← Κύπρος

Ρίτα Κασιουρή ν. Πέτρου Κασιουρή, Αρ. Aγωγής: 1235/11, 21 Οκτωβρίου, 2011

Ρίτα Κασιουρή ν. Πέτρου Κασιουρή, Αρ. Aγωγής: 1235/11, 21 Οκτωβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A117 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον: Λ.Μουγή, Ε.Δ., Αρ. Aγωγής: 1235/11 Μεταξύ: Ρίτα Κασιουρή Ενάγουσας -και- Πέτρου Κασιουρή Εναγομένου. Αίτηση ημερ. 9/9/11 για προσωρινό διάταγμα. 21 Οκτωβρίου, 2011. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγουσα-αιτήτρια: Ο κ. Ν. Καπελάκης για κ. Α. Ζαχαρίου. Για εναγόμενο-καθ΄ ου η αίτηση: Ο κ. Δημητρίου για κ. Κ. Ανδρέου. ENΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα-αιτήτρια μετά από μονομερή αίτηση της ημερ. 9/9/11 εξασφάλισε αυθημερόν προσωρινό διάταγμα το οποίο απαγορεύει στον εναγόμενο-καθ΄ ου η αίτηση προσωπικά και/ή δια των αντιπροσώπων του από το να εισέρχεται και επεμβαίνει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο στην οικία της αιτήτριας στην οδό Γρηγόρη Λαμπράκη στην Ορμήδεια, μέχρι αποπερατώσεως της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεότερων οδηγιών του Δικαστηρίου. Το πιο πάνω διάταγμα ήταν, ως έχει προαναφερθεί, το αποτέλεσμα μονομερούς αίτησης η οποία βασίστηκε στο άρθρο 32

(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9 στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/11960 και στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 Θ.1, 2, 4, 8 και 9, στα άρθρα 15, 23 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. H αίτηση υποστηριζόταν από την ένορκη δήλωση της ενάγουσας-αιτήτριας Ρίτας Κασιουρή. Το Δικαστήριο δεν θα προχωρήσει σε εκτενή παράθεση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων της αιτήτριας και του καθ΄ ου η αίτηση και αναφορά στους εκατέρωθεν ισχυρισμούς θα γίνεται όπου κρίνεται αναγκαίο αφού το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων ή στην κρίση της αξιοπιστίας της (βλ. Μαίρη Νίκου Σεβαστού ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1980). Συνοπτικά όμως και σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας η διαφορά των διαδίκων έγκειται στην οικία που βρίσκεται στην οδό Γρηγόρη Λαμπράκη στην Ορμήδεια η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα της και αποτελούσε τη συζυγική οικία αυτής και του καθ΄ ου η αίτηση μέχρι και την έκδοση διατάγματος Δικαστηρίου στις 19/1/11 για τη λύση του γάμου τους. Είναι η θέση της αιτήτριας ότι τον Ιούνιο του 2011 ο καθ΄ ου η αίτηση εγκατέλειψε την εν λόγω οικία με αποτέλεσμα η ίδια για λόγους ασφαλείας άλλαξε την κλειδαριά σε μια από τις πόρτες και στις υπόλοιπες έβαλε σύρτες γεγονός το οποίο κοινοποίησε στον καθ΄ ου η αίτηση με επιστολή η οποία παραλήφθηκε στις 31/8/
  1. Την ίδια μέρα είναι ο ισχυρισμός της αιτήτριας ο καθ΄ ου η αίτηση πήγε στην κατοικία και φώναζε και απειλούσε με αποτέλεσμα να ενημερωθεί η αστυνομία. Στις 7/9/11 ο καθ΄ ου η αίτηση απέσπασε από το ανήλικο τέκνο τους το δεύτερο κλειδί της οικίας και στις 8/9/11 στην απουσία της μπήκε στο σπίτι άλλαξε την κλειδαριά και έβαλε μέσα στην οικία το ανήλικο τέκνο τους το κλείδωσε και αρνείτο να τους δώσει το κλειδί. Για το συμβάν ενημερώθηκε και πάλι η αστυνομία και η αιτήτρια αναφέρει ότι η συμπεριφορά και στάση του καθ΄ ου η αίτηση της προκαλεί ανησυχία, φόβο και ανασφάλεια και το θέμα κατέστη κατ΄ επείγον αφού ο καθ΄ ου η αίτηση άλλαξε την κλειδαριά και την απείλησε ότι θα μπει στην κατοικία της και θα την σκοτώσει. Μετά την επίδοση του διατάγματος ο καθ΄ ου η αίτηση καταχώρισε ένσταση εξαιτούμενος την ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του εναγομένου-καθ΄ ου η αίτηση Πέτρου Κασιουρή και η οποία ένσταση βασίζεται στους ακόλουθους συγκεκριμένους λόγους:
  2. Δεν υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής της Αιτήτριας διότι η βάση της αγωγής της αποτελεί παραβίαση των Συνταγματικών και άλλων δικαιωμάτων του Καθ΄ ου η Αίτηση.
  3. Δεν πληρούνται και δεν συντρέχουν σωρευτικά οι νόμιμες προϋποθέσεις έκδοσης του απαγορευτικού διατάγματος.
  4. Δεν υπάρχει κατεπείγον ζήτημα δια την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος.
  5. Η αιτήτρια μπορεί να ικανοποιηθεί σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος.
  6. Το προσωρινό διάταγμα ημ. 09/09/2011 δεν μπορεί να συνεχίσει να ισχύει καθ΄ ότι παραβιάζει Συνταγματικά και άλλα δικαιώματα του Καθ΄ ου η Αίτηση.
  7. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας δεν έχει την αρμοδιότητα να επιληφθεί της παρούσας αγωγής και της αίτησης της Αιτήτριας.
  8. Η επίδικη κατοικία αποτελεί περιουσιακή διαφορά προς επίλυση στην Αίτηση Περιουσιακών Διαφορών 06/2011 στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας.
  9. Η επίδικη κατοικία αποτελεί την συζυγική οικία των διαδίκων σχεδόν 30 χρόνια και η ανέγερση της ήτο αποτέλεσμα της συμβολής και συνεισφοράς και των δύο διαδίκων και έχουν ίσα δικαιώματα κατοχής, χρήσης και εκμετάλλευσης της.
  10. Η Αιτήτρια με την αίτηση της παραπλανεί και/ή παραπληροφορεί το Δικαστήριο δια να επιτύχει την έκδοση του Διατάγματος.
  11. Η Αίτηση της αιτήτριας είναι παράτυπη και νομικά αστήρικτη.
  12. Η Αιτήτρια προβαίνει σε ψευδείς ισχυρισμούς και προσπαθεί να αμαυρώσει την εικόνα του Καθ΄ ου η Αίτηση δια να επιτύχει την έκδοση του διατάγματος.
  13. Δεν υπάρχει η πιθανότητα η Αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία εις την αγωγή της.
  14. Το Διάταγμα ημ. 09/09/2011 πρέπει να παύσει να ισχύει διότι αποτρέπει τον Καθ΄ ου η Αίτηση από το να απολαμβάνει την περιουσία στην οποία έχει τα ίδια δικαιώματα ως η Αιτήτρια.
  15. Με την Αίτηση και την έκδοση του διατάγματος ημ. 09/09/2011 επιλύεται η διαφορά των διαδίκων σε αυτό το πρόωρο στάδιο της διαδικασίας.
  16. Η έκδοση του διατάγματος ταυτίζεται με τις αξιώσεις της αγωγής.
  17. Η αίτησης της Αιτήτριας θα πρέπει να απορριφθεί και το Διάταγμα ημ. 09/09/2011 θα πρέπει να ακυρωθεί. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο εξέτασης της παρούσας αίτησης είναι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60). Το άρθρο αυτό ερμηνεύτηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και αναφέρω ενδεικτικά τις εξής: Karydas Taxi Co Ltd v. Komodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others
(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, K.O.T. v. Αλκιβιάδης Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255, PARΙKO ALUMINIUM DESIGNS LTD ν. MUSKITA ALUMINIUM CO. LIMITED κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 2015 Από την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή παραθέτω το εξής απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξεταστεί επανειλημμένα από το Δικαστήριο σε σειρά υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates α.ο.
(1982)1 CLR 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
(3)Η πιθανότητα να υποστεί ο Ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (βλ. επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ'Βασίλη, Πολ. Εφ. Αρ. 7755, ημερ. 13.4.1989). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ.» Σχετικά με την πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα όσα φαίνονται στις έγγραφες προτάσεις. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής, είναι αρκετό για τον ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας χωρίς να χρειάζεται να το αποδείξει αυτό στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates & others
(1982)1 C.L.R. 557 και Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, σελ. 207). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας (βλ. Ανδρέας Σάββα Κυτάλα ν. Άννα Χρυσάνθου
(1996)1 ΑΑΔ 253, 257 - 8). Το τρίτο κριτήριο - προϋπόθεση - όπως φαίνεται κι από την επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60 και όπως εξηγήθηκε στις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι το κατά πόσο «θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο» αν δεν δοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ο αιτητής επιτύχει τελικά στην αγωγή του. Μια περίπτωση που μπορεί να εμπίπτει σ' αυτή την προϋπόθεση είναι εκείνη κατά την οποία ο Ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Άλλη περίπτωση είναι εκείνη κατά την οποία η οικονομική κατάσταση του εναγόμενου είναι τέτοια που αν δεν εμποδισθεί η αποξένωση ακίνητης ή κινητής του περιουσίας, θα είναι δύσκολο για τους ενάγοντες να εισπράξουν το εξ αποφάσεως χρέος αν η απόφαση είναι τελικά υπέρ τους. Μια άλλη αρχή, την οποία το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας να εκδώσει ή μη ένα προσωρινό διάταγμα, είναι το ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με αυτή της κυρίως αγωγής, ούτως ώστε να αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα σε δύο περιπτώσεις. (βλ. γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 21, παραγρ. 763, Michael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578, Bhimjiyani v. Gregoriou
(1980)1 CLR 14, Re Χ΄Κωνσταντή, [1998] 1 A.A.Δ. 2187). Το βάρος είναι στον αιτητή για να δικαιολογήσει την συνέχιση ενός διατάγματος που εκδόθηκε σε μονομερή αίτηση. (βλ. αίτηση για ένταλμα Certiorari αναφορικά με τον Αιτητή Χάρη Φεσά
(1990)1 Α.Α.Δ. 704 και Louis Vuitton v. Δέρμοσακ & άλλος
(1992)1 ΑΑΔ 1453). Εκεί που φαίνεται ότι κατά την αρχική έκδοση του προσωρινού διατάγματος δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων το Δικαστήριο μπορεί με βάση αυτό και μόνο το λόγο ν' αρνηθεί τη συνέχιση του προσωρινού διατάγματος. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας (Νο. 2) ν. Σαββίδης
(1979)1 ΑΑΔ 349, σελ. 367 - 371, Brink´s Mat Ltd v. Elcombe and others
(1988)1 W.L.R. 1350, σελ. 1356-1357 που υιοθετήθηκαν και στις υποθέσεις Χριστιάνα Στυλιανού ν. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 ΑΑΔ 583 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248 σελ. 265 - 266). Στην τελευταία υπόθεση, σελ. 264 - 265 το Δικαστήριο για το θέμα αυτό ανέφερε τα εξής: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση.» Σχετική με το ίδιο θέμα είναι και η υπόθεση The Timberland of USA v. Evans & Sons Ltd κ.α. [1998] 1 Α.Α.Δ. 1179 όπου στη σελίδα 1186 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον κ. Πική Π. όπως ήταν τότε: «... Στην απόφαση του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας της Ολομέλειας στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Limited κ.α. Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90, 30.5.96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co. Limited κ.α.. Αυτό που προκύπτει από τα πιο πάνω είναι ότι η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Δηλαδή δεν είναι μόνο η περίπτωση που ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα που τυγχάνει εφαρμογής αυτή η αρχή, αλλά επεκτείνεται και στις περιπτώσεις εκείνες που τα γεγονότα εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλειπής και/ή παραπλανητικός, ανεξάρτητα αν τούτο γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Είναι επίσης σαφώς νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο καθότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο. (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, σελ. 267-8, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248, σελ. 269-270, Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 799 και Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd,
(1996)1 AAD 788). Τα ίδια επαναλήφθηκαν και σε μεταγενέστερες αποφάσεις (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.D. Πολ. Έφ. 10042 ημερ. 23.2.99, απόφαση πλειοψηφίας. Τ.Α. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Limited κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 2015). Ερχόμενος τώρα στην υπό κρίση υπόθεση το πρώτο ζήτημα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί είναι αυτό της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αν δηλαδή το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση. Πέραν του γεγονότος ότι εγείρεται και από πλευράς καθ΄ ου η αίτηση είναι εν πάση περιπτώσει θέμα του οποίου μπορεί το Δικαστήριο να επιληφθεί και αυτεπάγγελτα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας (βλ. Interamerican Insurance Co Ltd. V. Αντρης Μακρίδου
(2001)1Γ Α.Α.Δ. 1529). Παρά την πιο πάνω νομολογιακά καθιερωμένη αρχή, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κατζουράκη ν. Επαμεινώνδα
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 219, τόνισε στη σελίδα 224 πως «. η νομολογία ότι ζήτημα δικαιοδοσίας μπορεί να τεθεί οποτεδήποτε δεν σημαίνει και ότι τέτοιο ζήτημα βρίσκεται έξω από δικονομικό έλεγχο ώστε να μπορεί να παρεμβάλλεται οπουδήποτε κατά το δοκούν». Στην Μούρτζινος v. Global Cruises SA
(1992)1B Α.Α.Δ. 1160, λέχθηκε πως η απόφαση ως προς την ύπαρξη ή την ανυπαρξία δικαιοδοσίας δεν μπορεί παρά να είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επίδικων θεμάτων προς τις νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ως δικαιοδοσία εννοείται η εξουσία του Δικαστηρίου, όπως αυτή καθορίζεται από τον δικαιοδοτικό νόμο, να επιλαμβάνεται θεμάτων που εγείρονται ενώπιόν του για απόφαση σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες. Τονίζεται, ακολούθως, στη σελίδα 1162 της εν λόγω απόφασης πως: «Ενας είναι ο δικονομικός τρόπος προσδιορισμού των επίδικων θεμάτων. Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται με τις γραπτές προτάσεις και, όπως επεξηγήθηκε στην SEVEGEP LTD. v. United Sea Transport Ltd. κ.α.
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 729, τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως.» (δική μου η υπογράμμιση) Η δικαιοδοσία των Οικογενειακών Δικαστηρίων ρυθμίζεται από το ΄Αρθρο 11 του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου του 1990 (Ν.23/90), το οποίο, στο βαθμό που είναι σχετικό, έχει ως εξής: «11
(1)Τα οικογενειακά δικαστήρια έχουν τη δικαιοδοσία και ασκούν τις εξουσίες που τους ανατίθενται δυνάμει του ΄Αρθρου 11 του Συντάγματος, του παρόντος Νόμου και οποιουδήποτε άλλου νόμου.
(2)Χωρίς να επηρεάζεται η γενικότητα του εδαφίου
(1), τα οικογενειακά δικαστήρια έχουν ειδικότερα την εξουσία να επιλαμβάνονται υποθέσεων που αφορούν- ................................... (ε) Θέματα γενικής μέριμνας, διατροφής, αναγνώρισης τέκνου, υιοθεσίας, περιουσιακών σχέσεων των συζύγων και οποιαδήποτε άλλη γαμική ή οικογενειακή διαφορά, εφόσον οι διάδικοι ή ένας από αυτούς έχουν τη διαμονή τους στη Δημοκρατία». Εξετάζοντας την παρούσα περίπτωση προκύπτει από την έκθεση απαίτησης ότι η ενάγουσα-αιτήτρια εξαιτείται διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στον εναγόμενο-καθ΄ ου η αίτηση από του να επεμβαίνει παράνομα ή και να κατέχει παράνομα την οικία στο τεμάχιο 335 στην Ορμήδεια. Περαιτέρω εξαιτείται διατάγματος παράδοσης ελεύθερης της κατοχής και χρήσης της κατοικίας αλλά και αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση. Είναι επίσης παραδεκτό γεγονός ότι ο γάμος των διαδίκων λύθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου στις 19/1/11. ΄Εχει τεθεί περαιτέρω από την αιτήτρια ότι ο καθ΄ ου η αίτηση εγκατέλειψε την οικία τον Ιούνιο του 2011, γεγονός το οποίο ο καθ΄ ου η αίτηση παραδέχεται προβάλλοντας όμως τον ισχυρισμό ότι έφυγε για διακοπές. Επί του σημείου τούτου το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφανθεί για την αλήθεια του, αφενός μεν διότι ουδείς από τους ενόρκως δηλούντες αντεξετάστηκε και αφετέρου δεν είναι το ορθό στάδιο για αξιολόγηση ισχυρισμών και κατάληξη σε συμπεράσματα. Η υπόθεση Κατζουράκης (ανωτέρω) αφορούσε αγωγή της εκεί συζύγου που καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο εναντίον του συζύγου της αξιώνοντας αποζημιώσεις συνεπεία συστηματικής παρενόχλησης από τον τελευταίο, ως και διάταγμα με το οποίο να του απαγορεύεται να την παρενοχλεί, απειλεί, να επεμβαίνει στο άτομό της κ.λ.π. Στα πλαίσια της εν λόγω αγωγής, η ενάγουσα εξασφάλισε ex parte προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν στον σύζυγό της από του να την παρενοχλεί, απειλεί, ακολουθεί, παρακολουθεί, επικοινωνεί ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο επεμβαίνει στο άτομό της. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε θέμα δικαιοδοσίας στο στάδιο της εκδίκασης αίτησης παρακοής διατάγματος και αποφάσισε ότι οι διαφορές των διαδίκων ανακύπτουν από τις προσωπικές σχέσεις των συζύγων και πως η αγωγή αφορούσε γαμική ή οικογενειακή διαφορά που υπάγεται στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Το Ανώτατο Δικαστήριο διαφωνώντας με την πρωτόδικη απόφαση, εξέφρασε γνώμη έχοντας υπόψη το τεθέν πλαίσιο μέσα στο οποίο εξετάστηκε το ζήτημα, ότι αρμοδιότητα έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο υιοθετώντας το ακόλουθο απόσπασμα, στις σελίδες 223 - 224: «Στην προκειμένη περίπτωση, το δικαίωμα ενός διαδίκου να ζητήσει δικαστική προστασία για να παρεμποδίσει την παρενόχλησή του ή την επέμβαση στην ιδιωτική ή προσωπική του ζωή, δεν συναρτάται από τη σχέση συγγένειας που έχει με το πρόσωπο που διαπράττει την επέμβαση ή την παρενόχληση. Είναι ένα δικαίωμα που υφίσταται ανεξάρτητα από τη σχέση συγγένειας παραπονούμενου και υπαίτιου και άρα ανήκει στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Το ζήτημα αυτό θα υπαγόταν στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού μόνο αν η ύπαρξη του γάμου δημιουργούσε τέτοια δικαιώματα ή υποχρεώσεις μεταξύ των διαδίκων που αφενός απέκλειαν την εφαρμογή των διατάξεων του αστικού αδικήματος της παρενόχλησης και αφετέρου ήταν δικαιώματα και υποχρεώσεις, ή έκταση των οποίων επιδεχόταν δικαστικής ρύθμισης από το Οικογενειακό Δικαστήριο. Επίσης η υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Κωνσταντίνου
(2004)1Β Α.Α.Δ. 1192 αφορούσε αγωγή που καταχώρισε η πρώην σύζυγος στο Επαρχιακό Δικαστήριο εναντίον του πρώην συζύγου και με την οποία αξίωνε ουσιαστικά διάταγμα εμποδίζον τον τελευταίο από του να επεμβαίνει με οποιοδήποτε τρόπο στην κατοικία της, ως και διάταγμα διατάττον τον εναγόμενο να μην εισέρχεται στην κατοικία της και/ή διαμένει εντός αυτής και/ή να μην παρενοχλεί, επεμβαίνει και με οποιοδήποτε τρόπο διαταράττει και/ή επεμβαίνει στην ακεραιότητα, ειρήνη και ησυχία της ενάγουσας, ως επίσης περαιτέρω διάταγμα παρεμποδίζον την πρόκληση οχληρίας στην κατοικία της και αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και οχληρία. Κατόπιν μονομερούς αίτησης της εκεί ενάγουσας, εξασφαλίστηκε προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά εμποδίζον τον εναγόμενο από του να επεμβαίνει στην κατοικία της ενάγουσας, το οποίο, στη συνέχεια οδηγήθηκε σε ακρόαση. Το Ανώτατο Δικαστήριο, διαπιστώνοντας ότι η απαίτηση της εκεί ενάγουσας αποκάλυπτε ως βάσεις αγωγής την οχληρία και την παράνομη επέμβαση, έκρινε εσφαλμένο το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι δεν είχε καθ΄ ύλην αρμοδιότητα να εκδώσει το ζητούμενο διάταγμα. Το γεγονός ότι ο εκεί εναγόμενος διεκδικούσε, με ξεχωριστή αίτηση που καταχώρισε στο Οικογενειακό Δικαστήριο, μέρος της επίδικης κατοικίας δεν κρίθηκε αρκετό να εντάξει τις επίδικες αξιώσεις της ενάγουσας εντός της δικαιοδοσίας του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Αποφασίστηκε, επίσης, ότι ενόψει της διαπίστωσης ότι η επίδικη διαφορά αφορούσε την περίοδο μετά τη λύση του γάμου, το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία, παρά το ότι στην ουσία η ενάγουσα αξίωνε αποκλειστική χρήση της επίδικης κατοικίας, καθότι το Οικογενειακό Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να παραχωρήσει αποκλειστική χρήση οικογενειακής κατοικίας μόνο εφόσον η αίτηση καταχωρείται διαρκούντος του γάμου. Με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και τις νομολογιακές αρχές όπως έχουν παρατεθεί ανωτέρω και με δεδομένο ότι ο γάμος των διαδίκων έχει λυθεί δεν διαβλέπω τουλάχιστον μέχρι στιγμής και στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας να τίθεται θέμα αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου. Ένα άλλο ζήτημα το οποίο εγείρεται με την ένσταση του καθ΄ ου η αίτηση είναι ότι παραβιάζονται τα συνταγματικά και άλλα δικαιώματα του καθ΄ ου η αίτηση. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η θέση αυτή που διέπεται από αοριστία και γενικότητα. Απλή αναφορά ότι θίγονται συνταγματικά του δικαιώματα χωρίς οτιδήποτε περαιτέρω και χωρίς τις απαραίτητες λεπτομέρειες δεν είναι δυνατό να εξεταστούν. Εξετάζοντας τώρα το ουσιαστικό μέρος της αίτησης που είναι κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που έχουν τεθεί νομοθετικά και νομολογιακά για έκδοση αλλά και οριστικοποίηση προσωρινού διατάγματος ως η παρούσα περίπτωση τίθεται το θέμα του κατεπείγοντος ότι δηλαδή, ως ο καθ΄ ου η αίτηση ισχυρίζεται, δεν έχει αποδειχθεί το κατεπείγον. Το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6 αναφέρει ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδίδει μονομερώς διατάγματα όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις. Προκύπτει συνεπώς ότι η ύπαρξη του κατ΄ επείγοντος αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Το άρθρο αυτό έχει τύχει εξέτασης σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Resola (Cyprus) Ltd. v. Xάρη Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, Re B.P.Cyprus Ltd.
(1996)1 A.A.D. 861). Aρχή είναι ότι η έκδοση διαταγμάτων μονομερώς δεν πρέπει να είναι ο κανόνας ούτε το σύνηθες αλλά ούτε και η εξαίρεση παρά μόνο η σπάνια εξαίρεση και αυτό γιατί συνιστά παρέκκλιση από τον κανόνα φυσικής δικαιοσύνης. Στην υπό εξέταση υπόθεση η αιτήτρια στην ένορκη δήλωση της, που ας σημειωθεί δεν ζητήθηκε να αντεξεταστεί επί του περιεχομένου της, αναφέρει ότι περί την 31/8/11 άλλαξε κλειδαριά στη μία πόρτα της οικίας και έβαλε σύρτες στις υπόλοιπες γεγονός για το οποίο ο καθ΄ ου ενημερώθηκε με επιστολή. Την ίδια μέρα ο καθ΄ ου η αίτηση πήγε στην κατοικία και φώναζε και απειλούσε και ενημερώθηκε η αστυνομία. Οι απειλές του ήταν ότι θα της έκανε τη ζωή της κόλαση και ότι θα επέστρεφε πίσω για να μείνει στο σπίτι. Στις 7/9/11 εξασφάλισε με απειλές και διάφορες προφάσεις το δεύτερο κλειδί από το ανήλικο τέκνο τους και στις 8/9/11 μπήκε μέσα στο σπίτι άλλαξε την κλειδαριά, έβαλε μέσα το τέκνο τους και αρνείτο να της δώσει το κλειδί. Ενημερώθηκε και πάλι η αστυνομία η οποία όμως αδυνατούσε να πράξει οτιδήποτε. Η αιτήτρια τότε τηλεφώνησε στον καθ΄ ου η αίτηση για να επιστρέψει το κλειδί ο οποίος την απείλησε ότι όταν επιστρέψει θα την σκοτώσει. Θεωρώ ότι τα δεδομένα αυτά όπως έχουν τεθεί από την αιτήτρια στην ένορκη δήλωση της και ο πιθανός κίνδυνος ο οποίος δημιουργείται για τη σωματική ακεραιότητά της προερχόμενος από τις απειλές που ο καθ΄ ου η αίτηση εκστόμισε δικαιολογούν το κατεπείγον. Περαιτέρω, ουδεμία αδράνεια σημειώθηκε από πλευράς ενάγουσας στο να ζητήσει προστασία. Ερχόμενος τώρα να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που προνοούνται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, εκ πρώτης όψεως, και χωρίς να προβαίνω σε οιαδήποτε ευρήματα, θεωρώ ότι από την εξέταση της ενώπιον μου μαρτυρίας και λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο των δικογράφων και ιδιαίτερα ότι η αιτήτρια είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της οικίας και ότι ο καθ΄ ου η αίτηση εγκατέλειψε την οικία από τον Ιούνιο του 2011 αλλά και με τη γενικότερη συμπεριφορά του καθ΄ ου η αίτηση ο οποίος παράνομα εισήλθε στην εν λόγω οικία, όπως αναφέρεται από την αιτήτρια, η οποία επαναλαμβάνω δεν αντεξετάστηκε, πληρούται η προϋπόθεση αυτή, αφού έχει ως αποτέλεσμα να προκύπτει το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης με την αιτήτρια να έχει το δικαίωμα της έγερσης αγωγής ως κάτοχος της ακίνητης ιδιοκτησίας. Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση η οποία επιβάλλει στην αιτήτρια να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας έστω και αν το επίπεδο με το οποίο θα κριθεί η ισχυρότητα της μαρτυρίας αυτής στο παρόν στάδιο δεν είναι ψηλό, θεωρώ ότι συντρέχει. Όπως έχει προαναφερθεί δεν ενδείκνυται το Δικαστήριο να κρίνει επίδικες θέσεις εκτός και αν είναι εξόφθαλμα παράλογες και στηρίζονται σε ποιοτικά ανεπαρκή και ανίσχυρη μαρτυρία. Η αιτήτρια είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της επίδικης κατοικίας και ο καθ΄ ου η αίτηση εισήλθε εντός της οικίας, άλλαξε κλειδαριά και απείλησε την αιτήτρια και παρά το γεγονός ότι εκκρεμεί διαδικασία λύσης περιουσιακών διαφορών στο οικογενειακό Δικαστήριο και το αποτέλεσμα της διαδικασίας εκείνης δεν είναι δυνατό να προβλεφθεί εν τούτοις με τα δεδομένα που έχουν τεθεί ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου γι΄ αυτή την υπόθεση, η πιθανότητα επιτυχίας είναι ορατή αφού εν πάση περιπτώσει στη συγκεκριμένη υπόθεση τίθενται και διαφορετικές βάσεις αγωγής. Δεν είναι όμως δυνατό το Δικαστήριο να καταλήξει σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα σε σχέση με το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή κατά πόσο η ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, θεωρώ ότι το έχει επιτύχει. Κατ΄ αρχάς θα πρέπει να λεχθεί ότι ο καθ΄ ου η αίτηση στην ένσταση του πέραν από γενικούς ισχυρισμούς δεν πραγματεύεται την σχετική προϋπόθεση. Ανεξαρτήτως αυτού όμως η έννοια της απονομής της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή. Στην υπόθεση M & Ch Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. The Timberland Co.
(1997)1 A.A.Δ. 1791 που αφορούσε ζήτημα αθέμιτου ανταγωνισμού λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231,240, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλείται στην απόφαση του, το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτουμένου την θεραπεία. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός έχει προεκτάσεις, μεταξύ των οποίων και ο επηρεασμός της εμπορικής εύνοιας, που είναι δύσκολο να αποτιμηθούν σε χρήμα ή να εξακριβωθούν με βεβαιότητα.» Η διερεύνηση του τρίτου κριτηρίου του άρθρου 32 συναρτάται και με την διατήρηση του status quo καθώς και με την ταλαιπωρία που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την έκδοση του διατάγματος θέμα το οποίο εγείρεται εν πάση περιπτώσει και από την πλευρά της αιτήτριας η οποία ισχυρίζεται ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) κλίνει υπέρ της αφού καμιά ουσιαστική ζημιά προκλήθηκε στον καθ΄ ου η αίτηση. Στη μελέτη του Δικαστή Γ.Κ. Κωσταντινίδη στο CORPUS DE JURE CYPRII και σε σχέση με την διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, αναφέρονται τα πιο κάτω στην σελ. 214: «Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι απεριόριστοι και δεν επιδέχονται προσδιορισμό εκ των προτέρων. Γενικά, η έκδοση ή η άρνηση της έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος εξαρτάται από τον κεφαλαιώδη γνώμονα των αναγκών της δικαιοσύνης όπως αυτές αποκαλύπτονται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Με δεδομένη την εννοιολογική διαφοροποίηση όσων κριτηρίων ο νομοθέτης διαμόρφωσε ως προϋποθέσεις για την γέννηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου, οι παράγοντες αυτοί εξετάζονται, βασικά, στα πλαίσια του έργου της στάθμισης των αντίστοιχων αναγκών ή συμφερόντων των διαδίκων, σε συνάρτηση με τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει πάνω στα επηρεαζόμενα μέρη ή έκδοση ή η άρνηση έκδοσης του διατάγματος. Σε σχέση με το θέμα αυτό, θα υπενθύμιζα μόνο την υπόθεση American Cyanamid Co.,
(1975)1 All E.R. 504, σύμφωνα με την οποία στην περίπτωση που οι διάφοροι παράγοντες που είναι σχετικοί στην στάθμιση των αντίστοιχων συμφερόντων ή αναγκών των διαδίκων ισοζυγίζονται, πρέπει να επενεργεί στην απόφαση, το στοιχείο της διατήρησης του status quo ante, της διατήρησης, δηλαδή, της κατάστασης που επικρατούσε όταν ο Εναγόμενος άρχισε την δραστηριότητα της οποίας επιδιώκεται η παρεμπόδιση.» Παίρνοντας καθοδήγηση από τα πιο πάνω κρίνω ότι η αιτήτρια έχει αποδείξει και την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Η υπόθεση αφορά την ακεραιότητα αλλά και γενικότερα τη διαβίωση της αιτήτριας με προεκτάσεις στα δικαιώματα της πέραν της υλικής ζημιάς. Περαιτέρω σταθμίζοντας την ταλαιπωρία που θα υποστούν οι διάδικοι κρίνω ότι η συνέχιση της ισχύος του διατάγματος θα επιφέρει λιγότερη ταλαιπωρία στον εναγόμενο-καθ΄ ου η αίτηση από αυτήν που θα προκαλέσει στην ενάγουσα-αιτήτρια η ακύρωση του. Ένα τελευταίο ζήτημα που χρήζει εξέτασης και το οποίο έχει εγερθεί από πλευράς εναγομένου είναι ότι οι θεραπείες της αίτησης για προσωρινό διάταγμα ταυτίζονται με αυτές της αγωγής. Είναι γεγονός ότι το λεκτικό του εκδοθέντος διατάγματος ταυτίζεται με μια από τις θεραπείες της αγωγής και συγκεκριμένα της παραγράφου Α της έκθεσης απαίτησης. Είναι νομολογημένο ότι προσωρινό διάταγμα το οποίο εκδίδεται μετά από μονομερή αίτηση πρέπει να στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας και όχι στην ικανοποίηση του ουσιαστικού αιτήματος της δίκης (βλ. Goody´s Evagorou Ltd. v. Lani Restaurants ltd. Π.Ε. 10184 ημερ. 22/9/98, Ακης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρες) Λτδ. ν. C. Koukkouris Trading Co Ltd. Π.Ε. 9789 ημερ. 28/1/98). Παρά ταύτα όμως η έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή δεν αποκλείεται (Χριστοφής Κούνουνα ν. C. & A. Simons Ltd.
(2002)1Β Α.Α.Δ. 1361, Κοσμά ν. Χατζηκυπρή κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169). Στην υπό εξέταση αίτηση τα δεδομένα και η φύση της υπόθεσης έχουν επεξηγηθεί ανωτέρω. Παρά το γεγονός ότι το εκδοθέν διάταγμα είναι ταυτόσημο με μία από τις θεραπείες που ζητούνται στην αγωγή, εντούτοις, σε συνάρτηση με το ισοζύγιο της ευχέρειας που ως έχει προαναφερθεί είναι προς όφελος της αιτήτριας θεωρώ ότι το διάταγμα που έχει εκδοθεί μονομερώς θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ. Ως εκ τούτου και με βάση τα ανωτέρω κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως το προσωρινό διάταγμα ημερ. 9/9/11 καταστεί απόλυτο και καθίσταται απόλυτο μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Λ. Μουγής, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.