναγόντων θα αναπροσαρμοζόταν ανάλογα με την τελική συνολική δαπάνη του έργου, η οποία θα αποκρυσταλλωνόταν με την εκτέλεση του έργου και το ξεκαθάρισμα του πραγματικού κόστους του έργου. Όμως, το έργο ουδέποτε άρχισε έτσι ώστε να δικαιολογείται ή/και να νομιμοποιείται ή/και να είναι δυνατή η αναπροσαρμογή της αμοιβής των Εναγόντων, με βάση τη συνολική δαπάνη του έργου, αφού δεν είχε υπογραφτεί οποιοδήποτε συμβόλαιο με αδειούχο εργολάβο για την εκτέλεση του έργου. Επιπρόσθετα, η Εναγόμενη Εταιρεία ισχυρίζεται ότι ο υπολογισμός των αξιούμενων ποσών είναι αυθαίρετος και/ή υπερβολικός και/ή τα αναφερόμενα ποσοστά υπολογισμού της ισχυριζόμενης οφειλής, δεν είναι δεσμευτικά. Καταλήγει δε, ότι έχει εξοφληθεί το ποσό το οποίο είχε συμφωνηθεί, ήτοι Λ.Κ.9.521- πλέον Φ.Π.Α. και αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες. Οι Ενάγοντες υποστήριξαν την υπόθεσή τους με τη μαρτυρία του κ. Πασιουρτίδη, καθώς και του κ. Ακρίτα. Πρώτος έδωσε μαρτυρία ο κ. Πασιουρτίδης (Μ.Ε.1), Ενάγοντας
- Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, η Ενάγουσα 3 είναι συνέταιρός του και ο συνεταιρισμός ο οποίος έχει δημιουργηθεί, συνιστά ομόρρυθμο εταιρεία, την Ενάγουσα
- Ο ίδιος είναι αρχιτέκτονας και έχει 20 χρόνια στο συγκεκριμένο επάγγελμα. Ήταν η θέση του ότι υπήρχε συμφωνία με την Εναγόμενη Εταιρεία για την εκπόνηση της μελέτης καθώς και την ανάληψη και την επίβλεψη του έργου της φαρμακοαποθήκης «ΜΕΦΑΛ», στη Λάρνακα. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, την επιστολή ημερομηνίας 28/07/2003, η οποία αφορούσε τη συμφωνία. Εξήγησε ότι ο ενδεικτικός υπολογισμός, ο οποίος είχε δοθεί από την Εναγόμενη Εταιρεία, συνιστούσε την ένδειξη του κόστους του έργου και απώτερος στόχος ήταν ο καθορισμός των πληρωμών. Το συγκεκριμένο ποσό συμπεριλάμβανε και τις ηλεκτρομηχανικές εγκαταστάσεις. Η αμοιβή μελέτης του έργου συμπεριλάμβανε τη στατική και αρχιτεκτονική μελέτη του έργου, την οποία ο ίδιος είχε ολοκληρώσει και στην οποία είχε περιλάβει τους όρους, τις τεχνικές προδιαγραφές, το σχέδιο ασφάλειας και υγείας, καθώς και τα αρχιτεκτονικά και στατικά σχέδια. Κατέθεσε την αρχιτεκτονική μελέτη ως Τεκμήριο
- Εξήγησε, ότι η αμοιβή επίβλεψης του έργου χωρίζεται στη στατική επίβλεψη, που συνίσταται στην επίβλεψη των σχεδίων της στατικής μελέτης και στην αρχιτεκτονική επίβλεψη, που συνίσταται στην επίβλεψη των αρχιτεκτονικών σχεδίων και τη διαχείριση του συμβολαίου με τον εργολάβο. Ήταν ο ισχυρισμός του, ότι το πρώτο στάδιο της προμελέτης είχε ολοκληρωθεί καθώς επίσης και το στάδιο της τελικής μελέτης και το πρώτο στάδιο της επίβλεψης. Όσον αφορά δε το στάδιο προσφοροδότησης, αυτό είχε γίνει δύο φορές. Την πρώτη φορά που ζητήθηκαν προσφορές, είχαν λάβει έγγραφα πέντε εργοληπτικές εταιρείες, οι εταιρείες «ΚΑΛΛΗΣ ΛΙΣΙΩΤΗΣ», «ΚOULENTROS CONSTRUCTIONS», «SAVVA CONSTRUCTIONS», ο «ΑΓΙΣΙΛΑΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ» και ο «ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΥ». Η προσφορά είχε κατακυρωθεί, μετά από οδηγίες της Εναγόμενης Εταιρείας, στον εργολάβο Παναγιώτη Αυξεντίου, για το ποσό των Λ.Κ.226.400- και του αποστάληκε ειδοποίηση αποδοχής της προσφοράς. Η συγκεκριμένη ειδοποίηση κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ο συγκεκριμένος εργολάβος δεν προσήλθε να υπογράψει τα έγγραφα, οπόταν δεν προχώρησε η συμφωνία. Γι' αυτό και διεξήχθη δεύτερη προσφοροδότηση. Η χαμηλότερη προσφορά κατά τη δεύτερη προσφοροδότηση, ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ.236.563-, ενώ υπήρχε και το επιπρόσθετο ποσό για τα ηλεκτρομηχανολογικά. Η εκτίμηση από τον Σύμβουλο Μηχανολόγο, που είχε διοριστεί από την Εναγόμενη Εταιρεία, καθόριζε το ποσό των Λ.Κ.79.900- για τα ηλεκτρομηχανολογικά. Η Εναγόμενη Εταιρεία, δηλαδή ο ιδιοκτήτης του έργου, δεν έδωσε οδηγίες για να προχωρήσει η κατακύρωση της προσφοράς και το έργο δεν εκτελέστηκε. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος είχε υπολογίσει την αμοιβή του για τη μελέτη του έργου στη βάση του ποσοστού 6% επί της χαμηλότερης προσφοράς της δεύτερης προσφοροδότησης καθώς επίσης είχε υπολογίσει και ποσοστό 6% επί του κόστους των ηλεκτρομηχανολογικών εργασιών. Παράλληλα, πρόσθεσε το μέρος της επίβλεψης που αφορούσε τη διαδικασία προσφοροδότησης και συνίστατο στο 30% του 2.5% επί του κόστους του έργου, ενώ επιπλέον υπολογίστηκε το 1/3 της δεύτερης φάσης για το λόγο ότι είχαν γίνει δυο φορές οι προσφορές. Σύμφωνα με τους δικούς του υπολογισμούς, η αμοιβή του ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ.18.987,78, αφού έπρεπε να προστεθεί και το μέρος της επίβλεψης που αφορούσε την προσφοροδότηση, δηλαδή 2,5% επί του κόστους του έργου. Επιπρόσθετα, ήταν η θέση του ότι δικαιούτο και αποζημίωση ενόψει του τερματισμού της συμφωνίας, την οποία αποζημίωση υπολόγισε στη βάση του 1/3 του υπολοίπου ποσού της συμφωνίας, δηλαδή Λ.Κ.1.846,03 καθώς και την αμοιβή του για τις δύο προσφοροδοτήσεις, ήτοι Λ.Κ.2.373,47 για την πρώτη προσφοροδότηση και Λ.Κ.791,16 για τη δεύτερη. Από όλα αυτά, πληρώθηκε το ποσό των Λ.Κ.9.016- και παρέμεινε, σύμφωνα με τους δικούς του υπολογισμούς, ως υπόλοιπο το ποσό των Λ.Κ.14.982,
- Αντεξεταζόμενος, παραδέχθηκε ότι είχε αποστείλει επιστολή στην Εναγόμενη Εταιρεία, στην οποία κατέγραφε την υπολογισθείσα αμοιβή του, στις 20/12/2006, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Παραδέχθηκε επίσης ότι στη συγκεκριμένη επιστολή καταγράφεται ως αμοιβή το ποσό των Λ.Κ.8.898,
- Ερωτηθείς, ισχυρίστηκε ότι δεν είχε διεκπεραιώσει οποιαδήποτε άλλη εργασία μετά τις 20/12/2006, που είχε αποστείλει την επιστολή τιμολόγιο. Ήταν η θέση του, πως δεν έκανε οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη εργασία ή άλλη συμφωνία με την Εναγόμενη Εταιρεία. Εξήγησε ότι στη συγκεκριμένη επιστολή, ο υπολογισμός της αμοιβής είχε γίνει με βάση το ποσό της πρώτης προσφοροδότησης. Όμως μετά από την επιστολή του δικηγόρου της Εναγόμενης Εταιρείας, στην οποία γινόταν ισχυρισμός ότι το ποσό δεν ήταν πραγματικό, ξαναμελέτησαν τα δεδομένα και διαπίστωσαν ότι το ποσό που κατέγραψαν στην επιστολή δεν ήταν το ορθό και ότι έπρεπε η αμοιβή να υπολογισθεί με βάση το ποσό της δεύτερης προσφοροδότησης. Συμφώνησε ότι ο καθορισμός της αμοιβής στο Τεκμήριο 1 είχε γίνει σε σχέση με τα διάφορα στάδια της ανατεθείσας εργασίας. Ερωτηθείς, παραδέχθηκε ότι η δική τους πληρωμή θα γινόταν όταν το κάθε στάδιο ολοκληρωνόταν καθώς επίσης και ότι αν κάποιο στάδιο της αναληφθείσας εργασίας δεν ολοκληρωνόταν, δεν θα γινόταν η πληρωμή. Όμως, υποστήριξε ότι την αποζημίωση οι Ενάγοντες δεν τη διεκδικούν ως αμοιβή, αλλά για τον τερματισμό της συμφωνίας μεταξύ τους και της Εναγόμενης Εταιρείας. Ερωτηθείς για το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, εξήγησε ότι στο Τεκμήριο 1 καταγράφτηκαν οι υπηρεσίες που οι ίδιοι θα προσέφεραν. Κατά τη δική του άποψη, η έννοια της συνολικής δαπάνης του έργου αφορούσε το στάδιο που θα ολοκληρωνόταν η συγκεκριμένη συμφωνία, με βάση τη δεύτερη προσφοροδότηση. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι η συνολική δαπάνη του έργου, στο στάδιο που τερματίστηκε η συμφωνία, ήταν το ποσό με βάση το οποίο είχε γίνει ο υπολογισμός της δικής τους αξίωσης. Παραδέχθηκε όμως ότι είναι πολύ διαφορετικό το υπολογιζόμενο κόστος από την τελική συνολική δαπάνη ενός οικοδομήματος. Ερωτηθείς, υποστήριξε ότι, το γεγονός ότι δεν ολοκληρώθηκε το έργο, δεν σήμαινε παράλληλα ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνταν αμοιβή για τις υπηρεσίες που είχαν προσφέρει, αφού είχε ολοκληρωθεί η δική τους εργασία. Εξήγησε, ότι ο υπολογισμός της αμοιβής, αναφορικά με τις εργασίες που είχαν προσφέρει, είχε γίνει στη βάση της προσφοράς του εργολάβου, αφού οι δικές τους υπηρεσίες είχαν εκτελεστεί. Παραδέχθηκε όμως ότι συνήθως η συνολική δαπάνη διαφέρει από την αρχική εκτίμηση κόστους. Όσον αφορά το στάδιο της «οριστικής μελέτης», εξήγησε ότι ο ίδιος είχε καταθέσει αίτηση για την έκδοση οικοδομικής και πολεοδομικής άδειας στις 05/11/
- Είχαν καταχωρηθεί ταυτόχρονα οι δύο αυτές αιτήσεις γιατί το συγκεκριμένο έργο λόγω της φύσης του, ήταν εργοστάσιο στη βιομηχανική περιοχή, απαιτούσε ταυτόχρονη καταχώρηση των αιτήσεων. Όμως δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο είχε εκδοθεί πολεοδομική άδεια, αφού η Αρμόδια Αρχή ενημερώνει τον ιδιοκτήτη για την απόφασή της και οι ιδιοκτήτες δεν είχαν ενημερώσει τον ίδιο σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα. Ερωτηθείς εκ νέου για το θέμα της αποζημίωσης, εξήγησε ότι με βάση κανόνες του ΕΤΕΚ, η αποζημίωση υπολογίζεται στη βάση του 1/3 της αξίας της εργασίας που δεν εκτελέστηκε και αυτό προκύπτει σε όλα τα προσχέδια που είχαν ετοιμαστεί από το ΕΤΕΚ και αφορούσαν την αμοιβή αρχιτεκτόνων και πολιτικών μηχανικών. Ακριβώς, λόγω του ότι οι ιδιοκτήτες του έργου τερμάτισαν τη συμφωνία, χωρίς οι ίδιοι να ενημερωθούν έγκαιρα, έπρεπε να εφαρμοστεί η πρόνοια του ΕΤΕΚ που εφαρμόζεται σε αυτές τις περιπτώσεις. Όσον αφορά τις δύο προσφορές, ήταν η θέση του ότι η πρώτη προσφορά είχε ελεχθεί αριθμητικά και είχε αξιολογηθεί, ενώ η δεύτερη είχε ελεχθεί αριθμητικά, είχαν ενημερωθεί οι ιδιοκτήτες τηλεφωνικά, όμως δεν του είχε ζητηθεί να προβεί σε αξιολόγηση. Στη δεύτερη προσφοροδότηση είχαν ληφθεί έγγραφα από έξι προσφοροδότες και είχαν ληφθεί προσφορές από τρεις, τους «G.IOANNOU CONSTRUCTIONS LTD», «ΜΑΚΗΣ ΚΟΝΤΟΥ ΛΤΔ» και «ΣΕΠ CONSTRUCTIONS LTD». Η πιο χαμηλή προσφορά ήταν αυτή της «ΚΟΝΤΟΥ ΛΤΔ», Λ.Κ.236.563-, στην οποία δεν περιλαμβάνονταν τα ποσά των ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων. Είχε γίνει πρόβλεψη από τον σύμβουλο μηχανολόγο, ο οποίος είχε διοριστεί από τους ιδιοκτήτες του έργου, του ποσού των Λ.Κ.79.900- ως το απαιτούμενο ποσό για τις ηλεκτρομηχανολογικές υπηρεσίες. Όμως, σε συνεννόηση με τον σύμβουλο, αποφασίστηκε όπως το προνοητικό ποσό για τις ηλεκτρομηχανολογικές υπηρεσίες καθοριστεί στις Λ.Κ.47.400-. Εξήγησε, ότι οι ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις, λόγω της φύσης του έργου, ήταν πιο ακριβές από ένα συνηθισμένο έργο. Παραδέχθηκε ότι είχε πληρωθεί από την Εναγόμενη Εταιρεία το ποσό της επιστολής, Τεκμήριο 4, το οποίο όμως είχε υπολογισθεί με βάση το ποσό της κατακύρωσης της πρώτης προσφοράς και όχι της δεύτερης. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος εξέδιδε τιμολόγιο για κάθε στάδιο της εργασίας του, το οποίο τιμολόγιο πληρωνόταν από την Εναγομένη Εταιρεία. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 5, το τιμολόγιο και την επιστολή που αφορούσε την ολοκλήρωση της ολικής μελέτης και της ετοιμασίας των όρων προδιαγραφών. Ισχυρίστηκε ότι είχε ολοκληρωθεί το δεύτερο στάδιο και από το τρίτο στάδιο, το πρώτο μέρος. Οι τιμολογήσεις είχαν γίνει με βάση το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, δηλαδή είχαν τιμολογηθεί τα 2/3 της εργασίας του πρώτου σταδίου της επίβλεψης, αφού είχαν ετοιμαστεί οι όροι και οι τεχνικές προδιαγραφές, οι οποίες ήταν οι ίδιες και για τις δύο προσφορές. Εξήγησε ότι με την αγωγή ζητείται το υπόλοιπο 1/3, που αφορά τη διαδικασία της προσφοροδότησης, το οποίο ανέρχεται στις Λ.Κ.791- και επιπρόσθετα ζητείται το 30% για την επίβλεψη. Ενόψει του ότι η αμοιβή των Εναγόντων θα αναπροσαρμοζόταν με βάση τη συνολική τελική δαπάνη του έργου, λόγω του ότι δεν ολοκληρώθηκε το έργο, κατά τη δική του άποψη, η συνολική τελική δαπάνη του έργου ήταν το ποσό κατά τη στιγμή που τερματίστηκαν οι υπηρεσίες των Εναγόντων, δηλαδή το ποσό της δεύτερης προσφοράς, οι οποίες, εν πάση περιπτώσει, είχαν προσφερθεί. Κατέληξε, ότι το ποσό το οποίο ζητούν οι Ενάγοντες, είναι με βάση την υπόδειξη της Εναγόμενης Εταιρείας για αναπροσαρμογή του ποσού, αφού σε επιστολή της ημερομηνίας 24/01/2007, δεν αποδέχθηκε να καθοριστεί το ποσό με βάση το ποσό της πρώτης προσφοράς και γι' αυτό οι Ενάγοντες αναπροσάρμοσαν το ποσό με βάση το ποσό της δεύτερης προσφοράς. Επανεξεταζόμενος, υποστήριξε ότι ο λόγος που βασίστηκε στους κανονισμούς του ΕΤΕΚ για την αμοιβή ήταν γιατί είναι μέλος του ΕΤΕΚ. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 6, την επιστολή των δικηγόρων της Εναγόμενης Εταιρείας, ημερομηνίας 24/01/2007, στην οποία είχε αναφερθεί. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο κ. Κυριάκος Ακρίτας (Μ.Ε.2), σύμβουλος μηχανολόγος μηχανικός. Διατηρεί γραφείο για 22 χρόνια και προσφέρει υπηρεσίες ως σύμβουλος, ηλεκτρολόγος, μηχανικός. Όσον αφορά την αποθήκη της Εναγόμενης Εταιρείας, ο ίδιος είχε καταρτίσει μελέτη για το γραφείο του κ. Πασιουρτίδη και έστειλε σχετικό υπολογισμό για τα ηλεκτρομηχανολογικά, τον οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Στον υπολογισμό του είχε καταλήξει ότι το προβλεπόμενο ποσό για τα ηλεκτρομηχανολογικά ανερχόταν στις Λ.Κ.82.400- πλέον Φ.Π.Α. Αντεξεταζόμενος, ήταν η θέση του ότι είχε προβεί σε ηλεκτρολογική και ηλεκτρομηχανολογική μελέτη, αναφορικά με το συγκεκριμένο έργο και είχε ετοιμάσει σχέδια και όρους. Είχε διοριστεί απευθείας από τη ΜΕΦΑΛ και η μελέτη είχε παραδοθεί σ' αυτήν, καθώς και στον αρχιτέκτονα. Το γραφείο του όμως πληρώθηκε από την ΜΕΦΑΛ. Κατά τον ισχυρισμό του, δεν ζητήθηκαν οποιεσδήποτε προσφορές για τα ηλεκτρομηχανολογικά της συγκεκριμένης αποθήκης. Ερωτηθείς, υποστήριξε ότι δεν γνώριζε αν είχε ληφθεί υπόψη το ποσό των Λ.Κ.47.400- ως προβλεπόμενο για τα ηλεκτρομηχανολογικά. Από ότι γνώριζε ο ίδιος, απαιτείτο ένα ποσό της τάξεως των Λ.Κ.25.500- για την πλήρη εγκατάσταση των μηχανημάτων και ένα ποσό της τάξεως των Λ.Κ.14.000- για εργατικά και υλικά. Απαιτείτο επίσης και ένα ποσό για την εγκατάσταση της γεννήτριας. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας για τους Ενάγοντες, η Εναγόμενη Εταιρεία επέλεξε να μην προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία. Οι δύο συνήγοροι προχώρησαν με αγορεύσεις. Ήταν η θέση του κ. Ποιητή, ότι η συμφωνία μεταξύ των μερών είχε ενσωματωθεί στην επιστολή ημερομηνίας 28/07/2003, αφού είχαν καθοριστεί τόσο οι υποχρεώσεις καθώς και τα ποσοστά που συνιστούσαν την αμοιβή. Με βάση αυτή τη συμφωνία, ζητείται μια πληρωμή, η οποία βασίζεται στο ποσό της δεύτερης προσφοράς, το οποίο, κατά την εισήγησή του, συνιστούσε τη συνολική τελική δαπάνη του έργου. Ο κ. Μυλωνάς συμφώνησε στο ότι η επιστολή ημερομηνίας 28/07/2003 συνιστούσε τη μεταξύ των μερών συμφωνία, η οποία, ήταν η εισήγησή του, εξηγεί ότι κάθε στάδιο που θα ολοκληρωνόταν θα πληρώνετο. Εάν αποδοθεί στις λέξεις «τελική δαπάνη του έργου» η σημασία που απαιτείται, τότε θα πρέπει να υπάρχει η εκτέλεση του έργου, ήταν η εισήγησή του, για να υπάρξει πληρωμή. Κατέληξε ότι το ποσό της προσφοράς δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ίδιο με τη συνολική δαπάνη του έργου. Αναφορικά με την αξίωση για αποζημίωση, δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία, ήταν η θέση του κ. Μυλωνά, γι' αυτό και θα πρέπει να απορριφθεί. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή και τους δύο μάρτυρες των Εναγόντων ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η μόνη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ήταν αυτή των Εναγόντων. Ο Εναγόμενος 2, Μ.Ε.1, ένας εκ των συνεταίρων στο συνεταιρισμό της Ενάγουσας 1, ανέφερε στο Δικαστήριο τη δική του εκδοχή αναφορικά με το έγγραφο, Τεκμήριο
- Έδωσε τη δική του ερμηνεία στο περιεχόμενο του συγκεκριμένου εγγράφου, Τεκμήριο
- Όμως, κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής του, αντίκρουσε αυτά που είχε αναφέρει στην κυρίως εξέτασή του και αμφιταλαντευόταν μεταξύ των παραδοχών του και της επιθυμίας του για αποκόμιση κέρδους. Ο κ. Πασιουρτίδης, Μ.Ε.1, ενώ κατά την κυρίως εξέταση παραδέχθηκε ότι ο ιδιοκτήτης, δηλαδή η Εναγόμενη Εταιρεία, δεν είχε δώσει οδηγίες για κατακύρωση της προσφοράς τη δεύτερη φορά, στη συνέχεια επικαλέστηκε το ποσό της δεύτερης προσφοροδότησης, ως βάση για την αμοιβή του, η οποία ουδέποτε τελεσφόρισε. Σημειώνεται ότι δεν ανέφερε κατά πόσο του δόθηκαν οδηγίες να προβεί στη δεύτερη προσφοροδότηση. Επίσης, ενώ αρχικά παραδέχθηκε ότι στο Τεκμήριο 4 είχε γίνει υπολογισμός της αμοιβής των Εναγόντων για όλες τις εκτελεσθείσες εργασίες, με βάση την πρώτη προσφοροδότηση, αναίρεσε τον εαυτό του, για να αναφέρει ότι στη συνέχεια διαπίστωσαν ότι έπρεπε η αμοιβή τους να καθοριστεί με βάση το ποσό που καθορίστηκε στη δεύτερη προσφοροδότηση, την οποία σημειωτέων ουδέποτε κατέθεσε. Ενώ παραδέχθηκε ότι η πληρωμή θα γινόταν ανάλογα για το κάθε στάδιο ξεχωριστά και όταν αυτό θα ολοκληρωνόταν και ότι στην περίπτωση που ένα στάδιο δεν ολοκληρωνόταν, δεν θα πληρώνονταν οι Ενάγοντες, στη συνέχεια αξίωσε 6% για τη μελέτη του έργου, δηλαδή £18.987,78, 2,5% για την επίβλεψη του έργου, δηλαδή £7.911,58, καθώς και £791,16 για τη δεύτερη προσφοροδότηση. Ξέχασε προφανώς ότι ο ίδιος είχε τιμολογήσει και είχε πληρωθεί όλα τα ποσά, ακόμα και για τη δεύτερη προσφοροδότηση, την 01/02/2007, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 2, τελευταία σελίδα του «Τόμου Ι από ΙΙ». Στη συγκεκριμένη σελίδα καταγράφεται από τον ίδιο τον Μ.Ε.1 ότι πληρώθηκαν οι Ενάγοντες για τα προσχέδια, το ποσό των Λ.Κ.2.600- πλέον Φ.Π.Α. στις 22/09/2003 και 05/01/2004, για την οριστική μελέτη το ποσό των Λ.Κ.5.200- πλέον Φ.Π.Α. στις 03/03/2004, για τους όρους και τις τεχνικές προδιαγραφές το ποσό των Λ.Κ.650- πλέον Φ.Π.Α. στις 03/03/2004 και για τη δεύτερη προσφοροδότηση το ποσό των Λ.Κ.566- πλέον Φ.Π.Α. την 01/02/
- Είπε επίσης ότι είχε συμφωνήσει με τον σύμβουλο μηχανολόγο που είχε διοριστεί από την Εναγόμενη Εταιρεία για τη μείωση του ποσού που απαιτείτο για τις ηλεκτρομηχανολογικές υπηρεσίες από τις Λ.Κ.79.900- στις Λ.Κ.47.000-, κάτι που αρνήθηκε ο κ. Ακρίτας, Μ.Ε.
- Αναφέρθηκε σε κανονισμούς του ΕΤΕΚ αναφορικά με την αμοιβή αρχιτεκτόνων, τους οποίους δεν προσκόμισε, καθώς και σε προσχέδια συμφωνιών του ΕΤΕΚ, τα οποία δεν προσκόμισε, λησμονώντας ότι ο ίδιος είχε επιλέξει να προβεί σε συμφωνία με την Εναγόμενη Εταιρεία, εκτός των προσχέδιων του ΕΤΕΚ. Ο Ενάγοντας 2 με άφησε με την εντύπωση ότι δεν ήρθε για να πει την αλήθεια στο Δικαστήριο, αλλά για να κερδίσει ότι περισσότερο μπορούσε, σε χρήματα, από την Εναγόμενη Εταιρεία, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η Εναγόμενη Εταιρεία του είχε ξοφλήσει το ποσό του τιμολογίου που ο ίδιος είχε αποστείλει. Επέμενε στη θέση του ότι έπρεπε να πληρωθεί στη βάση της δεύτερης προσφοροδότησης, ενώ είχε παραδεχθεί ότι πληρωνόταν για κάθε στάδιο που ολοκληρωνόταν καθώς επίσης είχε παραδεχθεί ότι αν δεν γινόταν η αποθήκη δεν θα πληρωνόταν για την επίβλεψη, αφού δεν θα ολοκληρωνόταν το συγκεκριμένο στάδιο. Δεν με έπεισε για την αλήθεια των ισχυρισμών του, γιατί τους βρήκα εξωπραγματικούς. Γεννάται το ερώτημα, κατά πόσο αν το ποσό της δεύτερης προσφοροδότησης ήταν κατά πολύ χαμηλότερο, ο Εναγόμενος 2 θα επέλεγε να τιμολογήσει με βάση τη δεύτερη προσφοροδότηση και να επιστρέψει λεφτά στην Εναγομένη Εταιρεία. Ο κ. Κυριάκος Ακρίτας, Μ.Ε.2, ήταν τυπικός μάρτυρας. Αναφέρθηκε στα όσα ο ίδιος είχε ενταλθεί να πράξει από την Εναγομένη Εταιρεία. Δεν έχω λόγο να απορρίψω τη μαρτυρία του. Με βάση τη μαρτυρία που δόθηκε, όπως αυτή αξιολογήθηκε καθώς και την πραγματική μαρτυρία, καταλήγω ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν ως ακολούθως: Η Εναγόμενη Εταιρεία είχε συμφωνήσει με τους Ενάγοντες, το 2003, όπως αναλάβουν την εκπόνηση αρχιτεκτονικών σχεδίων για μετατροπές και προσθήκες στην υφιστάμενη αποθήκη τους στη Λάρνακα. Οι Ενάγοντες καθόρισαν την αμοιβή τους, για την ανατεθείσα εργασία, στο Τεκμήριο 1, το οποίο διαβίβασαν στην Εναγόμενη Εταιρεία και λόγω του ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε αντίδραση από την Εναγόμενη Εταιρεία, προχώρησαν στην εκτέλεση των ανατεθεισών εργασιών. Η αμοιβή είχε διαχωριστεί από τους Ενάγοντες σε τρία στάδια και σύμφωνα με το κάθε στάδιο της εργασίας που θα εκτελείτο. Ολοκλήρωσαν την προμελέτη, δηλαδή προέβηκαν στην ετοιμασία δύο σειρών προσχέδιων, ολοκλήρωσαν την αρχιτεκτονική και στατική μελέτη και ετοίμασαν τους όρους των προσφορών. Στη συνέχεια βγήκαν σε προσφορές και υποβλήθηκαν από ενδιαφερόμενους τρεις προσφορές, τις οποίες και αξιολόγησαν, πλην όμως η προσφορά δεν κατακυρώθηκε σε οποιονδήποτε εργολάβο, λόγω του ότι ο προσφοροδότης στον οποίο είχε κατακυρωθεί η προσφορά, δεν υπέγραψε τη συμφωνία και υπαναχώρισε. Έγινε προσπάθεια για δεύτερη προσφοροδότηση, χωρίς όμως οποιεσδήποτε οδηγίες από την Εναγόμενη Εταιρεία για τον περαιτέρω χειρισμό τους. Το έργο δεν προχώρησε ποτέ στην κατασκευή του και οι Ενάγοντες απέστειλαν τιμολόγιο για την πληρωμή τους στην Εναγόμενη Εταιρεία, Τεκμήριο 4, με το οποίο ζητούσαν συνολικά Λ.Κ.17.348,66 πλέον Φ.Π.Α., δηλαδή Λ.Κ.16.028,00 για τις προσφερθείσες υπηρεσίες και Λ.Κ. 1.320,66 ως αποζημιώσεις. Τους καταβλήθηκε το ποσό των Λ.Κ.9.016- και κατά τον ισχυρισμό των Εναγόντων παρέμεινε υπόλοιπο Λ.Κ.8.896.66 πλέον Φ.Π.Α . Στη συνέχεια όμως άλλαξαν γνώμη και αποφάσισαν να εκμεταλλευτούν το ποσό της δεύτερης προσφοροδότησης, το οποίο ήταν ψηλότερο από αυτό της πρώτης, για να κερδίσουν περισσότερα λεφτά, παραγνωρίζοντας ότι είχαν ήδη πληρωθεί για τις προσφερθείσες εργασίες τους και ότι οι ίδιοι είχαν αποδεχθεί την απόφαση της Εναγόμενης Εταιρείας να μην προχωρήσει στην εκτέλεση του έργου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Τα ερωτήματα που θα πρέπει να απαντηθούν στην υπό κρίση υπόθεση είναι κατά πόσο είχε συμφωνηθεί μεταξύ των μερών η καταβολή της αμοιβής των Εναγόντων, ανεξάρτητα από την ολοκλήρωση του έργου και αν ναι, τότε ποια ήταν η βάση της αμοιβής αυτής, σύμφωνα με τη μεταξύ των μερών συμφωνία, η οποία είχε τερματιστεί από την Εναγόμενη Εταιρεία και τον οποίο τερματισμό οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν. Όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 1, το οποίο σύμφωνα με τη μαρτυρία και την παραδοχή τόσο των Εναγόντων καθώς και της Εναγομένης Εταιρείας, συνιστά τη μεταξύ των μερών συμφωνία, οι Ενάγοντες διαχώρισαν την εργασία τους σε διάφορα στάδια. Ολοκλήρωσαν την εργασία τους μέχρι την ετοιμασία των όρων και την αξιολόγηση προσφορών και καθόρισαν την αμοιβή τους στο Τεκμήριο 1, στο ποσό των Λ.Κ.8.450,66 πλέον Φ.Π.Α., το οποίο πληρώθηκε. Ζητούν οι Ενάγοντες το ποσό ύψους Λ.Κ.18.987,78 ως το 6% για τη μελέτη του έργου, πλέον το 30% της επίβλεψης, ποσό που ανέρχεται στις Λ.Κ.2.373,47 καθώς και αποζημίωση, κατά τον ισχυρισμό τους, για τον τερματισμό της συμφωνίας, που είναι τα δικαιώματά τους, με βάση τις πρόνοιες του Τεκμηρίου 1 και την τιμή που καθορίστηκε με τη δεύτερη προσφορά. Και οι δύο πλευρές έχουν παραδεχθεί ότι είχαν συνομολογήσει προφορική συμφωνία στη βάση της επιστολή ημερομηνίας 28 Ιουλίου
- Στη συγκεκριμένη επιστολή καταγράφηκαν τα ποσά που έπρεπε να καταβληθούν στους Ενάγοντες με λεπτομέρεια. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά στο τι θα γινόταν στην περίπτωση που δεν θα εκτελείτο το έργο, στο Τεκμήριο
- Αυτό που είναι δεδομένο, είναι ότι προσφέρθηκαν κάποιες υπηρεσίες από τους Ενάγοντες στην Εναγομένη Εταιρεία, όμως η αμοιβή γι' αυτές τις υπηρεσίες θα πρέπει να καθοριστεί με βάση τη συμφωνία, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τη νομολογία και τις αρχές που αφορούν την ερμηνεία των συμβάσεων, τα μέρη σε μια σύμβαση θεωρούνται ότι είχαν την πρόθεση την οποία κατέγραψαν. Σύμφωνα με το σύγγραμμα του «Chitty on Contracts»: «The cardinal presumption is that the parties are presumed to have entered what they have in fact said, so that their words must be construed as they stand. That is to say, the meaning of the document or of a particular part of it is to be sought in the document itself». Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου, στην υπόθεση Γιολάντα Χατζησωτηρίου v. Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ.257/08, ημερομηνίας 14/07/2011, καταγράφηκαν τα ακόλουθα σημαντικά αναφορικά με την ερμηνεία εγγράφων: «Η ερμηνεία των εγγράφων, όπως είναι νομολογημένο, είναι έργο του Δικαστηρίου, το οποίο, μέσα από το λεκτικό τους, αναζητεί τις προθέσεις των συμβαλλομένων. Κριτήριο για τα όσα διατυπώνονται σε σ' αυτά είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο (βλ. Εθνική Τράπεζα v. Χατζηνέστορος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204, Γεωργ. Ετ. Φούτας v. Εταιρεία Βάσος Λτδ.
(1993)1 Α.Α.Δ. 168, Λάμπρου v. Παράσχου κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 397 και Οικονόμου κ.ά. v. Ττοφίνη κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 436). Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη Θεολόγου κ.ά. v. Κτηματικής Ετ. Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407:- (σελ.413) «., συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων.»» Η ερμηνεία, σύμφωνα με τη νομολογία, πρέπει να είναι όσο το δυνατό πλησιέστερη στην εμφανή πρόθεση των μερών. Η βασική αρχή είναι ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων είναι όπως εκφράστηκε με τις λέξεις που περιέχονται στο έγγραφο. Στην υπόθεση Monypenny v. Monypenny
(1861)9 H.L.C. 114 ο Lord Wensleydale είπε στη σελ. 146:- "the question is not what the parties to a deed may have intended to do by entering into that deed, but what is the meaning of the words used in that deed: a most important distinction in all cases of construction and the disregard of which often leads to erroneous conclusions." Στην υπόθεση Hilbers ν. Parkinson
(1883)25 Ch. D. 200, ο Δικαστής Pearson είπε στη σελ. 203:- "I conceive that all deeds are to be construed not only strictly according to their words, but so far as possible, without infringing any rule of law, in such a way as to effectuate the intention of the parties." Εξέταση του εγγράφου που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, Τεκμήριο 1, καταδεικνύει ότι δεν τίθεται ως όρος η καταβολή της αρχιτεκτονικής αμοιβής στη βάση της τιμής προσφοροδότησης, πόσο μάλλον στην τιμή που καταγράφηκε στη δεύτερη προσφοροδότηση. Η συμφωνία μεταξύ των μερών ήταν ότι θα γινόταν αναπροσαρμογή της αμοιβής, σύμφωνα με την τελική δαπάνη του έργου. Γεννάται το ερώτημα, ποια είναι η τελική δαπάνη του έργου; Ο ενδεικτικός προϋπολογισμός του έργου ή το ποσό που καταγράφηκε στην πρώτη προσφοροδότηση, στην οποία συμπεριλαμβάνονταν και οι ηλεκτρομηχανολογικές εργασίες; Αυτό που αντιλαμβάνεται ο μέσος λογικός άνθρωπος όταν ακούει τη φράση «τελική δαπάνη του έργου», είναι το ακριβές κόστος της ανέγερσης του έργου όταν αυτό θα ολοκληρωθεί. Στην υπό κρίση περίπτωση, το έργο δεν ολοκληρώθηκε και δεν υπάρχει σαφής ένδειξη για την τελική δαπάνη του έργου. Αντίθετα, υπάρχει μαρτυρία από την πλευρά των Εναγόντων ότι η χαμηλότερη προσφορά στην πρώτη προσφοροδότηση ήταν Λ.Κ.226.400- και συμπεριλάμβανε τις ηλεκτρομηχανολογικές εργασίες ενώ στη δεύτερη ήταν Λ.Κ.236.563- χωρίς τις ηλεκτρομηχανολογικές εργασίες. Οπόταν, ποια ήταν η τελική δαπάνη του έργου δεν προκύπτει από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ήταν η θέση του κ. Πασιουρτίδη, ότι η τελική δαπάνη του έργου ήταν το ποσό της δεύτερης προσφοράς, μετά την προσθήκη των ηλεκτρομηχανολογικών εργασιών, όμως η θέση του αυτή έρχεται σε αντίθεση με το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4, το οποίο καθορίζει ως τελική συνολική δαπάνη του έργου το ποσό των Λ.Κ.226.400-, το ποσό δηλαδή της πρώτης προσφοράς. Επιπρόσθετα, υπάρχει η τιμολόγηση για τις υπηρεσίες που οι Ενάγοντες παρείχαν στην Εναγόμενη Εταιρεία, στο Τεκμήριο 4, το οποίο με πληρότητα καθορίζει το ύψος της υπολειπόμενης αμοιβής στις Λ.Κ.8.898,66 πλέον Φ.Π.Α. καθώς επίσης και η παραδοχή του Ενάγοντα 2, ότι στην περίπτωση που δεν θα ολοκληρωνόταν το έργο, δεν θα πληρωνόταν. Υπάρχει δηλαδή μια ασάφεια εκ μέρους των Εναγόντων και μια σύγχυση αναφορικά με την βάση την οποία θα έπρεπε να χρησιμοποιήσουν για να καθορίσουν την αμοιβή τους αφού τελικά επέλεξαν το ποσό της δεύτερης προσφοράς ως βάση, το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν ήταν καθοριστικό γιατί δεν συμπεριλάμβανε τις ηλεκτρομηχανολογικές εργασίες. Στο σύγγραμμα του Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 4, παράγρ.1350, αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «If the employer has entered into an express contract, whether oral or in writing, with the architect or engineer, the remuneration of the latter will be governed by the terms of the contract. If the architect or engineer enters into an express contract for a lump sum with the employer, he cannot charge an additional fee for extra work undertaken by him unless the express contract is discharged and a new contract made». Στην παράγραφο 1358 του συγκεκριμένου συγγράμματος αναφέρονται τα εξής: «Where an express agreement has been made as to the amount of remuneration to be paid to an architect or engineer, he must be paid accordingly. Where however, no agreement has been made, the architect or engineer, is entitled to reasonable remuneration. The amount of such reasonable remuneration is a question of fact.» Επίσης, στο σύγγραμμα Halsbury´s «Building and Engineering Contracts», Τόμος 1, σελ.378, παράγρ.2.237, καταγράφονται τα ακόλουθα: «(a) By Special Contract If there is an express contract between the owner and the architect engineer or quantity surveyor containing specific terms as to payment, those terms, unless varied, will naturally regulate the professional man´s right to payments. Any such contract may be made orally or in writing. A professional man already engaged on agreed terms should always be careful, if events occur which he considers justify him in increasing his fees, to obtain the agreement of his client, the Court will be very show in such a case to treat any existing agreement as no longer applying and permit the recovery of the additional fees on a reasonable fee or price basis unless the evidence of a new agreement is clear.» Εφαρμόζοντας τις αρχές αυτές στα υπό κρίση γεγονότα, το συμβόλαιο, δηλαδή η επιστολή ημερομηνίας 28/07/2003, από μόνο του διαχωρίζει το κάθε μέρος της δουλειάς που οι Ενάγοντες είχαν να εκτελέσουν και καθορίζει και την αμοιβή για κάθε ξεχωριστό στάδιο της εργασίας. Δεν έγινε οποιαδήποτε άλλη συμφωνία μεταξύ τους που να τροποποιεί τα συμφωνηθέντα στο Τεκμήριο
- Οι ίδιοι οι Ενάγοντες αναπροσάρμοσαν την αμοιβή τους, Τεκμήριο 4, και την καθόρισαν μετά τον τερματισμό του συμβολαίου στις Λ.Κ.17.348,66, προσθέτοντας και Λ.Κ.1.320,66 ως αποζημίωση για την παραβίαση του συμβολαίου. Οι ίδιοι οι Ενάγοντες καθόρισαν, στο Τεκμήριο 4, αυτή τούτη την αμοιβή τους, αφού κατέγραψαν τα ακόλουθα: «Σε περίπτωση που ο εργοδότης μετά το στάδιο της προσφοροδότησης αποφασίσει να μην προχωρήσει με την κατασκευή του έργου, τότε (σύμφωνα με τη συνήθη πρακτική η οποία και προνοείται σε Συμφωνίες Ανάθεσης Υπηρεσιών Αρχιτέκτονα) καταβάλλεται στον Αρχιτέκτονα αποζημίωση ίση με το 1/3 της υπολειπόμενης αμοιβής Επίβλεψης και επομένως η αποζημίωση υπολογίζεται στο ποσό: 1/3 Χ 70% της Επίβλεψης = £1.320,66.» Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η υπολειπόμενη οφειλόμενη προς τους Ενάγοντες αμοιβή, όπως καθορίστηκε από τους ίδιους, ήταν Λ.Κ.8.898,66 πλέον Φ.Π.Α. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι δικαιούνται το συνολικό ποσό ύψους Λ.Κ.22.152,
- Η συγκεκριμένη αξίωση βασίστηκε στο γεγονός της ολοκλήρωσης του έργου στην βάση της πρώτης προσφοροδότησης. Σίγουρα η μεταξύ των μερών συμφωνία τερματίστηκε με την απόφαση της Εναγόμενης Εταιρείας να μην προχωρήσει με την υλοποίηση του έργου. Όμως, ο συγκεκριμένος τερματισμός της συμφωνίας έγινε αποδεκτός από τους Ενάγοντες, αφού στο Τεκμήριο 4 οι ίδιοι οι Ενάγοντες καταγράφουν: «Έχουμε πληροφορηθεί από τον κύριο Παύλο Αποστολίδη την οριστική απόφαση σας να μην προχωρήσετε με την κατασκευή του πιο πάνω έργου. Εν όψει της πιο πάνω απόφασής σας και πριν προχωρήσουμε στην έκδοση τιμολογίου σε σχέση με την υπολειπόμενη οφειλόμενη αμοιβή επισυνάπτουμε σχετικό σημείωμα.» Οι Ενάγοντες δεν επεφύλαξαν οποιοδήποτε δικαίωμά τους, αλλά ούτε και σχολίασαν τον τερματισμό της συμφωνίας, παρά μόνο αρκέστηκαν να τιμολογήσουν, μια τιμολόγηση η οποία απερρίφθη ως αυθαίρετη από την Εναγομένη Εταιρεία, Τεκμήριο
- Στο Halsbury´s Laws of England, τόμος 9, παράγρ.1015, αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «... where services have been performed under the rescinded contract but not paid for, payment of them may be recovered if the parties have agreed, expressly or impliedly, that such payments should be made, but not otherwise. Where however the contract is severable, payment may be recovered for those severable portions which have been completely performed before discharge». Σύμφωνα με το σύγγραμμα του Cheshire, Fifoot & Furmston´s «Law of Contract», 15η έκδοση, σελ.692: «If the innocent party elects to treat the contract as discharged, he must make his decision known to the party in default. Once he has done this, his election is final and cannot be retracted. The effect is to terminate the contract for the future as from the moment when the acceptance is communicated to the party in default. The breach does not operate retrospectively. The previous existence of the contract is still relevant with regard to the past acts and defaults of the parties. Thus the party in default is liable in damages both for any earlier breaches and also for the breach that has led to the discharge of the contract, but he is excused from further performance.» Στο σύγγραμμα «Chitty on Contracts», 25η έκδ., Τόμος Ι, παράγρ.1630, σελ.899, κάτω από τον τίτλο "Position of innocent party": «Where the innocent party is entitled to, and does, treat himself as discharged by the other´s breach, he is thereby released from future performance of his obligations under the contract. Discharge also deprives him of any right as against the other party to continue to perform them. After such discharge he is not bound to accept, or pay for, any further performance by the other party. ................................................................................................... Rights unconditionally acquired by him before the time of discharge in principle remain unaffected. Thus he can retain or recover sums paid or due or sue in respect of breaches committed before that time». Εφαρμόζοντας και πάλι τις νομολογιακές αρχές στα γεγονότα, σίγουρα τα δικαιώματα των Εναγόντων, τα οποία είχαν αποκτηθεί πριν τον τερματισμό, είχαν παραμείνει αναλλοίωτα και μπορούσαν να πληρωθούν για όλα τα ποσά τα οποία είχαν προκύψει πριν τον τερματισμό. Δηλαδή, μπορούσαν να πληρωθούν για τη μελέτη του έργου και για το μέρος της επίβλεψης, μέχρι το στάδιο της αξιολόγησης της πρώτης προσφοράς, καθώς και για τη διαδικασία της δεύτερης προσφοροδότησης. Αυτά ήταν τα στάδια που ολοκληρώθηκαν και γι' αυτά οι Ενάγοντες είχαν λάβει το ποσό των Λ.Κ.9.016- πλέον Φ.Π.Α. Η βάση για τον καθορισμό της αμοιβής δεν μπορούσε να είναι άλλη από τον ενδεικτικό συνολικό προϋπολογισμό του έργου, δηλαδή τις Λ.Κ.130.000-, αφού δεν υπήρχε οποιοδήποτε καθοριστικό ποσό αναφορικά με τη συνολική δαπάνη του έργου, ενόψει του γεγονότος ότι τα ποσά των δύο προσφοροδοτήσεων ήταν πολύ διαφορετικά, ήτοι η πρώτη προσφοροδότηση Λ.Κ.226.400- και η δεύτερη Λ.Κ.236.563 πλέον Λ.Κ.79.900- για τα ηλεκτρομηχανολογικά (σύνολο Λ.Κ.316.463-). Από τη στιγμή που ο τερματισμός της συμφωνίας από την Εναγομένη Εταιρεία είχε γίνει αποδεκτός από τους Ενάγοντες, αυτοί δεν δικαιούνται οποιαδήποτε αποζημίωση, αφού δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει τη συνήθη πρακτική που προνοείται σε «Συμφωνίες Ανάθεσης Υπηρεσιών Αρχιτέκτονα» από το ΕΤΕΚ, την οποία επικαλέστηκαν. Εν πάση περιπτώσει, οι Ενάγοντες επέλεξαν να συμβληθούν με την Εναγόμενη Εταιρεία με βάση συγκεκριμένους όρους. Δεν μπορούν τώρα να επικαλούνται τη συνήθη πρακτική που προβλέπεται σε «Συμφωνίες Ανάθεσης Υπηρεσιών Αρχιτεκτόνων», αφού οι ίδιοι είχαν επιλέξει να εγκαταλείψουν αυτή την συνήθη πρακτική. Ενόψει των πιο πάνω και με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, κρίνεται ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται το ποσό των Λ.Κ.14.982,44 που διεκδικούν ως οφειλόμενο υπόλοιπο, αφού οι ίδιοι είχαν αποδεχτεί τον τερματισμό της σύμβασης και είχαν καθορίσει την αμοιβή τους, την οποία και πληρώθηκαν, σε αυτή τούτη τη σύμβαση, Τεκμήριο
- Συνεπακόλουθα, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των Εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο