← Κύπρος

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. ΕΠΙΣΗΜΟ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΤΩΧΕΥΣΑΝΤΟΣ ΜΙΧΑΛΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 763/2009, 4 Νο

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD ν. ΕΠΙΣΗΜΟ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΤΩΧΕΥΣΑΝΤΟΣ ΜΙΧΑΛΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 763/2009, 4 Νοεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A135 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 763/2009 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD Ενάγουσα και ΕΠΙΣΗΜΟ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΤΩΧΕΥΣΑΝΤΟΣ ΜΙΧΑΛΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ κ.α. Εναγομένων ------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 4 Νοεμβρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα Εταιρεία: κ. Α. Δημητρίου Για Εναγόμενο 1: κ. Εμμανουήλ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα Εταιρεία με Κλητήριο Ένταλμα αξίωσε από τον Εναγόμενο 1 το υπόλοιπο των καθυστερημένων ενοικίων, το ποσό των €14.854,70, το οποίο προέκυψε από την αποκήρυξη της σύμβασης ενοικιαγοράς. Καταχωρίστηκε Έκθεση Υπεράσπιση από τον Επίσημο Παραλήπτη για τον Εναγόμενο 1, λόγω του είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής εναντίον της περιουσίας του Μιχάλη Γεωργίου. Στην καταχωρηθείσα Υπεράσπιση εγέρθηκαν τρεις προδικαστικές ενστάσεις. Το Δικαστήριο μετά από αίτηση του Επίσημου Παραλήπτη έδωσε οδηγίες όπως ακουστούν προδικαστικά οι συγκεκριμένες ενστάσεις, λόγω του ότι η μια προδικαστική ένσταση αφορούσε σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου θα ήταν καταλυτική για την εξέλιξη της διαδικασίας και αυτής τούτης της ίδιας της αγωγής. Ο Επίσημος Παραλήπτης ισχυρίστηκε ότι οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην καταχώρηση ή και στη συνέχιση της υπό κρίση αγωγής, πρώτον, γιατί οι απαιτήσεις τους έχουν διευθετηθεί πλήρως, δεύτερο, λόγω του ότι δεν είχαν εξασφαλίσει τη σχετική άδεια για την καταχώρηση της αγωγής εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη, ως Παραλήπτη της περιουσίας του Μιχάλη Γεωργίου και τρίτο, δεν μπορούν να αιτούνται την επιστροφή του οχήματος, το οποίο συνιστούσε το αντικείμενο της ενοικιαγοράς, καθότι δεν είναι διάδικος στην αγωγή. Και οι δύο πλευρές επέλεξαν να καταχωρήσουν γραπτές αγορεύσεις για προώθηση των θέσεών τους. Ο κ. Εμμανουήλ, εκ μέρους του Επίσημου Παραλήπτη, ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση της υπό κρίση αγωγής, γιατί δεν έλαβε τη σχετική άδεια η οποία προβλέπεται από το άρθρο 9 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ.5. Εισηγείται ότι η Ενάγουσα Εταιρεία θα έπρεπε να είχε λάβει την άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώρηση και έναρξη της αγωγής ή θα έπρεπε να λάβει την άδεια του Δικαστηρίου για τη συνέχιση της αγωγής. Παρέπεμψε, προς υποστήριξη των ισχυρισμών του, στα άρθρα 4 και 9 του περί Πτωχεύσεως Νόμου. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι λόγω των γεγονότων όπως εξελίχθηκαν, η αγωγή έχει εξοφληθεί, αφού η Ενάγουσα Εταιρεία με επιστολή της προς τον Επίσημο Παραλήπτη έχει δηλώσει ότι ουδεμία απαίτηση έχει από τον Εναγόμενο 1. Καταληκτικά, εισηγείται ότι λόγω του ότι ο Μιχάλης Γεωργίου δεν είναι διάδικος στην παρούσα διαδικασία, η Ενάγουσα Εταιρεία δεν μπορεί να ζητά από τον ίδιο την επιστροφή του αντικειμένου ενοικιαγοράς, δηλαδή του αυτοκινήτου. Ο κ. Δημητρίου είχε την αντίθετη άποψη. Ήταν η θέση του ότι το διάταγμα παραλαβής, σύμφωνα με το άρθρο 4, εκδίδεται για την προστασία της περιουσίας του χρεώστη και o Επίσημος Παραλήπτης με την έκδοση του διατάγματος παραλαβής, καθίσταται παραλήπτης της περιουσίας του χρεώστη. Ακολουθεί, ήταν η θέση του, η λήψη των μέτρων που προβλέπονται στα άρθρα 14-18 του περί Πτωχεύσεως Νόμου. Είναι εισήγησή του ότι η φράση «θα εγείρει οποιαδήποτε αγωγή», όπως αυτή χρησιμοποιείται στο άρθρο 9

(1), εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που η αγωγή δεν έχει ακόμα εγερθεί, ενώ υπάρχει διάταγμα παραλαβής εναντίον του χρεώστη. Όταν όμως υπάρχει εκδοθέν διάταγμα παραλαβής εναντίον του χρεώστη, η σωστή διαδικασία είναι η έγερση και καταχώρηση αγωγής εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη, ως διαχειριστή πλέον της περιουσίας του χρεώστη. Στην υπό κρίση αγωγή το διάταγμα παραλαβής είχε εκδοθεί στις 18/06/2008, ενώ η αγωγή είχε καταχωρηθεί ένα χρόνο μετά την έκδοσή του. Καταληκτικά εισηγείται ότι θα ήταν παράλογο αλλά και αχρείαστο, από τη στιγμή που ο Επίσημος Παραλήπτης έχει καταστεί παραλήπτης της περιουσίας του χρεώστη, να προαπαιτείται από τον κάθε πιστωτή να εξασφαλίσει άδεια για να εξασκήσει το συνταγματικό του δικαίωμα για έγερση της αγωγής. Το άρθρο 9
(1)προβλέπει τα εξής: «9.-
(1)Με την έκδοση διατάγματος παραλαβής, ο επίσημος παραλήπτης θα καθίσταται παραλήπτης της περιουσίας του χρεώστη, και ακολούθως, εκτός όπως διατάσσεται από το Νόμο αυτό, κανένας πιστωτής στον οποίο ο χρεώστης οφείλει αναφορικά με οποιοδήποτε χρέος που δύναται να επαληθευτεί σε πτώχευση, δε θα έχει οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον της περιουσίας ή του προσώπου του χρεώστη σχετικά με το χρέος ή θα εγείρει οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία, εκτός κατόπι άδειας του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους τους οποίους το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει.» Η φράση «θα εγείρει οποιαδήποτε αγωγή» που εμπεριέχεται στο συγκεκριμένο εδάφιο καταδεικνύει ότι το άρθρο 9
(1)εφαρμόζεται στην περίπτωση που η αγωγή εγείρεται μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής. Δηλαδή, οποιαδήποτε αγωγή σκοπείτε να καταχωριστεί μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής θα πρέπει προτού καταχωριστεί να ληφθεί η άδεια του Δικαστηρίου. Υποστήριξη στη συγκεκριμένη άποψη καταγράφεται και στο σύγγραμμα Williams and Hunter on Bankruptcy, 19η εκδ, σελ.69-70. Συγκεκριμένα καταγράφονται τα ακόλουθα: «...............that creditors cannot now commence any action or other legal proceedings against the debtor or his property without leave of the court; their rights to proceed against the debtors person or his property are suspended, but may revive on annulment.........The proceedings barred under this section without the leave of the court would seem to include interpleader proceedings to which the bankrupt or his estate are made a party.» Η λέξη «barred», η οποία χρησιμοποιείται, δεικνύει το γεγονός ότι δεν επιτρέπεται η καταχώρηση οποιαδήποτε δικαστικής διαδικασίας μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, αφού ουσιαστικά σημαίνει εμποδίζεται. Οπόταν, μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής οι πιστωτές εμποδίζονται από το να ξεκινήσουν οποιαδήποτε νομική διαδικασία χωρίς την άδεια και τις οδηγίες του Δικαστηρίου. Η πιο πάνω θέση υποστηρίζεται και από το σύγγραμμα του Halsburys Laws of England, τόμος 3
(2), 4η έκδ, όπου στις σελίδες 143 και 144 καταγράφονται τα ακόλουθα: «After the making of a bankruptcy order, no person who is a creditor of the bankrupt in respect of a debt provable in bankruptcy:
(1)has any remedy against the property or person of the bankrupt in respect of that debt; or
(2)may, before the discharge of the bankrupt, commence any action or other legal proceedings against the bankrupt except with the permission of the court and on such terms as the court may impose.» Βλ. επίσης Re Saunders (a bankrupt), Re Bearman( a bankrupt) [1997] Ch 60, [1997] 3 All ER 992 και Bristol & West Building Society v. Trustees of property of Back (a bankrupt) [1998] 1 BCLC 485. Ο Νόμος δεν δίδει εξουσία για έγερση οποιαδήποτε δικαστικής διαδικασίας στο όνομα του Επίσημου Παραλήπτη χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Αντίθετα, κατά τη δική μου άποψη, εμποδίζει κάθε μελλοντική και ενδεχόμενη διαδικασία. Για να μπορεί να προωθηθεί, δηλαδή να καταχωριστεί, οποιαδήποτε διαδικασία πρέπει να δοθεί η άδεια του Δικαστηρίου η οποία είναι προαπαιτούμενη. Στην υπόθεση Bristol & West Building Society v. Trustees of property of Back (a bankrupt) (ανωτέρω), καταγράφηκαν οι αρχές δυνάμει των οποίων μπορεί να παραχωρηθεί μια τέτοια άδεια. Η εισήγηση του δικηγόρου των Εναγόντων ότι είναι αχρείαστα δαπανηρό και χρονοβόρο, εκτός από του ότι δεν ευσταθεί ουσιαστικά εμπεριέχει τη θέση να μην εφαρμόζεται ο Νόμος, απλά και μόνο γιατί διορίζεται ο Επίσημος Παραλήπτης διαχειριστής της περιουσίας του πτωχεύσαντα. Αυτή η εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνη γιατί πρέπει να αποδίδεται στο Νόμο η γραμματική του ερμηνεία. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Γεώργιος Νικολάου ν. Total Properties Ltd κ.α. Πολ. Εφ.124/10 ημερ.14/07/2011: «Συνιστά πάγια νομολογιακή αρχή ότι εκεί όπου το λεκτικό του Νόμου είναι σαφές, τότε για σκοπούς διακρίβωσης του πραγματικού σκοπού του νομοθέτη, το μόνο αυθεντικό οδηγό αποτελεί το κείμενο του νόμου. Στις λέξεις θα πρέπει να αποδίδεται η φυσική και συνήθης έννοια τους και τα δικαστήρια οφείλουν να καταστήσουν το νόμο αποτελεσματικό, οποιεσδήποτε και αν είναι οι συνέπειες. Όπως πολύ εύστοχα λέχθηκε στην υπόθεση Ghalanos Distributors Ltd. v. Δημοκρατίας
(2002)3 Α.Α.Δ. 528, στη σελ. 533, «Το Δικαστήριο δεν κρίνει την πολιτική του Νόμου ούτε επιχειρεί με ερμηνευτικά μέσα να δώσει σοφότερη ή δικαιότερη λύση ή ακόμα πιο επιθυμητή από αυτήν που προβλέπει η διάταξη». (Βλ. επίσης, Κ.Ο.Τ. ν. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 86, Μακεδόνας ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 162, Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ. κ.ά. ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1998)3 Α.Α.Δ. 348).» Καθοδηγούμενη λοιπόν από αυτές τούτες τις πρόνοιες του Περί Πτωχεύσεως Νόμου, θεωρώ ότι η υπό εξέταση αγωγή δεν μπορούσε να καταχωριστεί χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, η οποία είναι προαπαιτούμενη σύμφωνα με το άρθρο 9
(1)του Κεφ.5. Η πιο πάνω κατάληξη σφραγίζει και την τύχη της αγωγής, αφού στην ουσία οι Ενάγοντες εμποδίζονται από την περαιτέρω προώθηση της παρούσας αγωγής. Συνεπακόλουθα, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ....................................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.