Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ευστρατίου Ξένια κ.α., Αρ. Αγωγής: 2386/07, 25 Οκτωβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A124 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2386/07 Μεταξύ: Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσα -και-
- Ευστρατίου Ξένια
- Ευστρατίου Μάριος
- Ευστρατίου Χριστάκης Εναγομένοι ------------------- Ημερομηνία: 25 Οκτωβρίου, 2011 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Ραφαήλ για κ. Φράγκο Για Εναγόμενο 2: κ. Ματθαίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα Τράπεζα με την αγωγή της αξιώνει από τον Εναγόμενο 2 την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.4.000-, πλέον 9,75% τόκο, όπως αυτός κυμάνθηκε από τις 09/04/2001μέχρι την εξόφληση του συγκεκριμένου ποσού, ως υπόλοιπο λογαριασμού το οποίο προέκυψε από τη συμφωνία δανείου, που είχε συναφθεί μεταξύ της Εναγομένης 1 και της Ενάγουσας Τράπεζας και την οποία προσυπόγραψαν ως εγγυητές οι Εναγόμενοι 2 και
- Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα Εταιρεία είναι δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και κατά ή περί την 01/11/1999, υπέγραψε συμφωνία δανείου για την παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων στη μορφή δανείου, με τρεχούμενο λογαριασμό, με την κα Αντρούλλα Ευστρατίου. Ήταν ρητός όρος της συμφωνίας ότι τα δάνεια ή/και οι πιστώσεις θα χρεώνονταν με τόκο προς 8% από 01/11/1999 μέχρι 09/04/2001, με τόκο 9,75% από 10/04/2001 μέχρι 13/05/2002 και 8,5% από 14/05/2002 μέχρι εξοφλήσεως. Την 01/11/1999 ανοίχθηκε επ' ονόματι της κας Αντρούλλας Ευστρατίου, τρεχούμενος χρεωστικός λογαριασμός, ο οποίος είχε αριθμό 360-01-255291-01, ο οποίος στις 31/07/2007 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους Λ.Κ.6.220,
- Επιπρόσθετα, στις 13/05/2002 είχε παραχωρηθεί στην κα Αντρούλλα Ευστρατίου δάνειο ύψους Λ.Κ.2.000- με τόκο 8,35%, το οποίο ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση ή σε 30 μηνιαίες δόσεις, ύψους Λ.Κ.75- έκαστη. Οι Εναγόμενοι 2 και 3, στις 09/04/2001, υπέγραψαν συμφωνίες εγγυήσεως με τις οποίες εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις της οφειλέτιδας προς την Ενάγουσα Τράπεζα, μέχρι το ποσό των Λ.Κ.4.000-. Λόγω όμως της μη τήρησης των όρων εκ μέρους της πρωτοφειλέτιδας, η Ενάγουσα Τράπεζα τερμάτισε τη λειτουργία των δύο λογαριασμών και κάλεσε επανειλημμένα, τόσο προφορικά καθώς και γραπτά, όλους τους Εναγόμενους να εξοφλήσουν το υπόλοιπο του χρέους τους, το οποίο, για τον τρεχούμενο λογαριασμό είχε ανέλθει στις £6.220,03 πλέον τόκο 10,5% από 01/08/2007 και για το δάνειο στο ποσό των Λ.Κ.1.565,32 πλέον τόκο 10,5% από 01/08/2007 μέχρι εξοφλήσεως. Λόγω μη συμμόρφωσης των Εναγομένων με τους όρους της συμφωνίας καταχωρίστηκε η υπό κρίση αγωγή. Εναντίον των Εναγομένων 1 και 3 εκδόθηκε απόφαση. Ο Εναγόμενος 2 καταχώρησε Υπεράσπιση στην οποία προβάλει τον ισχυρισμό ότι ουδέποτε εγγυήθηκε την πρωτοφειλέτιδα για τις οποιεσδήποτε υποχρεώσεις της προς την Ενάγουσα Τράπεζα. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι το συνολικό οφειλόμενο ποσό είναι κατά πολύ μικρότερο του ποσού το οποίο ζητείται από την Ενάγουσα Τράπεζα, ότι η Ενάγουσα προέβηκε σε υπερχρεώσεις και/ή αδικαιολόγητες χρεώσεις και/ή χρέωσε τους περιγραφόμενους λογαριασμούς με αδικαιολόγητα έξοδα και τόκους. Ισχυρίζεται καταληκτικά, ότι ουδέποτε στάλθηκαν οι ισχυριζόμενες επιστολές και συνεπακόλουθα, οι ισχυριζόμενες έγγραφες συμφωνίες ημερομηνίας 01/11/1999 και 13/05/2002, είναι σε ισχύ, αφού ουδέποτε τερματίστηκαν. Προς υποστήριξη της υπόθεσής της, η Ενάγουσα Τράπεζα κάλεσε δύο μάρτυρες. Πρώτος έδωσε μαρτυρία ο κ. Χαραλάμπους (Μ.Ε.1), ο οποίος εργάζεται στην Ενάγουσα από τις 15/06/1998, ως ταμίας. Ανέφερε στο Δικαστήριο ότι από το 1998-2005 εργαζόταν στο υποκατάστημα της Ενάγουσας στα Λεύκαρα, το 2005 εργαζόταν στο υποκατάστημα της Ενάγουσας στην περιοχή Δροσιάς, στη Λάρνακα και από το 2008 μέχρι και τώρα, εργάζεται στο υποκατάστημα στη Λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου στη Λάρνακα. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, γραπτή δήλωσή του. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της γραπτής του δήλωσης, την 01/11/1999 η Ενάγουσα Εταιρεία συνήψε γραπτή συμφωνία με την κα Αντρούλλα Ευστρατίου, για την παροχή προς αυτή, τραπεζικών διευκολύνσεων. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν σχετική συμφωνία εγγύησης, στις 09/04/2001, με την οποία εγγυήθηκαν όλες τις υπάρχουσες, καθώς και τις μελλοντικές υποχρεώσεις της κας Αντρούλλας Ευστρατίου προς την Ενάγουσα. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 υπέγραψαν τη συγκεκριμένη συμφωνία εγγύησης ενώπιόν του και ο ίδιος υπέγραψε τη συγκεκριμένη συμφωνία εγγύησης, ως μάρτυρας. Αναφορικά με το περιεχόμενο των συμφωνιών, δεν μπορούσε να αναφέρει οτιδήποτε πέραν του γεγονότος ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 είχαν υπογράψει ενώπιόν του. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 2, αντίγραφο της συμφωνίας παραχώρησης δανείου και ως Τεκμήριο 3, τη συμφωνία εγγύησης. Κατά τον ισχυρισμό του, οι Εναγόμενοι 2 και 3 έθεσαν την υπογραφή τους στην παράγραφο με τα ονόματά τους και ο ίδιος υπέγραψε ως μάρτυρας στο συγκεκριμένο έγγραφο. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι η συγκεκριμένη σύμβαση δανείου καταρτίστηκε στο κατάστημα της Ελληνικής Τράπεζας στα Λεύκαρα. Ερωτηθείς κατά πόσο μπορούσε να θυμηθεί το πρόσωπο του Εναγομένου 2, ήταν η θέση του ότι δεν μπορούσε να τον θυμηθεί, έτσι ώστε να τον περιγράψει. Αυτό που θυμόταν ήταν ότι είχε έρθει μαζί με την κα Αντρούλλα και τον κ. Χριστάκη για να υπογράψουν τις συμφωνίες. Τους αναγνώστηκαν οι όροι και αυτοί υπέγραψαν τις συμφωνίες. Όταν ερωτήθηκε κατά πόσο είχε ο ίδιος ακούσει την ανάγνωση των όρων της σύμβασης, ισχυρίστηκε ότι είναι μια συνήθης πρακτική και ότι ο κ. Χρίστος Παπαμακαρίου, ο οποίος ήταν διευθυντής του υποκαταστήματος τότε, είχε αναγνώσει τους όρους. Προώθησε τη θέση ότι ο ίδιος είχε δει τους εγγυητές όταν υπέγραφαν τη σύμβαση, λόγω του ότι το γραφείο του ήταν δίπλα από αυτό του κ. Παπαμακαρίου, και είχε ακούσει τον κ. Χρίστο να τους αναφέρει τους όρους, αφού το δικό του γραφείο απείχε μόνο 2-3 μέτρα από αυτό του συναδέλφου του. Δεν μπορούσε να θυμηθεί όμως αν είχαν ανακοινωθεί όλοι οι όροι του Τεκμηρίου
- Στη συνέχεια, του είχαν δοθεί οδηγίες από τον διευθυντή να υπογράψει ως μάρτυρας της υπογραφής του κ. Μάριου και του κ. Χριστάκη, τους οποίους ο ίδιος δεν γνώριζε, αφού είχαν έρθει για πρώτη φορά στην Τράπεζα. Ισχυρίστηκε, ότι στον ίδιο δεν είχαν δείξει ταυτότητα, αλλά ήταν σίγουρος ότι ήταν οι συγκεκριμένοι και ότι ο Μάριος Ευστρατίου είχε υπογράψει στην παρουσία του, γιατί έκρινε ότι ήταν αυτοί, λόγω του ότι είχαν έρθει να υπογράψουν ως μάρτυρες. Όσον αφορά τις άλλες δύο υπογραφές, εξήγησε ότι η μια ανήκει στον κ. Ιωάννη Ζανεττή, ο οποίος τότε εργαζόταν στο υποκατάστημα Δροσιάς και η άλλη στην κα Τζένη Θεμιστοκλέους Μακρή, η οποία τότε εργαζόταν στο κατάστημα Ζήνωνος Κιτιέως, στην Λάρνακα. Σχετικά με την κα Αντρούλλα, ήταν ο ισχυρισμός του ότι την γνωρίζει πολύ καλά και την ημέρα που είχε υπογράψει ήταν τόσο ο ίδιος παρόν, ο συνάδελφός του ο Χρίστος και οι άλλοι δύο εγγυητές. Ερωτηθείς, ανέφερε ότι το Τεκμήριο 3 είχε υπογραφτεί στα Λεύκαρα, παρόλο που καταγράφει Λάρνακα. Κατά την επανεξέταση, ισχυρίστηκε ότι τα συγκεκριμένα έγγραφα ετοιμάστηκαν στη Λάρνακα από τον κ. Ζαννετή κα την κα Μακρή και υπογράφτηκαν στα Λεύκαρα. Δεύτερη έδωσε μαρτυρία η κα Αίγλη Συγκελλίδου (Μ.Ε.2), η οποία υιοθέτησε το περιεχόμενο της έγγραφης δήλωσής της ως μέρος της κυρίως εξέτασής της. Την κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Καταγράφει στη γραπτή της δήλωση ότι είναι Υποτμηματάρχης στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών και έχει στην κατοχή της το φάκελο που αφορά τη συγκεκριμένη υπόθεση. Ήταν η καταγραφείσα θέση της ότι στις 26/07/1999, η Ενάγουσα Τράπεζα, δυνάμει γραπτής συμφωνίας με την κα Ανδρούλλα Ευστρατίου, χορήγησε σε αυτή τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό 360-01-255291-
- Στη συνέχεια, οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 19/10/1999 ενέκριναν αίτηση της κας Ανδρούλλας Ευστρατίου για την παραχώρηση πιστωτικής διευκόλυνσης, δηλαδή δανείου σε τρεχούμενο λογαριασμό, με όριο παρατραβήγματος ύψους Λ.Κ.2.500-. Η κα Ευστρατίου αποδέχθηκε την παραχώρηση και υπέγραψε τη συγκεκριμένη επιστολή. Ακολούθησε, στις 13/03/2001, η συστημένη επιστολή των Εναγόντων προς την κα Ανδρούλλα Ευστρατίου, με την οποία είχε εγκριθεί η αύξηση του ορίου παρατραβήγματος από Λ.Κ.2.500- σε Λ.Κ.4.000-. Το επιτόκιο θα ήταν κυμαινόμενο και θα αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο, το οποίο τη συγκεκριμένη ημερομηνία ήταν 7% και θα μεταβαλλόταν καθημερινώς, με περιθώριο 2,75%. Επιπρόσθετα, είχε συμφωνηθεί ότι οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο, πέραν του συμφωνημένου ορίου, θα έφερε επιπλέον χρέωση τόκου υπερημερίας από την ημέρα της υπέρβασης μέχρι την εξόφλησή του. Ως τόκος υπερημερίας συμφωνήθηκε το εκάστοτε συνολικό επιτόκιο, όπως θα ίσχυε τη χρονική στιγμή προσαυξημένο κατά 1,75%. Η κα Ευστρατίου αποδέχθηκε τους όρους και υπέγραψε σχετική επιστολή αποδοχής. Στις 09/05/2002 οι Ενάγοντες ενέκριναν την αίτηση της κας Ανδρούλλας Ευστρατίου, όπως εξακολουθήσουν να της παρέχουν όριο παρατραβήγματος σε τρεχούμενο λογαριασμό και συμφωνήθηκε ότι το επιτόκιο θα ήταν κυμαινόμενο και θα αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο, το οποίο τη δεδομένη στιγμή ανερχόταν στο 5,5%, πλέον περιθώριο 3%. Οι Εναγόμενοι 2 και 3, Ευστρατίου Μάριος και Ευστρατίου Χριστάκης, υπέγραψαν τη συμφωνία εγγύησης ημερομηνίας 09/04/2001, με την οποία εγγυήθηκαν όλες τις υποχρεώσεις, τόσο παρούσες καθώς και μελλοντικές, της κας Ανδρούλλας Ευστρατίου προς τους Ενάγοντες. Με βάση την εγγύηση που υπέγραψαν οι Εναγόμενοι, η ευθύνη τους δεν θα υπερέβαινε το ποσό των Λ.Κ.4.000-, πλέον τόκους, προμήθειες και επιβαρύνσεις, μέχρι πλήρους και τελειωτικής εξόφλησης της Τράπεζας. Επιπρόσθετα, οι εγγυητές συμφώνησαν ότι οι Ενάγοντες θα είχαν το δικαίωμα να τροποποιούν το επιτόκιο σύμφωνα με τους όρους των συμφωνιών που είχε υπογράψει ή θα υπέγραφε η κα Ανδρούλλα Ευστρατίου. Στις 05/07/2005, οι Ενάγοντες απέστειλαν, μέσω των δικηγόρων τους, επιστολή προς την κα Ανδρούλλα Ευστρατίου, την οποία κοινοποίησαν στους εγγυητές, Εναγόμενους 2 και
- Απαιτούσαν το υπόλοιπο του λογαριασμού Λ.Κ.4.924,71 πλέον 10,5% τόκο από 01/05/2005 επί του ποσού των Λ.Κ.4.763,
- Επιπρόσθετα, οι Ενάγοντες με επιστολή τους που είχε προηγηθεί στις 22/02/2005 και απευθυνόταν προς την κα Ανδρούλλα Ευστρατίου, είχαν τερματίσει το λογαριασμό παρατραβήγματος και την είχαν καλέσει να εξοφλήσει το χρεωστικό υπόλοιπο των Λ.Κ.4.819- πλέον τόκους. Είχαν ενημερωθεί και οι Εναγόμενοι 2 και 3 για τον τερματισμό του λογαριασμού. Καταλήγει η μάρτυρας ότι οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον του Εναγομένου 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα το ποσό των €6.834- (Λ.Κ.4.000-), πλέον τόκο 9,75% από 09/04/2001 μέχρι 13/08/2001, 9,25% από 14/08/2001 μέχρι 19/09/2001, 8,75% από 20/09/2001 μέχρι 04/11/2001, 8,25% από 05/11/2001 μέχρι 13/05/2002, 8,5% από 14/05/2002 μέχρι 15/12/2002, 8% από 16/12/2002 μέχρι 03/04/2003, 7,5% από 04/04/2003 μέχρι 02/05/2004, 8,5% από 03/05/2004 μέχρι 21/02/2005 και 10,5% από 22/02/2005 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου την 30 Μαΐου και 31 Δεκεμβρίου, εκάστου έτους. Προς υποστήριξη της μαρτυρίας της, κατέθεσε ως τεκμήρια, την επιστολή ημερομηνίας 19/10/1999, με την οποία είχε δοθεί η έγκριση για την παραχώρηση του παρατραβήγματος, Τεκμήριο
- Την επιστολή ημερομηνίας 13/03/2001, με την οποία είχαν εγκριθεί οι πιστωτικές διευκολύνσεις, Τεκμήριο
- Την επιστολή ημερομηνίας 09/05/2005, με την οποία είχε ανανεωθεί η παραχώρηση των πιστωτικών διευκολύνσεων, Τεκμήριο
- Την επιστολή ημερομηνίας 05/07/2005, με την οποία καλείτο η κα Ανδρούλλα Ευστρατίου να εξοφλήσει το υπόλοιπο και στην οποία υπήρχε κοινοποίηση προς τους εγγυητές, Τεκμήριο
- Την επιστολή ημερομηνίας 22/02/2005, με την οποία είχε τερματιστεί η λειτουργία των λογαριασμών της κας Ανδρούλλας Ευστρατίου, Τεκμήριο 9, ενώ ως Τεκμήρια 10 και 11, κατατέθηκαν οι επιστολές που αποστάληκαν στους εγγυητές και αφορούσαν τον τερματισμό της λειτουργίας των λογαριασμών της Ενάγουσας. Ως Τεκμήριο 12, κατέθεσε την κατάσταση λογαριασμού με ημερομηνία 13/01/2011, η οποία είχε εκδοθεί από την τράπεζα. Ως Τεκμήριο 13, κατατέθηκε κατάσταση λογαριασμού ημερομηνίας 26/07/
- Η μάρτυρας αναγνώρισε στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2, τη συμφωνία παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων, στην οποία και η ίδια είχε αναφερθεί στη γραπτή της δήλωση. Εξήγησε ότι παραχωρήθηκε στην κα Ανδρούλλα Ευστρατίου βιβλιάριο επιταγών, από το οποίο μπορούσε να εκδώσει επιταγές, ενώ ο λογαριασμός της είχε και ένα συγκεκριμένο όριο, μέσα στο οποίο μπορούσε να κινηθεί. Αρχικά, όταν είχε ανοιχθεί ο λογαριασμός ήταν πιστωτικός και στη συνέχεια παραχωρήθηκαν όρια παρατραβήγματος. Το υπόλοιπο του λογαριασμού στις 31/12/2010 ανερχόταν στα €15.148,31 πλέον 10,5% τόκο, από 01/11/
- Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 14, τις δημοσιεύσεις στον τύπο που αφορούσαν τον τόκο. Αντεξεταζόμενη, ισχυρίστηκε ότι η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την υπογραφή της συμφωνίας παροχής τραπεζικών διευκολύνσεων και της συμφωνίας παροχής εγγύησης, Τεκμήρια 2 και
- Ερωτηθείσα, υποστήριξε ότι η ίδια ασχολείται με τη συγκεκριμένη υπόθεση από τον Ιούλιο του 2005, όμως γνωρίζει πώς είχε εξελιχθεί ο λογαριασμός, από το περιεχόμενο του φακέλου. Η ίδια χειρίστηκε το συγκεκριμένο λογαριασμό, από νομικής πλευράς. Δεν προέβαινε η ίδια σε οποιεσδήποτε χρεώσεις, όμως εξήγησε ότι οι τόκοι χρεώνονται αυτόματα από το σύστημα. Όσον αφορά δε την κεφαλαιοποίηση των τόκων, αυτή γίνεται σύμφωνα με την πολιτική της τράπεζας και τις συμφωνίες που υπογράφτηκαν με τον πελάτη, ενώ προβλέπεται και από τη νομοθεσία. Το επιτόκιο 10,5% χρεωνόταν σύμφωνα και με την επιστολή που στάλθηκε τόσο στην Εναγομένη, καθώς και τους εγγυητές της, στις 22/02/2005, Τεκμήριο
- Ερωτηθείσα, ισχυρίστηκε ότι ο λογαριασμός πριν τον τερματισμό, χρεωνόταν με τόκο 8,5%. Όταν το χρέος κατέστη απαιτητό, επιβλήθηκε τόκος υπερημερίας και το επιτόκιο ανήλθε στα 10,5%. Σε ερώτηση που της τέθηκε αναφορικά με το πού είχε αποσταλεί η επιστολή, Τεκμήριο 11, εξήγησε ότι είχε σταλεί στην οδό στην οποία καταγράφει, όμως η ίδια δεν γνώριζε κατά πόσο υπήρχε η οδός Γέρι 5 στην πραγματικότητα. Αυτό που γνώριζε ήταν ότι η επιστολή επιστράφηκε και στάλθηκε εκ νέου στη σωστή διεύθυνση, Κυριάκου Μάτση 5, στο Γέρι. Εξήγησε ότι όταν επιστραφεί αλληλογραφία στην Τράπεζα, διορθώνεται η διεύθυνση και αποστέλλεται εκ νέου. Στην υπό κρίση υπόθεση, στάλθηκε στη σωστή διεύθυνση τη δεύτερη φορά, η επιστολή, αλλά προφανώς το αντίγραφο που είχε μείνει στην Τράπεζα, δεν είχε διορθωθεί. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 2, ήταν η θέση της ότι η επιστολή, Τεκμήριο 10, είχε σταλθεί στην οδό Μουρούζη
- Όταν της υποβλήθηκε ότι η δηλωθείσα διεύθυνση του Εναγομένου 2 στο Τεκμήριο 3, είναι Ελευθερουπόλεως 18, Διαμ.201, στο Στρόβολο, ήταν η θέση της ότι είχαν σταλεί εκεί άλλες επιστολές, αλλά όχι η επιστολή τερματισμού. Στη συνέχεια καταχωρίστηκε η αγωγή, κατά τον ισχυρισμό της, η οποία επιδόθηκε στον Εναγόμενο 2 στη σωστή διεύθυνση. Από το φάκελό της, προέκυπτε ότι η επιστολή, Τεκμήριο 10, είχε σταλεί στον Εναγόμενο 2 στη διεύθυνση Μουρούζη
- Όσον αφορά το βασικό επιτόκιο, ήταν η θέση της ότι όλοι οι ενδιαφερόμενοι ειδοποιούνται με δημοσιεύσεις στον τύπο, αλλά μπορούν να ενημερωθούν και από την ιστοσελίδα της Τράπεζας, από το κέντρο εξυπηρέτησης της Τράπεζας, αλλά και από την ίδια την Τράπεζα. Οι Εναγόμενοι είχαν ειδοποιηθεί από την Τράπεζα στο αρχικό στάδιο, όταν άλλαξε η νομοθεσία, γραπτώς. Είχε σταλεί ανακοίνωση, η οποία περιέχεται στο Τεκμήριο 14, ταχυδρομικώς, σε όλους τους πελάτες ανεξαιρέτως, τον Ιανουάριο του
- Η εγγύηση του Εναγομένου 2 είχε παραχωρηθεί στις 09/04/2001, οπόταν ο Εναγόμενος 2 γνώριζε το επιτόκιο. Όμως, δεν γνώριζε για οποιεσδήποτε αυξομειώσεις του επιτοκίου, αφού η ενημέρωσή του έπρεπε να γίνει από τον τύπο, πλην όμως, οι αυξομειώσεις αυτές ήταν προς όφελος του Εναγομένου 2, αφού αφορούσαν μόνο μειώσεις του επιτοκίου. Η πλευρά του Εναγομένου 2 δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία. Υποστηρίχθηκαν οι εκατέρωθεν θέσεις με αγορεύσεις. Η κα Ραφαήλ κατέθεσε γραπτή αγόρευση, στην οποία έκανε αναφορά στη νομολογία που αφορά την ερμηνεία των συμβάσεων και ισχυρίστηκε ότι είναι επιλογή της Τράπεζας η γραπτή ζήτηση του χρέους από τους εγγυητές και στην περίπτωση που ένας εγγυητής έχει αλλάξει διεύθυνση, η αποστολή της επιστολής στην αρχική διεύθυνση είναι ορθή. Και το ίδιο ισχύει εάν σταλθεί η συγκεκριμένη επιστολή στη νέα του διεύθυνση. Ο κ. Ματθαίου επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία που να αποκλείει τη θέση του Εναγομένου 2 ότι δεν υπέγραψε τη σύμβαση, αλλά ούτε και προσκομίστηκε μαρτυρία για την αποστολή επιστολής ζήτησης από την Τράπεζα προς τον Εναγόμενο
- ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή και τους δύο μάρτυρες των Εναγόντων ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρίας. Ο Μ.Ε.1, κ. Χαραλάμπους ήταν φοβισμένος, ανασφαλής και αμφιταλαντευόταν στις απαντήσεις του αναφορικά με το κατά πόσο το άτομο που είχε υπογράψει το έγγραφο εγγύησης ήταν πράγματι ο κ. Μάριος Ευστρατίου. Αρχικά ανάφερε ότι οι δύο εγγυητές έθεσαν την υπογραφή τους στην παράγραφο με τα ονόματά τους. Στη συνέχεια, ήταν η θέση του ότι η μοναδική φορά που είχε δει τον κ. Μάριο Ευστρατίου ήταν όταν είχε πάει να υπογράψει μαζί με την κα Ανδρούλλα και τον κ. Χριστάκη και ότι είχε υπογράψει στην παρουσία του, για να αλλάξει τη θέση του αυτή στη συνέχεια και να υποστηρίξει ότι το γραφείο του ήταν πολύ κοντά σε αυτό του κ. Παπαμακαρίου, δίπλα του 3-4 μέτρα και έβλεπε τους συγκεκριμένους που υπέγραφαν. Ήταν πολύ σίγουρος ότι ο Μάριος Ευστρατίου είχε υπογράψει, πλην όμως δεν ζήτησε να δει την ταυτότητά του και το θεώρησε ως δεδομένο ότι ήταν ο κ. Μάριος Ευστρατίου, γιατί είχε παρουσιαστεί ως εγγυητής. Χαρακτηριστικά ανέφερε όταν ερωτήθηκε κατά την αντεξέταση: «... έκρινα ότι αυτοί ήταν. Δεν θυμάμαι πώς.» Δεν με έπεισε για την αλήθεια των λεχθέντων του. Μου έδωσε την εντύπωση ότι δεν θυμόταν οτιδήποτε για τη συναλλαγή και απλώς ανάφερε στο Δικαστήριο τι γίνεται κάθε φορά, δηλαδή την πρακτική της Τράπεζας, στην περίπτωση υπογραφής εγγύησης. Δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του, ενόψει της αβεβαιότητας που τον διακατείχε και να εξάγω οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα. Η κα Συγκελίδου, Μ.Ε.2, έκανε αναφορά σε αυτά που η ίδια γνώριζε λόγω των καθηκόντων της. Μου φάνηκε ειλικρινής, αφού είχε την ευθιξία να παραδεχθεί ότι η επιστολή, Τεκμήριο 9, είχε σταλεί σε λάθος διεύθυνση, στην έκταση που αυτή αφορούσε τον Εναγόμενο
- Αναγνώρισε ότι η δηλωθείσα διεύθυνση του Εναγομένου 2 ήταν διαφορετική από τη διεύθυνση που στάλθηκαν οι δύο επιστολές ανάκτησης χρέους και τερματισμό της συμφωνίας, Τεκμήρια 8 και
- Δεν έχω οποιοδήποτε ενδοιασμό να την πιστέψω. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση, καταλήγω στα ακόλουθα συμπεράσματα: Η κα Ανδρούλλα Ευστρατίου είχε ζητήσει από την Ενάγουσα Τράπεζα δάνειο καθώς και πιστωτικές διευκολύνσεις, απευθυνόμενη στο Υποκατάστημα Λευκάρων. Εγκρίθηκε η παραχώρηση των συγκεκριμένων διευκολύνσεων και στις 09/04/2001 προσήλθε με δύο άλλα άτομα στο υποκατάστημα της Ενάγουσας Τράπεζας, στα Λεύκαρα για να υπογραφτούν τα απαιτούμενα έγγραφα, μεταξύ αυτών και το έγγραφο εγγύησης. Το έγγραφο εγγύησης υπογράφηκε από δύο άτομα που θεωρήθηκαν από τον Μ.Ε.1, ότι ήταν ο κ. Μάριος και ο κ. Χριστάκης Ευστρατίου, χωρίς όμως να γίνει οποιοσδήποτε έλεγχος της ταυτότητάς τους και χωρίς να ερωτηθούν για το ποιοι ήταν. Η Ενάγουσα Τράπεζα τερμάτισε τη μεταξύ της και της κας Ανδρούλλας Ευστρατίου, συμφωνία και με τον τερματισμό της συμφωνίας απέστειλε στον εγγυητή Μάριο Ευστρατόυ, Εναγόμενο 2, επιστολή στην οδό Μουρούζη 14, Διαμ.102, Λευκωσία. Όμως, η διεύθυνση που καταγράφεται ως η δική του διεύθυνση στο εγγυητήριο έγγραφο, Τεκμήριο 3, ήταν η οδός Ελευθερουπόλεως 18, Διαμ.201, Λευκωσίας. Ουδέποτε στάλθηκε οποιαδήποτε επιστολή τερματισμού της συμφωνίας στη δηλωθείσα διεύθυνση του Εναγομένου
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Υπεράσπιση του Εναγομένου 2, όπως προωθήθηκε μέσω του δικογράφου του και της δικαστικής διαδικασίας, συνίσταται στο γεγονός ότι ο Εναγόμενος 2 ουδέποτε υπέγραψε ως εγγυητής καθώς επίσης και ότι ουδέποτε του είχε ζητηθεί η πληρωμή του υπολοίπου. Έχει νομολογηθεί από αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι το βάρος απόδειξης της ύπαρξης μιας σύμβασης το φέρει εκείνος που την επικαλείται. Στο σύγγραμμα του Phipson on Evidence, 14η έκδοση, παράγρ.4-06, καταγράφονται τα ακόλουθα: «Thus in actions of contract, proof of the contract, performance of conditions precedent, breach and damages, is upon the Plaintiff...» Στο ίδιο σύγγραμμα στην παράγρ.35-03, σελίδα 936, αναφορικά με τον τρόπο απόδειξης μιας συγκεκριμένης υπογραφής, αναφέρεται: «The handwriting and signature ..... may be proved
(1)by calling the writer; or
(2)by calling a witness who saw the document signed..... The above methods, being equally admissible and equally primary, may be resorted to indifferently; subject, of course, to comment should weaker proof be tendered where stronger might have been adduced» Στην απόφαση του Εφετείου, στην υπόθεση Εταιρεία Αλλαντικών Προϊόντων Κρίστη Λτδ v. P.T.A. Foodlab & Nutritional Services Ltd
(2006)1 (B) Α.Α.Δ.827, στη σελ.835, το Δικαστήριο με αναφορά στην υπόθεση Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ v. E.T. Autospares Ltd κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ.843, κατέγραψε την αρχή ότι όπου αμφισβητείται με την Υπεράσπιση η υπογραφή σύμβασης, αυτός που επικαλείται την υπογραφή, έχει και το βάρος να την αποδείξει. Ο μόνος μάρτυρας που αναφέρθηκε στις συνθήκες υπογραφής των διαφόρων εγγράφων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ήταν ο κ. Χαραλάμπους, Μ.Ε.1, ο οποίος είναι υπάλληλος των Εναγόντων και κατά το έτος 1998 εργαζόταν στο υποκατάστημα της Ενάγουσας στα Λεύκαρα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ο ίδιος είχε δει δύο άτομα τα οποία είχαν συνοδεύσει την κα Ανδρούλλα Ευστρατίου, πρωτοφειλέτειδα, τα οποία είδε και να υπογράφουν τη σύμβαση. Δεν έλεγξε τις ταυτότητές τους, παρά μόνο πιστοποίησε τις υπογραφές τους. Συγκεκριμένα ανέφερε: «Ήρθε τη συγκεκριμένη μέρα μαζί με την κα Ανδρούλλα και τον κ. Χριστάκη να υπογράψουν τις συμφωνίες». Ήταν επίσης η θέση του Μ.Ε.1 ότι δεν γνώριζε τον κ. Μάριο Ευστρατίου και ότι ήταν η πρώτη φορά που τον έβλεπε για να αναφέρει στη συνέχεια ότι ο ίδιος έκρινε ότι ήταν ο συγκεκριμένος, χωρίς να έχει δει οποιαδήποτε ταυτότητα. Απλώς από το γεγονός ότι παρουσιάστηκαν ως εγγυητές, θεώρησε ότι ήταν αυτά τούτα τα πρόσωπα στων οποίων τα ονόματα γινόταν αναφορά. Χαρακτηριστική είναι και η απάντησή του: «Μου είπε ο διευθυντής μου, "υπέγραψε μάρτυρας για τον κ. Μάριο και τον κ. Χριστάκη"». Οι αμφιταλαντεύσεις στη μαρτυρία του, καθώς και το γεγονός ότι δεν ήταν σίγουρος ο ίδιος, ότι τα άτομα που παρουσιάζονταν ενώπιόν του ήταν πράγματι ο Χριστάκης και ο Μάριος Ευστρατίου, δεν αφήνει περιθώριο αποδοχής της μαρτυρίας του, αναφορικά με το γεγονός ότι είχε πράγματι υπογράψει ο Μάριος Ευστρατίου. Σημειώνω ότι μάρτυρας των υπογραφών ήταν και ο κ. Παπαμακαρίου, όπως διαφαίνεται από το Τεκμήριο 3, ο οποίος δεν κλήθηκε να δώσει μαρτυρία. Προφανώς, εκείνος ήταν το άτομο που προέβηκε στην ταύτιση των προσώπων και όχι ο κ. Χάρης Χαραλάμπους, Μ.Ε.1. Συνεπακόλουθα, με δεδομένη την άρνηση του Εναγομένου 2, απαιτείτο θετική μαρτυρία απόδειξης της υπογραφής του. Ο κ. Χαραλάμπους, Μ.Ε.1, δεν είχε τη δυνατότητα να προσφέρει αυτή τη μαρτυρία, αφού δεν είχε προβεί σε οποιαδήποτε διαβήματα διαπίστωσης της ταυτότητας των εγγυητών, αλλά ούτε και τους γνώριζε από προηγουμένως. Αποτέλεσμα της πιο πάνω κατάληξης, είναι η απόρριψη της αγωγής. Όμως, ακόμη και αν ξεπερνιόταν ο σκόπελος της υπογραφής του Εναγομένου 2, υπάρχει ακόμα ένα νομικό κώλυμα που η Ενάγουσα Τράπεζα θα έπρεπε να υπερβεί. Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται στην Υπεράσπισή του ότι ουδέποτε κλήθηκε από την Ενάγουσα να καταβάλει το ισχυριζόμενο ποσό και ότι ουδέποτε παρέλαβε τις ισχυριζόμενες επιστολές. Η μαρτυρία της κας Συγκελίδου, (Μ.Ε.2), ήταν ότι αρχικά η επιστολή που αφορούσε τον Εναγόμενο 2 είχε σταλεί στην οδό Γέρι 5 και επιστράφηκε και στη συνέχεια στάλθηκε στην οδό Κυριάκου Μάτση 5, στο Γέρι. Όμως, η διεύθυνση του Εναγόμενου 2 όπως καταγράφεται στο έγγραφο εγγυήσεως, Τεκμήριο 3, είναι Ελευθερουπόλεως 18, Διαμ.201, Στρόβολο. Δεν δόθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από την Ενάγουσα προς την κατεύθυνση ότι ο Εναγόμενος 2 είχε αλλάξει διεύθυνση ή ότι είχε κοινοποιήσει στην Ενάγουσα αλλαγή διεύθυνσης. Η κα Συγκελίδου παραδέχθηκε ότι η επιστολή τερματισμού δεν είχε σταλθεί στον Εναγόμενο 2 στη δηλωθείσα διεύθυνση. Έχει νομολογηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι εφόσον το χρέος καταστεί πληρωτέο από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής καθίσταται παράλληλα υπόλογος για την αποπληρωμή του, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Και τούτο, γιατί η υποχρέωση του εγγυητή έγκειται κατά πρώτο λόγο στη διασφάλιση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη. Εφόσον στοιχειοθετείται η υποχρέωση του πρωτοφειλέτη καθίσταται υπόλογος και ο εγγυητής να εξασφαλίσει την αποπληρωμή της οφειλής του. Στη Savvides v. Christofiides
(1978)1 C.L.R. 303 όμως, αναγνωρίστηκε ότι τα μέρη δύνανται να καταστήσουν την παροχή ειδοποίησης από τον δανειστή στον εγγυητή, να αποπληρώσει το χρέος, μέρος της συμφωνίας για την ανάκτησή του. Και σε εκείνη την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος, αλλά δευτερεύοντα όρο για την εκτελεστότητα του χρέους, δηλαδή της ευχέρειας ανάκτησής του. Αυτό εξηγείται με σαφήνεια στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην Stimpson v. Smith
(1999)2 All E.R. 833. O όρος για την παροχή ειδοποίησης προς τον εγγυητή να καταβάλει το χρέος του πρωτοφειλέτη σηματοδοτεί, όπως αναφέρει ο Tuckey L.J. στη συγκεκριμένη απόφασή του «.the time from which the liability can be enforced». Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε και στη Lombart Natwest LTD v Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Β Α.Α.Δ.
- Και στην κρινόμενη υπόθεση, ο όρος 2 της συμφωνίας, Τεκμήριο 3, μεταξύ των μερών προνοεί: «Υπό τους όρους της παραγράφου 12, εγώ ο υπογεγραμμένος με την παρούσα εγγυούμαι όλες τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες είτε είναι μελλοντικές, είτε αυτές κατέστησαν είτε ενδέχεται να καταστούν απαιτητές, είτε αυτές είναι προσωπικές είτε κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσες είτε έμμεσες, αναλαμβάνω δε να πληρώσω προς την Τράπεζα μόλις μου ζητηθεί οποιοδήποτε ποσό χρημάτων που μπορεί να καταστεί πληρωτέο προς την Τράπεζα σε σχέση με τις πιο πάνω υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη ή οποιωνδήποτε από αυτές, συμπεριλαμβανομένων τόκων, προμηθειών, επιβαρύνσεων και/ή άλλων τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και δικαστικών εξόδων και άλλων εξόδων και δαπανών.» Η αναγκαιότητα της ειδοποίησης για τον προσδιορισμό της εκτελεστότητας της υποχρέωσης του εγγυητή να καταβάλει το χρέος, υπογραμμίζεται και από τις πρόνοιες της παραγράφου 9 του Τεκμηρίου 3, το οποίο ρυθμίζει τα της «γραπτής ζήτησης» και πότε θεωρείται ότι γραπτή ειδοποίηση φτάνει στον εγγυητή μετά την αποστολή της «με συνηθισμένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση που αναφέρεται πιο κάτω», δηλαδή στο έγγραφο εγγύησης. Συνεπώς, κρίνεται ότι απαιτείτο ειδοποίηση απαίτησης προς τον εγγυητή, Εναγόμενο
- Λόγω του ότι η διεύθυνση που «αναφέρεται πιο κάτω», παράγραφος 9 της σύμβασης, είναι διαφορετική από αυτή που στάλθηκε η επιστολή απαίτησης, σύμφωνα με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την Ενάγουσα Τράπεζα, η Ενάγουσα Τράπεζα ουδέποτε εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της με βάση τη σύμβαση εγγύησης. Και εξηγώ: Η δηλωθείσα διεύθυνση του Εναγομένου 2, στο Τεκμήριο 3, ήταν Ελευθερουπόλεως 18, Διαμ.201, 2001 Στρόβολο. Η επιστολή απαίτησης, Τεκμήριο 10, στάλθηκε στην οδό Μουρούζη 14, Διαμ.102, 1055, Λευκωσία,καθώς και η επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας Τράπεζας, Τεκμήριο
- Δεν δόθηκε καμία εξήγηση από την Ενάγουσα για το λόγο που στάλθηκαν οι επιστολές σε άλλη διεύθυνση από τη δηλωθείσα, από τον Εναγόμενο 2, στο Τεκμήριο
- Οπόταν η αποτυχία της Ενάγουσας να ζητήσει την αποπληρωμή του χρέους από τον Εναγόμενο 2, αποστερεί την Ενάγουσα από την ευχέρεια ανάκτησης τους χρέους και συνιστά δεύτερο λόγο απόρριψης της αγωγής. Συνεπακόλουθο της πιο πάνω κατάληξής μου είναι ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος της Ενάγουσας Τράπεζας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο