← Κύπρος

TΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Α. P VAROSIOTIS RISTORANTE ITALIANO LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1130/2011, 21/10/11

TΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Α. P VAROSIOTIS RISTORANTE ITALIANO LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1130/2011, 21/10/11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A116 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1130/2011 Μεταξύ: TΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, εκ Λευκωσίας Εναγόντων - και -

  1. Α.& P. VAROSIOTIS RISTORANTE ITALIANO LIMITED (Α/Ε C098371) από την Λάρνακα.
  2. ΣΟΛΩΝ ΒΑΡΩΣΙΩΤΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ (ΑΤ. 0533583), από το Μενεού.
  3. ΑΝΤΡΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ (ΑΤ.0703931), από την Αραδίππου.
  4. ΠΑΜΠΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ (ΑΤ.0686076), από τα Περβόλια. Εναγόμενοι Ημερομηνία: 21/10/11 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κα. Αχιλλέως για κο. Α. Ανδρέου Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση : κος. Σαββίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής η Εναγόμενη 1 στις 6/10/06 υπέγραψε συμφωνία ενοικιαγοράς εξοπλισμού με την εγγύηση των Εναγόμενων 2, 3 και
  5. Το ποσό χρηματοδότησης ήταν ΛΚ7826,09σεντ ισάξιο με €13.371,67 σεντ πλέον δικαιώματα ενοικιαγοράς ΛΚ1.173,91σεντ ισάξιο με €2.057,4σεντ, πληρωτέο με 60 μηνιαίες δόσεις εκ ΛΚ186,47σεντ ισάξιο με €318,60σεντ εκάστης αρχομένης της πρώτης δόσης 6.11.
  6. Ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε να καταβάλει δόσεις και/ή ενοίκια από τις 6.2.10 μέχρι και 6.1.11 και συνεπεία τούτου οι Ενάγοντες στις 31.1.11 τερμάτισαν την αναφερόμενη συμφωνία ενοικιαγοράς. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω οι Ενάγοντες στις 6.4.11 ήγειραν την ως άνω αγωγή με την οποία αξιώνουν αποζημιώσεις και επιπρόσθετα αξιώνουν διάταγμα παράδοσης του επίδικου εξοπλισμού ώστε να πωληθεί δια δημόσιου πλειστηριασμού προς αποπληρωμή των απαιτήσεων τους. Στις 19.9.11, οι Ενάγοντες, με αίτηση ημερομηνίας 12.9.11 επεδίωξαν μονομερώς την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει την Εναγόμενη 1 να τους παραδώσει τον επίδικο εξοπλισμό για να τον θέσουν σε ασφαλή φύλαξη μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Το Δικαστήριο δεν ικανοποιήθηκε για το κατεπείγον της αίτησης και οι συνήγοροι των Εναγόντων ζήτησαν όπως η αίτηση ορισθεί σε μεταγενέστερο χρόνο για να αγορεύσουν επί τούτου. Στις 21.9.11, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση ορίσθηκε για αγορεύσεις, εμφανίσθηκε ο συνήγορος της Εναγόμενης 1 και δηλώνοντας ότι έλαβε γνώση της αίτησης ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει γραπτή ένσταση. Η άλλη πλευρά δεν έφερε ένσταση και ως εκ τούτου η αίτηση ορίσθηκε για ακρόαση με οδηγίες να καταχωρηθεί γραπτή ένσταση εκ μέρους των Εναγομένων 1 η οποία και καταχωρήθηκε στις 27/9/
  7. Η αίτηση των Εναγόντων στηρίζεται στο Κεφ.6, άρθρο 4 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 αρ.32 και στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 Θ1 και
  8. Υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση του Μιχάλη Στυλιανού αρμοδίου υπαλλήλου των Εναγόντων στη Λάρνακα. Περιληπτικά αναφέρω ότι οι αιτητές στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση τους κάνουν αναφορά στο περιεχόμενο της συμφωνίας ενοικιαγοράς και στις με την παρούσα αγωγή αξιώσεις τους. Αναφέρουν πως υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας στις αιτούμενες θεραπείες. Είναι περαιτέρω η θέση τους ότι το αιτούμενο διάταγμα είναι αναγκαίο για σκοπούς απονομής της Δικαιοσύνης καθότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και τούτο γιατί υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η Εναγόμενη 1 να καταστρέψει ή να αποξενώσει τον επίδικο εξοπλισμό. Περαιτέρω δηλώνουν ότι με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος προτίθενται να διατηρήσουν τον επίδικο εξοπλισμό ασφαλή μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής. Η Καθ' ης η αίτηση - Εναγόμενη 1 με την ένσταση και την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει αναφέρει πως οι αιτητές δεν δικαιούνται το αιτούμενο διάταγμα καθότι με την αίτηση δεν παρατίθενται οποιαδήποτε στοιχεία που να δικαιολογούν την έκδοση του. Εισηγείται περαιτέρω ότι το αίτημα των Εναγόντων είναι καταχρηστικό και εκβιαστικό επειδή γνωρίζουν ότι μέρος της υπεράσπισης των Εναγομένων στηρίζεται στο ότι οι Ενάγοντες- Αιτητές ουδέποτε ενοικίασαν τον επίδικο εξοπλισμό. Υποστηρίζει ότι κανένας λόγος δεν προβάλλεται που να δικαιολογεί το αιτούμενο διάταγμα και περαιτέρω το αιτούμενο διάταγμα είναι γενικό και αόριστο αφού δεν αναφέρονται σε αυτό αλλά ούτε και στην Έκθεση Απαίτησης τα αντικείμενα που αφορούσε η συμφωνία ενοικιαγοράς. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα διευθυντή της Εναγόμενης 1 ότι οι Ενάγοντες -Αιτητές δεν αναφέρουν πουθενά στην ένορκη δήλωση τους ότι γνωρίζουν το πλήρες φάσμα των εργασιών της Εναγόμενης 1 και την οικονομική της κατάσταση. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών αναφερόμενοι στις αρχές που τάσσει η νομολογία μας για την έκδοση διαταγμάτων υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στη διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Odysseos v. Pieris Estates and Others

(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1983)1 CLR 263, Τσιαντή v. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 2029). H έκδοση προσωρινών διαταγμάτων δικονομικά ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 AΑΔ 2015. Είναι νομολογημένο πως η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων του άρθρου 32 από μόνη της δεν είναι αρκετή. Το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα προσωρινό διάταγμα. Είναι επίσης νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο που εξετάζει αίτημα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της (Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Όπως είναι γνωστό, κατά την ακρόαση των αιτήσεων σύμφωνα με τη Δ.48 Θ4 δεν προσκομίζεται μαρτυρία, αλλά γίνεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, η αμφισβήτηση των οποίων γίνεται με αντεξέταση κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου είτε με συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις (Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ.218). Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 1013 υποδείχθηκε ότι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάσθηκαν επί του περιεχομένου τους παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Στην απόφαση Κυρίλλου v. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528 έχει επίσης τονιστεί ότι στο στάδιο αυτό το δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία ούτε καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο εκείνων που κρίνονται αναγκαία για την εξακρίβωση στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για την θεμελίωση των προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία. Θα προχωρήσω να εξετάσω το αίτημα των Εναγόντων με βάση τις πιο πάνω νομικές αρχές και έχοντας βέβαια κατά νου ότι το βάρος απόδειξης να ικανοποιήσει τις από την νομολογία τασσόμενες προϋποθέσεις παραμένει στον διάδικο που επιζητεί την έκδοση του διατάγματος. Σημειώνοντας περαιτέρω ότι στην υπό εξέταση υπόθεση ο ενόρκως δηλών διευθυντής της Εναγόμενης 1 δεν αμφισβητήθηκε σε όσα ορκίστηκε αφού δεν αντεξετάστηκε (Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ πιο πάνω). Σε σχέση με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, που τίθεται ως πρώτη προϋπόθεση, έχει εξηγηθεί ότι δεν απαιτείται τίποτε περισσότερο από του να καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση, ενώ το δεύτερο κριτήριο, αλληλένδετο σε κάποιο βαθμό με το πρώτο, ικανοποιείται με την απόδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ότι απαιτείται να καταδειχθεί, είναι κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην παρούσα υπόθεση η πρώτη προϋπόθεση, κρίνω ότι ικανοποιείται, (κάτι που αποδέχεται με την αγόρευση του και ο συνήγορος της Καθ' ης η αίτηση) δεδομένου ότι η βάση της αγωγής στηρίζεται σε παράβαση συμφωνίας ενοικιαγοράς και στην καθυστέρηση της καταβολής των συμφωνηθέντων δόσεων. Περαιτέρω, συνεκτιμώντας τα όσα εξέθεσαν οι αιτητές, κάτω από το πρίσμα της ορατής πιθανότητας επιτυχίας, αυτά οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ικανοποιείται και η δεύτερη προϋπόθεση που τάσσει η νομολογία. Τούτο βέβαια χωρίς να παραγνωρίζω το περιεχόμενο της υπεράσπισης και της ένστασης της Εναγόμενης 1, έχοντας όμως κατά νου ότι στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας ούτε καταλήγει σε ευρήματα, αλλά προβαίνει σε μία γενική θεώρηση των εκατέρωθεν θέσεων και του υλικού που παρουσιάσθηκε ανιχνεύοντας στον επιτρεπτό βαθμό κατά πόσο υπάρχει εκ πρώτης όψεως αρκετό υλικό για τους σκοπούς της ενδιάμεσης διαδικασίας, που είναι οι σοβαρές ενδείξεις περί πιθανότητας ύπαρξης του ουσιαστικού δικαιώματος του αιτητή και όχι η απόδειξη του (Τ.Α. Μicrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). Το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει στο στάδιο αυτό και δεν θα καταλήξει σε οποιοδήποτε εύρημα ως προς τα συγκρουόμενα πραγματικά γεγονότα που περιστοιχίζουν την ουσία της υπόθεσης. Έργο του Δικαστηρίου στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας είναι απλώς να διαπιστώσει κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Κρίνω συνεπώς ότι τα όσα η πλευρά των Εναγόντων έχει επικαλεστεί προς υποστήριξη της αίτησης, με το περιορισμένο βάρος απόδειξης που έχει για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Εκείνο που στη συνέχεια θα πρέπει να εξεταστεί είναι το αν με τη μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι αιτητές προβάλλουν με την αίτηση τους το ζήτημα αυτό όχι με την έννοια της αδυναμίας αποτίμησης της ζημιάς που θα υποστούν αλλά με την έννοια του κινδύνου καταστροφής ή αποξένωσης του επίδικου εξοπλισμού με αποτέλεσμα αν επιτύχουν στην απαίτηση τους να αδυνατούν να εκτελέσουν την απόφαση. Στο σημείο αυτό, ανοίγω μια παρένθεση, για να επισημάνω το γεγονός ότι οι αιτητές παρά την ισχυριζόμενη καθυστέρηση καταβολής δόσεως εκ μέρους του Εναγόμενου 1 από τις 6/2/10 τερμάτισαν την συμφωνία έντεκα μήνες μετά χωρίς να φαίνεται να τους απασχόλησε ο κίνδυνος καταστροφής ή αποξένωσης του εξοπλισμού. Στην απόφαση στην υπόθεση Κούνουνα v. C & A Simonos Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 1361 όπου επιδιώχθηκε μεταξύ άλλων διάταγμα που να εμποδίζει τους Καθ' ων η αίτηση να προκαλούν ζημιά στα επίδικα μηχανήματα υποδείχθηκε ότι δεν υπήρχε λόγος να εκδοθεί διάταγμα για το αυτονόητο, ότι δηλαδή δεν είχαν δικαίωμα να προκαλούν ζημιές στα μηχανήματα. Αλλά και αν στο τέλος οι αιτητές επιτύγχαναν στην αγωγή τους και φανεί ότι οι Εναγόμενοι είχαν προκαλέσει ζημιές, υποδείχθηκε ότι υπάρχει πάντα η ικανοποίηση επιδίκασης αποζημιώσεων. Στην υπό κρίση υπόθεση διαπιστώνω ότι οι αιτητές απαιτούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος βασιζόμενοι σε πιθανούς κινδύνους καταστροφής ή αποξένωσης του εξοπλισμού. Οι ανησυχίες των αιτητών πηγάζουν μόνο από το γεγονός, ότι, όπως αναφέρουν στην αίτηση τους, ο εξοπλισμός χρησιμοποιείται στο εστιατόριο ΜΟΜΟ το οποίο σήμερα σταμάτησε την λειτουργία του και από την πιθανότητα καταστροφής ή αποξένωσης του. Θεωρώ ότι η γενικότητα με την οποία παρουσιάζεται το θέμα περί ύπαρξης του πιο πάνω κινδύνου δεν κρίνεται ούτε αρκετή ούτε ικανοποιητική. Όπως διαφαίνεται από τους ισχυρισμούς των αιτητών αλλά και γενικότερα από το σύνολο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, οι Ενάγοντες, ζητούν την έκδοση του διατάγματος βασιζόμενοι μόνο στην ύπαρξη της πιο πάνω πιθανότητας αλλά χωρίς να αποκαλύπτουν στοιχεία που να υποδεικνύουν κίνδυνο καταστροφής ή αποξένωσης του επίδικου εξοπλισμού. Κανένα στοιχείο και καμιά άλλη πληροφορία δεν τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου που να δεικνύει ότι υπάρχει πράγματι ο πιο πάνω κίνδυνος. Δεν εντοπίζεται κανένα στοιχείο για την αμεσότητα του κινδύνου αλλά ούτε και αναφέρονται οι σχετικές πληροφορίες ή οι πηγές γνώσης του ενόρκως δηλούντα προς αυτή την κατεύθυνση. Επιπρόσθετα δεν εντοπίζονται οποιεσδήποτε σχετικές πληροφορίες ή πηγές γνώσης του ενόρκως δηλούντα αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι το εστιατόριο στο οποίο βρίσκεται ο επίδικος εξοπλισμός τερμάτισε την λειτουργία του αλλά ούτε και προκύπτουν οποιαδήποτε στοιχεία υπέρ της θέσης των αιτητών ότι η επίδικη χρηματοδότηση παραχωρήθηκε στην Εναγόμενη 1 αποκλειστικά για την λειτουργία του αναφερόμενου εστιατορίου. Η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται εκεί όπου οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία ή εκεί που σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να εκτελεστεί η απόφαση. Η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο εξαρτάται από τα γεγονότα που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση. Στη παρούσα υπόθεση μπορεί να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνης με την πληρωμή αποζημιώσεων για την ζημιά που θα υποστούν οι Ενάγοντες αφού αυτή είναι δεδομένη και καταγράφεται αναλυτικά στην Έκθεση Απαίτησης. Παρατηρώ περαιτέρω, ότι, οι αιτητές στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση τους πλην του γενικού ισχυρισμού ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο κανένα άλλο στοιχείο και καμία πληροφορία δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου που να δεικνύει ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής οι Ενάγοντες δεν θα μπορούν να εκτελέσουν την απόφαση. Με βάση τα γεγονότα όπως διαγράφονται στην παρούσα υπόθεση κρίνω ότι οι αιτητές δεν έχουν ικανοποιήσει το τρίτο κριτήριο που θέτει η νομολογία μας. Είναι νομολογημένο ότι ο σκοπός ενός συντηρητικού διατάγματος κάτω από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60 είναι κατά κύριο λόγο η διατήρηση της επίδικης κατάστασης πραγμάτων εκκρεμούσης της αγωγής (status quo ante) (βλ. Κούνουνα πιο πάνω). Εδώ ουσιαστικά επιδιώκεται η ανάληψη της κατοχής του επίδικου εξοπλισμού και η ανατροπή της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων αντί η διατήρηση της. Η αίτηση καθώς λέχθηκε στηρίζεται μεταξύ άλλων και στο άρθρο 4 του Κεφ.6. Είναι βέβαια ορθό ότι το άρθρο 4 του Κεφ.6 αφορά την έκδοση διαταγμάτων που αφορούν το αντικείμενο της αγωγής. Πιστεύω ότι με τις πρόνοιες του άρθρου 4 δεν παρέχεται εξουσία για την κατάσχεση του αντικειμένου της αγωγής, εκκρεμούσης της αγωγής και την παράδοση του στους αιτητές, με τον τρόπο που επιδιώκουν οι Ενάγοντες. (βλ. FRIXOS MICHAEL, v. BREVINOS LIMITED
(1969)1 C.L.R. 578). Ακόμα ένα σημείο που θα πρέπει να αναφερθεί, στο οποίο όμως εν όψει της πιο πάνω κατάληξης μου δεν θα επεκταθώ, είναι η ασάφεια του Διατάγματος με τον τρόπο που αυτό επιζητείται από τους Ενάγοντες και η οποία δεν βρίσκω ότι θα μπορούσε να θεραπευτεί με το αντίγραφο του τιμολογίου που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Τέλος και ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω, ότι αυτό κλίνει υπέρ της Καθ'ης η αίτηση αφού τούτο κρίνεται με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία κατά τον ουσιώδη χρόνο (Γρηγορίου v. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Είναι συνεπώς η κατάληξη του Δικαστηρίου, ότι, οι αιτητές δεν έχουν ικανοποιήσει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος και η νομολογία και ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση - Εναγομένων 1 και εναντίον των Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και αφού εγκριθούν από το Δικαστήριο θα καταβληθούν στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ............ Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.