ΑRAB BANK PLC ν. Χάρη Θεοχάρους κ.α., Αρ. Αγωγής 284/89, 4 Νοεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A134 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 284/89 Μεταξύ: ΑRAB BANK PLC Εναγόντων -και- Χάρη Θεοχάρους, Aquarian Container Line Ltd., Aquarian Developments Ltd., Εναγομένων Αίτηση ημερ. 1.03.2011 για εκτέλεση απόφασης 4 Νοεμβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την αιτήτρια-ενάγουσα: Η κα Ε. Ελευθερίου, για Λ. Παπαφιλίππου & Σια. Για τους καθ΄ ων η αίτηση-εναγόμενους: Ο κ. Γ. Λουκαϊδης, για Α. Ποιητής & Σια. ENΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 18/1/91 οι Ενάγοντες ARAB BANK LTD ως είναι στο κλητήριο ένταλμα εξασφάλισαν εναντίον των εναγομένων δικαστική απόφαση ως ακολούθως: «α. Ο εναγόμενος αρ. 1 να πληρώσει στους ενάγοντας το ποσό των £129,242.- εντόκως προς 9% ετησίως από 1.1.89 μέχρι εξοφλήσεως. β. Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 να πληρώσουν ομού και ή κεχωρισμένως στους ενάγοντας το ποσό των £132,094 εντόκως προς 9% από 1.1.89 μέχρι εξοφλήσεως. γ. Κατά των εναγομένων αρ. 1 & 3 την εκποίησιν των ενυποθήκων κτημάτων αυτών δυνάμει της υποθήκης 7/87 και ίνα το προϊόν της πωλήσεως μέχρι κεφαλαιουχικού ποσού 100,000.- πλέον τόκοι διατεθεί προς εξόφλησιν ή έναντι ως η περίπτωσις της οφειλής της εναγομένης 2 εταιρείας. δ. Κατά των εναγομένων 1 και 3 δια την εκποίησιν των ενυποθήκων κτημάτων αυτών δυνάμει της υποθήκης 8/87 και ίνα το προϊόν της πωλήσεως μέχρι κεφαλαιουχικού ποσού £35,000.- πλέον τόκοι διατεθεί προς εξόφλησιν ή έναντι ως η περίπτωσις της οφειλής του εναγομένου αρ.
- ε. Κατά του εναγομένου αρ.1 την εκποίησιν του ενυποθήκου κτήματος αυτού δυνάμει της Υποθήκης Υ1076/87 ίνα το προϊόν πωλήσεως μέχρι κεφαλαιουχικού ποσού £130,000.- πλέον τόκοι διατεθεί προς εξόφλησιν ή έναντι ως η περίπτωσις της οφειλής του εναγομένου αρ.
- ζ. Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 3 να πληρώσουν ομού και ή κεχωρισμένως το ποσό των £512.75 έξοδα της παρούσης αγωγή συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων συντάξεως της παρούσης απόφασης εντόκως προς 6% επί του ποσού των £500 από 18.1.91 μέχρι εξοφλήσεως. η. Θα υπάρξει αναστολή εκτέλεσης της απόφασης και των διαταγμάτων για ένα χρόνο.» Την 1/3/11 καταχωρίστηκε η υπό εξέταση αίτηση δια της οποίας επιζητείται η άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης λόγω παρέλευσης έξι
(6)ετών από της ημερομηνίας που εκδόθηκε η απόφαση. Θα πρέπει εδώ να λεχθεί ότι ενώ στον τίτλο της αίτησης αναγράφεται η ARAB BANK PLC εντούτοις την αίτηση την υποβάλλει η Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ. πρώην ΑRAB BANK PLC. Η αίτηση των αιτητών βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.40 θ.8 και Δ.48 θ.8
(1)και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Χρίστου Στράτη ο οποίος είναι στην υπηρεσία των αιτητών και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Να σημειωθεί ότι ο εν λόγω ενόρκως δηλούντας στις 27/4/11 προέβηκε και σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω περιληπτικά το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων έτσι ώστε να διαφανεί το ιστορικό της υπόθεσης. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ότι η ενάγουσα ARAB BANK PLC δυνάμει σύμβασης ημερ. 6/12/07 συμφώνησε να πωλήσει στην ενάγουσα (εννοεί την Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ) τις τραπεζικές εργασίες και την επιχείρηση της στην Κύπρο συμπεριλαμβανομένων των περιουσιακών της στοιχείων και των υποχρεώσεων στην Κύπρο. Αυτή η συμφωνία εξαγοράς εγκρίθηκε από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου και την Επιτροπή Ανταγωνισμού και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερ. 15/2/
- Σε σχέση με την ουσία της αγωγής ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι στις 18/1/91 εξεδόθη απόφαση εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3 και μετά από σχετική αίτηση της ενάγουσας εκδόθηκε στις 30/10/02 διάταγμα για άδεια εκτέλεσης της απόφασης. Τον Δεκέμβριο του 2002 η απόφαση εγγράφηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας με αρ. ΕΒ957/02 επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 5930 ιδιοκτησίας του εναγομένου 1 και η εγγραφή ανανεώθηκε στις 26/11/08 κατόπιν δικαστικού διατάγματος. Η εγγραφή του ΜΕΜΟ εξέπνευσε στις 13/12/10 αφού δεν δόθηκαν οδηγίες για ανανέωση του. Αναφέρεται τέλος ότι η άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση της απόφασης είναι αναγκαία για να μπορέσει η ενάγουσα να καταχωρήσει ΜΕΜΟ για να εισπράξει το εξ αποφάσεως χρέος της αφού δεν έχει εξοφληθεί. Με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ο κ. Στράτης αναφέρει ότι η ενάγουσα είχε προχωρήσει με εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων ιδιοκτησίας των εναγομένων 1 και 3 αλλά και παρά το γεγονός ότι είχε οριστεί ημερομηνία για εκποίηση τους με δημοπρασία, αυτή δεν ολοκληρώθηκε λόγω του ότι ο εναγόμενος 1 κατέβαλε ποσό προς πλήρη εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους του και η ενάγουσα απέσυρε την αίτηση εκποίησης και απελευθέρωσε τα ενυπόθηκα ακίνητα τα οποία εξασφάλιζαν την οφειλή του εναγομένου ως προωτοφειλέτη ως την παρα.(α) της Δικαστικής απόφασης ημερ. 18/1/
- Παρέμεινε όμως η υποθήκη 7/87 επί του ακινήτου ιδιοκτησίας των εναγομένων 1 και 3 η οποία εξασφάλιζε μερικώς τις υποχρεώσεις της εναγομένης
- Δεν είχε αποσυρθεί ούτε το ΜΕΜΟ επί του ακινήτου με αρ. εγγραφής 5390 το οποίο ήταν για εξασφάλιση του υπολοίπου χρέους των εναγομένων 1 και 2 το οποίο ανανέωσε. Δηλώνει τέλος ο ενόρκως δηλών ότι οι εναγόμενες εταιρείες 2 και 3 έχουν διαλυθεί και διαγραφεί, ο εναγόμενος 1 δεν είναι πτωχεύσας και ότι ο τελευταίος εξακολουθεί να οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των €738,065,58 πλέον τόκο προς 9% από 1/1/
- Οι εναγόμενοι πρόβαλαν ένσταση στην αίτηση των αιτητών συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση του κ. Χάρη Θεοχάρους με τους κάτωθι συγκεκριμένους λόγους: «
- Είμαι ο 1ος εναγόμενος στην πιο πάνω υπόθεση.
- Εχω διαβάσει την ένορκο δήλωση και τη συμπληρωματική ένορκο δήλωση του κυρίου Χρίστου Στράτη που συνοδεύουν την αίτηση ημερ. 01/03/2011 και αρνούμαι όλους τους ισχυρισμούς του κυρίου Στράτη.
- Εκείνο το οποίο έχω να παρατηρήσω πρωτίστως είναι ότι, ενώ η απόφαση εξεδόθη στις 18/01/1991, οι ενάγοντες προσπάθησαν και ανανέωσαν την απόφαση μόλις στις 30/10/
- Παρά την ανανέωση και παρά και την ακολουθήσασα νέα ανανέωση, οι ενάγοντες δεν έπραξαν τίποτε για εκτέλεση της αποφάσεως.
- Ο ίδιος ο κύριος Στράτης στη συμπληρωματική του ένορκο δήλωση (παράγραφος 4) αναφέρει ότι οι ίδιοι οι ενάγοντες σταμάτησαν την προώθηση της πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων μέσω δημοπρασίας επειδή κατέβαλα ποσό προς πλήρη εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους.» Ουδεμία πλευρά άσκησε το δικαίωμα που παρέχει η Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών για αντεξέταση ενόρκως δηλούντων και έτσι προχώρησαν σε αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Από τις αγορεύσεις πέραν του ουσιαστικού μέρους της αίτησης δηλαδή κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος έχουν τεθεί ακόμα δύο θέματα. Το πρώτο έχει σχέση με την πρόσφατη τροποποίηση του διαδικαστικού Κανονισμού 8 της Δ.40 που τέθηκε σε εφαρμογή στις 9/9/11 με την οποία καθορίζονται πλέον τα 10 χρόνια αντί έξι που ήταν προηγουμένως που θα έχουν παρέλθει από την έκδοση της απόφασης για να χρειάζεται η άδεια του Δικαστηρίου για σκοπούς εκτέλεσης. Είναι η θέση των αιτητών λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι οι διαδικαστικοί κανονισμοί έχουν αναδρομική ισχύ και έχει δοθεί άδεια για εκτέλεση της απόφασης στις 30/10/02 και εφόσον δεν καθορίζεται η χρονική περίοδος για την οποία δόθηκε η σχετική άδεια τότε αν το Δικαστήριο αποφασίσει ότι ισχύει και στην παρούσα περίπτωση η περίοδος των δέκα χρόνων σε συνάρτηση με την αναδρομικότητα τότε θα πρέπει η αίτηση να κριθεί ως πρόωρη. Το άλλο θέμα το οποίο τέθηκε και ήταν από πλευράς καθ΄ ων η αίτηση, αν και δεν εγείρεται στην ένσταση τους, ήταν η νομιμοποίηση του προσώπου που υποβάλλει την αίτηση αφού γίνεται από πρόσωπο που δεν είναι διάδικος. Θεωρώ ότι το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι αυτό της νομιμοποίησης των αιτητών στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Είναι γεγονός ότι το ζήτημα αυτό δεν έχει τεθεί στην ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση παρά μόνο κατά το στάδιο των αγορεύσεων. Το κατά πόσο όμως νομιμοποιείται ένας διάδικος να ζητήσει θεραπεία από το Δικαστήριο αποτελεί ζήτημα δημόσιας τάξης που αφορά και την κανονικότητα του ένδικου διαβήματος και ως εκ τούτου θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Ο θ.8 της Δ.40 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών που αποτελεί το νομικό υπόβαθρο επί του οποίου στηρίζεται το αίτημα των αιτητών ως ίσχυε κατά το χρόνο καταχώρησης της αίτησης αλλά και όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει από τις 9/9/11 προνοεί ότι σε περίπτωση αλλαγής διαδίκου λόγω θανάτου ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι νομιμοποιείται σε εκτέλεση μπορεί να ζητήσει από το Δικαστήριο τέτοια άδεια για εκτέλεση η οποία του δίδεται μόνο αν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι πράγματι αυτό νομιμοποιείται προς τούτο. Από τον φάκελο της υπόθεσης φαίνεται ότι το κλητήριο ένταλμα καταχωρίστηκε από την Arab Bank Ltd και είναι προς όφελος της που εκδόθηκε η Δικαστική απόφαση στις 18/1/
- Στις 11/10/02 όταν υποβλήθηκε η αίτηση για να δοθεί άδεια εκτέλεσης της απόφασης η αίτηση υποβλήθηκε από την Arab Bank PLC χωρίς να προκύπτει από τον φάκελο αν έγινε οιονδήποτε διάβημα ή εκδόθηκε διάταγμα για την αλλαγή του ονόματος των εναγόντων. Περαιτέρω όμως η υπό εξέταση αίτηση υποβάλλεται από την Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ πρώην Arab Bank PLC, ενώ στον τίτλο της αίτησης αναγράφεται ως ενάγουσα η Arab Bank PLC. Ο ενόρκως δηλών ως έχει προαναφερθεί αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ότι η Arab Bank PLC πώλησε τις τραπεζικές εργασίες και την επιχείρηση στην ενάγουσα και εννοεί προφανώς την Τράπεζα Πειραιώς, ως φαίνεται εν πάση περιπτώσει και από τη δημοσίευση στην εφημερίδα της Δημοκρατίας που επισυνάπτεται στην αίτηση ως τεκ.
- Παρεμπιπτόντως εδώ να λεχθεί ότι ο ενόρκως δηλών δεν ξεκαθαρίζει σε ποιας ενάγουσας την υπηρεσία είναι και από ποια εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Το ζήτημα της υποκατάστασης ενός διαδίκου λόγω εκχώρησης και μεταβίβασης δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων φαίνεται να ρυθμίζεται από την Δ.12 θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει, σε ελεύθερη μετάφραση: "
- Όταν λόγω θανάτου, πτωχεύσεως ή οιουδήποτε άλλου γεγονότος που ήθελε συμβεί μετά την έναρξη αγώγιμου δικαιώματος ή ζητήματος το οποίον επιφέρει αλλαγή ή μεταβίβασιν συμφέροντος ή ευθύνης ή λόγω οιουδήποτε προσώπου που το συμφέρον του άρχεται μετά την έναρξη του αγώγιμου δικαιώματος ή ζητήματος γίνεται αναγκαίο ή επιθυμητό ότι οιονδήποτε πρόσωπο που δεν είναι ήδη διάδικος πρέπει να γίνει διάδικος ή οιονδήποτε πρόσωπο που είναι ήδη διάδικος πρέπει να γίνει διάδικος υπό άλλη ιδιότητα, μπορεί να ζητηθεί διάταγμα άνευ ειδοποιήσεως (EX PARTE) από το Δικαστήριο ή Δικαστή για συνέχιση της διαδικασίας μεταξύ των υπαρχόντων διαδίκων και του τοιούτου νέου διαδίκου αφού γίνει ο ισχυρισμός της τοιαύτης αλλαγής ή μεταβιβάσεως συμφέροντος ή ευθύνης ή της υπάρξεως νέου προσώπου που έχει συμφέρον. Ως ο πιο πάνω Διαδικαστικός Κανονισμός προνοεί, σε περίπτωση αλλαγής ενός διαδίκου λόγω εκχώρησης και μεταβίβασης δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων, είναι αναγκαία η εξασφάλιση σχετικού διατάγματος και η τροποποίηση. Εκτενής ανάλυση του ως άνω Κανονισμού, ο οποίος είναι πανομοιότυπος με το Ο.17 r.4 των Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, εντοπίζεται ανάμεσα σε άλλα, στην Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική "Annual Practice" του 1956, σελ. 313 και επόμενες. Όπως άλλωστε υποδεικνύεται στο Σύγγραμμα Bullen & Leake and Jacob's Precedence of Pleadings 12th edition σελ 167 και επόμενες, κατά τρόπο που συμπλέει με την ως άνω ανάλυση του Ο.17 r.4 των Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, σε περίπτωση εκχώρησης ή μεταβίβασης συμφέροντος ή υποχρέωσης σε αγωγή από υφιστάμενο διάδικο σε άλλο πρόσωπο, το άλλο αυτό πρόσωπο οφείλει να εξασφαλίσει διάταγμα για συνέχιση της διαδικασίας και άδεια για τις αναγκαίες τροποποιήσεις στον τίτλο και στο σώμα της αγωγής. Στην υπόθεση Σπανού άλλως Καφφά κ.α. v. Καφφά
(1999)1 Α.Α.Δ. 544, εξάλλου, υποδείχθηκε ότι η Δ.12 των Διαδικαστικών Κανονισμών δεν περιορίζεται στο προ της αποφάσεως στάδιο. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Salt v. Cooper [1880] 16 Ch. D. 544, στο λόγο της οποίας παραπέμπει η Σπανού άλλως Καφφά (ανωτέρω): «a cause is still pending even though there has been adjustment given» (βλ. επίσης Ζηντίλη v. Νεοκλέους κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ.762). Είναι γεγονός ότι στην σελ. 170 του συγγράμματος Bullen and Leake (ανωτέρω) υποδεικνύεται πως σε ορισμένες περιπτώσεις δεν είναι απαραίτητη η εξασφάλιση διατάγματος για συνέχιση της διαδικασίας. Μία από αυτές είναι όταν πρόκειται για απλή αλλαγή ονόματος ενός διαδίκου μετά την έναρξη της αγωγής. Παραπέμποντας ειδικότερα οι συγγραφείς του ως άνω συγγράμματος σε Αγγλική οδηγία πρακτικής για το ζήτημα, υποδεικνύουν περαιτέρω ότι στην περίπτωση που μια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης μετά την έναρξη της αγωγής αλλάξει το όνομα της, είναι αρκετή η καταχώρηση γραπτής ειδοποίησης για την αλλαγή του ονόματος και η επίδοση αυτής της ειδοποίησης σε όλους τους άλλους διαδίκους. Σε σχέση με το ως άνω ζήτημα, το Δικαστήριο έχει επίσης υπόψη του την απόφαση (Ex- Tempore) που εκδόθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ v. Ανδρέας Θεοδώρου Πολιτική Έφεση 240/05 ημερ.18/12/2006, όπου κρίθηκε ότι η ειδοποίηση που η εφεσείουσα τράπεζα έδωσε στο πρωτοκολλητείο και επέδωσε στους εφεσίβλητους για το νέο όνομα της εταιρείας ήταν ικανοποιητική για να λάβουν γνώση αυτής της τυπικής, όπως χαρακτηρίστηκε αλλαγής, στη βάση και των προνοιών του άρθρου 19
(4)του περί Εταιρειών Νόμου, (Κεφ. 113). Στην εν λόγω απόφαση σημειώθηκε παράλληλα το γεγονός ότι συνήγορος των εναγομένων δέχθηκε ως ορθή την αλλαγή του ονόματος των εναγόντων αφού ο πελάτης του είχε προηγουμένως ειδοποιηθεί γραπτώς προς τούτο από τους αιτητές. Περαιτέρω στην υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ. ν. Χρίστου Χαρίδη Πολ. Εφ. 50/10 ημερ. 11/5/11 φαίνεται να επιβεβαιώνεται η αναγκαιότητα υποκατάστασης του υφιστάμενου ενάγοντα με τον νέο μέσω διατάγματος του Δικαστηρίου. Στην αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση, που θεωρώ ότι έχει εφαρμογή και στην υπό εξέταση αίτηση, αρχικός ενάγοντας ήταν ο Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ. Δυνάμει δικαστικού διατάγματος που εκδόθηκε στις 13/12/2005 από το Ε.Δ. Λευκωσίας στα πλαίσια της αίτησης υπ' αριθμό 531/2005, (του διατάγματος που όπως γίνεται αντιληπτό επισυνάφθηκε στην ειδοποίηση του δικηγόρου των εναγόντων ημερ. 10/4/2009 στα πλαίσια και της παρούσας υπόθεσης) ολόκληρη η επιχείρηση τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του Οργανισμού μεταφέρθηκαν στην ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ με ταυτόχρονη διάλυση του Οργανισμού χωρίς εκκαθάριση. Για να μπορέσει να προωθηθεί η αγωγή σε βάρος ενός εκ των εναγομένων εναντίον του οποίου η υπόθεση ήταν προγραμματισμένη για ακρόαση, οι ενάγοντες υπέβαλαν αίτηση τροποποίησης του τίτλου η οποία αποσκοπούσε στο να καλύψει το θέμα που ηγέρθηκε στο μεταξύ, ως προς την ύπαρξη δηλαδή του ορθού διαδίκου ενώπιον του Δικαστηρίου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Η απόφαση της πλειοψηφίας, έκρινε, ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση, ότι εδικαιολογείτο η υποκατάσταση και συνακόλουθα η έκδοση σχετικού διατάγματος, αφού στη νομική βάση της αίτησης περιλαμβανόταν και η Δ.12 άσχετα αν με την αίτηση επιζητείτο τροποποίηση, υποδεικνύοντας ότι δεν είχε σημασία αν η θεραπεία που επιζητείτο χαρακτηριζόταν ως "υποκατάσταση" ή "τροποποίηση" ή και τα δύο. Θεώρησε πάντως ότι ήταν αναγκαία να υποβληθεί σχετική αίτηση για σκοπούς δικονομικής τάξης. Αντίθετα, η μειοψηφία έκρινε, για τους λόγους που εξήγησε και οι οποίοι δεν διαφοροποιούν τη θέση ότι ήταν αναγκαία η εξασφάλιση σχετικού διατάγματος κατόπιν αίτησης προς το Δικαστήριο, ότι δεν εδικαιολογείτο η έγκριση του αιτήματος και η έκδοση του σχετικού διατάγματος. Όπως υποδεικνύεται στην απόφαση της πλειοψηφίας: "Τόσο οι πρόνοιες της Δ.12 όσο και οι πρόνοιες της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τις οποίες επικαλούνταν οι αιτητές στην αίτηση τους, μαζί με το συνοδευτικό υλικό που παρέσχαν μέσω της ένορκης δήλωσης τους και των τεκμηρίων, υποστήριζαν και δικαιολογούσαν πλήρως την αιτούμενη θεραπεία που εζητείτο. Οι αιτητές είχαν ήδη εξασφαλίσει την έγκριση του Δικαστηρίου για τη νομιμοποίηση της δυνατότητας τους όπως συνεχίσουν τη δικαστική διαδικασία στην αγωγή μέσω του Διατάγματος της 13.12.2005 και εκείνο που εζητείτο με την αίτηση τους, ήταν η τυπική εφαρμογή της νέας κατάστασης πραγμάτων στα πλαίσια της εκκρεμούσας αγωγής, με την υποκατάσταση του υφιστάμενου ενάγοντα από το νέο ο οποίος δικαιωματικά μπορούσε να συνεχίσει την αρξάμενη διαδικασία. Είτε αυτή η θεραπεία χαρακτηριζόταν ως «υποκατάσταση» ή «τροποποίηση» ή και τα δύο, ή άλλως πως, δεν ενέχει καμιά σημασία. Το Δικαστήριο εκαλείτο όπως εγκρίνει την επελθούσα αλλαγή με υποκατάσταση του ονόματος του ενός διαδίκου από άλλο και αυτό μπορούσε να γίνει δικονομικά στη βάση τόσο της Διαταγής 12 όσο και της Διαταγής 25 στις οποίες βασιζόταν η αίτηση και θα είχε ως αποτέλεσμα τη νόμιμη συνέχιση της διαδικασίας από το νέο διάδικο. Παραχωρουμένης δηλαδή της θεραπείας τροποποίησης του ονόματος του διαδίκου, εγκρινόταν η υποκατάσταση του και παρείχετο συνακόλουθα και η άδεια για συνέχιση της διαδικασίας από τον ίδιο, την οποία και εδικαιούτο. Όπως οι ίδιες οι πρόνοιες της Δ.12 κ. 3 αναφέρουν, σε περίπτωση εκχώρησης δικαιωμάτων ή μεταβίβασης τίτλου εκκρεμούσας αγωγής, η αγωγή μπορεί να συνεχισθεί από το πρόσωπο το οποίο απέκτησε τον τίτλο ή το δικαίωμα. Σχετική δε αίτηση υποβάλλεται για σκοπούς δικονομικής τάξης, ενώ σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48 κ. 8(1((ρ) η αίτηση για άδεια συνέχισης διαδικασίας μεταξύ υφιστάμενου και νέου διαδίκου μπορεί να γίνει μονομερώς (ex parte)." Είναι πρόδηλο από τα πιο πάνω και εφαρμοζόμενα στην παρούσα περίπτωση ότι θα έπρεπε να είχε υποβληθεί σχετικό αίτημα και εξασφάλιση Δικαστικού διατάγματος για να δοθεί άδεια στην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ. να υποκαταστήσει την Arab Bank PLC και να λάβει μέρος στη Δικαστική διαδικασία προτού επιζητήσει την άδεια εκτέλεσης της απόφασης. Παρά την ως άνω κατάληξη του Δικαστηρίου που προδιαγράφει και την τύχη της αίτησης ημερ. 1/3/11, για σκοπούς πληρότητας θα προχωρήσω να εξετάσω και το ζήτημα που έθεσε η πλευρά των αιτητών σε σχέση με την αναδρομικότητα του διαδικαστικού Κανονισμού ως τροποποιήθηκε αλλά και με την ουσία του αιτήματος για παροχή άδειας εκτέλεσης της απόφασης. Στις 9/9/2011 τέθηκε σε εφαρμογή η νέα Δ.40 θ.8 των διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας η οποία έχει ως ακολούθως: «8. Όταν παρέλθουν δέκα έτη από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος, ή όταν έχει γίνει οποιαδήποτε αλλαγή στους διαδίκους οι οποίοι δικαιούνται ή υπόκεινται σε εκτέλεση, ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο ή το Δικαστή για άδεια να εκτελέσει ανάλογα. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής εάν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος, ο οποίος υποβάλλει την αίτηση αυτή, δικαιούται να εκτελέσει, μπορεί να εκδώσει διάταγμα προς αυτό το σκοπό, ή μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε επίδικο θέμα ή ζήτημα αναγκαίο για να αποφασιστούν τα δικαιώματα των διαδίκων εκδικαστεί με οποιοδήποτε από τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκδικαστεί οποιοδήποτε ζήτημα σε αγωγή. Και σε κάθε μια από τις περιπτώσεις το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή διαφορετικά, οι οποίοι θα είναι δίκαιοι.» Είναι νομολογημένο ότι η εκτέλεση οιασδήποτε Δικαστικής απόφασης είναι ζήτημα που υπάγεται στην εποπτεία και τον έλεγχο του Δικαστηρίου (βλ. Panaou ν. Hadjichristofi
(1963)2 C.L.R. 19). Mε βάση τη νέα Δ.40 θ.8 η εκτέλεση δικαστικής απόφασης είναι δυνατή χωρίς να απαιτείται άδεια του Δικαστηρίου εφόσον τα οιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης λαμβάνονται εντός δέκα ετών από την έκδοση της προς εκτέλεση απόφασης. Είναι αναγκαία όμως η λήψη της άδειας του Δικαστηρίου για εκτέλεση αν έχει παρέλθει η χρονική περίοδος από την έκδοση της. Στην προκειμένη περίπτωση η απόφαση εκδόθηκε στις 18/1/91 και δόθηκε άδεια για εκτέλεση της στις 30/10/
- Το γεγονός ότι το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 30/10/02 δεν αναφέρει την περίοδο για την οποία δόθηκε άδεια για εκτέλεση δεν διαφοροποιεί το δεδομένο ότι θα πρέπει να εκδοθεί εκ νέου διάταγμα για άδεια εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 18/1/91 αφού έχουν παρέλθει δέκα χρόνια από την έκδοση της ανεξαρτήτως του προηγούμενου διατάγματος ημερ. 30/10/
- Εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το κατά πόσο θα εγείρει αίτημα για παροχή άδειας εκτέλεσης μιας απόφαση ή όχι. Στην υπόθεση W.T.Lamb & Sons v. Rider
(1948)2 All E.R. 402 υποδείχθηκε ότι το βάρος να προσφέρει ικανοποιητική και επαρκή μαρτυρία «sufficient evidence" που να δικαιολογεί την έκδοση σχετικού διατάγματος για παροχή άδειας εκτέλεσης από το Δικαστήριο ή ακόμα και την όποια τυχόν αδράνεια του εξ αποφάσεως πιστωτή να προβεί σε μέτρα εκτέλεσης εντός της περιόδου των δέκα πλέον ετών βρίσκεται στους ώμους του τελευταίου. Θα πρέπει δηλαδή η πλευρά των αιτητών ουσιαστικά να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα στοιχεία που το Δικαστήριο αξιολογώντας τα θα του επιτρέψουν ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να εγκρίνει το αίτημα και να εκδώσει το διάταγμα. Τέτοια στοιχεία τα οποία είναι απαραίτητα ως σημειώνεται στην Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική του 1956 (Annual Practice) σελ.761 αποτελούν η ημερομηνία έκδοσης της απόφασης για την οποία επιζητείται η άδεια, το αρχικό ποσό του εξ αποφάσεως χρέους και το ποσό που εξακολουθεί να παραμένει ως οφειλόμενο, να καταδεικνύεται ότι ο αιτητής είναι το πρόσωπο το οποίο δικαιούται να προωθεί την εκτέλεση της απόφασης και ασφαλώς να δίδονται εξηγήσεις από την πλευρά του για την οιαδήποτε καθυστέρηση. Εχω διεξέλθει με μεγάλη προσοχή τόσο το φάκελο της υπόθεσης όσο και τους ισχυρισμούς και θέσεις των δύο πλευρών. H θέση της πλευράς των καθ΄ ων η αίτηση ότι οι αιτητές με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση τους δηλώνουν ότι ο εναγόμενος 1 καταβάλλοντας ποσό προς την ενάγουσα εξόφλησε πλήρως το εξ αποφάσεως χρέος του δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Από την έκθεση απαίτησης προκύπτει ότι η ενάγουσα αξιούσε απόφαση εναντίον του εναγομένου 1 για ποσό εκ ΛΚ130,642,40 και εναντίον των εναγομένων 1 και 2 απόφαση για δεύτερο ποσό εκ ΛΚ134,203,07 πλέον διατάγματα για εκποίηση υποθηκών. Για τα ως άνω εκδόθηκε η Δικαστική απόφαση ημερ. 18/1/
- Ως προκύπτει από τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ο εναγόμενος 1 κατέβαλε ποσό σε σχέση με το (α) της απόφασης ημερ. 18/1/91 δηλαδή για το ποσό των ΛΚ129,242 και η ενάγουσα απέσυρε την αίτηση εκποίησης και απελευθέρωσε τα ενυπόθηκα ακίνητα του εναγομένου 1 που εξασφάλιζαν το ως άνω (α) της απόφασης και είναι γι΄ αυτό το ποσό που εννοούν εξόφληση οι αιτητές, όχι για ολόκληρη την απόφαση. Παρά ταύτα όμως η θέση των αιτητών για το ότι υπάρχει ακόμη οφειλή από τον εναγόμενο 1 για το ποσό των ΛΚ738,065,58 πλέον τόκο προς 9% ετησίως από την 1/1/11 επισυνάπτοντας μια κατάσταση λογαριασμού με μια μόνο αναφορά και αυτή είναι του ισχυριζόμενου οφειλόμενου υπολοίπου στερείται επάρκειας. Αναφέρουν οι ίδιοι οι αιτητές ότι ο εναγόμενος 1 κατέβαλε κάποιο ποσό χωρίς να συγκεκριμενοποιούν το ποσό αυτό αλλά ούτε και αν έγιναν άλλες πληρωμές ως επίσης ουδεμία αναφορά υπάρχει για το πώς το υπόλοιπο στις 6/3/11 ανήλθε στο ποσό των €738,065,58 πλέον τόκο από 1/1/
- Κρίνω ότι η ανυπαρξία οιωνδήποτε περαιτέρω στοιχείων και λεπτομερειών για την κίνηση του λογαριασμού από τον Μάιο και Ιούλιο του 1985 οπότε και δόθηκαν οι τραπεζιτικές διευκολύνσεις δεν πληρεί την υποχρέωση των αιτητών για το σκοπό αυτό. Απλή αναφορά ενός ποσού και ότι είναι το ισχυριζόμενο υπόλοιπο χωρίς οιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες με τις συνθήκες της παρούσας υπόθεσης δεν είναι δυνατό να γίνει αποδεκτό έτσι ώστε να ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για άδεια εκτέλεσης. Περαιτέρω η αδράνεια και η καθυστέρηση την οποία οι αιτητές επέδειξαν είναι πρωτοφανής. Είναι καλά καθιερωμένη αρχή ότι η αξιοπιστία της δικαιοσύνης εξαρτάται από την αποτελεσματικότητα της. Στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος κατοχυρώνεται το δικαίωμα ενός διαδίκου για διεξαγωγή δίκαιης δίκης εντός εύλογου χρόνου. Στον καθορισμό του εύλογου ή μη του χρόνου λαμβάνεται υπόψη και το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την εκτέλεσης μιας απόφασης. Η οποιαδήποτε αδράνεια και η παράλειψη λήψης μέτρων για την εκτέλεση μιας απόφασης λαμβάνεται υπόψη στην εξέταση ως του υπό κρίση αιτήματος. Φυσικά απλή καθυστέρηση στην εκτέλεση απόφασης χωρίς να επηρεάζονται οι εξ αποφάσεως οφειλέτες δεν αποκλείει την επιτυχία παρόμοιου αιτήματος. Στην προκειμένη περίπτωση η απόφαση εκδόθηκε στις 18/1/91 δηλαδή πριν από σχεδόν 21 χρόνια. Παρά το γεγονός ότι με το προηγούμενο καθεστώς της Δ.40 θ.8 ο χρόνος των έξι ετών εξέπνευσε αρχές του 1997 εν τούτοις η ενάγουσα αιτήθηκε άδειας για εκτέλεση τον Οκτώβριο του 2002 εξ ου και το διάταγμα ημερ. 30/10/
- Κατόπιν τούτου και μετά την παρέλευση εννέα χρόνων καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση. Αυτή η συμπεριφορά δεν μπορεί παρά να οδηγήσει το Δικαστήριο στο συμπέρασμα για παντελή έλλειψη ενδιαφέροντος από την ενάγουσα έχοντας υπόψη και το κατ΄ ισχυρισμό οφειλόμενο υπόλοιπο που θα ήταν ένας περισσότερος λόγος λήψης μέτρων εκτέλεσης για ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Πέραν τούτου όμως στη διάρκεια των σχεδόν 21 ετών από την έκδοση της απόφασης το μοναδικό μέτρο εκτέλεσης που έλαβαν οι αιτητές ήταν η αίτηση για εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων αιτήσεις οι οποίες φαίνεται ότι δεν προχώρησαν ούτε ακόμη και για εκείνη που παρέμεινε αφού κάποια ακίνητα απελευθερώθηκαν. Aπό τον φάκελο της υπόθεσης και ειδικότερα από την έκθεση απαίτησης και τη Δικαστική απόφαση φαίνεται ότι τα ενυπόθηκα ακίνητα στο σύνολο τους ικανοποιούσαν το εξ αποφάσεως χρέος σε περίπτωση εκποίησης τους. Είναι για να διερωτάται κάποιος κάτω από ποιες προϋποθέσεις οι αιτητές αποδέσμευσαν δύο από αυτά αφήνοντας μόνο το ένα αφού έλαβαν ποσό από τον εναγόμενο 1 για την αποδέσμευση αυτή χωρίς φυσικά να συγκεκριμενοποιείται το καταβληθέν ποσό. Και το 2002 ενέγραψαν την απόφαση επί του τεμαχίου 5930 και μετά από σχεδόν 21 χρόνια από της έκδοσης της απόφασης αναφέρουν ως οφειλόμενο υπόλοιπο πέραν των €738,
- Αναφορικά με την εγγραφή του ΜΕΜΟ και πάλι οι αιτητές επέδειξαν ασύγγνωστη αδιαφορία. Ως οι ίδιοι αναφέρουν, το ΜΕΜΟ εξέπνευσε στις 13.12.2010 χωρίς οι ίδιοι από προηγουμένως να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για ανανέωσή του που θα ήταν εξασφάλιση για το εξ αποφάσεως χρέος. Οι ως άνω ενέργειες και χειρισμός της υπόθεσης από πλευράς αιτητών δεν μπορεί παρά να συνιστά ότι επηρέασε δυσμενώς την πλευρά των εξ αποφάσεως οφειλετών. Οι αιτητές έρχονται για δεύτερη φορά σε διάστημα 21 ετών να εξαιτηθούν την έκδοση διατάγματος για άδεια εκτέλεσης τη στιγμή μάλιστα που στο διάστημα αυτό η μόνη φορά που ενοχλήθηκαν οι οφειλέτες ήταν με τις αιτήσεις για εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων που και αυτές τελικά δεν προωθήθηκαν. Εχοντας υπόψη μου το χρόνο ο οποίος έχει παρέλθει τη συμπεριφορά και τη στάση των εξ αποφάσεως οφειλετών στο διάστημα που έχει διαρρεύσει αλλά και στην επίδραση που είχε στα συμφέροντα των οφειλετών αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν θα πρέπει να παραχωρηθεί στους αιτητές η σχετική άδεια. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των αιτητών ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Λ. Μουγής, Ε.Δ. /ΑΚΣ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο