← Κύπρος

Αναφορικά με την εταιρεία ΓΙΑΝ-ΜΙΧ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αίτησης: 54/2010, 31 Οκτωβρίου 2011

Αναφορικά με την εταιρεία ΓΙΑΝ-ΜΙΧ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αίτησης: 54/2010, 31 Οκτωβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A132 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ Ενώπιον: Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 54/2010 Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.

  1. -και- Αναφορικά με την εταιρεία ΓΙΑΝ-ΜΙΧ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου
  2. Αίτηση ημερομηνίας 3.6.2011 για ακύρωση ή αναστολή διατάγματος εκκαθάρισης Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια: κα Γ. Ζαχαρίου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Πιστωτές: κ. Σ. Γιάλλουρος. Για Επίσημο Παραλήπτη: κ. Κ. Εμμανουήλ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ως άνω αίτηση της η εταιρεία ΓΙΑΝ-ΜΙΧ ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ ΛΤΔ αιτείται την ακύρωση του διατάγματος εκκαθάρισης, το οποίο εκδόθηκε στις 30.9.2010 εναντίον της. Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 1-10, 205, 211-243 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στους Περί Εκκαθάρισης Εταιρειών Κανονισμούς, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.17, 33, 48 και 64, καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως προς τα γεγονότα υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Βαλεντίνου Μιχαηλίδη, διευθυντή και μετόχου της, ο οποίος μεταξύ άλλων ισχυρίζεται: ι) Ότι τόσον η απαίτηση πληρωμής όσον και η ακολουθήσασα αίτηση εκκαθάρισης των πιστωτών (Σ. Γιάλλουρου, Α. Κούτα, Ρ. Κούτα και Ε. Κούτα) επιδόθηκαν στον ίδιον (τον ενόρκως δηλούντα) προσωπικώς. ιι) Ότι η απαίτηση πληρωμής αφενός θα έπρεπε να υπογράφεται από τους ίδιους τους πιστωτές και όχι από έναν εξ αυτών, (τον. Σ. Γιάλλουρο) και αφετέρου αυτή θα έπρεπε να επιδοθεί στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας (Τουζχανέ αρ. 55, Λάρνακα) και όχι στο εστιατόριο City Bistro, όπως έγινε. ιιι) Ότι η εταιρεία έχει εξοφλήσει τους πιστωτές και η συνέχιση του διατάγματος είναι εκδικητική αφού γίνεται μόνο για να εξασφαλίσουν οι συγκεκριμένοι πιστωτές την ανάκτηση κατοχής του ακινήτου στο οποίο στεγάζεται η επιχείρηση κέντρου διασκέδασης. ιν) Ότι το σχετικό διάταγμα εκδόθηκε διότι δεν εμφανίστηκε ο δικηγόρος της εταιρείας κατά την ακρόαση και οι πιστωτές προχώρησαν σε απόδειξη της αίτησης. Οι Πιστωτές καταχώρισαν ένσταση προβάλλοντας διάφορους λόγους, οι οποίοι συνοψίζονται στα εξής: ι) Υπάρχει τελεσιδικία του διατάγματος εκκαθάρισης που «αποτελεί ταφόπετρα» στον ισχυρισμό ότι οι επιδόσεις δεν ήταν κανονικές. ιι) Η εταιρεία δεν νομιμοποιείται να καταχωρίσει την παρούσα. ιιι) Η εταιρεία ζητά αναστολή και ή παραμερισμό του διατάγματος και όχι αναστολή της διαδικασίας, όπως προβλέπει το άρθρο 243

(1)του Κεφ.
  1. ιν) Εκ μέρους της εταιρείας υπάρχει κατάχρηση δικαιώματος. ν) Υπάρχει συμπαιγνία μεταξύ της εταιρείας, του Γραμματέα της Εύρου Μιχαηλίδη, της πιστωτού Έλλης Μιχαηλίδου και του Διευθυντή Βαλεντίνου Μιχαηλίδη προς το σκοπό παρεμπόδισης του Επίσημου Παραλήπτη να κλείσει το υποστατικό. νι) Δεν έχει εξοφληθεί το ποσό της επαλήθευσης τόσο των πιστωτών που υπέβαλαν την αίτηση εκκαθάρισης όσο και άλλων. νιι) Οι ισχυρισμοί του Βαλεντίνου Μιχαηλίδη είναι ανυπόστατοι. νιιι) Ο πιο πάνω έλαβε γνώση της αίτησης διάλυσης. ιχ) Δεν υπάρχει μαρτυρία η οποία να δικαιολογεί το αίτημα για αναστολή. χ) Αναστολή ή ακύρωση της εκκαθάρισης θα ζημιώσει τους πιστωτές και το δημόσιο συμφέρον. Η ένσταση συνοδεύεται από πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του εκ των ενδιαφερομένων πιστωτών Α. Κούτα, ο οποίος στις 14 εκ των 17 παραγράφων αυτής επαναλαμβάνει κατά λέξιν τους λόγους ένστασης τους οποίους και επεξηγεί προχωρώντας και σε νομική ανάλυση. Από πλευράς γεγονότων εξάγονται βασικά οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: ι) Έχει παρέλθει η προθεσμία καταχώρισης έφεσης κατά του διατάγματος. ιι) Οι ισχυρισμοί ότι η απαίτηση πληρωμής και η αίτηση δεν επιδόθηκαν κανονικά, έπρεπε να προβληθούν κατά την εκδίκαση της αίτησης διάλυσης και εν πάση περιπτώσει οι αντίστοιχες επιδόσεις στον Διευθυντή στις 11.3.2010 έγιναν νομότυπα. ιιι) Δύο προηγηθείσες αιτήσεις για ακύρωση του διατάγματος, ήτοι μία του Γραμματέα της εταιρείας (ημερ. 13.10.2010) και μία της πιστωτού Έλλης Μιχαηλίδου (ημερ. 13.1.2011) απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο στις 28.2.2011 και 17.5.2011 αντιστοίχως - και άρα υπάρχει κατάχρηση. ιν) Με βάση την επαλήθευση χρέους η εταιρεία οφείλει στους ενδιαφερόμενους πιστωτές €16.054,83, δηλαδή τα ενοίκια Ιανουαρίου - Ιουνίου 2011(€15.462,83) και δικηγορικά έξοδα στην διά κλήσεως αίτηση ημερ. 13.10.2010 (€592). ν) Η απαίτηση πληρωμής υπογράφεται από το δικηγόρο Σ. Γιάλλουρο ο οποίος έχει διπλή ιδιότητα, ήτοι είναι εξ αδιαιρέτου συνιδιοκτήτης στο υποστατικό και εξουσιοδοτημένος από τους υπόλοιπους ιδιοκτήτες να την υπογράψει. νι) Το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας είναι οικία και παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες του επιδότη δεν κατέστη δυνατό να γίνουν οι επιδόσεις εκεί. νιι) Δικηγόρος της εταιρείας είχε εμφανιστεί σε δύο δικασίμους στην αίτηση εκκαθάρισης, πράγμα που παρέλειψε κατά την ημερομηνία που ορίστηκε για απόδειξη της, ενώ δεν καταχώρισε ούτε ένσταση σ΄ εκείνη την διαδικασία. Γεγονότα Από το ιστορικό της υπόθεσης προκύπτει ότι στις 21.6.2010 όταν εκκρεμούσε ακόμα η κυρίως αίτηση για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης εμφανίστηκε στο δικαστήριο δικηγόρος εκ μέρους της εταιρείας (κ. Ιντιάνος), ο οποίος και έλαβε οδηγίες για καταχώριση ένστασης. Μέχρι την επόμενη δικάσιμο που είχε οριστεί για ακρόαση, (δηλαδή στις 15.9.2010) η ένσταση δεν είχε καταχωριστεί, οπότε στην παρουσία και του δικηγόρου της εταιρείας η αίτηση ορίστηκε για απόδειξη για τις 30.9.
  2. Κατ΄ αυτή την ημερομηνία δεν υπήρξε εμφάνιση εκ μέρους της εταιρείας, οπότε το δικαστήριο εξετάζοντας την μαρτυρία των αιτητών εξέδωσε το επίδικο διάταγμα. Νομική πτυχή Κρίνεται πως κατ΄ αρχάς χρήζει εξέτασης ο ισχυρισμός των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι η αιτήτρια εταιρεία δεν νομιμοποιείται η ίδια ως ευρισκόμενη υπό εκκαθάριση να υποβάλει αίτηση για ακύρωση του διατάγματος εκκαθάρισης. Καθοδηγητικά επί του θέματος είναι τα όσα είχαν αναφερθεί στην υπόθεση Genemp Trading Ltd v. Marfin Popular Bank Public Co Ltd
(2009)1(B) Α.Α.Δ. 1658, στην οποίαν παρατέθηκε από το σύγγραμμα Application to Wind Up Companies του French, 2η έκδοση, το εξής απόσπασμα: «the directors of a company that has been ordered to be wound up by the court may instruct solicitors and counsel, in the company´s name, to appeal against the order: the question whether they have power to do so depends on whether the winding-up order has been correctly made, and that is the very matter under appeal». Δεδομένου ότι και η παρούσα αίτηση αφορά ακριβώς τη διαδικασία έκδοσης του διατάγματος εκκαθάρισης και το κατά πόσον ορθώς εκδόθηκε, θεωρώ κατ΄ αναλογίαν πως ο διευθυντής της εταιρείας διατηρούσε κατάλοιπο εξουσίας να εξουσιοδοτήσει την καταχώριση της αίτησης χρησιμοποιώντας το όνομα της εταιρείας, όπως και έπραξε. Σχετικές αναφορές για το δικαίωμα διευθυντών εταιρείας να ενστούν σε αίτηση εκκαθάρισης, καθώς και το κατάλοιπο εξουσίας τους έγιναν πρόσφατα και στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση Νίνου Χατζηρούσου, Πολ. Αίτ. 116/2011, ημερ. 6.10.
  1. Συνάγεται ότι η υπό εκκαθάριση εταιρεία νομιμοποιείται να καταχωρίσει τέτοια αίτηση, ιδίως όταν υπάρχει ισχυρισμός ότι δεν έπρεπε να εκδοθεί το διάταγμα εκκαθάρισης. Το επόμενο ζήτημα είναι η νομική βάση της αίτησης. Όπως αναπτύσσεται και στην αγόρευση της αιτήτριας η αίτηση της βασίζεται στην Δ.17 θ.10 και διαζευκτικά στην Δ.33 θ.
  2. Είναι δε γεγονός πως σύμφωνα με τον Καν. 92 των Περί Εταιρειών Κανονισμών του 1933 σε περίπτωση που για κάποιο ζήτημα το οποίο αφορά διαδικασία εκκαθάρισης δεν υπάρχει πρόνοια στους εν λόγω κανονισμούς τότε εφαρμόζονται mutatis mutandis οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, καθώς και οι Πτωχευτικοί Κανονισμοί, σε όποιο μέρος τους δεν είναι αντίθετοι με τους Περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμούς. Όπως συνάγεται από την αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, η αιτήτρια αποσκοπεί κατά πρώτον στην ακύρωση του διατάγματος και δευτερευόντως στην αναστολή του. Άλλωστε είναι προφανές πως τυχόν ακύρωση του διατάγματος θα καταστήσει άνευ αντικειμένου το αίτημα για αναστολή. Ως εκ τούτου προχωρώ να εξετάσω πρώτα το αίτημα ακύρωσης. Σημειώνεται εξαρχής ότι ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος θα μπορούσε θεωρητικά να επιτευχθεί είτε επί τη βάση των Δ.17 ή Δ.33 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας εάν κριθεί ότι πληρούνται οι αναγνωρισθείσες νομολογιακώς προϋποθέσεις ή επί τη βάση του Κ.71 των Περί Πτωχεύσεων Κανονισμών, Δ.Ν. Τομ. ΙΙ, σελ. 15, ο οποίος εφαρμόζεται κατ΄ αναλογίαν όπως έχει λεχθεί. Δεν θεωρώ όμως ότι τίθεται θέμα εφαρμογής της Δ.17 κ.10 λαμβανομένου υπόψιν ότι η αίτηση εκκαθάρισης είχε οριστεί για απόδειξη στην παρουσία του δικηγόρου της εταιρείας και περαιτέρω έχοντας υπόψιν τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Μαυρομιχάλη κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 530, όπου λέχθηκε πως ο ορισμός της υπόθεσης για απόδειξη εξυπακούει ότι κατά την ορισθείσα ημερομηνία το δικαστήριο θα ακούσει μαρτυρία για την απόδειξη της που είναι και ο σκοπός για τον οποίο υπόθεση ορίζεται για ακρόαση. Σχετικά με την εμπλοκή της Δ.33 θ.5 να σημειωθεί πως η αιτήτρια ζήτησε από το δικαστήριο αφενός την άδεια για καταχώριση της παρούσας (την οποία έλαβε στις 20.5.2010) καταθέτοντας και €1.500 ως ασφάλεια εξόδων και αφετέρου ότι εξασφάλισε και παράταση 5 ημερών ως προς την 15ήμερη προθεσμία που θέτει ο εν λόγω κανονισμός (στις 31.5.2010). Σχετικά με τη Δ.33 θ.5 αναφέρθηκαν στην υπόθεση Ann Clair Developments Ltd v. Στέλιου Κυριακίδη
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 537 τα ακόλουθα: «Στην προκειμένη περίπτωση, η Δ.33 θ.5 είναι σαφής. Η απόφαση που εκδίδεται όταν ένας από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη δίκη, μπορεί να παραμεριστεί μετά από αίτηση υποβαλλόμενη μέσα σε 15 μέρες από τη δίκη. Δεν παρέχεται περιθώριο για εφαρμογή άλλης δικονομικής διάταξης στην περίπτωση.» Περαιτέρω σχετικά με την ίδια διαταγή προκύπτει από την υπόθεση Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 1129 ότι: α) Είναι δυνατός ο παραμερισμός απόφασης η οποία λήφθηκε στην απουσία της μιας πλευράς αλλά υπό ορισμένες προϋποθέσεις. β) Η πρόνοια της Δ.33 θ.5 προσομοιάζει με τις πρόνοιες των Δ.17 θ.10 και Δ.26 θ.14 οπότε είναι δυνατή η άντληση καθοδήγησης και από τις αυθεντίες που βασίζονται σ΄ αυτές τις πρόνοιες. γ) Με αναφορά στην υπόθεση Evans n. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, τονίστηκε πως τίθεται ως θέμα πρωταρχικής σημασίας η ύπαρξη καλής υπεράσπισης, αλλά όμως τίθεται και θέμα σοβαρής και εύλογης αιτιολογίας για την απουσία του αιτητή κατά την δικάσιμο με αποτέλεσμα την έκδοση της απόφασης. Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας, ως προς το θέμα της ύπαρξης υπεράσπισης κρίνεται πως θα μπορούσε να θεωρηθεί ως τέτοια η θέση της αιτήριας ότι δεν υπήρξε έγκυρη παράδοση της απαίτησης πληρωμής. Παρά ταύτα όμως δεν φαίνεται να υπάρχει σοβαρή και εύλογη αιτιολογία για την απουσία της αιτήτριας κατά τη δικάσιμο. Η μόνη αναφορά που υπάρχει στην ένορκη δήλωση του κ. Βαλεντίνου Μιχαηλίδη είναι στην παράγραφο 11 ότι ο λόγος ήταν η μη εμφάνιση του δικηγόρου της εταιρείας και ότι αυτός δεν εμφανίστηκε λόγω παρεξήγησης και έλλειψης συνεννόησης μεταξύ της εταιρείας και του δικηγόρου της. Πρόκειται σαφώς για γενικόλογες και αόριστες αναφορές, χωρίς καμιάν παραπομπή σε γεγονότα τα οποία θα έπρεπε να αναφερθούν για να μπορούν να κριθούν από το δικαστήριο. Δηλαδή θα έπρεπε να αναφέρεται σε τι συνίσταται η παρεξήγηση και η έλλειψη συνεννόησης. Ο συνήγορος είχε εμφανιστεί σε προηγούμενες δικασίμους χωρίς πρόβλημα και θα ήταν αναμενόμενο να το πράξει και στις 30.9.2010. Συνεπώς ειδικά για τις ανάγκες της Δ.33 θ.5 η γενική αυτή και αόριστη επίκληση παρεξήγησης και ασυνεννοησίας δεν κρίνεται ως σοβαρός και εύλογος λόγος για την απουσία (βλ. και υπόθεση Μυριάνθη Κωνσταντίνου ν. Χρυστάλλα Ουρπάνκοβα
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 308). Το διάταγμα επομένως δεν μπορεί να ακυρωθεί στη βάση αυτή. Παραμένει ουσιαστικά να εξεταστεί το κατά πόσον θα πρέπει να διαταχθεί η ακύρωση του διατάγματος στη βάση των Κανονισμών Πτωχεύσεως. Το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας ήταν στην οδό Toys Chane 55 στην Λάρνακα, όπως αναφέρεται και στην αίτηση εκκαθάρισης. Αυτή η διεύθυνση αναγράφεται και στην απαίτηση πληρωμής, η οποία παρουσιάστηκε κατά την απόδειξη της αίτησης εκκαθάρισης. Πλην όμως, όπως είναι παραδεκτό και από τους ενιστάμενους πιστωτές, η απαίτηση πληρωμής δεν παραδόθηκε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, αλλά στην «διεύθυνση εργασίας του Διευθυντή της Εταιρείας Βαλεντίνου Μιχαηλίδη», μετά την αναζήτηση και μη εντοπισμό του στο εγγεγραμμένο γραφείο. Αυτό ευρίσκεται σε αντίθεση με τις πρόνοιες του άρθρου 212(α) του Κεφ. 113, το οποίο προνοεί ότι η απαίτηση πληρωμής πρέπει να παραδίδεται στο εγγεγραμμένο γραφείο της οφειλέτιδος εταιρείας, πράγμα που με βάση τη μαρτυρία δεν έχει συμβεί στην παρούσα. Σαφέστατα λοιπόν υπάρχει πρόβλημα με την επίδοση της απαίτησης πληρωμής ενόψει των προνοιών του άρθρου 212(α) του Περί Εταιρειών Νόμου το οποίο προνοεί ότι η απαίτηση πληρωμής πρέπει να παραδίδεται στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, πράγμα που δεν έχει συμβεί στην παρούσα. Όντως τα γεγονότα της παρούσας ως προς αυτό το θέμα ταυτίζονται με αυτά της υπόθεσης C. PHASARIAS (AUTOMOTIVE CENTER) LTD ν. ΣΚΥΡΟΠΟΙΪΑ «ΛΕΩΝΙΚ ΛΤΔ»
(2009)1 Α.Α.Δ. 1457 στην οποίαν είχαν λεχθεί τα εξής: «Στην παρούσα περίπτωση υπάρχει σαφής νομοθετική πρόνοια και αυτή είναι το άρθρο 212(α) το οποίο προνοεί ρητά ότι η απαίτηση θα πρέπει να επιδοθεί στην εταιρεία με παράδοση στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Έτσι, ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο δέχτηκε ότι η επίδοση στο διευθυντή της εταιρείας, χωρίς να αναφέρεται ότι αυτή έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο της, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως η δέουσα και η προβλεπόμενη από το άρθρο 212(α). ................................................................................ Περαιτέρω, δεν συμφωνούμε με τους εφεσείοντες ότι η επίδοση με παράδοση στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας της απαίτησης δεν είναι ο μοναδικός τρόπος επίδοσης, αλλά ένας από τους τρόπους που αναφέρονται στη Δ.5, θ.7. Όπως είπαμε και πιο πάνω, το άρθρο 212(α) σαφώς αναφέρει ως μόνο τρόπο δημιουργίας των προϋποθέσεων για καταχώρηση αίτησης διάλυσης μιας εταιρείας, την επίδοση της απαίτησης στο εγγεγραμμένο της γραφείο.» Στην πιο πάνω υπόθεση το Εφετείο κατέληξε πως ορθώς το πρωτόδικο δικαστήριο είχε απορρίψει την αίτηση εκκαθάρισης της εφεσίβλητης. Όσον αφορά την εξουσία ακύρωσης είναι γεγονός ότι στον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, δεν περιέχεται διάταξη η οποία να αναφέρεται σε τέτοια εξουσία. Πλην όμως ο Καν. 92 των Περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμών του 1933 προνοεί πως: «Where no provision is made in these Rules regarding any matter arising out of winding-up proceedings, the Rules of Court governing civil procedures (including the Bankruptcy Rules) shall, so far as they are not repugnant to these Rules, apply to such matter». Διαπιστώνεται λοιπόν πως εφαρμόζονται κατ΄ αναλογίαν οι Περί Πτωχεύσεως Κανονισμοί, Δ.Ν, Τομ. ΙΙ, σελ. 15, και περαιτέρω, από τα συμφραζόμενα του καν. 71 αυτών, πως το δικαστήριο έχει εξουσία ακύρωσης (ή αναστολής) διατάγματος παραλαβής και άρα και διατάγματος εκκαθάρισης εταιρείας ("An application to the Court to rescind a receiving order or to stay proceedings ..."). Ο ίδιος ο Επίσημος Παραλήπτης αναφέρεται στην έκθεση του στη δυνατότητα ακύρωσης όταν κριθεί πως το διάταγμα δεν έπρεπε να είχε εκδοθεί. Ουσιαστικά πρόκειται για την περίπτωση που αναλύεται και στο σύγγραμμα Williams and Hunter on Bankruptcy, 19η έκδ., σελ. 43 υπό τον υπότιτλο "Rescission where order wrongly made" και όπου ως παραδείγματα τέτοιας ακύρωσης διατάγματος παραλαβής (που αντιστοιχεί με το διάταγμα εκκαθάρισης εταιρείας) αναφέρονται η κακή επίδοση της ειδοποίησης ή της αίτησης πτώχευσης. Για τους σκοπούς της παρούσας θα πρέπει να θεωρηθεί πως η απαίτηση πληρωμής αντιστοιχεί με την ειδοποίηση πτώχευσης και θεωρώ πως υπάρχει ανάλογη εξουσία ακύρωσης του διατάγματος εκκαθάρισης όταν διαπιστώνεται αντικανονική επίδοση της. Με βάση τα ανωτέρω θεωρώ πως το δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει την εξουσία του υπέρ της ακύρωσης του διατάγματος εκκαθάρισης, αφού η επιδοθείσα απαίτηση πληρωμής, όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Νικολάου ν. Total Properties Ltd, Πολ. Έφ. 124/2010, ημερ. 14.7.2011 δεν είχε δημιουργήσει έννομα αποτελέσματα. Δεν θεωρώ ότι τίθεται ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας δεδομένου ότι οι δύο προηγούμενες αιτήσεις προωθήθηκαν από διαφορετικά πρόσωπα και εν πάση περιπτώσει δεν εκκρεμούσαν κατά την καταχώριση της παρούσας. Σημειώνω επίσης πως ακόμα και ο ισχυρισμός για χρέη της εταιρείας αφορά ενοίκια που κατέστησαν πληρωτέα μετά την έκδοση του διατάγματος, πράγμα που αφήνει να νοηθεί πως δεν υφίσταται το αρχικό χρέος για το οποίο είχε εκδοθεί το διάταγμα εκκαθάρισης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους το διάταγμα εκκαθάρισης ημερ. 30.9.2010 ακυρώνεται. Όσον αφορά τα έξοδα μεταξύ Αιτήτριας εταιρείας και Καθ΄ ων η Αίτηση Πιστωτών, στα πλαίσια της ευχέρειας του δικαστηρίου, και λαμβάνοντας υπόψιν ότι και η ίδια η Αιτήτρια δεν έχει δώσει κάποια βάσιμη εξήγηση για την μη παρουσία της στο δικαστήριο, πράγμα που συνέβαλε στην έκδοση του διατάγματος, κρίνω ότι δικαιολογείται απόκλιση από τον γενικό κανόνα και διατάσσεται όπως ο κάθε διάδικος επωμιστεί τα δικά του έξοδα. Αναφορικά με τα έξοδα του Επίσημου Παραλήπτη, αυτά να καταβληθούν από τους Καθ΄ ων η Αίτηση Πιστωτές. (Υπ.).................................... Χ. Β. Χαραλάμπους, Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.