ΠΕΡΙΚΛΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α. ν. ΝΙΚΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ άλλως ΝΙΚΟΥ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ, Αρ. Αγωγής: 1948/11, 24 Οκτωβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A123 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1948/11 Μεταξύ:
- ΠΕΡΙΚΛΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
- ΜΑΡΙΑΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ενάγοντες-Αιτητές -και- ΝΙΚΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ άλλως ΝΙΚΟΥ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ Εναγόμενου-Καθ' ου η αίτηση ------------------- Αίτηση ημερομηνίας 27/06/2011 για έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων Ημερομηνία: 24 Οκτωβρίου, 2011 Εμφανίσεις: Για Αιτητές-Ενάγοντες: κα Ε. Ανδρέου Για Καθ' ου η Αίτηση-Εναγόμενο: κ. Σκορδής Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την Αίτησή τους, ημερομηνίας 27/06/2011, οι Αιτητές-Ενάγοντες αιτήθηκαν μονομερώς την έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε στις 12/05/2008, στην Αγωγή Αρ. 288/2007 του Ε.Δ. Λάρνακος μέχρι την εκδίκαση της υπό κρίση αγωγής, η οποία καταχωρίστηκε και σχετίζεται με αυτή τούτη την έκδοση της απόφασης. Επίσης ζητήθηκε διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται ο Εναγόμενος, στην υπό κρίση αγωγή, από του να λάβει ή να προωθήσει οποιοδήποτε μέτρο εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης στην Αγωγή Αρ. 288/
- Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.33 θ.15, Δ.48 θ.1-4 και θ.9 και Δ.64, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στα άρθρα 30 και 38 του περί Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτικών Οικοδομών και Τεχνικών Έργων Νόμου του 2001, στα άρθρα 4-9 του Κεφ.6 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της κας Μαρίας Φιλίππου Γεωργίου, η οποία είναι Ενάγουσα 2-Αιτήτρια. Σε αυτήν καταγράφεται ότι είναι σύζυγος του Εναγομένου 1 και γνωρίζει τα γεγονότα που αφορούν τη συγκεκριμένη αίτηση. Κατά τον ισχυρισμό της, στις 07/02/2007 καταχωρίστηκε από τον Εναγόμενο στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, η Αγωγή αρ.288/2007, με την οποία αξιωνόταν το ποσό των Λ.Κ.27.000- πλέον τόκοι και έξοδα, ως οφειλόμενο δυνάμει της συμφωνίας ανέγερσης της συζυγικής της κατοικίας. Η μεταξύ του Εναγομένου και του συζύγου της διαφορά, προέκυψε όταν ο σύζυγός της, Ενάγοντας 1, αρνήθηκε να καταβάλει στον Εναγόμενο τα ποσά εκδοθέντων διατακτικών, γιατί περιλάμβαναν ποσά που αφορούσαν εργασίες που δεν είχαν εκτελεστεί καθώς και άλλα ποσά που δεν έπρεπε να ήταν πληρωτέα. Συμφωνήθηκε, μετά την καταχώρηση της Αγωγής Αρ.288/2007, όπως παραπεμφθεί η διαφορά των δύο πλευρών σε διαιτησία, η οποία διεξάχθηκε και ο Διαιτητής, κ. Χρίστος Χατζηχρίστου, εξέδωσε στις 16/07/2007 την απόφασή του στην οποία κατέληξε σε εύρημα ότι τα διατακτικά με αριθμούς 9, 10 και 11, στα οποία ο Εναγόμενος είχε βασίσει την αξίωσή του, δεν θα έπρεπε να είχαν εκδοθεί και ότι οι Ενάγοντες όφειλαν στον Εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ.5.441,55 και όχι Λ.Κ.21.393-. Ο Εναγόμενος στις 04/06/2007 αμφισβήτησε την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης, χωρίς όμως να ακολουθήσει τη δέουσα και νόμιμη διαδικασία, παρά μόνο απέστειλε μέσω του δικηγόρου του επιστολή στον Διαιτητή, με ημερομηνία 14/08/
- Λόγω του ότι η διαιτητική απόφαση δεν είχε ικανοποιήσει τον Εναγόμενο, χωρίς να αποκαλύψει την έκδοση της διαιτητικής απόφασης, προχώρησε στην προώθηση της Αγωγής Αρ.288/2007 καταχωρώντας, στις 28/12/2007, Έκθεση Απαίτησης. Ήταν η θέση της ότι, λόγω διαφωνιών με τον προηγούμενο δικηγόρο που είχαν διορίσει, δεν καταχωρίστηκε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση εντός της ταχθείσας από το Δικαστήριο προθεσμίας και το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση στην απουσία τους στις 12/05/
- Καταχωρίστηκε άμεσα αίτηση για παραμερισμό της δικαστικής απόφασης, η οποία απορρίφθηκε λόγω του ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι δεν υπήρχε εύλογη αιτιολογία της μη εμφάνισης την ημέρα ορισμού, για απόδειξη, της αίτησης για έκδοση απόφασης. Η συγκεκριμένη απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου εφεσιβλήθηκε και το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε το εύρημα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι δεν είχε δοθεί εύλογος λόγος για τη μη έγκαιρη καταχώρηση της Υπεράσπισης. Είναι η εισήγηση της ομνύουσας, ότι λόγω της εκκρεμότητας που υπήρχε στην Έφεση Αρ.266/2008, δεν κατατέθηκε ενωρίτερα η παρούσα αγωγή για να μην εκκρεμούν δύο παράλληλες διαδικασίες. Με την υπό κρίση αγωγή, αξιώνεται η ακύρωση και ο παραμερισμός της δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 12/05/2008, λόγω του ότι η συγκεκριμένη απόφαση είχε ληφθεί κατόπιν δόλου και ψευδούς Ένορκης Δήλωσης καθώς επίσης και απόκρυψης από το Δικαστήριο ουσιαστικών γεγονότων από τον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος, είναι ο ισχυρισμός της ομνύουσας, ενώ γνώριζε το αποτέλεσμα της διαιτησίας, με το οποίο είχαν δεσμευτεί και οι δύο πλευρές, εσκεμμένα, κακόπιστα και δόλια δεν το ανέφερε στην Ένορκη Δήλωση που προσκόμισε στο Δικαστήριο για να αποδείξει την απαίτησή του. Για να αποδείξει την απαίτησή του, προσκόμισε τα αμφισβητούμενα διατακτικά με αριθμούς 9, 10 και 11 καθώς και τις επιστολές απαίτησης που είχε αποστείλει ο Εναγόμενος στον σύζυγό της, Ενάγοντα 1, μέσω του δικηγόρου του. Εσκεμμένα, κακόπιστα και δόλια, κατά τον ισχυρισμό της, ο Εναγόμενος απέκρυψε όλα τα έγγραφα, τα οποία αποκάλυπταν ότι το υπόλοιπο της συμφωνίας ανερχόταν στις Λ.Κ.5.441,
- Κατά τη δική της άποψη, εάν το Δικαστήριο είχε γνώση της ύπαρξης της διαιτητικής απόφασης καθώς και την κατάληξή της, ο Εναγόμενος δεν θα πετύχαινε την έκδοση της δικαστικής απόφασης. Είναι η θέση της ότι ενώ ο Εναγόμενος γνώριζε ότι η συμφωνία είχε υπογραφτεί μόνο από τον Ενάγοντα 1, παραπλανητικά και δόλια, έκανε αναφορά στην ίδια για να τη συσχετίσει με την καταβολή των οφειλομένων ποσών. Το οικόπεδο, κατά τον ισχυρισμό της, δεν ανήκει στην ίδια, όπως ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος, αλλά στον πατέρα της και η συζυγική κατοικία κατασκευάστηκε από τον Εναγόμενο μετά από συμφωνία με τον Ενάγοντα
- Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι από πληροφορίες που έλαβε, ο Εναγόμενος δεν ήταν κάτοχος άδειας Δ τάξης, την οποία ήταν υποχρεωμένος να κατέχει για να μπορεί να ανεγείρει την κατοικία, αφού αυτή υπερέβαινε τα 300τ.μ. Το γεγονός αυτό ουδέποτε αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο, αλλά αντίθετα ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο κατείχε την άδεια και ήταν αδειούχος εργολάβος. Καταλήγει, ότι η δόλια και κακόπιστη συμπεριφορά του Εναγομένου είχε ως μοναδικό σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου για την εξασφάλιση δικαστικής απόφασης. Με βάση τη συγκεκριμένη δικαστική απόφαση, ο Εναγόμενος ενέγραψε memo επί της ακίνητης ιδιοκτησίας με αριθμό Τεμ.430 στο χωριό Βαβατσινιά, το οποίο ανήκει στον Ενάγοντα 1 και του οποίου η αγοραία αξία υπερβαίνει τα €80.000- οπόταν υπερκαλύπτει την αξίωση. Ισχυρίζεται παράλληλα ότι ο Εναγόμενος αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα και στερείται οποιασδήποτε ακίνητης περιουσίας. Επιπρόσθετα, είναι η εισήγησή της ότι εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, ο Εναγόμενος θα προωθήσει περαιτέρω μέτρα εκτέλεσης της επίδικης απόφασης, με αποτέλεσμα να εξαναγκαστούν στην πώληση του συγκεκριμένου τεμαχίου, προς εξόφληση της επίδικης απόφασης, ενώ αν εκδοθεί απόφαση εναντίον του Εναγόμενου στην υπό κρίση αγωγή, αυτός θα αδυνατεί να συμμορφωθεί. Αυτό θα οδηγούσε σε αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης, στην περίπτωση που οι Ενάγοντες επιτύχουν στην αγωγή τους, αφού ο Εναγόμενος θα έχει πληρωθεί, ενώ ο Ενάγοντας 1 θα έχει απολέσει την ακίνητή του ιδιοκτησία. Επιπρόσθετα, είναι ο ισχυρισμός της, ότι υπάρχει πιθανότητα για σκοπούς πίεσης, ο Εναγόμενος να προωθήσει εναντίον της πτωχευτικά μέτρα, λόγω του ότι είναι δημόσια υπάλληλος, όπως είχε πράξει και στο παρελθόν. Έχει επίσης ο Εναγόμενος καταχωρήσει εναντίον των Εναγόντων ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας, γι' αυτό και είναι ορθό και δίκαιο, είναι η δική της εισήγηση, όπως εκδοθούν τα διατάγματα έτσι ώστε η υπό κρίση αγωγή να μην καταστεί άνευ αντικειμένου. Αναφέρει ότι δηλώθηκε στον δικηγόρο του Εναγόμενου η πρόθεσή τους να καταβάλουν τα δικηγορικά έξοδα που επιδικάστηκαν με δόσεις, λόγω οικονομικών δυσκολιών. Δόθηκαν οδηγίες για επίδοση της αίτησης και ο Εναγόμενος-Καθ' ου η αίτηση, καταχώρησε Ένσταση, η οποία στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.27 θ.1-4, Δ.35 θ.18, Δ.19 θ.26 και Δ.48 θ.2, 4, 8 και 9
(1), στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στα άρθρα 4-9 του Κεφ. 6 και στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβάλλονται τέσσερις
(4)λόγοι ένστασης, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: ότι η Αίτηση της Ενάγουσας 2 δεν αποκαλύπτει βάσιμο λόγο για την έκδοση των διαταγμάτων, ότι η αιτούμενη αναστολή θα παραβλάψει τα δικαιώματα του Εναγομένου γιατί θα τον στερήσει από τους καρπούς της επιτυχίας του, ότι η Ένορκη Δήλωση της Ενάγουσας 2 δεν παρέχει στοιχεία και δικαιολογητικά που να παρέχουν νομικό έρεισμα για την έκδοση του διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης καθώς επίσης και ότι στο αιτητικό της αίτησης γίνεται αναφορά και λόγος για αναστολή της απόφασης, ενώ στο γενικά οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, γίνεται αναφορά σε ακύρωση και παραμερισμό της δικαστικής απόφασης. Η Ένσταση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του Νίκου Χριστοδούλου, Εναγομένου-Καθ' ου η αίτηση. Δια μέσου της Ένορκης Δήλωσης του, ο Καθ' ου η αίτηση εγείρει προδικαστική ένσταση και ισχυρίζεται ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη, γιατί με την Αίτηση επιδιώκεται η αναστολή εκτέλεσης απόφασης σε άλλη αγωγή, η οποία έχει καταστεί τελεσίδικη και αμετάκλητη μετά την έκδοση της απόφασης του Εφετείου, στην Έφεση Αρ.266/
- Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι δεν αποκαλύπτουν και δεν στοιχειοθετούν οι Ενάγοντες-Αιτητές επαρκείς και/ή νόμιμους λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Κατά τον ισχυρισμό του, τα διατακτικά είχαν εκδοθεί από τον αρχιτέκτονα των Εναγόντων και είχαν αμφισβητηθεί μετά την έγερση της αγωγής. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε υπεράσπιση ότι είχαν εκδοθεί κατά λάθος και δεν έγινε οποιαδήποτε διαμαρτυρία προς αυτήν την κατεύθυνση. Υποστήριξε ότι δεν αποκρύβει από το Δικαστήριο το θέμα της διαιτησίας, αφού το ίδιο το Δικαστήριο αναφέρθηκε στο θέμα της διαιτησίας κατά την έκδοση της απόφασής του στην αίτηση παραμερισμού. Ο ομνύοντας προβάλλει τον ισχυρισμό ότι η Ενάγουσα 2 προσπαθεί να παραπλανήσει το Δικαστήριο, αφού εκκρεμούσης της εκδίκασης της έφεσης, καταχώρισαν την Αγωγή Αρ.1998/2010, με την οποία αξίωναν από τον ίδιο αποζημιώσεις για μη εκτέλεση εργασιών και για κακοτεχνίες, ενώ μετά την έκδοση της απόφασης του Εφετείου, καταχώρησαν την υπό κρίση αγωγή, η οποία βασίζεται στο ίδιο επίδικο θέμα. Είναι η δική του θέση ότι οι Ενάγοντες καταχράστηκαν τη δικαστική διαδικασία, αφού παρέλειψαν ή/και αμέλησαν να προβάλουν την αξίωσή τους ως ανταπαίτηση στην Αγωγή Αρ.288/2007 και στη συνέχεια στην Αγωγή Αρ.1998/
- Εισηγείται ότι καταχρηστικά οι Ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση αγωγή και θυμήθηκαν να καταγράψουν το στοιχείο του δόλου, το οποίο ουδέποτε επικαλέστηκαν προηγουμένως. Καταλήγει δε, ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν οποιαδήποτε πιθανότητα επιτυχίας στην αξίωσή τους και ότι η αιτούμενη αναστολή εκτέλεσης της απόφασης θα παραβλάψει τα δικαιώματά του, γιατί θα του στερήσει τους καρπούς της επιτυχίας του. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι οι Ενάγοντες δεν αποκαλύπτουν και δεν στοιχειοθετούν επαρκείς και/ή νόμιμους λόγους που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Και οι δύο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με αγορεύσεις. Η κα Ανδρέου ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για ακύρωση της απόφασης, βασιζόμενο στην έλλειψη αιτιολόγησης της μη εμφάνισης. Ήταν η θέση της ότι κατά το χρόνο απόδειξης της αγωγής δεν τέθηκε στο πρωτόδικο Δικαστήριο το θέμα της διαιτησίας, παρά το γεγονός ότι ο Εναγόμενος είχε συμφωνήσει ότι θα δεσμευόταν με το αποτέλεσμα της διαιτησίας. Επίσης, ο Εναγόμενος απέκρυψε το γεγονός ότι δεν ήταν αδειούχος εργολάβος για την ανέγερση της συγκεκριμένης οικοδομής. Με αναφορά σε νομολογία, ισχυρίστηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των διαταγμάτων και ότι στην περίπτωση που δεν εκδοθούν τα διατάγματα, οι Ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη, ενώ στην περίπτωση που εκδοθούν, ο Εναγόμενος θα αποζημιωθεί, αφού η δικαστική απόφαση φέρει τόκο 8%, ενώ θα συνεχίσει να υφίσταται το memo. Ο κ. Σκορδής ισχυρίστηκε ότι η απόφαση του Εφετείου αποδέχεται και επικυρώνει την πρωτόδικη απόφαση και όλα της τα ευρήματα. Ήταν επιπρόσθετα η θέση του ότι το στοιχείο του δόλου υποβλήθηκε αρκετά χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής και συνιστά εκ των υστέρων σκέψη. Οι Ενάγοντες, κατά τον ισχυρισμό του, είχαν την ευκαιρία να παραθέσουν όλα τα θέματα τα οποία επικαλούνται σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις. Είναι η δική του εισήγηση ότι θα παραβλαφθούν τα δικαιώματα του Εναγομένου, εάν παραχωρηθεί η αιτούμενη αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, γιατί θα στερηθεί τους καρπούς της επιτυχίας του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με την υπό κρίση Αίτηση ζητήθηκε η απόδοση ιδιόμορφων θεραπειών. Ουσιαστικά ζητήθηκαν δύο ειδών διατάγματα υπό την μορφή της ενδιάμεσης θεραπείας. Ζητήθηκε διάταγμα, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60, με το οποίο να αναστέλλεται η απόφαση άλλου Δικαστηρίου καθώς και απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται ο Εναγόμενος να λάβει μέτρα εκτέλεσης στην Αγωγή Αρ.288/
- Σίγουρα το αίτημα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης στην Αγωγή Αρ.288/07 δεν μπορεί να προωθηθεί με τη Δ.35 θ.18, οπόταν εγείρεται εύλογα το ερώτημα κατά πόσο μπορεί να προωθηθεί με αυτή τη διαδικασία, η οποία βασίζεται πάνω στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. H έκδοση απαγορευτικών καθώς και προστακτικών διαταγμάτων αποτελεί θεραπεία του δικαίου της επιείκειας. Στην υπόθεση Γιαβρή κ.ά ν. Πάσιου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 125, στη σελίδα 134 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η διακριτική ευχέρεια η οποία παρέχεται για την έκδοση ή μη απαγορευτικού διατάγματος, ασκείται δικαστικά με κύριο έρεισμα το σκοπό για τον οποίο επιζητείται η θεραπεία. Εφόσον αντικείμενο του διατάγματος είναι η προστασία έναντι συνεχιζόμενης παραβίασης των δικαιωμάτων του ενάγοντος, η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος αποτελεί το φυσικό επακόλουθο. Μπορεί το δικαστήριο να αρνηθεί την έκδοση διατάγματος, εφόσον άλλης μορφής προστασία γνωστή στο δίκαιο, ως οι αποζημιώσεις, μπορεί να αποκαταστήσει τον ενάγοντα.» Τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης είναι ιδιόμορφα και μια αναδρομή στο ιστορικό της διαφοράς θα διαφωτίσει. Είχε εκδοθεί μια απόφαση, στην Αγωγή Αρ.288/2007 εναντίον των Εναγόντων-Αιτητών στην παρούσα αγωγή, στην απουσία τους. Καταχωρίστηκε αίτηση για ακύρωση της συγκεκριμένης απόφασης η οποία απερρίφθη και στη συνέχεια η απόρριψη της αίτησης για ακύρωση της απόφασης εφεσιβλήθηκε. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ως ορθή την πρωτόδικη απόφαση επί της αίτησης. Σημειώνω εδώ ότι η πρωτόδικη απόφαση, επί της αίτησης για ακύρωση της απόφασης, είχε πραγματευτεί τόσο το θέμα της μη εμφάνισης δικηγόρου κατά την ημερομηνία ορισμού της αγωγής για απόδειξη καθώς και του θέματος της ύπαρξης καλής υπεράσπισης και κατέληξε ότι κανένα από τα δύο θέματα δεν δικαιολογούσε τον παραμερισμό της απόφασης. Ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, όπως διαφαίνεται από τη σελίδα 4 της απόφασής του, είχε τεθεί το θέμα της έκδοσης διαιτητικής απόφασης για μικρότερο ποσό από αυτό που αξίωνε ο Ενάγοντας (Εναγόμενος-Καθ' ου η αίτηση στην υπό κρίση αίτηση) και το πρωτόδικο Δικαστήριο το θεώρησε ως μη ικανοποιητική υπεράσπιση. Η θέση αυτή του πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν ανατράπηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, σελίδες 5 και 6 της απόφασής του. Αυτό που επιζητείται από το παρόν Δικαστήριο είναι ουσιαστικά να εξουδετερώσει ή/και να παγοποιήσει την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου στην Αγωγή Αρ.288/2007 και συνεπακόλουθα να ακυρώσει την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν έχει τέτοια εξουσία. Ακόμα και οι «συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου», τις οποίες επικαλούνται οι Αιτητές, δεν διευρύνουν σε τέτοιο βαθμό τις εξουσίες του Δικαστηρίου. Παραπέμπω στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Χαραλαμπίδης ν. Μελωδία (Χαραλαμπίδου)
(1997)1 Α.Α.Δ. 724, όπου στη σελίδα 728 : «Οι «εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου», τις οποίες επικαλείται ο αιτητής, δεν διευρύνουν τη δικαιοδοσία ή τις εξουσίες του Δικαστηρίου, ούτε έχουν ως λόγο την επέκτασή τους. Οι σύμφυτες εξουσίες του Δικαστηρίου είναι εκείνες που εξυπακούονται από τη φύση της λειτουργίας του - Δικαστήριο της δικαιοσύνης - χάριν της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του και της αποτροπής της κατάχρησης των ενώπιόν του διαδικασιών. (Βλ. μεταξύ άλλων, Αίτηση Τζεννάρο Περέλλα, Ιταλία, για την έκδοση εντάλματος της φύσεως Habeas Corpus, Πολιτική Έφεση αρ. 9173 - 16/03/1995.)» Καμιά από τις νομοθετικές διατάξεις στις οποίες βασίζεται η αίτηση δεν παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο για την έκδοση του διατάγματος το οποίο επιδιώκεται. Όπως προκύπτει από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Γενικός Εισαγγελέας ν. Αρτεμίου κ.α.
(1991)2 Α.Α.Δ. 150 και Ορφανίδης κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1992)3 Α.Α.Δ. 44, δεν παρέχεται εξουσία για τη χορήγηση θεραπείας μέσω εναρκτήριας πρωτογενούς αίτησης ή οποιουδήποτε άλλου διαβήματος έξω από τα όρια της δικαιοδοσίας και των εξουσιών του Δικαστηρίου. Η πρωτόδικη απόφαση στην Αγωγή Αρ.288/2007 έχει επικυρωθεί με την απόφαση του Εφετείου στην Έφεση Αρ.266/2008, όπου στις σελίδες 6 και 7 καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Όσον αφορά το θέμα της διαιτησίας, θεώρησε ότι η παραπομπή στην απόφαση του διαιτητή δεν μπορούσε να καλύψει το κενό που προέκυπτε από τη γενική άρνηση των εφεσειόντων-εναγομένων για τις οφειλές τους, αφού στην υπεράσπισή τους δεν προβάλλονταν οι απαραίτητες λεπτομέρειες, έστω και γενικά για να καταδειχθεί ότι οι επιπρόσθετες εργασίες ουδέποτε έγιναν, ή αν έγιναν προβλέπονταν στη συμφωνία. Και τούτο γιατί ούτε εκείνοι συμμορφώθηκαν με την απόφαση του διαιτητή την οποία συνεπώς δεν αποδέχθηκαν. Επίσης, το Δικαστήριο προχωρεί και επισημαίνει ότι πλην της γενικής άρνησης οι εφεσείοντες-εναγόμενοι δεν επεξηγούν γιατί η επιβλέπουσα αρχιτέκτων, πολιτικός μηχανικός τους, εξέδωσε τρία διατακτικά για το ποσό των ΛΚ21.393, που απαιτείτο από την αγωγή χωρίς αμφισβήτηση. Έτσι, το Δικαστήριο διαπίστωσε πως δεν αποδείχθηκε η απαιτούμενη, εκ πρώτης όψεως, συζητήσιμη υπεράσπιση και ακολούθως προχώρησε εκ περισσού, όπως θεώρησε, να εξετάσει και το θέμα της δικαιολόγησης της μη εμφάνισης. .................................. Στην παρούσα περίπτωση κρίνουμε ότι ορθά διαπίστωσε το Δικαστήριο πως δεν αιτιολογήθηκε η αποτυχία των εφεσειόντων να εμφανιστούν, παρά τις επανειλημμένες παρατάσεις και αναβολές που δόθηκαν στην υπόθεση. Έτσι, έστω και αν διαπιστώνετο καλή υπεράσπιση θα έπρεπε και πάλι η αίτηση τους να απορριφθεί. Περαιτέρω, συμφωνούμε με την υπόδειξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, πως βασικά η θέση των εφεσειόντων-εναγομένων ήταν εκείνη που προωθείτο με ανταπαίτηση, η οποία εν πάση περιπτώσει μπορεί και τώρα να προωθηθεί με αγωγή.» Με βάση τα όσα καταγράφτηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, η αίτηση για ακύρωση της απόφασης ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία. Οπόταν, η απόφαση στην Αγωγή Αρ.288/2007 κατέστη τελεσίδικη. Με βάση την κατάληξη του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία κατέστησε τελεσίδικη την πρωτόδικη απόφαση, θεωρώ ότι δεν είναι επιτρεπτή η αποστέρηση των καρπών της επιτυχίας του επιτυχόντα διαδίκου με μια απλή αναφορά ότι δεν έχει οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία και αντιμετωπίζει οικονομικές δυσκολίες, ιδιαίτερα ενόψει του γεγονότος ότι ο ίδιος δεν αντεξετάστηκε επί του ισχυρισμού του ότι είναι φερέγγυος καθώς και λόγω του ότι και οι ίδιοι οι Ενάγοντες -Αιτητές αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες, σύμφωνα με δική τους παραδοχή. Για τους πιο πάνω λόγους, θεωρώ ότι δεν μπορεί να εμποδιστεί ο Εναγόμενος να λάβει μέτρα εκτέλεσης αναφορικά με μια τελεσίδικη απόφαση, με την έκδοση οποιουδήποτε απαγορευτικού διατάγματος. Έχοντας καταλήξει ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει τα διατάγματα τα οποία ζητούνται εκ του περισσού θα εξετάσω το θέμα κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις που έχουν καθοριστεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων δυνάμει των προνοιών του άρθρου 32 του Ν.14/60. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Addidas
(1984)1 C.L.R. 263, A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιοδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ. 2111. Οι αρχές καθορίστηκαν, δια μέσου της νομολογίας, ως ακολούθως: Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά καθώς επίσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο έχει καθήκον να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Akis Express v. Aris Express
(1998)1(A) A.A.Δ. 149). Ο Αιτητής είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής του. Μετά την καταχώριση της Ένστασης από τον Καθ' ου η Αίτηση, το Δικαστήριο έχει ενώπιόν του τόσο τις θέσεις και τη μαρτυρία των Εναγόντων-Αιτητών, καθώς και τη μαρτυρία του Εναγομένου-Καθ'ου η Αίτηση. Είναι με βάση αυτές τις θέσεις που εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος. Αν ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν, εκδίδει το διάταγμα, αν όχι τότε απορρίπτει την Αίτηση. Με βάση τις πιο πάνω προϋποθέσεις και αρχές που θέτει η νομολογία, έρχομαι να εξετάσω την Αίτηση, χωρίς βεβαίως να καταλήγω τελικά πάνω στα δικαιώματα των διαδίκων μερών, εφόσον στο αρχικό αυτό στάδιο δεν είναι επιθυμητό να αποφασίζονται τελεσίδικα αμφισβητούμενα θέματα που θα πρέπει να κριθούν κατά το τελικό στάδιο της υπόθεσης. Με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι όλα όσα θα αναφερθούν στη συνέχεια αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Αναμφίβολα, κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπεδείχθη και στην υπόθεση Odysseos (πιο πάνω), σελ.569, χωρίς όμως να ισοδυναμεί αυτή η αξιολόγηση με τελεσίδικη κρίση. Εφαρμόζοντας τις παγιωμένες αρχές θα πρέπει να εξεταστεί η πρώτη προϋπόθεση. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση έχει επεξηγηθεί ότι ικανοποιείται με την κατάδειξη συζητήσιμης υπόθεσης, με αναφορά πάντοτε στα καταχωρημένα δικόγραφα. Η αξίωση που επιδιώκεται με το Κλητήριο Ένταλμα είναι ο παραμερισμός της απόφασης στην Αγωγή Αρ.288/2007 γιατί αυτή λήφθηκε κατόπιν δόλου του Ενάγοντα. Όπως διαφαίνεται από τη μαρτυρία που προσκομίστηκε, στην Ένορκη Δήλωση της Ενάγουσας 2, ο δόλος στον οποίο γίνεται αναφορά βασίζεται στην ύπαρξη της διαιτητικής απόφασης, η οποία κατά τον ισχυρισμό των Αιτητών δεν αποκαλύφτηκε από τον Εναγόμενο κατά την έκδοση της συγκεκριμένης απόφασης, παρά το γεγονός ότι είχαν δεσμευτεί και οι δύο πλευρές να ακολουθήσουν το αποτέλεσμά της. Προκύπτει από το Τεκμήριο 8, την Ένορκη Δήλωση που καταχωρίστηκε προς απόδειξη της Αγωγής Αρ.288/2007, ότι δεν είχε γίνει οποιαδήποτε αναφορά από τον τότε Ενάγοντα, τώρα Εναγόμενο, στην ύπαρξη της απόφασης του διαιτητή και στη δέσμευση των μερών. Αναφορά στην ύπαρξη της διαιτητικής απόφασης είχε γίνει από τους Εναγόμενους, τώρα Ενάγοντες, στην προσπάθειά τους να ακυρώσουν την εκδοθείσα απόφαση. Θεωρώ πως υφίσταται η συγκεκριμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι αποκαλύπτεται γνωστή στο νόμο αιτία αγωγής η οποία εάν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας προς όφελος των Εναγόντων (βλ. υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd V. Χρίστου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ.598 και American Cyanamid V. Ethicon
(1975)1 ALL E.R. 504). Το δεύτερο κριτήριο, που είναι σε κάποια έκταση αλληλένδετο με το πρώτο, επιβάλλει όπως ο Αιτητής δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας, η οποία έχει επεξηγηθεί ως κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η προϋπόθεση αυτή ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ανδρέα Σ. Κυτάλα v. 1. Άννα Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253, η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Αυτή δε, πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων. Η υπόθεση θα κριθεί επί της αξιοπιστίας των διαδίκων στους βασικούς ισχυρισμούς τους, που είναι το κατά πόσον ο Εναγόμενος είχε αποκαλύψει κατά την έκδοση της απόφασης την ύπαρξη της διαιτητικής απόφασης και την μεταξύ των μερών συμφωνία για δέσμευσή τους από το αποτέλεσμα της διαδικασίας διαιτησίας. Έχοντας υπόψη όλα τα γεγονότα που τέθηκαν υπόψη μου θεωρώ πως οι Ενάγοντες-Αιτητές έχουν ικανοποιήσει και την προϋπόθεση αυτή στον απαιτούμενο βαθμό δεδομένου ότι η υπόθεση τους υπερβαίνει το σημείο της απλής δυνατότητας που χρειάζεται στο παρόν στάδιο και χαρακτηρίζεται ως συζητήσιμη. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, ήτοι ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται υπό το πρίσμα του κατά πόσο η απόδοση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα της υπόθεσης. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοσή ή η διατήρηση του διατάγματος σε ισχύ, αποκλείεται. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Zena Company Ltd v. Demian Catering Ltd, Πολ. Εφ.304/2008 ημερ.21/10/2011, καταγράφηκαν τα ακόλουθα σχετικά με το θέμα: «Έχει σαφώς νομολογηθεί ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως έχει υποδείξει και η υπόθεση Παπαστράτης ν. Πετρίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 240. Στην υπόθεση Cambridge Nutrition Ltd v. British Broadcasting Corp.
(1990)3 All E.R. 523, έγινε δεκτό ότι στην ενάσκηση της εξισορροπητικής άσκησης μεταξύ της παρουσίασης σοβαρής υπόθεσης προς συζήτηση και του ισοζυγίου της ευχέρειας, ο χρηματικός παράγων για σκοπούς αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη, αλλά επενεργούν και άλλοι, όπως το δικαίωμα του BBC να μεταδώσει συγκεκριμένο πρόγραμμα στα πλαίσια της μετάδοσης προγραμμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος. Στην υπόθεση Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245, επιβεβαιώθηκε η θέση ότι ο χρηματικός παράγων της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη προς ικανοποίηση του τρίτου κριτηρίου, όπως τα κριτήρια αυτά εξηγήθηκαν από τη νομολογία, μεταξύ άλλων, και, στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 557.» Θα πρέπει να προχωρήσω και να εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση και το επείγον της θεραπείας που ζητείται και συγκεκριμένα αυτό που θα πρέπει να διαπιστωθεί είναι αν χωρίς την έκδοση των συγκεκριμένων διαταγμάτων θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση Poltava Petroleum Company V. 1. Mexana Oil Ltd
(2001)1 A.A.Δ. 1301, κρίθηκε ότι το μοναδικό ζήτημα που έπρεπε να εξεταστεί είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπήρχε βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του Ενάγοντα θα παρέμενε ανικανοποίητη. Η Εναγόμενη 2 στην Ένορκη της Δήλωση αναφέρει ότι αν τα αιτούμενα διατάγματα δεν εκδοθούν υπάρχει προφανής και άμεσος κίνδυνος σε τελικό στάδιο να παραμείνουν ανικανοποίητοι σε τυχόν έκδοση οποιασδήποτε απόφασης υπέρ τους γιατί ο Εναγόμενος-Καθ' ου η Αίτηση στερείται οποιασδήποτε ακίνητης περιουσίας καθώς επίσης και ότι αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Ο Εναγόμενος όμως υποστηρίζει ότι δεν αντιμετωπίζει οποιαδήποτε οικονομικά προβλήματα, γιατί είναι φερέγγυος και η θέση του αυτή δεν αμφισβητήθηκε. Δεν έχω διαπιστώσει, μέσα από τη μαρτυρία του Εναγόμενου, αδυναμία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, ούτε μπορεί οποιαδήποτε απόφαση που θα εκδοθεί μεταγενέστερα να παραμείνει ανικανοποίητη και ειδικά τη στιγμή που ο Εναγόμενος στην Ένορκη Δήλωσή του που συνοδεύει την Ένσταση δηλώνει ότι έχει οικονομική ευρωστία και προς τούτο δεν ζητήθηκε η αντεξέτασή του. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δηλαδή λόγω μη συνδρομής της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 καθώς και λόγω της κατάληξης ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να ενεργήσει ως τροχοπέδη στην εκτέλεση της τελεσίδικης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η Αίτηση κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον των Εναγόντων, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα καταβληθούν όμως στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............. Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο