← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι τον ΜΑΡΙΟ ΦΡΑΓΚΟΥ, Αρ. Αίτησης 97/2011, 21 Οκτωβρίου 2011

Επί τοις αφορώσι τον ΜΑΡΙΟ ΦΡΑΓΚΟΥ, Αρ. Αίτησης 97/2011, 21 Οκτωβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A120 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΣΕ ΠΤΩΧΕΥΣΗ Ενώπιον:- Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης 97/2011 Επί τοις αφορώσι τον ΜΑΡΙΟ ΦΡΑΓΚΟΥ, από την Αραδίππου, Λάρνακα. Ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για αιτητές: Ο κ. Γ. Φούλιας, για Δρ. Α. Ποιητής & Σια. Για καθ΄ ου η αίτηση: Η κα Μ. Ραφαήλ, για Ι. Φράγκος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση ημερ. 16.05.2011 η HELLENIC BANK PUBLIC CO. LTD. αιτείται την έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του Μάριου Φράγκου από τη Λάρνακα. Σύμφωνα με την αίτηση, ο Μάριος Φράγκου οφείλει το ποσό των €40.000, πλέον τόκο προς 8% ετησίως από 29.02.2005 μέχρι εξοφλήσεως δυνάμει δικαστικής απόφασης ημερ. 29.02.
  2. Είναι, περαιτέρω, η θέση των αιτητών ότι ουδεμία ασφάλεια έχουν επί της ή μέρους της περιουσίας του χρεώστη για την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους και ότι ο οφειλέτης εντός τριών

(3)μηνών προ της καταχώρισης της υπό κρίση αίτησης διέπραξε πράξη πτώχευσης, δηλαδή παρέλειψε να συμμορφωθεί με σχετική ειδοποίηση πτώχευσης στην αίτηση υπ΄ αριθμό 57/11, η οποία του επιδόθηκε στις 22.02.
  1. Η αίτηση των αιτητών συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Χριστάκη Φουλή. Ο καθ΄ ου η αίτηση στις 20.09.2011 καταχώρισε ένσταση προβάλλοντας τους κάτωθι συγκεκριμένους λόγους:
  2. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας και της νομολογίας για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  3. Η αίτηση είναι αντικανονική ή/και παράτυπη.
  4. Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και/ή είναι καταπιεστική.
  5. Η αίτηση στηρίζεται επί αβάσιμων στοιχείων ή/και ισχυρισμών.
  6. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. Οι αιτητές προς απόδειξη της αίτησης κάλεσαν δύο μάρτυρες. Ο πρώτος μάρτυρας ήταν η Ελένη Θεοδοσίου, υπάλληλος στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στο Τμήμα Πτωχεύσεων η οποία και κατέθεσε τον φάκελο της Ειδοποίησης Πτώχευσης υπ΄ αριθμό 57/11, τεκ. 1, τον οποίο είχε υπό τη φύλαξή της δηλώνοντας ότι δεν υπήρξε συμμόρφωση με την ειδοποίηση από τον καθ΄ ου η αίτηση. Η εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Δεύτερος μάρτυρας για τους αιτητές ήταν ο Γιώργος Σιεκκερής, υπάλληλος στην Ελληνική Τράπεζα ως λειτουργός χρηματοδοτήσεων. Προχώρησε στην κατάθεση αντιγράφου της δικαστικής απόφασης ημερ. 29.02.2008, τεκ. 2, και κατάστασης λογαριασμού ημερ. 6.10.2011, τεκ. 3, αναφέροντας ότι το υπόλοιπο σήμερα είναι €68.598, πλέον τόκος και έξοδα και ο καθ΄ ου η αίτηση δεν έχει καταβάλει οιονδήποτε ποσό έναντι της οφειλής, ως φαίνεται στο τεκμήριο
  7. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι παρά το γεγονός ότι δεν υπάρχουν χρεώσεις επί του τεκ. 3 αυτό είναι το υπόλοιπο σε σχέση με την απόφαση τεκ.
  8. Είπε επίσης ότι έγινε μια πρόταση για συμβιβασμό της υπόθεσης έτσι ώστε η αίτηση να αποσυρθεί αλλά δεν γνώριζε το ποσό. Σε υποβολή της συνηγόρου του καθ΄ ου η αίτηση ότι η αίτηση ήταν για πίεση του οφειλέτη για να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό η απάντησή του ήταν αρνητική λέγοντας ότι ήταν για σκοπούς διαπραγμάτευσης για είσπραξη του ποσού. Είπε, τέλος, ότι αν η αντιπρόταση των €30.000 που έγινε από τους αιτητές προς τον καθ΄ ου η αίτηση γινόταν δεκτή από τον οφειλέτη τότε δεν θα γινόταν η αίτηση πτώχευσης. Ο καθ΄ ου η αίτηση δεν πρόσφερε οιανδήποτε μαρτυρία. Κατόπιν τούτου αμφότεροι οι συνήγοροι προχώρησαν σε αγορεύσεις υποστηρίζοντας έκαστος τις θέσεις του. Από την ενώπιον του δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία, αλλά και από τις αγορεύσεις των δύο πλευρών και κυρίως της πλευράς του καθ΄ ου η αίτηση, δύο είναι τα θέματα τα οποία εγέρθηκαν και τα οποία χρήζουν εξέτασης. Το πρώτο είναι το νομότυπο και κανονικό της αίτησης πτώχευσης και το δεύτερο είναι η θέση ότι η αίτηση καταχωρίστηκε καταχρηστικά και είναι καταπιεστική. Σε σχέση με το πρώτο εγερθέν θέμα είναι η θέση του καθ΄ ου η αίτηση ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη καθ΄ ότι ελλείπει ότι ο ενόρκως δηλών ήταν εξουσιοδοτημένος να υποβάλει την αίτηση στην οποία προέβηκε και η οποία συνοδεύει την αίτηση. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 126
(2)των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών προβλέπεται ότι: «126-
(1)...........................
(2)Αίτηση πτωχεύσεως εναντίον οφειλέτη, ή ειδοποίηση πτωχεύσεως σε οφειλέτη εταιρείας περιορισμένης ευθύνης ή άλλου νομικού προσώπου δύναται να ληφθεί ή εναχθεί από οποιοδήποτε λειτουργό αυτού που εξουσιοδοτείται για το σκοπό αυτό, καταχωρώντας ένορκο δήλωση που να δηλώνει ότι είναι λειτουργός και ότι εξουσιοδοτήθηκε κανονικά να υποβάλλει την αίτηση ή να λάβει αυτή.» Προκύπτει σαφέστατα από τον πιο πάνω κανονισμό ότι αίτηση πτώχευσης εναντίον οφειλέτη από νομικό πρόσωπο μπορεί να παρουσιαστεί από οιονδήποτε λειτουργό του ο οποίος εξουσιοδοτείται γι΄ αυτό τον σκοπό και ο οποίος λειτουργός θα πρέπει στην ένορκη δήλωση που θα καταχωρίσει να αναφέρει ότι είναι λειτουργός και εξουσιοδοτήθηκε για να υποβάλει την αίτηση. Στην υπόθεση Σαββίδης ν. Χρηματοδοτήσεις «Πάνθηρας» Λτδ.
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1411 όπου ο ενόρκως δηλών ήταν λειτουργός των αιτητών και ανέφερε στην ένορκη δήλωσή του ότι ήταν στην υπηρεσία των εφεσίβλητων και εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην ένορκη δήλωση αποφασίστηκε ότι ικανοποιείτο η πρόνοια του Κ.126
(2)έστω και αν ο ενόρκως δηλών δεν ανέφερε ότι ήταν εξουσιοδοτημένος να υποβάλει την αίτηση. Ερχόμενος στην υπό κρίση αίτηση, πέραν του γεγονότος ότι ο μάρτυρας ο οποίος κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν άλλος από τον ενόρκως δηλούντα της αίτησης, στην ίδια την ένορκη δήλωση αναφέρεται από τον ενόρκως δηλούντα μόνο ότι είναι υπάλληλος της HELLENIC BANK PUBLIC CO. LTD. και προηγουμένως ήταν υπάλληλος της HELLENIC BANK (FINANCE) LTD. η οποία είναι δεόντως εγγεγραμμένη στον ΄Εφορο Εταιρειών. Εκτός αυτού, ουδέν έτερον προκύπτει ούτε από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης αλλά ούτε και από την τεθείσα μαρτυρία που να ικανοποιεί τις πρόνοιες του Κ.126
(2)των περί Πτωχεύσεως Κανονισμών. Πουθενά αναφέρεται ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους αιτητές για να προβεί στην ένορκη δήλωση και να υποβάλει την αίτηση. Παρά το γεγονός ότι η ως άνω παρατυπία προδιαγράφει και την κατάληξη της αίτησης, εντούτοις και για σκοπούς πληρότητας θα προχωρήσω να εξετάσω και τον άλλο εγερθέντα λόγο ένστασης. Είναι η θέση του καθ΄ ου η αίτηση, ως έχει προαναφερθεί, ότι η υπό εξέταση αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και/ή είναι καταπιεστική καθότι, πάντα κατά τους ισχυρισμούς του καθ΄ ου η αίτηση, καταχωρήθηκε ως μοχλός πίεσης για την εξασφάλιση του εξ αποφάσεως χρέους. Αν και ο ίδιος ο καθ΄ ου η αίτηση δεν κατάθεσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου, εντούτοις ο ισχυρισμός αυτός περιέχεται στην ένορκη δήλωσή του που συνοδεύει την ένστασή του αλλά προωθήθηκε και κατά το στάδιο της αντεξέτασης του Μ.Α.2. Εξειδικεύεται μάλιστα η θέση του στο ότι ο ίδιος πρόσφερε στους αιτητές το ποσό των €10.000 για την πλήρη απαλλαγή του από οιανδήποτε άλλη υποχρέωση και την απόσυρση της αίτησης πτώχευσης. Η εν λόγω πρόταση δεν έγινε δεκτή από τους αιτητές αλλά έγινε αντιπρόταση για το ποσό των €30.000. Οι αρχές της εφαρμογής της κατάχρησης της διαδικασίας εξετάστηκαν εκτεταμένα στην υπόθεση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522 με αναλυτική αναφορά τόσο στη σχετική αγγλική νομολογία όσο και στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση εκείνη λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Η αναστολή της δίκης ή η απόρριψη υπόθεσης για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας χωρεί μόνο εφόσον απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Η δικαιοδοσία για πάταξη τέτοιων περιπτώσεων είναι σύμφυτη χωρίς να έχει οποιαδήποτε νομοθετική προέλευση. Είναι μια εξουσία αυτονόητη και απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης και την αξιοπιστία των θεσμών και μέσων επίτευξης των στόχων της.» Στη συνέχεια στην ίδια απόφαση γίνεται αναφορά στην αγγλική νομολογία και αναφέρεται ότι με την πάροδο του χρόνου η σύμφυτη δικαστική εξουσία εμπεδώθηκε σε διαφορετικούς κλάδους του δικαίου και είναι πια εμπεδωμένο ότι επιβάλλεται η περιστολή της χρήσης διαδικασίας όταν διαστρεβλώνεται ο σκοπός ύπαρξής της. Σύμφωνα με τη διατύπωση του Λόρδου Diplock στη Hunter v. Chief Constable of West Midlands and another [1981] 3 All E.R. 727, 729: «.... this is a case about abuse of the process of the High Court. It concerns the inherent power which any court of justice must possess to prevent misuse of its procedure in a way which, although not inconsistent with the literal application of its procedural rules, would nevertheless be manifestly unfair to a party to litigation before it, or would otherwise bring the administration of justice into disrepute among right-thinking people. The circumstance in which abuse of process can arise are very varied; those which give rise to the instant appeal must surely be unique. It would, in my view, be must unwise if this House were to use this occasion to say anything that might be taken as limiting to fixed categories the kinds of circumstances in which the court has a duty (I disavow the word discretion) to exercise this salutary power.» Η αρχή εξετάστηκε επίσης και στην Walpole v. Partidge and Wilson [1994] 1 All E.R. 385, όπου ο δικαστής Ralph Gibson τόνισε πως το δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται σε κάθε περίπτωση ότι η διαδικασία είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο διάταγμα. Στην Director o f Public Prosecutions v. Humphrys [1977] A.C. 1, ο Λόρδος Salmon σχολιάζοντας την αρχή καθόρισε και τα όριά της (στη σελίδα 46): «I respectfully agree with [Lord Dilhorne] that a judge has not and should not appear to have any responsibility for the institution of prosecutions; nor has he any power to refuse to allow a prosecution to proceed merely because he considers that, as a matter of policy, it ought not to have been brought. It is only if the prosecution amounts to an abuse of the process of the court and is oppressive and vexatious that the judge has the power to intervene. Fortunately, such prosecutions are hardly ever brought but the power of the court to prevent them is, in my view, of great constitutional importance and should be jealously preserved.» Σε πολλές περιπτώσεις η αγγλική νομολογία έχει υπογραμμίσει ότι η άσκηση τέτοιας δραστικής εξουσίας ασκείται φειδωλά και διαφαίνεται επίσης από αυτές ότι η κάθε υπόθεση εξετάζεται υπό το πρίσμα των δικών της πραγματικών περιστατικών. Στην ίδια απόφαση Χαραλαμπίδης (πιο πάνω) αναγνωρίστηκε ότι την ίδια εξουσία καταστολής για κατάχρηση των διαδικασιών έχουν τα κυπριακά δικαστήρια κάνοντας αναφορά στη βασική υπόθεση Διευθυντής Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, όπου ο Πικής Π. διέγραψε τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα και το σκοπό που τη διαπνέει, υπογραμμίζοντας ότι: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι΄ αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Εξετάζοντας τώρα την παρούσα περίπτωση, θεωρώ ότι η θέση και ισχυρισμοί του καθ΄ ου η αίτηση περί αυτού του ζητήματος δεν μπορούν να ευσταθήσουν. Κατ΄ αρχάς φαίνεται από τον φάκελο της υπόθεσης ότι η αίτηση για έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης καταχωρίστηκε την 31.01.2011 και επιδόθηκε στον καθ΄ ου η αίτηση στις 22.02.2011, ενώ η αίτηση πτώχευσης καταχωρίστηκε στις 16.05.
  1. Η επιστολή ημερ. 28.06.2011 στάληκε από τους δικηγόρους του ίδιου του καθ΄ ου η αίτηση, μετά την καταχώριση της αίτησης πτώχευσης και είναι ο ίδιος ο οφειλέτης που προτείνει την καταβολή του ποσού των €10.000 για απαλλαγή του και απόσυρση της αίτησης πτώχευσης. Αυτό που είναι πρόδηλο είναι ότι οι οιεσδήποτε προτάσεις για διευθέτηση της υπόθεσης έγιναν μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα από την επίδοση της αίτησης για την έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης και 20 ημέρες μετά από την επίδοση της αίτησης πτώχευσης, δηλαδή μετά την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης και μετά ακολούθησε η αντιπρόταση για την καταβολή των €30.
  2. Δεν προηγήθηκαν δηλαδή συνεννοήσεις και διαπραγματεύσεις προ της καταχώρισης της ειδοποίησης πτώχευσης ή και ακόμα προ της καταχώρισης της αίτησης πτώχευσης για διευθέτηση του εξ αποφάσεως χρέους και αφού αυτές ναυάγησαν επέφεραν την αίτηση πτώχευσης σαν μέτρο καταπίεσης. Από αυτά τα δεδομένα και ενόψει της ανωτέρω τεθείσας νομολογίας και αρχών θεωρώ ότι υπό τις συνθήκες η θέση του καθ΄ ου η αίτηση περί κατάχρησης της διαδικασίας δεν μπορεί να γίνει δεκτή ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι έγινε αντιπρόταση από τους αιτητές για καταβολή €30.000 για απαλλαγή του καθ΄ ου η αίτηση που και πάλι, επαναλαμβάνω, έγινε μετά την πρόταση του καθ΄ ου η αίτηση για €10.000 και μετά την καταχώριση της παρούσας αίτησης. Ενόψει όμως της κατάληξης του Δικαστηρίου σε σχέση με το παράτυπο της υπό εξέταση αίτησης, όπως αναλύθηκε πιο πάνω, η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του καθ΄ ου η αίτηση και εναντίον των αιτητών ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Λ. Μουγής, Ε.Δ. /ΜΧΚ Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.