← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. PROKRITA COMPANY LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2509/2010, 31.10.2011

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. PROKRITA COMPANY LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 2509/2010, 31.10.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A129 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2509/2010 Μεταξύ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων Και

  1. PROKRITA COMPANY LTD
  2. ΑΥΓΟΥΣΤΑ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ
  3. ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ
  4. ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ Εναγομένων ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31.10.2011 Αίτηση ημερομηνίας 7 Απριλίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κ. Γ. Καϊμακλιώτης Για τους Ενάγοντες - Καθ'ών η αίτηση : κ. Χ. Κυριακίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι εναγόμενοι, αιτητές, ζητούν διάταγμα για παραμερισμό της απόφασης η οποία εκδόθηκε εναντίον τους ερήμην στις 20.10.
  5. Είναι προφανές από την αγόρευση του συνηγόρου των ότι η αίτηση τους βασίζεται στη Δ.17 κ. 10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών ενώ υποστηρίζεται και από δύο ένορκες δηλώσεις. Ηγέρθη ένσταση εκ μέρους των εναγόντων, καθ' ου, η αίτηση, οι οποίοι παρεμπιπτόντως είναι τραπεζικός οργανισμός. Η αξίωση των εναγόντων, όπως προκύπτει από το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, βασίζεται σε παράβαση από την εναγόμενη 1 εταιρεία συμφωνιών δανειοδότησης της και σε αντίστοιχες συμφωνίες εγγύησης που είχαν παραχωρήσει προς όφελος τους οι εναγόμενοι 2, 3 και
  6. Πρόσθετα, οι εναγόμενες 2 και 4 παραχώρησαν στους ενάγοντες για τον ίδιο σκοπό και κάποιες υποθήκες. Λόγω ισχυριζόμενης παράβασης των προαναφερθέντων συμφωνιών, κάποια χρεωστικά υπόλοιπα φέρεται να είχαν καταστεί πληρωτέα και απαιτητά πλην, όμως, οι εναγόμενοι παρέλειψαν να προβούν στην αποπληρωμή τους. Εξού και η παρούσα αγωγή εναντίον τους. Ακολούθως, λόγω της παράλειψης καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους των, εκδόθηκε ερήμην η προσβαλλόμενη με την παρούσα αίτηση απόφαση. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε στις 20.10.
  7. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται, μέσω της εναγομένης 2 η οποία ορκίστηκε τη μία από τις δύο προαναφερθείσες ένορκες δηλώσεις, ότι πληροφορήθηκαν για το γεγονός αυτό στις 4.4.
  8. Ήταν τότε που η εναγόμενη 2 είχε λάβει από το κτηματολογικό γραφείο Λάρνακας μια επιστολή με την οποία πληροφορείτο ότι οι ενάγοντες είχαν αποταθεί για την εκποίηση κάποιων ενυπόθηκων ακινήτων της, όπως προέβλεπε η απόφαση. Οπότε, από έρευνα η οποία έγινε στο φάκελο του δικαστηρίου, διαπιστώθηκε ότι ο δικηγόρος τους είχε παραλείψει να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Και αυτό παρά τις οδηγίες της εναγομένης 2 όπως αναλάβει την υπεράσπιση τους, τις οποίες οδηγίες του είχε δώσει όταν του παρέδωσε το κλητήριο ένταλμα εγκαίρως, μετά την επίδοση του προς αυτή στις 22.9.
  9. Μέσω της δεύτερης ένορκης δήλωσης η υπάλληλος του δικηγόρου των εναγομένων επιβεβαιώνει την παράλειψη αυτή, την οποία αποδίδει σε δικό της λάθος. Αν και είχε ετοιμάσει, όπως αναφέρει, το σχετικό σημείωμα εμφάνισης το οποίο, όμως, παρέμεινε στο σχετικό φάκελο του γραφείου τους. Οι πιο πάνω εξηγήσεις σε σχέση με τον πλημμελή χειρισμό που φέρεται να είχε γίνει στο γραφείο του δικηγόρου των εναγομένων αναφέρονται σε γεγονότα τα οποία εμπίπτουν στην αποκλειστική γνώση του άμεσα εμπλεκομένου προσώπου. Δεν είναι εύκολο να αμφισβητηθούν. Ενώ δεν είναι και άγνωστο να συμβαίνουν κάποτε τέτοια περιστατικά. Συνήθως έρχονται στο φως σε διαδικασία όπως είναι η παρούσα. Και, ακριβώς, σε μια παρόμοια περίπτωση είχε τονιστεί πως ο πλημμελής χειρισμός του δικηγόρου δε συνιστούσε «αμέλεια ή ασέβεια στη δικαστική διαδικασία» από μέρους του εναγομένου (βλ. Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ ν. Χαπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ

(1997)1 (Α) Α.Α.Δ, 28). Ούτε και στην προκειμένη περίπτωση διαπιστώνεται κάτι τέτοιο. Ενώ, συγχρόνως, δε διαπιστώνεται να υπήρξε και οποιαδήποτε καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης. Καταχωρίστηκε σε τρεις ημέρες αφότου η εναγόμενη 2 έλαβε γνώση του γεγονότος ότι είχε εκδοθεί εναντίον όλων των εναγομένων η επίδικη απόφαση. Όμως, ό,τι είναι νομολογιακά καθιερωμένο ως πλέον σημαντικό ώστε μια αίτηση όπως η παρούσα να επιτύχει, είναι η απόδειξη από τον εναγόμενο, αιτητή, ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην αγωγή. Η αρχή αυτή έχει υιοθετηθεί από την αγγλική νομολογία, όπως και τα λοιπά κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση από το δικαστήριο της συγκεκριμένης διακριτικής εξουσίας. Το απόσπασμα που ακολουθεί από την απόφαση του Αρτεμίδη Δ, όπως ήταν τότε, στην προαναφερθείσα υπόθεση είναι αρκούντως διαφωτιστικό: Είχε πει στη σελίδα 31: «Τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη στην εξέταση αιτήσεων, όπως η παρούσα, έχουν επανειλημμένα συζητηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Δικαστηρίου μας, που υιοθετούν την ίδια προσέγγιση με τα δικαστήρια στην Αγγλία, όπου ισχύουν παρομοίας φύσεως Κανονισμοί. Θεμελιακή υπόθεση θεωρείται η Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R p. 646 στην οποία ελέχθη πως το Δικαστήριο δεν θέτει, και είναι αμφίβολο αν μπορεί να θέσει, άκαμπτους κανόνες που αποστερούν τη δικαιοδοσία του. Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο εναγόμενος ικανοποιεί το δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλήν υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης». Όπως ακριβώς ετέθη στην προαναφερθείσα αγγλική υπόθεση για να επιτραπεί ο παραμερισμός μιας απόφασης, ο κανόνας «is that where the judgment was obtained regularly there must be an affidavit of merits meaning that the applicant must produce to the Court evidence that he has a prima facie defence". Όμως, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, απλά περιγραφικοί κάποιας αιτίας, οι οποίοι δε συνοδεύονται από μαρτυρία ικανή, αν γίνει αποδεκτή, να εδραιώσει την απόδειξη της, δε θεωρείται ότι αποτελούν καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση (βλ. G & A Optus Electronics Services Ltd v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ
(2009)1 (Β) Α.Α.Δ.
  1. Στην προκειμένη περίπτωση η υπεράσπιση την οποία οι εναγόμενοι θα επικαλεστούν έναντι της απαίτησης των εναγόντων εκτίθεται στην παράγραφο 9 της ένορκης δήλωσης της εναγομένης 2 και έχει ως εξής: «Ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου στην παρούσα υπόθεση έχουμε καλή υπεράσπιση για τους κάτωθι λόγους: (α) η επίδικη συμφωνία περιέχει ή/και περιλαμβάνει ρητούς ή/και εξυπακουόμενους όρους που είναι καταχρηστικοί, παράνομοι, άκυροι και ανεφάρμοστοι. (β) Οποιαδήποτε αύξηση του επιτοκίου καθώς και η κεφαλαιοποίηση των τόκων 2 φορές ετησίως έγινε παράνομα και παράτυπα από τους ενάγοντες χωρίς να ενημερωθούμε ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο να λάβουμε γνώση και εν πάση περιπτώσει χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις του Νόμου Περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου. (γ) Αρνούμαστε την ύπαρξη οποιουδήποτε υπολοίπου προς τους ενάγοντες. Με βάση τους δικούς μας υπολογισμούς το σημερινό υπόλοιπο προς τους ενάγοντες είναι πολύ μικρότερο από το πόσο για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση στις 20/10/
  2. (δ) Είναι η θέση μας ότι ουδέποτε λάβαμε γνώση ή/και μας κοινοποιήθηκε ή/και με οποιονδήποτε άλλο τρόπο λάβαμε γνώση ή παραλάβαμε τις επιστολές ημερομηνίας 9/11/2009, 10/12/2009 και 25/1/2010 με το περιεχόμενο που αναφέρεται στην παράγραφο 12 της Έκθεσης Απαίτησης των εναγόντων και ως εκ τούτου είναι η θέση μας ότι η αγωγή παρούσα αγωγή είναι πρόωρη και ενοχλητική». Από την ανάγνωση του πιο πάνω κειμένου διαπιστώνεται ότι γίνεται ευρέως χρήση αξιολογικών όρων νομικής σημασίας όπως ότι οι όροι της επίδικης συμφωνίας είναι «καταχρηστικοί, παράνομοι, άκυροι και ανεφάρμοστοι». Και πιο κάτω σε σχέση με τον τόκο ότι η κεφαλαιοποίηση του «έγινε παράνομα και παράτυπα» και εν πάση περιπτώσει, χωρίς να τηρηθούν οι πρόνοιες του σχετικού νόμου. Δεν γίνεται όμως και οποιαδήποτε αναφορά σε μαρτυρία από την οποία να διαφαίνεται σε τι συνίστανται οι πιο πάνω νομικοί χαρακτηρισμοί. Ενώ όταν ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα ότι οι εναγόμενοι δεν έλαβαν γνώση είτε για την κεφαλαιοποίηση του τόκου είτε για το περιεχόμενο κάποιων επιστολών που φέρεται να τους απέστειλαν οι ενάγοντες πριν από την έγερση της αγωγής, δεν αναφέρεται και για τους γενικούς αυτούς ισχυρισμούς οποιαδήποτε μαρτυρία από την οποία να διαφαίνεται, εκ πρώτης όψεως, η αναγκαιότητα, οι ενάγοντες να έπρεπε να ελάμβαναν γνώση των προαναφερθέντων ενεργειών των εναγόντων. Τέλος, ενώ οι εναγόμενοι αρνούνται την ύπαρξη οποιουδήποτε υπόλοιπου χρέους, στη συνέχεια συμπληρώνεται κατά τρόπο αντιφατικό, προκειμένου για ένορκη μαρτυρία, ότι οι δικοί τους υπολογισμοί, δηλαδή των εναγομένων, δείχνουν ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο είναι πολύ μικρότερο. Και στην περίπτωση αυτή υπάρχει πλήρης απουσία μαρτυρίας η οποία να υποστηρίζει τον πιο πάνω γενικό ισχυρισμό. Η οποία μαρτυρία θα μπορούσε να είναι οι ισχυριζόμενοι υπολογισμοί οι οποίοι να δείχνουν το ακριβές υπόλοιπο του χρέους. Εν κατακλείδι, με τα όσα γενικά ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, χωρίς να παραθέτουν σε σχέση με αυτά και την ανάλογη μαρτυρία, διαπιστώνεται η ανυπαρξία εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων, καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγομένων, αιτητών. Να υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.