Κυριάκου Χαραλάμπους ν. BELINDA SALTHOUSE, Αρ. Αγωγής 2203/2010, 27 Οκτωβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A128 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2203/2010 Μεταξύ: Κυριάκου Χαραλάμπους, από την Ορόκλινη, Ενάγοντα -και- BELINDA SALTHOUSE, από την Ορόκλινη, Εναγόμενης Αίτηση ημερ. 11.05.2011 για διαγραφή μέρους της απάντησης στην υπεράσπιση 27 Οκτωβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την αιτήτρια-εναγόμενη: Ο κ. Γ. Πολυχρόνης. Για τον καθ΄ ου η αίτηση-ενάγοντα: Ο κ. Γ. Βασιλείου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας με την αγωγή του διεκδικά από την εναγόμενη το ποσό των €500 δυνάμει λογαριασμού και/ή υπηρεσιών και/ή ως αποζημιώσεις ή/και δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού ή και άλλως πως. Η πλευρά της εναγόμενης καταχώρισε υπεράσπιση και κατόπιν τούτου η πλευρά του ενάγοντα απάντηση στην υπεράσπιση. Μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων η εναγόμενη προχώρησε στην καταχώριση αίτησης διαγραφής δια της οποίας εξαιτείται την έκδοση διατάγματος για διαγραφή της παραγράφου 3 της απάντησης στην υπεράσπιση. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω την παράγραφο 3 της απάντησης στην υπεράσπιση η οποία έχει ως ακολούθως: «Ο ενάγοντας αρνείται την παράγραφο 4(α-β 1,2,3,3(γ) της ΄Εκθεσης Υπεράσπισης της εναγομένης. Είναι η θέση του ενάγοντα πως τα όσα επικαλείται η ενάγουσα είναι εκ των υστέρων σκέψεις και προφάσεις δια την μη εκπλήρωση των όσων συμφωνήθηκαν μεταξύ του ενάγοντα και της εναγόμενης. Περαιτέρω δε να αναφερθεί πως η ενάγουσα έδωσε εντολή στον ενάγοντα να ετοιμάσει φαγητό για εκείνη την ημέρα δια 80 άτομα πλην όμως κατά τον χρόνο εκείνο η ενάγουσα πληροφόρησε τον ενάγοντα πως μόνο 26 άτομα θα παρευρεθούν με αποτέλεσμα ο ενάγοντας να ζημιωθεί (περαιτέρω λεπτομέρειες θα παρουσιαστούν κατά την δικάσιμο). Είναι η θέση της εναγόμενης ότι οι ως άνω ισχυρισμοί του ενάγοντα θα πρέπει να διαγραφούν καθότι εγείρεται νέα βάση αγωγής δηλαδή αποζημίωση, ως επίσης και διότι είναι ασυμβίβαστοι ή και αντίθετοι με τους ισχυρισμούς στην έκθεση απαίτησης και δημιουργούν μειονέκτημα στην υπεράσπιση της εναγόμενης. Η πλευρά του ενάγοντα καταχώρισε ένσταση στην αίτηση με τους κάτωθι συγκεκριμένους λόγους: Επιδιώκεται η διαγραφή ισχυρισμών οι οποίοι είναι ουσιαστικοί, βασικοί απαραίτητοι και απόλυτα σχετικοί με τη στοιχειοθέτηση της υπόθεσης του ενάγοντα. Οι ισχυρισμοί που τίθενται στην παράγραφο 3 της απάντησης στην υπεράσπιση του ενάγοντα δεν εγείρουν νέα βάση αγωγής. Οι ισχυρισμοί που τίθενται στην παράγραφο 3 της απάντησης στην υπεράσπιση του ενάγοντα δεν είναι ούτε αντικανονικοί, ούτε παράτυποι και ούτε θα προκαλέσουν επηρεασμό ή ζημιά ή βλάβη στην υπεράσπιση της εναγόμενης. Η υπό κρίση αίτηση είναι αδικαιολόγητη και ανυπόστατη. Η υπό κρίση αίτηση προκαλεί καθυστέρηση στην υπόθεση του ενάγοντα. Τα όσα αναφέρει ο ενάγοντας στην απάντηση στην υπεράσπιση αποτελούν ουσιώδεις ισχυρισμούς και, άρα, είναι ορθή η δικογράφησή τους. Τα όσα η εναγόμενη - αιτήτρια επιδιώκει να διαγράψει με την αίτησή της ουδόλως θίγουν τα δικαιώματά της για δίκαιη δίκη. Η απάντηση στην υπεράσπιση που καταχωρήθηκε από πλευράς του ενάγοντα σε συνέχεια της έκθεσης απαίτησης του δίδει μια πλήρη εικόνα των θέσεών του και, έτσι η εναγόμενη - αιτήτρια δεν θα καταληφθεί εξαπίνης κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Η απάντηση στην υπεράσπιση είναι συντεταγμένη με τέτοιο τρόπο που δεν παραβιάζονται οι κανόνες που θέτει η Δ.19 θ.
- Κατά το στάδιο των αγορεύσεων και οι δύο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Η αίτηση βασίζεται στις πρόνοιες της Δ.19 θ.26 οι οποίες έχουν ως εξής: «
- The Court or a judge may, at any stage of the proceeding, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass or delay the fair trial of the action.» Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η πλευρά της αιτήτριας κατά την αγόρευση της προς υποστήριξη της θέσης της επικαλέστηκε τον θ.14 της Δ.19 όπου προβλέπεται ότι κανένα δικόγραφο εκτός και αν δοθεί άδεια για τροποποίηση, θα εγείρει νέα βάση απαίτησης ή να περιέχει γεγονός το οποίο θα είναι αντίθετο με το προηγούμενο δικόγραφο του. Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν αιτήσεις για διαγραφή δικογράφων δυνάμει των πιο πάνω θέσεων η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (βλ. In Re Pelmako Development Ltd.
(1991)1 C.L.R. 246 και Cyber Group Ltd. Ν. Κυριάκου Χαραλαμπίδη κ.ά.
(2004)2 Α.Α.Δ. 1852). Επέμβαση γίνεται μόνο όπου υπάρχει πρόδηλη παράβαση των κανόνων δικογράφησης. Στο The Annual Practice 1958, σελ. 448 και μετά, με αναφορά στην αντίστοιχη αγγλική πρόνοια Δ.19, κ.27, τίθενται οι αρχές που διέπουν τη σύνταξη δικογράφων αλλά και καθορίζουν τα όρια εντός των οποίων το Δικαστήριο μπορεί να επέμβει και να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για διαγραφή μέρους δικογράφων. Η διατύπωση του θ.26 της Δ.19 είναι αρκετά ευρεία και τα πλαίσια της έχουν τεθεί με την ύπαρξη επαρκούς νομολογίας τόσο Κυπριακής όσο και Αγγλικής. Στην υπόθεση Lavar Shipping Co. Ltd. V. Souras Bros Ltd & Another
(1972)4 J.S.C. 416, λέχθηκε: «.though the language of Order 19 Rule 26 is wide, its operation is limited». Επίσης, στο The Annual Practice 1958, στις σελίδες 477 - 479, επεξηγούνται οι λόγοι για έγκριση ή απόρριψη τέτοιων αιτήσεων και η έννοια των λέξεων «unnecessary, scandalous, tend to prejudice embarrass or delay the fair trial of the action» (βλ. Carl Zeiss Stiftung v Rayner & Another
(1969)3 All E.R. 697, Fasili v. Sun Boat
(1984)1 C.L.R. 679 και Λοίζος Λουκά και Υιοί Λτδ. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1316). Στη θεμελιακή υπόθεση Knowles v Roberts 38 Ch. D.P. 270 ο Δικαστής Bowen L.J. έθεσε το θέμα ως εξής : « The rule that the court is not to dictate to the parties how they should frame their case, is one that ought always to be preserved sacred. But this rule is of course, subject to this modification and limitation that the parties must not offend against the rules of pleading which have been laid down by the law. If a party introduces a pleading which is unnecessary, and it tends to prejudice, embarrass and delay the trial of the action, it then becomes a pleading which is beyond right. » Σε γενικές γραμμές δηλαδή, ο κανόνας είναι ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να υπαγορεύει στους διαδίκους πώς θα συντάσσουν τα δικόγραφά τους νοουμένου ότι οι διάδικοι δεν παραβιάζουν τους κανόνες δικογραφίας. Αν κάποιος διάδικος εισαγάγει με το δικόγραφο του θέμα που είναι αχρείαστο και που τείνει να επηρεάσει δυσμενώς και να καθυστερήσει της εκδίκαση της αγωγής, τότε το δικόγραφο αυτό είναι πέραν των δικαιωμάτων του διαδίκου. Στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd. κ.ά. ν. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 787, γίνεται αναφορά στην υπόθεση Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ. κ.ά. ν Credit Libanais S.A.L.
(1991)1 Α.Α.Δ. 649, στην οποία λέχθηκε ότι «τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες σε σχέση με την απαίτηση, υπεράσπιση, ανταπαίτηση ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα που περιλαμβάνουν, ώστε να μπορεί η άλλη πλευρά να σχηματίζει σαφή εικόνα για τη φύση και έκταση της υπόθεσης, την οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση, να μπορεί να ετοιμάζει τη δική της υπόθεση και να μην βρίσκεται προ εκπλήξεων ή τετελεσμένων γεγονότων». Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ. ν. Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 685, στην οποία λέχθηκε ότι τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης και η σύνταξή τους διέπεται από τους δικονομικούς κανόνες που περιέχονται στη Δ.19 θ.4 (πιο πάνω), δυνάμει της οποίας μόνο τα ουσιώδη γεγονότα που είναι αναγκαία πρέπει να δικογραφούνται σε σχέση με τα επίδικα θέμα. Η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή και χωρίς πλατειασμούς. Γίνεται επίσης παραπομπή στην υπόθεση Bruce v. Odhams Press Ltd.
(1936)1 K.B. 697 στην οποία η έννοια του ουσιαστικού « material» ερμηνεύτηκε ότι σημαίνει, «απαραίτητο» δηλαδή «necessary for the purpose of formulating a complete cause of action ». Στην υπόθεση Christie v Christie L.R. 8 Ch. 503, αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο ένα θέμα θεωρείται σκανδαλώδες κρίνεται από το αν είναι θέμα για το οποίο θα γινόταν αποδεκτή μαρτυρία για να καταδειχθεί η αλήθεια με την αιτούμενη θεραπεία. Στην υπόθεση Willington v Loring 6 Q.B.D. 196 αναφέρθηκε ότι κάποιο θέμα δεν θεωρείται σκανδαλώδες αν είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα. Αναφορικά με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ενοχλητικό («embarrassing») το οποίο προκαλεί σύγχυση, σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Mayor of London v Horner
(1914)111L.T. : « I take "embarrassing" to mean that the allegations are so irrelevant that to allow them to stand would involve useless expense and would also prejudice the trial of the action by involving the parties in a dispute that is wholly apart from the issues.» Στο σύγγραμμα Bullen & Leak & Jacobs Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ.147 αναφέρεται: «Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations. » Η βασική αρχή είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή. Το λόγο γι' αυτό μας δίνει η British Airways Pension Trustees Ltd v. Sir Robert McAlpine
(1944)72 B.L.R. 26 : «The basic purpose of pleadings is to enable the opposing party to know what case is being made in sufficient detail to enable that the party properly to answer it. ............................... Pleadings are not a game to be played at the expense of the litigants, they are not an end in themselves, but a means to the end, and that end is to give each party a fair hearing.» Το γεγονός και μόνο ότι το δικόγραφο του αντιδίκου περιέχει κάποια αχρείαστα θέματα δεν είναι από μόνο του ικανοποιητικός λόγος για να διαταχθεί διαγραφή. Μια δήλωση δε διαγράφεται μόνο για το λόγο ότι είναι αχρείαστη, εκτός αν τείνει να βλάψει την άλλη πλευρά. Αν όμως επουσιώδη θέματα διατυπώνονται με τέτοιο τρόπο ώστε ο άλλος διάδικος θα πρέπει να απαντήσει σε αυτά, και με αυτό τον τρόπο καθίστανται επίδικα άσχετα θέματα τα οποία έχουν ως αποτέλεσμα την πρόκληση εξόδων, ταλαιπωρίας και καθυστέρησης, τότε αυτά θα διαγραφούν επειδή επηρεάζουν τη δίκαιη δίκη της υπόθεσης. Στο σημείο αυτό να αναφέρω ότι η προώθηση διαζευκτικών βάσεων αγωγής, μέχρι να ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία και σε κάποιες περιπτώσεις μέχρι και το τέλος, (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Belvestico Trading Ltd. 11964 8.9.2006), είναι μεν δικαίωμα που αναγνωρίζεται στον διάδικο από τους Θεσμούς και τη Νομολογία, αλλά η ενάσκησή του θα πρέπει να γίνεται με περίσκεψη και προσοχή. Δεν ωφελεί η φόρτωση του δικογράφου με πολυάριθμες βάσεις αγωγής, οι οποίες τελικά τείνουν να συσκοτίσουν και να περιπλέξουν τα επίδικα θέματα παρά να αυξήσουν τις πιθανότητες του διαδίκου να πετύχει θεραπεία. Σε τέτοιες περιπτώσεις η υπόθεση του διαδίκου μάλλον πλήττεται παρά ωφελείται. Επιπλέον αναφέρω ότι ένα δικόγραφο δεν θεωρείται ικανό να δυσχεραίνει τη διαδικασία απλά και μόνο επειδή περιέχει ισχυρισμούς οι οποίοι είναι αντίθετοι ή διατυπώνονται διαζευκτικά. Το ίδιο ισχύει και για την πολυλογία η οποία όμως δεν προκαλεί αμηχανία (βλ. Athina Leathergoods Ltd κ.ά. ν. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ. 787). Τούτου λεχθέντος, η πολυλογία και πολύ περισσότερο η περιττολογία, δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να ενθαρρύνονται. Στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ. ν. Σαββίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 685 τονίστηκε, αφενός ότι η παρουσίαση της υπόθεσης στα δικόγραφα πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς και αφετέρου ότι η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση σε δικόγραφο. Όταν δε σχετικοί ισχυρισμοί είναι διατυπωμένοι σε μεγαλύτερη έκταση απ' ό,τι χρειάζεται και διαπλέκονται με άσχετους ισχυρισμούς ή με μαρτυρία τότε δυνατό είναι να προκληθεί σοβαρή δυσχέρεια στον αντίδικο (βλ. Davy v. Garret 7 Ch. D. 473). Ερχόμενος τώρα στην υπό εξέταση υπόθεση θεωρώ ότι το αίτημα της εναγόμενης για διαγραφή της παραγράφου 3 της απάντησης στην υπεράσπιση δεν μπορεί να έχει επιτυχία. Κατ΄ αρχάς δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς εισάγεται νέα βάση αγωγής τη στιγμή που στην αγωγή του ο ενάγοντας διεκδικεί το ποσό των €500 και ως αποζημιώσεις. Είναι γεγονός ότι υπάρχει διαζευκτικότητα σε σχέση με τις βάσεις αγωγής του ενάγοντα αλλά δεν βλέπω με ποιο τρόπο πλήττεται η πλευρά της εναγόμενης. Πέραν τούτου, ο ενάγοντας με την παράγραφο 3 της απάντησης στην υπεράσπιση απαντά στην ιδιαίτερα μακροσκελή παράγραφο 4 της υπεράσπισης της εναγόμενης, όπου η τελευταία εγείρει το θέμα του αριθμού των ατόμων που παρευρέθησαν στο επίδικο δείπνο αναφέροντας ότι ήταν 26 συνολικά και είναι βάσει αυτού που ο ενάγοντας αναφέρει τον ισχυρισμό περί 80 ατόμων. Εν πάση όμως περιπτώσει ο ενάγοντας παραμένει και διεκδικεί το ποσό των €500 και ως αποζημιώσεις όπως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης, η απόδειξη της οποίας βρίσκεται στους ώμους του ενάγοντα. Η εναγόμενη με την υπεράσπισή της προβάλλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς οι οποίοι ισχυρισμοί θεωρώ ότι δεν επηρεάζονται από την παράγραφο 3 της απάντησης στην υπεράσπιση με αποτέλεσμα να της δημιουργούν μειονέκτημα. Εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να τεθούν τα γεγονότα που έχουν σχέση με την υπόθεση για μια πλήρη και σαφή εικόνα των δεδομένων. Ενόψει όλων των ανωτέρω η αίτηση δεν μπορεί να έχει άλλη κατάληξη από την αποτυχία. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης ως αυτά τα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Λ. Μουγής, Ε.Δ. /ΜΧΚ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο