EUROFREIGHT LOGISTICS LTD ν. MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, Αρ. Αγωγής: 1558/10, 31 Οκτωβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A130 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1558/10 Μεταξύ: EUROFREIGHT LOGISTICS LTD Εναγόντων και MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD Εναγομένων ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 18/03/2011 για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 31 Οκτωβρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Ν. Δαμιανού (Για να ακούσει απόφαση: κα Ζαννέττου) Για Εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση: κ, Γ. Κουκούνης (Για να ακούσει απόφαση: κ. Κ. Κουκούνης) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα Εταιρεία με την αγωγή της ημερ.03/06/2010 αξιώνει από την Εναγόμενη Εταιρεία το συνολικό ποσό των €30.500- ως ποσό το οποίο καταβλήθηκε στην Εναγόμενη Εταιρεία αχρεωστήτως και χωρίς νόμιμη αιτία ή/και ως εισπραχθέν αδικαιολόγητα ή παράνομα ή αντισυμβατικά. Επιπρόσθετα, ζητείται δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη Εταιρεία δεν είχε δικαίωμα να χρεώσει ή και να εισπράξει το συγκεκριμένο ποσόν. Η Εναγόμενη Εταιρεία καταχώρισε Υπεράσπιση, στις 02/11/2010, στην αξίωση στην οποία προβάλει η Ενάγουσα Εταιρεία, καθώς και Ανταπαίτηση για το ποσό των €30.500-, το οποίο αφορά έξοδα ή/και την αποζημίωση που οι Εναγόμενοι δικαιούνται από την Ενάγουσα. Επιπρόσθετα, ζητούν διατάγματα που να αναγνωρίζουν ότι νόμιμα η Εναγόμενη Εταιρεία αξίωσε την καταβολή του συγκεκριμένου ποσού. Η Ενάγουσα εταιρεία καταχώρησε στις 18/03/2011 την υπό εξέταση Aίτηση με την οποία ζητά περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες αναφορικά με τις παραγράφους 12, 17, 19, 24 και 36 της Έκθεσης Υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, ζητά λεπτομέρειες αναφορικά με το ποια ήταν η επιχειρηματική επένδυση στην οποία προέβηκε η Εναγόμενη, στην οποία γίνεται αναφορά στην παράγραφο 12 της Έκθεσης Υπεράσπισης, ποιες υποθήκες θα εξαλείφονταν, ποιες διευκολύνσεις θα αποδεσμεύονταν και ποιες εγγυήσεις και εγγυητικά έγγραφα θα ακυρώνονταν, στα οποία γίνεται επίκληση στην παράγραφο 17 της Υπεράσπισης. Επιπρόσθετα, ζητά ανάλυση του ποσού των €40.333- σε απώλειες, ζημιές, έξοδα, δαπάνες, απώλεια τόκων, απώλεια κέρδους της Εναγόμενης, παράγραφοι 19 και 24 της Υπεράσπισης καθώς επίσης και ανάλυση του ποσού των €30.000- σε έξοδα, δαπάνες, ανθρωποώρες, απώλειες, υποχρεώσεις, απώλεια κέρδους ή τόκων της Ενάγουσας, του ποσού των €500- σε έξοδα, δαπάνες, ανθρωποώρες, απώλειες, υποχρεώσεις, απώλεια κέρδους ή τόκων, ενώ ζητά να πληροφορηθεί τα διοικητικά έξοδα, θέματα στα οποία γίνεται αναφορά στην παράγραφο 36 της Υπεράσπισης. Η υπό κρίση Αίτηση βασίστηκε στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.19 θ.6-9, Δ.48 θ.1-4, 8 και 9 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση της κας Ζέζου, η οποία γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα. Σύμφωνα με την ομνύουσα, οι ισχυρισμοί της Εναγόμενης για τους οποίους ζητούνται λεπτομέρειες είναι αόριστοι, ασαφείς και χρήζουν διευκρίνησης και λεπτομερειών. Οι συγκεκριμένες λεπτομέρειες είχαν ζητηθεί και με επιστολή από τον δικηγόρο της Ενάγουσας, αλλά δεν παραχωρήθηκαν. Η Εναγόμενη καταχώρισε Ένσταση στην πιο πάνω Αίτηση, στις 07/07/2011, με την οποία παραθέτει δεκαοκτώ
(18)λόγους ενστάσεως οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: ότι η Αίτηση είναι νομικά αβάσιμη, αστήρικτη, παράτυπη, αντικανονική και καταχρηστική, ότι οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στις αιτούμενες θεραπείες γιατί δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ότι η Αίτηση δεν στηρίζεται σε αποδεκτή μαρτυρία γιατί υπογράφεται από δικηγόρο που εκπροσωπεί τους Αιτητές η οποία δεν είναι το κατάλληλο πρόσωπο για να δώσει μαρτυρία, ότι οι Αιτητές δεν ζητούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες, αλλά ζητούν μαρτυρία η οποία θα δοθεί στη δίκη. Επιπρόσθετα, προβάλλουν ότι οι ισχυρισμοί που αναφέρονται στην Έκθεση Υπεράσπισης είναι σαφής και συγκεκριμένοι και δίνουν πλήρη εικόνα της φύσης των ζητημάτων και δεν χρήζουν διευκρίνησης και λεπτομερειών γι' αυτό και το ζητούμενο διάταγμα είναι αχρείαστο. Όσον αφορά το ποσό που καταγράφεται στην παράγραφο 24, αυτό αναλύεται και το ίδιο ισχύ και για την παράγραφο 36 στην οποία καταγράφονται τόσο οι λεπτομέρειες των ζημιών καθώς και το είδος τους. Η Ένσταση υποστηρίχθηκε με Ένορκη Δήλωση της κας Μαργαρίτας Λάμπρου, δικηγορικής υπαλλήλου στο γραφείο του δικηγόρου των Εναγομένων-Καθ' ων η αίτηση. Είναι ο ισχυρισμός της ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα, τόσο από πληροφόρηση καθώς και λόγω του ότι έχει στην κατοχή της τη φύλαξη των φακέλων. Υποστηρίζει ότι η ομνύουσα Ελένη Ζέζου, δεν δικαιούται να δίδει μαρτυρία και δεν είναι ικανή η μαρτυρία της να υποστηρίξει την Αίτηση. Επαναλαμβάνει στις παραγράφους 5-14 τους λόγους ενστάσεως και καταλήγει ότι με τη συγκεκριμένη Αίτηση επιζητείται το ψάρεμα μαρτυρίας και όχι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες, αφού με την Αίτησή τους επιδιώκουν, οι Αιτητές, να εξασφαλίσουν πλεονέκτημα σε βάρος των Εναγομένων πριν τη δίκη. Οι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο συνήγορος της Ενάγουσας Εταιρείας-Αιτήτριας υποστήριξε ότι με την υπό εξέταση Αίτηση δεν ζητείται η αποκάλυψη μαρτυρίας ή ο τρόπος απόδειξης της υπόθεσης, αλλά η Ενάγουσα θέλει να ξέρει τι θα αντιμετωπίσει κατά την ακρόαση. Ο κ. Κουκούνης υποστήριξε ότι τα ουσιαστικά γεγονότα της υπόθεσης αναλύονται με σαφήνεια και πληρότητα στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση και ότι στόχος της υπό κρίση Αίτησης είναι το ψάρεμα μαρτυρίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η παρούσα Αίτηση βασίζεται στη Δ.19 θ.6-9 και Δ.48 θ.1-4, 8 και 9. Η βασική αρχή των διατάξεων αυτών είναι ότι οι διάδικοι πρέπει να γνωρίζουν την υπόθεση του αντιδίκου τους κατά την ακροαματική διαδικασία. Σχετική είναι η αναφορά στο Annual Practice
(1956), στη σελ.339, στην οποία αναφέρεται: «In every pleading a certain amount of detail is necessary to ensure clearness and to prevent "surprise" at the trial. Each party must state his case with precision, otherwise his opponent will not know for certain what is the real point in dispute and therefore will not be able to properly prepare his evidence for the trial.» Έχει νομολογηθεί σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να διαταχθούν μόνο αναφορικά με ουσιώδη γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία. Δίδονται, για να γνωρίζει ο αντίδικος τι θα πρέπει να αντιμετωπίσει στη δίκη. Σκοπούν στη διευκρίνιση και εξειδίκευση των ουσιαστικών γεγονότων και όχι στην αποκάλυψη της μαρτυρίας με την οποία θα αποδειχθούν. (Βλ. Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδη
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 157). Όπου οι ισχυρισμοί στα δικόγραφα της άλλης πλευράς είναι ανεπαρκώς διατυπωμένοι παρέχεται στο διάδικο η ευχέρεια να αποταθεί για την παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Ηνωμένη Εκδοτική Εταιρεία Αίας Λτδ ν. Χατζηκώστα
(1990)1 Α.Α.Δ. 244: «Περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα - και όχι μαρτυρία - δίδονται για σκοπούς διασάφησης των γενομένων ισχυρισμών. Μια τέτοια διασάφηση υπαγορεύεται για διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων και η πληρέστερη πληροφόρηση της άλλης πλευράς περί της φύσης της υπόθεσης που θα έχει να αντιμετωπίσει, η αποφυγή της έκπληξης κατά την ακρόαση, ο περιορισμός των επιδίκων θεμάτων και ισχυρισμών και η ένδειξη ως προς την μαρτυρία που θα χρειαστεί η άλλη πλευρά.» Σχετική είναι και η υπόθεση Ευδόκιος Σάββα ν. Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 1152, όπου λέχθηκε ότι: «Η παροχή περαιτέρω λεπτομερειών σκοπεί στον εντοπισμό και όπου επιβάλλεται τη διευκρίνιση των επιδίκων θεμάτων όπως αυτά στοιχειοθετούνται από τα ουσιώδη γεγονότα που στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα. Θα συνιστούσε εκτροπή όπως αναγνωρίζει η νομολογία η παροχή λεπτομερειών για επουσιώδη θέματα στα οποία γίνεται αναφορά στα δικόγραφα.» Αποσκοπεί, η παροχή λεπτομερειών, στο να πληροφορήσει την άλλη πλευρά σχετικά με το ποια θα είναι η φύση της υπόθεσης που θα έχει να αντιμετωπίσει, σε αντιδιαστολή όμως με τον τρόπο που ο αντίδικος θα την αποδείξει. Με την παροχή των καταλλήλων λεπτομερειών αποφεύγεται το ενδεχόμενο η άλλη πλευρά να βρεθεί προ εκπλήξεως, κάτι που θα μπορούσε να έχει σαν αποτέλεσμα αχρείαστα έξοδα, σε περίπτωση, για παράδειγμα, που η υπόθεση παίρνει διαφορετική τροπή από εκείνη που ήταν λογικά αναμενόμενη και η άλλη πλευρά αναγκάζεται να ζητήσει αναβολή. Ακριβώς, εάν στα δικόγραφα περιλαμβάνονται επαρκείς λεπτομέρειες έτσι που ο κάθε διάδικος να γνωρίζει ποιους ισχυρισμούς θα έχει να αντιμετωπίσει, η κάθε πλευρά θα γνωρίζει εκ των προτέρων ποια μαρτυρία θα πρέπει να είναι έτοιμη να παρουσιάσει για να αντικρούσει την υπόθεση της άλλης πλευράς. Μια άλλη πτυχή του θέματος είναι ο περιορισμός της γενικότητας που συχνά παρατηρείται στα δικόγραφα και ο περιορισμός των επιδίκων θεμάτων, τόσο για σκοπούς εκδίκασης της υπόθεσης, όσο για σκοπούς αποκάλυψης εγγράφων. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος & Σία Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 718, λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Τα δικόγραφα είναι ουσιώδη στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και στον καθορισμό της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η σημασία τους τονίσθηκε στην υπόθεση Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 CLR 134. Τα δικόγραφα δεν έχουν σκοπό μόνο την διαφύλαξη της κανονικής διαδικασίας. Σκοπό έχουν να μην καταλαμβάνονται εξ' απροόπτου οι διάδικοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται η δέουσα ευκαιρία να ετοιμάσουν την υπόθεσή τους για ακρόαση. Εκτός αν τα επίδικα θέματα καθοριστούν δεόντως η ακρόαση παραμένει χωρίς οριοθέτηση και οι σκοποί της δικαιοσύνης μπορεί να παρακωλυθούν λόγω της αβεβαιότητας .». Στην υπόθεση Χριστοδούλου Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδης Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 157, λέχθηκε ότι η Δ.19 θ.6 θα πρέπει να αντικρισθεί υπό το πρίσμα της Δ.19 θ.4 στην οποία καθορίζεται ότι τα δικόγραφα περιέχουν γεγονότα και όχι μαρτυρία. Με αυτή την έννοια περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα στα οποία στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξή τους. Ούτε νομικά σημεία μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο λεπτομερειών στα δικόγραφα. Η αρχή αυτή εφαρμόζεται όταν γίνονται νομικές εισηγήσεις όπως π.χ. η εγκυρότητα μιας συμφωνίας. Όπου, όμως, το ισχυριζόμενο νομικό αποτέλεσμα δημιουργήθηκε από την επενέργεια ορισμένου γεγονότος αυτό πρέπει να αναφέρεται στα δικόγραφα (βλ. Μέμνια Τζιακούρα ν. Ευστράτιου Οικονομίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 669). Έχει επίσης νομολογηθεί στην απόφαση Κουρσουμπά ν. Κοσμά
(1991)1 Α.Α.Δ. 973, ότι διάδικος ο οποίος παραλείπει να υποβάλει αίτηση για λεπτομέρειες θεωρείται ότι έχει παραιτηθεί από αυτές έτσι που να μην μπορεί κατά τη δίκη να αποκλείσει εισαγωγή μαρτυρίας προς υποστήριξη γενικού ισχυρισμού (βλ.επίσης Α.Η.Κ. κ.ά ν. Rawnsello Trad. Co. Ltd
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1570). Καθοδηγούμενη από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και μελετώντας την Υπεράσπιση των Εναγομένων-Καθ΄ ων η Αίτηση, σε σχέση πάντοτε με τις αιτούμενες λεπτομέρειες, βρίσκω ότι η Ενάγουσα-Αιτήτρια δικαιολογείται στο αίτημά της για παροχή λεπτομερειών αναφορικά με τις παραγράφους 12, 17 και
- Καλύτερες λεπτομέρειες είναι αναγκαίες για να ξέρει τι έχει να αντιμετωπίσει στη δίκη και να μην βρεθεί προ εκπλήξεως για τα θέματα αυτά που σχετίζονται άμεσα με τα επίδικα θέματα. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 12 της Υπεράσπισης, γίνεται αναφορά σε επιχειρηματική επένδυση στην οποία η Εναγόμενη προέβηκε, για να μπορέσει να παραχωρήσει το δάνειο στην Ενάγουσα, από την οποία επένδυση προέκυψαν υποχρεώσεις. Είναι ορθό η Ενάγουσα να γνωρίζει τη συγκεκριμένη επένδυση, αφού η Εναγόμενη είναι τραπεζικός οργανισμός και παραχωρεί δάνεια, γιατί αν δεν παρασχεθούν οι λεπτομέρειες, η Ενάγουσα θα παραμείνει στο σκοτάδι σε σχέση με το τι προτίθεται να ισχυριστεί η Εναγόμενη Εταιρεία. Στην παράγραφο 19 γίνεται επίκληση μιας συμφωνίας της οποίας το νομικό αποτέλεσμα επέφερε γεγονότα τα οποία θα έπρεπε να καταγραφτούν στα δικόγραφα. Η παροχή λεπτομερειών, θα οδηγήσει, κατά την κρίση μου, στο αποτέλεσμα η υπόθεση να έχει την αναγκαία εκείνη καθαρότητα, με συνέπεια η πλευρά της Ενάγουσας Εταιρείας να σχηματίσει σαφή εικόνα των εγειρόμενων θεμάτων. Όσον αφορά τις παραγράφους 24 και 36, η Ενάγουσα ζητά να επεξηγηθεί το ποσό των €30.
- Έχοντας εξετάσει με προσοχή το περιεχόμενο των παραγράφων 24 και 36, βρίσκω ότι δεν δικαιολογείται η παροχή περαιτέρω λεπτομερειών σε σχέση με τα γεγονότα που καταγράφουν. Όσον αφορά το θέμα που εγέρθηκε από την Εναγόμενη-Καθ΄ ης η Αίτηση και αφορά την κατάρτιση της Ένορκης Δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση τροποποίησης από τη δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση, θα ήθελα να αναφέρω ότι η νομολογία έχει καθορίσει ότι είναι ανεπιθύμητη η υπογραφή Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση από τον συνήγορο του Αιτητή. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1(Γ) Α.Α.Δ. 1036, το Ανώτατο Δικαστήριο προέβη στο ακόλουθο σχόλιο: «Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει επανειλημμένα σχολιάσει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής και θα αναμέναμε ότι το φαινόμενο αυτό θα έπρεπε να είχε ήδη εκλείψει.» Οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με το ασυμβίβαστο της ιδιότητας του δικηγόρου ως μάρτυρα στην ίδια διαδικασία είναι απόλυτα σεβαστές (βλ. In Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329, Σωκράτους ν. Σαββίδη
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1602 και Παπακόκκινου κ.ά ν. Δήμου Πάφου (Αρ. 1)
(1991)1 Α.Α.Δ. 634). Παράλληλα όμως, στην υπόθεση Σπύρος Σταυρινίδης ν. Geskoslovenske Obhondi Banka A.S.
(1972)1 Α.Α.Δ. 130, αποφασίστηκε ότι για να μπορεί κάποιος να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα πρέπει να έχει προσωπική γνώση των γεγονότων αυτών. Στην υπό εξέταση υπόθεση η ίδια η δικηγόρος φαίνεται να είχε αυτή τη γνώση. Σημειώνω ότι δεν ήταν η συγκεκριμένη δικηγόρος που χειρίστηκε την ακρόαση της Αίτησης. Τα δικηγορικά γραφεία συχνά αναγκάζονται να προβαίνουν σε αυτή την ανεπιθύμητη πρακτική ιδιαίτερα, όταν τα θέματα είναι νομικά και δεν μπορεί να ορκιστεί γι' αυτά οποιοσδήποτε άλλος παρά ο ίδιος ο δικηγόρος, ο οποίος τα γνωρίζει καλύτερα. Όμως, θεωρώ ότι αυτό δεν είναι μεμπτό στην περίπτωση που ο ομνύοντας δικηγόρος δεν θα χειριστεί στη συνέχεια την ακρόαση της υπόθεσης. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω παρόλο που η νομολογία έχει κρίνει ανεπιθύμητη την πρακτική να προβαίνει σε Ένορκο Δήλωση ο δικηγόρος του Αιτητή, δεν έχει αποφασίσει ότι στην αντίθετη περίπτωση η διαδικασία είναι ή καθίσταται άκυρη. Γι' αυτό και θεωρώ ότι αυτό δεν είναι μοιραίο για την Αίτηση, παρόλο που θα πρέπει να αναφέρω ότι οι δικηγόροι πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα και τα αποδεικτικά στοιχεία μιας υπόθεσης. Καταλήγω ότι οι αιτούμενες λεπτομέρειες δεν αφορούν νομικά θέματα ή αποδεικτικό υλικό γι' αυτό και απορρίπτονται οι λόγοι ένστασης που επικαλούνται το συγκεκριμένο γεγονός. Έχοντας όλα τα πιο πάνω υπόψη και αφού εξέτασα τα δικόγραφα των δύο πλευρών, σε σχέση με τις αρχές που η νομολογία έχει καταγράψει και διέπουν τις αιτήσεις τέτοιου είδους, καταλήγω ότι οι αιτούμενες λεπτομέρειες, στην έκταση που αφορούν τις παραγράφους 1, 2 και 3 της Αίτησης, δεν αφορούν νομικά θέματα ή αποδεικτικό υλικό, γι' αυτό και απορρίπτονται οι λόγοι ένστασης που επικαλούνται το συγκεκριμένο γεγονός. Κρίνω ότι η Ενάγουσα-Αιτήτρια δικαιούται τις αιτούμενες λεπτομέρειες που αφορούν τις παραγράφους 12, 17 και 19 και εκδίδω διάταγμα ώστε η Καθ' ης η Αίτηση-Εναγόμενη Εταιρεία να παραδώσει τις αιτούμενες λεπτομέρειες εντός 20 ημερών ως αυτές ζητούνται στην Αίτηση. Συνεπακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα ως η παρ. 1, 2 και 3 της Αίτησης. Οι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες να δοθούν στην Αιτήτρια-Ενάγουσα εντός 20 ημερών από την επίδοση του σχετικού διατάγματος. Τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας-Αιτήτριας και εναντίον της Εναγόμενης-Καθ' ης η Αίτηση. Θα καταβληθούν όμως στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ......................................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο