ARAMEAT LTD ν. ΠΕΤΑ ΚΡΕΑΤΑΓΟΡΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής 916/11, 14 Νοεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A138 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 916/11 Μεταξύ: ARAMEAT LTD Εναγόντων -και- ΠΕΤΑ ΚΡΕΑΤΑΓΟΡΑ ΛΤΔ (C 203266) Εναγόμενων Αίτηση ημερ. 8.7.11 για παραμερισμό της απόφασης. 14 Νοεμβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για αιτητές-εναγόμενους: Ο κ. Ιωάννου. Για καθ΄ ων η αίτηση-ενάγοντες: Η κα Α.Μίτσιγκα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η εναγόμενη εταιρεία καταχώρησε αίτηση διά κλήσης ημερ. 8.7.11 δια της οποίας εξαιτείται διάταγμα του δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται (set aside) ή/και να ακυρώνεται η απόφαση στην υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή ημερομηνίας 19.5.
- Η αίτηση της εναγόμενης βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.17, Θ10, Δ.48 Θ1-4, 9 και Δ.64 Θ.1, 2, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρο 30, 32 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Περαιτέρω η αίτηση της υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του διευθυντή της Αναστάσιου Σαρμαλλή. Τα όσα ο ενόρκως δηλών αναφέρει προς υποστήριξη της αίτησης του έχουν συνοπτικά ως ακολούθως: ΄Ελαβε γνώση της επίδικης απόφασης όταν του επιδόθηκε στις 9.6.11 και είδε ότι το ποσό της απόφασης ήταν €74.904,30 πλέον τόκους και έξοδα. Κατόπιν οδηγιών του ο δικηγόρος του μετά από έρευνα στο φάκελο του δικαστηρίου διαπίστωσε ότι στην ένορκη δήλωση επίδοσης ο επιδότης αναφέρει ότι το κλητήριο ένταλμα παραλήφθηκε από τον ίδιο για λογαριασμό της εναγομένης στις 2.4.11 με ισχυρισμό ότι αρνήθηκε να υπογράψει την παραλαβή του. Αναφέρει περαιτέρω ο ενόρκως δηλών ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε καθ΄ ότι αν γινόταν θα έδιδε οδηγίες στο δικηγόρο του για καταχώρηση εμφάνισης αφού η εναγόμενη έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Σε σχέση με τα γεγονότα είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2010 η ενάγουσα απέστειλε επιστολή στην εναγόμενη με την οποία την πληροφορούσε ότι από 13.9.10 η ενάγουσα θα εξυπηρετούσε την εταιρεία Κ.Κ.Ε PIGGERY LTD σε θέματα τιμολόγησης και είσπραξης και ότι οι παραγγελίες των χοίρων που γίνονταν κανονικά στο χοιροτρόφο που ήταν η εταιρεία PIGGERY. Κατόπιν επικοινωνίας του με την PIGGERY του αναφέρθηκε ότι ουδεμία αλλαγή θα υπήρχε στην μεταξύ τους συμφωνία για την αγορά, παράδοση και πληρωμή επί πιστώσει χοίρων και η συμφωνία τους συνεχίστηκε μέχρι τον Δεκέμβριο
- Η πληρωμή επί πιστώσει γινόταν έναντι λογαριασμού και όποτε τον επισκεπτόταν ο διευθυντής της PIGGERY ελάμβανε επιταγή της εναγόμενης έναντι του λογαριασμού. Από τις 13.9.10 η επιταγή που έδιδε η εναγόμενη στην PIGGERY ήταν προς όφελος της ενάγουσας λόγω της συμφωνίας μεταξύ των δύο εταιρειών για είσπραξη των πελατών της πρώτης από την ενάγουσα. Στη συνέχεια ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι περί τα τέλη Δεκεμβρίου του 2010 άρχισε να αξιώνει εξόφληση του επίδικου λογαριασμού και σταμάτησε αμέσως μετά τα Χριστούγεννα να προμηθεύει την εναγομένη με χοιρινά και βοδινά. Παρά την επικοινωνία του με την ενάγουσα η θέση της τελευταίας ήταν ότι η εναγόμενη έπρεπε να εξοφλήσει άμεσα ολόκληρο το υπόλοιπο του λογαριασμού, θέση όμως η οποία αποτελεί παράβαση της συμφωνίας που η εναγόμενη είχε με την PIGGERY και η οποία ήταν σε ισχύ αφού η εναγόμενη ουδέποτε συμβλήθηκε με την ενάγουσα για την αγορά χοιρινών. Πριν την έκδοση της απόφασης έγινε ανταλλαγή επιστολών μεταξύ ενάγουσας και εναγομένης. Αναφέρει τέλος ο ενόρκως δηλών ότι η απόφαση εκδόθηκε χωρίς να ειδοποιηθεί η εναγομένη και ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Η ενάγουσα - καθ΄ ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας τους κάτωθι συγκεκριμένους λόγους: Α. Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και λανθασμένη. Η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση. Β. Η αίτηση είναι τύποις απαράδεκτη. Η Εναγόμενη δεν έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης ως θα έπρεπε στην παρούσα αγωγή πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Γ. Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και καταχωρήθηκε με μοναδικό σκοπό την κωλυσιεργία και την παρακώλυση της εκτέλεσης της απόφασης στην ως άνω αγωγή. Δ. Υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρησης την καταχώρηση της αίτησης και εσκεμμένη αδιαφορία προς τη δικαστική διαδικασία και ούτε δικαιολογείτο ή και δικαιολογήθηκε η μη έγκαιρη καταχώριση εμφάνισης από την Εναγομένη. Ε. Δεν δίνονται επαρκείς αιτιολογίες τόσο για τη μη καταχώρηση της εμφάνισης, όσο και για την καθυστερημένη καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Στ. Η εναγομένη δεν αποκαλύπτει οιαδήποτε υπεράσπιση ή/και καλή υπεράσπιση. Ζ. Η απαίτηση της Ενάγουσας-Καθ΄ ης η αίτηση εναντίον της Αιτήτριας είναι γνήσια και αληθινή, και ουδέν εκδικητικό και7ή αλλότριο σκοπό δεν εξυπηρετούσε.» Oι πιο πάνω λόγοι ένστασης στηρίζονται από την ένορκη δήλωση του διευθυντή της ενάγουσας Ευγένιου Χ»Καντώνη ο οποίος αναφέρει ότι στάληκε στην εναγόμενη επιστολή ημερ. 3.2.11 που της κοινοποιούσε το οφειλόμενο υπόλοιπο και ότι η επίδοση του κλητηρίου ήταν καθ΄ όλα νόμιμη και ότι η παράλειψη της εναγομένης να εμφανιστεί στη διαδικασία ήτο ηθελημένη και αυτό καταδεικνύεται από την άρνηση της να υπογράψει και να παραλάβει το κλητήριο ένταλμα και τα όσα ισχυρίζεται ο διευθυντής της εναγομένης δεν συνιστούν ικανοποιητική και εύλογη δικαιολογία. Αναφέρει περαιτέρω ότι ουδεμία υπεράσπιση έχει στην αγωγή και δεν παρουσίασε επαρκείς λεπτομέρειες για να πείσει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Ουδεμία επιταγή έλαβε η εταιρεía PIGGERY προς εξόφληση του χρέους και οι συναλλαγές γίνονταν μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης και ότι οι τιμολογήσεις και χρεώσεις έγιναν από τον Οκτώβριο του 2010 εφόσον κοινοποιήθηκε ο τρόπος συνεργασίας προμήθειας και πληρωμής των εμπορευμάτων σε όλους τους συνεργάτες. Αναφέρει τέλος ο ενόρκως δηλών στην ένσταση ότι είχε προσωπική τηλεφωνική επικοινωνία με τον διευθυντή της εναγόμενης με την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και πριν την παρέλευση του χρόνου για την καταχώρηση σημειώματος εμφανίσεως κατά την οποία τον ενημέρωναν πολλές φορές για τη διαδικασία και αυτός επέδειξε αδιαφορία αλλά και ουδέποτε αμφισβήτησε το οφειλόμενο ποσό. Και οι δύο πλευρές προχώρησαν σε αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους χωρίς οιαδήποτε εξ αυτών να προβεί σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Ως έχει τεθεί ανωτέρω η αίτηση για παραμερισμό της απόφασης εδράζεται επί της Δ.17 θ.10 που προβλέπει τα ακόλουθα: «
- Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just.» Η εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης η οποία παρέχεται από τη Δ.17 Κ.10 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών εμπίπτει στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα αυτό αναλύονται στην υπόθεση Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, όπως αυτές υιοθετήθηκαν και εφαρμόζονται στην Κυπριακή νομολογία (δες Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36, Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 736 και Ανδρέας Κλεάνθους ν. TRADEX LTD, Πολ. Έφεση αρ. 9885, ημερ. 19.5.1998). Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο να αποφασίζει τον παραμερισμό ή όχι εκδοθείσας απόφασης και βασικό κριτήριο είναι ότι ο αιτητής φέρει το βάρος απόδειξης για να δείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής και ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του (Evans v. Bartlam και Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd (ανωτέρω)). Τι αποτελεί εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ("prima facie defence") όπως το έθεσε ο Lord Atkin στην υπόθεση Evans v. Bartlam (ανωτέρω) επεξήγησε ο Megarry V.C. στην υπόθεση Land Securies plc v. Receiver from the Metropolitan Police District
(1980)1 W.L.R. 439 ως ακολούθως: "If the term "prima facie case" is used, I think that this is to be understood in the sense of a case made out by the landlord, without the need to evaluate any rebutting evidence put forward by the tenant. That is why Diplock L.J., at p. 80 used the term "bona fide arguable case": and the unanimous view of the Court that the point ought not to be tried twice over seems to point strongly to the phrase "prima facie case" bearing the meaning that I have indicated". Καθοδηγητική στο θέμα αυτό είναι επίσης η υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω) στην οποία ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε) επεξήγησε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιόν του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ένας άλλος παράγοντας που το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη είναι κατά πόσο ο αιτητής έχει σοβαρό και εύλογο λόγο για τον οποίο δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να καταχωρίσει εμφάνιση και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του καθώς επίσης και τον χρόνο που πέρασε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου μέχρι την καταχώριση της παρούσας αίτησης (Evans v. Bartlam, Phylactou v. Michael και Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου (ανωτέρω)). Όπως έχει νομολογιακά λεχθεί στην τελευταία υπόθεση, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγων που ασκεί έντονα αρνητική επίδραση κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεσή του. Η ίδια θέση υιοθετήθηκε και στην απόφαση Ανδρέας Κλεάνθους ν. TRADEX LTD (ανωτέρω) όπου ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κραμβής αναφέρει χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «.. η αποκάλυψη συζητήσιμης ή εκ πρώτη όψεως υπεράσπισης δεν υπερακοντίζει ανυπερθέτως κάθε σοβαρή καταφρόνηση της διαδικασίας η οποία διαπιστώνεται από τον συγκεκριμένο εναγόμενο. Αυτό σημαίνει πως δεν πρέπει να θεωρείται ως δεδομένος ο παραμερισμός της απόφασης εκ μόνου του λόγου ότι ο εναγόμενος αποκαλύπτει συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Βλ. K.C.P. Commission Agent and Importers Ltd v. Mιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ. και Mine and Quarry Serv. Ltd v. Γεωργίου (ανωτέρω).» Πρωταρχικό έργο του Δικαστηρίου είναι να ισοζυγίσει τους δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη από τη μια αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου και την ανάγκη από την άλλη διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο κατά πόσο θα διατάξει τον παραμερισμό μιας απόφασης ή όχι συναρτάται άμεσα από την συμπεριφορά που επιδεικνύει ο αιτητής έναντι της δικαστικής διαδικασίας. Όπως αναφέρεται και στην υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω), όπου η συμπεριφορά του αιτητή είναι αδικαιολόγητη και προσβλητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο μπορεί να μην διατάξει τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Η νομολογία επί του βάρους αποδείξεως σε τέτοιου είδους αιτήσεις αποκαλύπτει ότι το αποδεικτικό βάρος εξαντλείται με την παράθεση στην ένορκη δήλωση επαρκών εξηγήσεων και στοιχείων τόσο για την καθυστέρηση όσο και για το εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Η μαρτυρία που πρέπει να προσκομιστεί από τον αιτητή για να αποδείξει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση και δικαιολογημένη καθυστέρηση πρέπει να είναι υπό μορφή ένορκης δήλωσης ή άλλη έγγραφη μαρτυρία που να επισυνάπτεται στις ένορκες δηλώσεις, χωρίς προφορική μαρτυρία αλλά βεβαίως με δικαίωμα αντεξέτασης με βάση τη Δ.39 θ.1. Ο αιτητής έχει το βάρος να αποκαλύψει τα στοιχεία που θα συνιστούσαν την υπεράσπισή του (Γεώργιος Φρίξου Γεωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείου Κώστα Παύλου & Σία Λτδ,
(2000)1 Α.Α.Δ. 1101). Ερχόμενος τώρα στην υπό κρίση υπόθεση θεωρώ ότι το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι το ζήτημα του κανονικού της επίδοσης αφού εγείρεται και από πλευράς αιτήτριας. Είναι δεδομένο ότι προϋπόθεση έκδοσης ερήμην απόφασης είναι και η καλή επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο πέραν της παράλειψής του να καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. Σε περίπτωση που κριθεί ότι η απόφαση εκδόθηκε χωρίς να έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.17 τότε ο εναγόμενος δικαιούται σε παραμερισμό της χωρίς να τίθεται θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και χωρίς να υπάρχει δυνατότητα να τεθούν όροι από το Δικαστήριο σε σχέση με τον παραμερισμό. Στην απόφαση Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου (Ττόμη)
(1997)1 Α.Α.Δ. 247, 250 λέχθηκαν τα εξής: «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή.., το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. ΄Εκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. ΄Αρθρο 30.3(α) και (β) του Συντάγματος).» Ως εκ τούτου το δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει τη θέση του καθ΄ ου η αίτηση ότι η επίδοση είναι κακή και που σε περίπτωση κριθεί ότι όντως η επίδοση ήταν κακή, με βάση τις ως άνω νομολογιακές αρχές το δικαστήριο δεν έχει παρά να παραμερίσει την εκδοθείσα απόφαση καθιστώντας την εξέταση άλλων ζητημάτων άνευ αντικειμένου. Στην ένορκη δήλωση επίδοσης ο ιδιώτης επιδότης αναφέρει ότι επέδωσε το κλητήριο ένταλμα στον Τάσο Σαρμαλλή για την Πέτα Κρεαταγορά Λτδ στη Λάρνακα. Αναφέρει επίσης ότι ο Τάσος Σαρμαλλής είναι διευθυντής της εταιρείας ο οποίος αρνήθηκε να υπογράψει. Ο εν λόγω επιδότης προχωρά ακόμα ένα βήμα και λέει σε υποσημείωσή του ότι αρνήθηκε να παραλάβει το κλητήριο ένταλμα και να υπογράψει και του είπε ότι δεν χρωστά τίποτα. Καταρχάς εκείνο που παρατηρώ είναι ότι ο επιδότης στην ένορκη δήλωση επίδοσης δεν αναφέρει τη διεύθυνση στην οποία πήγε και επέδωσε το κλητήριο ένταλμα στον Τάσο Σαρμαλλή ή και αν ήταν στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Θα πρέπει επίσης εδώ να σημειωθεί ότι υπάρχει μια αντίφαση σε σχέση με τα όσα ο επιδότης αναφέρει. Στη μια περίπτωση λέει ότι άφησε το κλητήριο στην παρουσία του και από την άλλη ότι αρνήθηκε να το παραλάβει και να υπογράψει. Ο ενόρκως δηλών των αιτητών αναφέρει στην ένορκη δήλωση του ότι ουδέποτε τον επισκέφθηκε οποιοσδήποτε επιδότης για να του φέρει το κλητήριο ένταλμα ούτε και γνώριζε για τη διαδικασία της αγωγής πριν από τις 9.6.11 που του επιδόθηκε η απόφαση. Είναι γεγονός ότι η ακρόαση των αιτήσεων με βάση τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας γίνεται στη βάση των ενόρκων δηλώσεων με δικαίωμα αντεξέτασης οιουδήποτε των ενόρκως δηλούντων. Στην παρούσα περίπτωση ο ενόρκως δηλών Τάσος Σαρμαλλής αν και προβάλλει τους ισχυρισμούς του σε σχέση με την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εν τούτοις δεν ζητήθηκε να αντεξεταστεί από την πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση. Περαιτέρω η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση ενόψει των ισχυρισμών του αιτητή όχι μόνο δεν ζήτησε να αντεξετάσει τον ενόρκως δηλούντα αλλά δεν ζήτησε καν να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση που να αντικρούει τους ισχυρισμούς του αιτητή σε σχέση με την επίδοση. Το λογικό θα ήταν οι καθ΄ ων η αίτηση να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη με την οποία να αντικρούουν τις θέσεις του αιτητή και σε περίπτωση που ο αιτητής δεν ασκούσε το δικαίωμα αντεξέτασης που του παρέχεται να παραμείνουν οι θέσεις των καθ΄ ων η αίτηση αδιαμφισβήτητες. Εδώ αυτό που συμβαίνει είναι ο διευθυντής της ενάγουσας με την ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση απορρίπτει τις θέσεις του αιτητή σε σχέση με την επίδοση αντιπαραβάλλοντας τι αναφέρει ο ιδιώτης επιδότης στην ένορκη δήλωση επίδοσής του και μόνο αυτό χωρίς να προσφερθεί οτιδήποτε από τον ίδιο τον επιδότη. Επισυνάπτει τέλος και θεωρώ χωρίς σημασία, αντίγραφο της ένορκης δήλωσης επίδοσης του ιδιώτη επιδότη. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα, ενόψει και της μη αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση τα όσα αναφέρει στην ένορκη δήλωση του να παραμείνουν χωρίς αντίκρουση. Πέραν τούτου όμως θεωρώ περίεργο το γεγονός, ενόψει των συνθηκών, η εναγόμενη όταν έλαβε την επιστολή από τον ενάγοντα ημερ. 3.2.11 για καταβολή του ισχυριζόμενου οφειλόμενου υπολοίπου να ζητήσει νομική συμβουλή που είχε σαν αποτέλεσμα την απαντητική επιστολή ημερ. 21.2.11 και όταν κατ΄ ισχυρισμό και πάλιν παρέλαβε το κλητήριο ένταλμα να παραμείνει άπραγος και να αφήσει να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Επίσης ένα άλλο σημείο το οποίο συντείνει στο ότι τα γεγονότα δεν έγιναν όπως φέρονται ότι έγιναν από την ένορκη δήλωση επίδοσης είναι ότι ο Τάσος Σαρμαλλής όταν του επιδόθηκε, από άλλον φυσικά επιδότη, η εκδοθείσα απόφαση ημερ. 19.5.11 για την εταιρεία αυτός την παρέλαβε και υπόγραψε για την παραλαβή της και προχώρησε με την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Ως εκ τούτου με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέντα γεγονότα όπως αυτά προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις και την παράλειψη των καθ΄ ων η αίτηση να αντεξετάσουν τον ενόρκως δηλούντα των αιτητών ή και να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση κρίνω ότι η επίδοση δεν ήταν καλή. Με βάση τα πιο πάνω καταλήγω ότι η απόφαση ημερ. 19.5.11 θα πρέπει να παραμεριστεί λόγω κακής επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Ενόψει της κατάληξης του δικαστηρίου αλλά και του λόγου της κατάληξης και λαμβάνοντας υπόψη τις νομολογιακές αρχές θεωρώ αχρείαστη την ενασχόληση με οιαδήποτε άλλα θέματα. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού της απόφασης ημερ. 19.5.11 ex debito justitiae με έξοδα υπέρ των αιτητών ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ.) .......... Λ.Μουγής Ε.Δ. /ΑΚΣ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο