Μαρίνας Γεωργίου ν. Χαραλάμπους Φλώρος Χαραλάμπους, Αρ. Αγωγής: 609/11, 15 Νοεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A139 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 609/11 Μεταξύ: Μαρίνας Γεωργίου Ενάγουσας και Χαραλάμπους Φλώρος Χαραλάμπους Εναγόμενου ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 14/06/2011 Για έκδοση συνοπτικής απόφασης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 15 Νοεμβρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κ. Μυλωνάς Για Εναγόμενο: κα Μιλή για κ. Νέστορα Νικηφόρου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα με αίτησή της ημερομηνίας 14/06/2011, ζήτησε όπως εκδοθεί συνοπτική απόφαση, ως η αξίωση της Έκθεσης Απαίτησης. Η συγκεκριμένη αίτηση βασίστηκε στη Δ.18 θ.1(α) και 2 και Δ.48 θ.1, 2 και 3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Υποστηρίχθηκε από την Ένορκη Δήλωση της κας Μαρίνας Γεωργίου, Ενάγουσας, η οποία κατά τον ισχυρισμό της έχει προσωπική γνώση των γεγονότων. Σύμφωνα με την ομνύουσα, ο Εναγόμενος της οφείλει το αξιούμενο ποσό με τόκους, το οποίο προέρχεται από νόμιμο αντάλλαγμα. Για το συγκεκριμένο ποσό, των €55.000-, ο Εναγόμενος είχε εκδώσει την επιταγή της Marfin Λαϊκής Τράπεζας με αριθμό 00284955 και με ημερομηνία πληρωμής 31/01/
- Η επιταγή κατατέθηκε, αλλά λόγω ελλείψεως διαθέσιμων κεφαλαίων δεν τιμήθηκε από τον εκδότη της. Καταχωρίστηκε η υπό κρίση αγωγή, στην οποία ο Εναγόμενος καταχώρισε Σημείωμα Εμφάνισης στις 13/05/2011 και Έκθεση Υπεράσπισης στις 26/05/
- Τα συγκεκριμένα έγγραφα παρόλο που είχαν καταχωριστεί δεν είχαν επιδοθεί, σύμφωνα με την ομνύουσα, στον δικηγόρο της, ο οποίος πληροφορήθηκε από το Δικαστήριο την καταχώριση Σημειώματος Εμφανίσεως μετά που ετοιμάστηκε η δική της Ένορκη Δήλωση για απόδειξη της αγωγής. Λόγω του ότι δεν της είχε δοθεί ούτε η Έκθεση Υπεράσπισης η υπό κρίση αίτηση καταχωρίστηκε μετά την καταχώριση της Υπεράσπισης. Κατά τη δική της άποψη ο Εναγόμενος δεν έχει Υπεράσπιση και γι' αυτό είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί η αιτούμενη απόφαση. Η συγκεκριμένη αίτηση αντιμετωπίστηκε με Ένσταση από την πλευρά του Εναγομένου-Καθ' ου η αίτηση. Στην Ένσταση καταγράφηκαν δέκα λόγοι ενστάσεως, οι οποίοι ήταν οι ακόλουθοι: Ότι ο Εναγόμενος εγείρει συζητήσιμη υπόθεση και προβάλλει καλή τι πίστη υπεράσπιση, ότι η Ενάγουσα κατά ή περί τον Ιανουάριο 2007 είχε δανειστεί από τον Εναγόμενο το ποσό των €51.259-, το οποίο επέστρεψε χωρίς να καταβάλει τον τόκο, δηλαδή το ποσό των €3.418-. Το συγκεκριμένο ποσό των €3.418- είχε συμφωνηθεί να αφαιρεθεί από το ποσό των €55.000- της επιταγής με αριθμό 00184955, ότι κατέβαλε στις 18/01/2011 το ποσό των €4.500- έναντι της επιταγής με αριθμό 00284955 της Λαϊκής Τράπεζας. Επιπρόσθετα, προβάλει ότι η αίτηση και η Ένορκος Δήλωση που τη συνοδεύει είναι παράτυπες και αντικανονικές, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18, ότι τα στοιχεία που παρουσιάζονται στην Ένορκη Δήλωση της Ενάγουσας είναι ελλιπή, αόριστα και ασαφή, ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και ότι εγείρονται νομικά και πραγματικά ζητήματα τα οποία δεν μπορούν να αποφασιστούν εάν δεν παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Η Ένσταση, παρόλο που καταγράφει ότι συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του Χαραλάμπους Φλώρου, δεν υποστηρίχθηκε από Ένορκη Δήλωση. Δεν υπάρχει στο φάκελο του Δικαστηρίου Ένορκη Δήλωση που να καταγράφει τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η Ένσταση και τα οποία επικαλείται η πλευρά του Εναγομένου-Καθ' ου η αίτηση. Η συγκεκριμένη Ένσταση βασίστηκε στη Δ.18 θ.1, 2 και 9 (α), Δ.48 θ.1-4 και 9 και Δ.39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Και οι δυο πλευρές προχώρησαν με αγορεύσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο κ. Μυλωνάς επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι δεν έχει κατατεθεί Ένορκη Δήλωση προς υποστήριξη της Ένσταση, οπόταν δεν υπάρχουν τα γεγονότα που να υποστηρίζουν την Ένσταση ενώπιον του Δικαστηρίου. Η κα Μιλή στη γραπτή της αγόρευση έκαμε αναφορά στη νομολογία του Δικαστηρίου η οποία διέπει το θέμα της έκδοσης συνοπτικής απόφασης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, έχουν αποκρυσταλλωθεί. Σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1(α) όπου ο Εναγόμενος-Καθ΄ ου η Αίτηση καταχωρεί εμφάνιση σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6, ο Ενάγων-Αιτητής δύναται, κατόπιν ένορκης δήλωσης, που γίνεται από τον ίδιο ή από άλλο πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, στην οποία επιβεβαιώνεται η βάση της αγωγής και το αξιωμένο ποσό (εάν υπάρχει) και δηλώνεται ότι εξ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να ζητήσει την έκδοση απόφασης. Απόφαση δύναται να εκδοθεί εκτός εάν ο Εναγόμενος-Καθ΄ ου η Αίτηση ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να καταχωρήσει υπεράσπιση. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Η μη ικανοποίηση τους στερεί από το Δικαστήριο τη δυνατότητα να εκδώσει συνοπτική απόφαση (βλ. Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Β Α.Α.Δ. 782). Ο Ενάγων-Αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 για να επιτύχει την έκδοση απόφασης ενώ ο Εναγόμενος-Καθ΄ ου η Αίτηση φέρει το βάρος να δείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση ή ότι υπάρχει οποιοσδήποτε άλλος ικανοποιητικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση θα πρέπει να ακουστεί. Η νομολογία επί του θέματος είναι πλούσια και ενδεικτικά αναφέρω τις αποφάσεις στις υποθέσεις R.C.K. Sports v. Persona Advertising Ltd
(1996)1 (B) Α.Α.Δ. 1074, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Ltd
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 782. Όπως έχει νομολογηθεί η έκδοση συνοπτικής απόφασης αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο, με δραστικά αποτελέσματα, εφόσον παρακάμπτει τη συνήθη διεξαγωγή της δίκης και απολήγει στην έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγόμενου-Καθ΄ ου η Αίτηση χωρίς να του δοθεί η ευκαιρία να ακουστεί επί της ουσίας της αγωγής. Γι' αυτό και η εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με φειδώ και όπου τα γεγονότα αδιαμφισβήτητα δεν αφήνουν περιθώρια για νόμιμη υπεράσπιση (βλ. Μάρκος Νικολάου Λτδ ν. Adanko Constructions
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 376). Εκεί όπου ο Εναγόμενος-Καθ΄ ου η Αίτηση παρέχει λεπτομέρειες που καταδεικνύουν την ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην αγωγή ή που αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που δικαιωματικά να του παρέχουν το δικαίωμα να ακουστεί, μέσω της υπεράσπισής του, τότε θα πρέπει να του δίδεται αυτό το δικαίωμα. Η απλή άρνηση των ισχυρισμών του Ενάγοντα-Αιτητή και η απλή δήλωση του Εναγόμενου-Καθ΄ ου η Αίτηση ότι έχει καλή υπεράσπιση δεν αρκεί. Η υπόθεση John Wallingford v. The Directors of the Mutual Society (1879-80) AC 685, κατέγραψε τη σχετική αρχή και αναφέρει τα ακόλουθα: «I think that when the affidavits are brought forward to raise a defence they must, if I may use the expression condescend upon particulars. It is not enough to swear, "I say I owe the man nothing". Doubtless, if that was true, that you owe the man nothing, as you swear, that would be a good defence. But that is not enough. You must satisfy the judge that there is reasonable ground for saying so. So again, if you swear that there was fraud that will not do. It is difficult to define it, but you must give such an extent of definite facts pointing to the fraud as to satisfy the judge that those are facts which make it reasonable that you should be allowed to raise that defence. And in like manner as to illegality and every other defence that might be mentioned.» Ερχόμενη τώρα στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως αποκαλύπτονται από το φάκελο. H απαίτηση της Αιτήτριας-Ενάγουσας είναι εναντίον και του Καθ' ου η Αίτηση-Εναγόμενου, ως η παράγραφος 4(Α) και (Β) της Έκθεσης Απαίτησης. Η βάση της αξίωσης είναι η έκδοση τραπεζικής επιταγής δυνάμει νομίμου ανταλλάγματος, η οποία επιταγή δεν τιμήθηκε. Το αξιούμενο ποσό αξιώνεται με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, το οποίο καταχωρίστηκε δυνάμει της Δ.2 θ.6 στις 28/02/2011. Ο Καθ' ου η Αίτηση-Εναγόμενος καταχώρησε εμφάνιση στις 13/05/2011. Η Αίτηση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση της Ενάγουσας Μαρίνας Γεωργίου, η οποία είναι πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης. Στην παράγραφο 1 της Ενόρκου Δηλώσεώς της αποκαλύπτεται ότι η ίδια έχει προσωπική γνώση των γεγονότων, ενώ στην παράγραφο 2 της Ένορκης Δήλωσης επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που αξιώνεται, θέτοντας ταυτόχρονα ενώπιον του Δικαστηρίου το τεκμήριο που υποστηρίζει την αξίωση. Ενώ στην παράγραφο 3 της Ένορκης Δήλωσης δηλώνει ότι καθώς πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Διαπιστώνεται, από τα πιο πάνω, ότι όλες οι δικονομικές προϋποθέσεις, τις οποίες η Ενάγουσα-Αιτήτρια υποχρεούται να ικανοποιήσει, σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1, έχουν ικανοποιηθεί. Η συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.18 μετατοπίζει το βάρος στον Εναγόμενο-Καθ΄ου η Αίτηση να προσκομίσει εκείνες τις λεπτομέρειες που είναι αναγκαίες για την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης. Όπως έχει καταγραφεί στην απόφαση N. V. Caterchef v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 1912, η οποία υιοθέτησε το σκεπτικό της αγγλικής απόφασης στην υπόθεση Barclays Bank Plc v. Piper, The Times 31/05/1995, ο Ενάγων οφείλει να τηρήσει τις τεχνικές διατυπώσεις της Δ.18 θ.1 αυστηρά. Ενώ ο Εναγόμενος, για να εξασφαλίσει το δικαίωμα της υπεράσπισης χωρίς όρους, πρέπει να δείξει την ύπαρξη δικάσιμου θέματος, κριτήριο το οποίο «δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά θα ήταν εύκολο σχεδόν σε κάθε περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Με αποτέλεσμα την αχρήστευση του μέτρου». Η αρχή αυτή επιβεβαιώθηκε και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Sigma Radio T.V. v. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου,
(2005)1(Α) 2005 Α.Α.Δ. 408 και στην Παναγιώτης Νεάρχου κ.ά ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 818, καθώς και την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση J & M Loizides Agencies Ltd. κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Πολ. Εφ. 322/2008 ημερ.14/07/2011, στην οποία επαναδιατυπώθηκαν οι αρχές και κατεγράφησαν τα ακόλουθα: «Σκοπός των προνοιών της Δ.18 είναι να δώσουν στον ενάγοντα τη δυνατότητα να πάρει απόφαση, χωρίς να προχωρήσει στην εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης (trial of the action). Αυτό καθίσταται εφικτό μόνο αν αποδείξει την υπόθεση του καθαρά και ο εναγόμενος, αναμφίβολα αδυνατεί να προβάλει καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει δικάσιμο θέμα εναντίον της απαίτησης, το οποίο πρέπει να εκδικαστεί. Με άλλα λόγια ο εναγόμενος δεν αποκλείεται από του να προβάλει υπεράσπιση εκτός και αν η εν λόγω υπεράσπιση προβάλλεται αποκλειστικά για σκοπούς καθυστέρησης και όχι για σκοπούς δικαιοσύνης. Είναι επομένως φανερό ότι η διαδικασία που προβλέπεται από τη Δ.18 είναι μια ξεχωριστή διαδικασία, μοναδική θα μπορούσε να ισχυριστεί κάποιος στο είδος της, με τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Παρακάμπτοντας τη συνηθισμένη διαδικασία που προβλέπεται από τους Θεσμούς αναφορικά με τη διακρίβωση της ουσίας των επίδικων διαφορών και αποκλείοντας τον εναγόμενο από του να προβάλει υπεράσπιση στην αξίωση του ενάγοντα, ή να την αμφισβητήσει, επιτυγχάνει την έκδοση απόφασης υπέρ του τελευταίου. Όμως, δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να αρνείται την οφειλή ή να ισχυρίζεται δόλο ή να παραθέτει μια νομική ένσταση. Η ένορκη δήλωση που καταχωρείται για υποστήριξη της ένστασης πρέπει να δίδει επαρκή γεγονότα και λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση (it must condescend upon particulars) (CY.E.M.S. Co. v. General Co-Operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, σελ. 902-905, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Thais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239 και Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ.). Στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά. ν. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 στη σελ.822 με αναφορά στο σύγγραμμα Supreme Court Practice 1999, 1st Ed., page 174, para 14/4/9, λέχθηκε ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση. Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. Σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο ενεργεί μόνο με βάση το ερώτημα κατά πόσο η προβαλλόμενη υπεράσπιση είναι τέτοια που να δικαιούται ο εναγόμενος να ακουστεί αναφορικά με αυτήν. Επομένως η προσέγγιση της μαρτυρίας θα περιοριστεί αυστηρά μέσα στα στενά πλαίσια που καθορίζει η φύση της παρούσας διαδικασίας, αποκλειστικός στόχος της οποίας είναι η διαπίστωση ύπαρξης καλής υπεράσπισης και/ή ύπαρξης τέτοιων γεγονότων που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. Όπως πολύ εύστοχα επισημαίνεται στην υπόθεση Λούκος Λτδ. κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 418, 423, «Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18». Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματα του (βλ. άρθρο 30 του Συντάγματος).» Πριν προχωρήσω με την εξέταση των ισχυρισμών του Εναγόμενου-Καθ΄ ου η Αίτηση, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στις πρόνοιες της Δ.18 θ.3 η οποία προνοεί ως ακολούθως: «3.-(
- a)The defendant may show cause against such application by affidavit, or the Court may allow the defendant to be examined upon oath. (
- b)The affidavit shall state whether the defence alleged goes to the whole or to part only, and (if
- so)to what part of the plaintiffs claim.» Στην Ετήσια Αγγλική Πρακτική 1956, The Annual Practice 1956, στη σελίδα 209, καταγράφονται τα ακόλουθα αναφορικά με την επιτακτική ανάγκη καταχώρισης ένορκης δήλωσης στην περίπτωση που ο Ενάγοντας αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης: «Supported by affidavit»- While the affidavits in referred to in Rule 3
(1)and
(4)are required to be filed...» Στην περίπτωση που ο Εναγόμενος-Καθ' ου η Αίτηση δεν συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του, όπως αυτές καθορίζονται στο O14 r
(1)και
(2), τότε σύμφωνα με την Ετήσια Αγγλική Πρακτική 1956, The Annual Practice 1956, στη σελίδα 210: «
(3)If a defendant fails to perform his obligations under this Rule within the time limited, the Court or Judge may, on the return of the summons give leave to the plaintiff to enter judgment for such remedy or relief as in the statement of claim........» Χαρακτηριστικό είναι και το απόσπασμα από Annual Practice 1959, στη σελίδα 250, που αποτελεί το απαύγασμα της αγγλικής νομολογίας με την οποία είναι εναρμονισμένη η κυπριακή: "The defendant's affidavit must "condescend upon particulars". It is not enough merely to deny the debt, or allege fraud, or state a legal objection. Sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defence (Wallingford v. Mutual Soc., 5 App Cas. 685, see judgment of Lord Blackburn at p. 704; Harrison v. Bottenheim, 26 W.R. 362; Ray v. Barker, 4 Ex. D. 283; Shurmer r. Young, 5 T.L.R. 155, and cases cited r. 6(n.)." Έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση όταν και εφόσον το βάρος μετατοπιστεί στους ώμους του Εναγόμενου-Καθ΄ ου η Αίτηση, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί. Η απλή αναφορά σε ισχυρισμούς γενικούς και αόριστους στερεί από τον Εναγόμενο-Καθ΄ ου η Αίτηση το δικαίωμα να τύχει άδειας από το Δικαστήριο για να καταχωρήσει υπεράσπιση (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας Α.Ε. ν. Χ" Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204 και Trans Middle East Trading (TMET) Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239). Ο Δικαστής Αρτέμης στην Trans Middle East ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά στις σελίδες 243-244 της απόφασης: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (βλ. CYEMS Co Ltd v. The Central Co-Operative Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 879). Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θ΄ αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Καταδεικνύεται από τα πιο πάνω αποσπάσματα η απόλυτη αναγκαιότητα καταχώρισης Ένορκης Δήλωσης η οποία να παραθέτει με ευκρίνεια και λεπτομέρεια την προταθείσα υπεράσπιση. Δεν επιτρέπεται στο Δικαστήριο να λάβει υπόψη του την όποια καταχωρηθείσα υπεράσπιση για να διαπιστώσει τα γεγονότα και τις λεπτομέρειες οι οποίες θα έπρεπε να είχαν παρατεθεί στην Ένορκη Δήλωση. Στη απόφαση Sigma Radio T.V. Ltd ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 408, καταγράφηκε ότι: «Ορθά, επίσης, το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τις ήδη καταχωρηθείσες εκθέσεις υπερασπίσεως των εφεσειόντων εφόσον σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη είναι εκείνα που παρατίθενται, με τον ορθό δικονομικά τρόπο, στην αίτηση και στην ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Η καταχώρηση υπεράσπισης από ένα εναγόμενο δεν μπορεί να αποστερήσει τον ενάγοντα από το δικαίωμα του να υποβάλει αίτηση για συνοπτική απόφαση, στην κατάλληλη περίπτωση όπως ήταν η προκείμενη.» Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, η Ένσταση του Καθ' ου η Αίτηση-Εναγόμενου περιέχει αποδοχή της οφειλής αλλά προβάλλεται γενικά και αόριστα, χωρίς να υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση, ότι θα έπρεπε να πιστωθούν κάποια ποσά έναντι της συγκεκριμένης οφειλής. Η γενικότητα με την οποία προβάλλεται ο συγκεκριμένος ισχυρισμός και η έλλειψη υποστήριξης του ισχυρισμού από γεγονότα, καθιστούν απορριπτέα την ένσταση του Καθ' ου η αίτηση-Εναγόμενου (βλ. Χριστάκης Αυγουστή και άλλοι ν. Γεώργιου Πίριλλου
(1997)1Α Α.Α.Δ. 5). Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, θεωρώ ότι η Αίτηση θα πρέπει να πετύχει αφού έχω καταλήξει ότι ο Εναγόμενος δεν έχει αποκαλύψει βάσιμη Υπεράσπιση. Ως εκ τούτου η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €55.000- πλέον νόμιμο τόκο. Η Ενάγουσα δικαιούται επίσης τα έξοδά της, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε. Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο