← Κύπρος

Πέτρος Δημητρίου Υιοί Λτδ κ.α. ν. Ironhold Estates Ltd, Αρ. Αγωγής: 2440/10, 16/11/2011

Πέτρος Δημητρίου Υιοί Λτδ κ.α. ν. Ironhold Estates Ltd, Αρ. Αγωγής: 2440/10, 16/11/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A141 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2440/10

  1. Πέτρος Δημητρίου & Υιοί Λτδ
  2. FP. M. Constractions Ltd Eνάγοντες και Ironhold Estates Ltd Εναγομένων Αίτηση Ημερομηνίας: 20/5/2011 Ημερομηνία: 16/11/2011 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Γ. Λουκαΐδης. (Για να ακούσει απόφαση κος. Φούλιας) Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η αίτηση: κα Γ. Ζαχαρίου. (Για να ακούσει απόφαση κος. Σαββίδης) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγουσες εταιρείες με την καταχώρηση στις 8/9/10 της παρούσας αγωγής, αξιώνουν από την εναγόμενη το ποσό των €460.000, νόμιμο τόκο και δικαστικά έξοδα. Διεκδικούν το εν λόγω ποσό σαν υπόλοιπο της αξίας εργασιών που εκτέλεσαν προς όφελος της εναγομένης εταιρείας δυνάμει συμφωνίας εργολαβίας για την ανέγερση 48 δωματίων, υπόγειου χώρου στάθμευσης και διάφορες άλλες εξωτερικές εργασίες ή / και σαν επιπρόσθετες εργασίες ή / και δυνάμει λογαριασμού. Στις 20/5/2011, και ενώ στο μεταξύ η πλευρά της εναγομένης εταιρείας καταχώρησε ήδη την υπεράσπιση της, η πλευρά των εναγόντων προχώρησε στην καταχώρηση και προώθηση μονομερώς, (ex-parte) της υπό συζήτηση αίτησης. Με αυτή επιζητείται η έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να εμποδίζονται οι εναγόμενοι ή / και αντιπροσώποι τους ή / και υπηρέτες τους από το να μεταβιβάσουν, πωλήσουν, υποθηκεύσουν ή άλλως πως επιβαρύνουν ή αποξενώσουν τα κτήματα υπ΄ αρ. τεμ. 264 και 370, Φ.Σχ XLI/33, στην Ορόκλινη της επαρχίας Λάρνακας, μέχρι εκδικάσεως της υπόθεσης. Το Δικαστήριο, κρίνοντας ότι έλειπε το στοιχείο του κατ' επείγοντος, μετά από αίτημα των εναγόντων-αιτητών έδωσε οδηγίες όπως η υπό συζήτηση αίτηση επιδοθεί στους εναγομένους - καθ' ων η αίτηση. Οι τελευταίοι, μετά την επίδοση σε αυτούς της υπό συζήτηση αίτησης εμφανίστηκαν στη διαδικασία καταχωρώντας ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης. Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60, άρθρο 32, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4-9, ως επίσης στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 θ.1 - 4, 8 και
  3. Το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων που την υποστηρίζει τίθεται με την ένορκη δήλωση της Ανδρούλας Δημητρίου, ημερ. 20/5/2011, η οποία και την συνοδεύει. Η ως άνω ομνύουσα, μία εκ των διευθυντών ως η ίδια δηλώνει των εναγόντων-αιτητών, υποδεικνύει ότι οι ενάγοντες συμμορφούμενοι πλήρως με «συμφωνία εργολαβίας ή και άλλης ημερ. 28/11/07», εκτέλεσαν εργασίες που ανέλαβαν, ως αυτές περιγράφονται στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής. Ο συνολικός λογαριασμός των εναγομένων προς τους ενάγοντες, σε λεπτομέρειες του οποίου παραπέμπει, παρουσιάζει υπόλοιπο και οφειλόμενο ποσό €460.
  4. Παρά το γεγονός ότι οι ενάγοντες επανειλημμένα κάλεσαν τους εναγομένους να καταβάλουν το πιο πάνω ποσό οι τελευταίοι δεν συμμορφώθηκαν. Αναφέρει καταληκτικά στη δήλωση της: "
  5. Πληροφορούμαι ότι οι εναγόμενοι οι οποίο είναι ιδιοκτήτες των τεμαχίων αρ. 264 και 370, Φ/Σχ XLI/33 στην Ορόκλινη της επαρχίας Λάρνακας, προτίθενται να την αποξενώσουν, εις τρόπον ώστε, εάν κερδίσουμε την υπόθεσή μας, να μη μπορούμε να εισπράξουμε.
  6. Το θέμα είναι εξαιρετικά επείγον εν΄ όψει της συμπεριφοράς των εναγομένων και των μεγάλων ποσών.
  7. Αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστούμε ανεπανόρθωτη ζημιά.
  8. Έχομε καλή υπόθεση και αυτό μας συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας.
  9. Γι΄ αυτό ζητώ την βοήθεια του Δικαστηρίου." H ένσταση στηρίζεται επίσης στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, ειδικότερα στα άρθρα 4, 5 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), άρθρα 31 και 32, στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θθ.1-9, στις αρχές του δικαίου της επιείκειας, τη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, ως επίσης στο άρθρο 30

(2)του Συντάγματος. Οι λόγοι της ένστασης προβάλλονται στο σώμα της. Ειδικότερα, προτάσσεται πως: "
  1. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη.
  2. Οι αιτητές δεν δικαιούνται στις αιτούμενες θεραπείες και δεν νομιμοποιούνται στις απαιτήσεις τους τόσο στην αίτηση όσο και στην αγωγή στα πλαίσια της οποίας κατεχωρήθη η παρούσα αίτηση.
  3. Η αίτηση είναι χωρίς αντικείμενο, παράτυπη και αντικανονική ως επίσης και η Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει και θα επηρεάσει τους καθ΄ ων η αίτηση.
  4. Η αίτηση υπεβλήθη καθυστερημένα χωρίς οιανδήποτε δικαιολογία.
  5. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ήτοι: (α) Δεν αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. (β) Δεν υπάρχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας των εναγόντων. (γ) Δεν αποκαλύπτεται ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. i. Δεν προσκομίσθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία με την οποία να καταδεικνύεται η ορθή αξία του υπό δέσμευση ακινήτου ούτε η οικονομική δυνατότητα των εναγομένων. ii. Δεν φαίνεται κίνδυνος αποξένωσης της υπό δέσμευση περιουσίας. iii. Δεν προκαλείται οποιαδήποτε ζημία με την μη έκδοση του διατάγματος. iv. Δεν πληρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις από τον Νόμο του κατεπείγοντος.
  6. Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και εκδικητική.
  7. Δεν παρατίθενται οποιαδήποτε στοιχεία και τεκμήρια που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  8. Οι ενάγοντες δεν προσήλθαν ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια, ενήργησαν με κακή πίστη, απέκρυψαν και δεν απεκάλυψαν ουσιώδη γεγονότα και στοιχεία με σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο για να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα.
  9. Η ενόρκως δηλούσα δεν αποκαλύπτει την πηγή της γνώσεως της." Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση τίθενται στην ένορκη δήλωση του Κρις Αυξεντίου, διευθυντή όπως ο ίδιος δηλώνει των εναγομένων, ημερ. 16/9/
  10. Ο ως άνω ομνύον, αφού δηλώνει την πλήρη διαφωνία του με τους ισχυρισμούς της Δημητρίου όπως αυτοί περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση της που υποστηρίζει την αίτηση, προτάσσει πως καθ' ην έκταση η εν λόγω ομνύουσα δεν αποκαλύπτει την πηγή της γνώσεως της, το σύνολο των ισχυρισμών της θα πρέπει να αγνοηθεί. Αποτελεί θέση του ότι οι ενάγοντες-αιτητές δεν έχουν αποκαλύψει οποιοδήποτε γεγονός που να δικαιολογεί το αίτημα τους, ούτε έχουν παρουσιάσει γεγονότα που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναφερόμενος ειδικότερα στην υπεράσπιση που οι εναγόμενοι έχουν έναντι της καταχωρηθείσας σε βάρος τους αγωγής, υποδεικνύει ότι οι αιτητές δεν αποκάλυψαν συζητήσιμη υπόθεση με ορατή πιθανότητα επιτυχίας, ούτε υπάρχει οποιοσδήποτε κίνδυνος σε περίπτωση μη έκδοσης του διατάγματος να καταστεί αδύνατη η απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο εν λόγω ισχυρισμός των εναγόντων, υποστηρίζει, δεν προωθείται ούτε καθ' οιονδήποτε τρόπο δικαιολογείται. Αποτελεί θέση του ότι η εναγόμενη εταιρεία αποτελεί αξιόχρεη εταιρεία με μεγάλο κύκλο εργασιών και ότι κανένα πρόβλημα δεν θα έχουν οι ενάγοντες να ικανοποιήσουν απόφαση που τυχόν θα εκδοθεί εναντίον της. Άλλωστε, συμπληρώνει, καμία λεπτομέρεια δεν προσέφεραν οι αιτητές για την οικονομική δυνατότητα των καθ' ων η αίτηση. Παράλληλα, υποστηρίζει, δεν έχει αποκαλυφθεί η πιθανότητα αποξένωσης της περιουσίας της οποίας επιζητείται η δέσμευση, ενώ οι ενάγοντες-αιτητές ενώ γνωρίζουν, δεν αποκαλύπτουν και αποκρύπτουν το γεγονός ότι η εν λόγω περιουσία αποτελεί ξενοδοχειακή μονάδα, αξίας πολλών εκατομμυρίων. Τούτο, υποστήριξε ο Αυξεντίου, καταδεικνύει ότι οι ενάγοντες- αιτητές δεν προσήλθαν ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια, αλλά ενεργώντας με κακή πίστη απέκρυψαν και δεν αποκάλυψαν ουσιώδη γεγονότα και στοιχεία, χωρίς να αναφέρουν παράλληλα ότι οι ενάγοντες-αιτητές δεν αποτελούν νόμιμους ή εγγεγραμμένους εργολάβους, με σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο για να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό συζήτησης αίτησης και οι δύο πλευρές επέλεξαν να περιοριστούν σε αγορεύσεις, στα πλαίσια των οποίων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Το Δικαστήριο με πολλή προσοχή έχει σημειώσει τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δύο πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της συζήτησης της παρούσας αίτησης. Στην υπόθεση ABP Holdings κ.α. v. Κιτταλίδη κ.α. (Αρ. 2)
(1994)1 ΑΑΔ 694, τονίστηκε ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστατευτικό διάταγμα όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Στην υπόθεση Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (αρ. 1)
(1992)1 ΑΑΔ 54, εξάλλου, αποσαφηνίστηκε ανάμεσα σε άλλα και η δυνατότητα έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος σε σχέση με περιουσιακά στοιχεία που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής με βάση το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου. Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα στη βάση του άρθρου 32 του Ν.14/60, είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί, αποκρυσταλλωθεί και αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλέπε Acropol Shipping Co Ltd and other v. Rossis
(1975)1 CLR 38, Constantinides v. Μακρύγιωρου κ.α.
(1978)1 CLR 585, M & M Transport v. Εταιρείας Αστικών Λεωφορείων Λεμεσού Λτδ
(1981)1 CLR 605, Odysseos v. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ σελ. 244, Πουργουρίδης ν. Μέζου Πολιτική Έφεση 8986 ημερ. 30/5/94, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου Πολιτική Έφεση 8181 ημερ. 23/3/95). Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση την πιο πάνω νομολογία: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι επιβάλλει οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητα ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα αλλά πάντως κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του εξουσία θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο στα πλαίσια της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης να εκδώσει το διάταγμα. Το πραγματικό υπόβαθρο των γεγονότων στα πλαίσια των οποίων εξετάζεται η αίτηση τίθεται με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα, δεδομένης πάντα της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από την Δ.39 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Γρηγορίου (ανωτέρω): "Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου κατά την δίκη της ουσίας της υπόθεσης." Νομικό υπόβαθρο της υπό συζήτηση αίτησης, αποτελούν επίσης τα άρθρα 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Είναι φανερό, έχοντας υπόψη την αξίωση των εναγόντων στα πλαίσια της παρούσας αγωγής σε συνδυασμό με το αντικείμενο της υπό συζήτηση αίτησης, ότι το άρθρο 4 του Κεφ. 6 δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Τούτο γιατί, ως το ίδιο το άρθρο 4 του Κεφ.6 προβλέπει, το εν λόγο άρθρο εφαρμόζεται μόνο όπου η περιουσία σχετικά με την οποία ζητείται το διάταγμα αποτελεί και το αντικείμενο της αγωγής. (βλ. Cyprus Plantations Ltd v. Olivier & Co (Cyprus) Ltd 16 CLR 122 και Compania Portuguessa De Transporters Maritime of Lisbon v. Sponsalia Shipping Co Ltd
(1987)1 CLR 11). Το άρθρο 5 του Κεφ. 6 εφαρμόζεται σε περιπτώσεις αγωγών που αφορούν χρέος ή αποζημιώσεις. Το Δικαστήριο μπορεί σε τέτοιες περιπτώσεις να διατάξει τη δέσμευση τέτοιου μέρους της ακίνητης περιουσίας ενός εναγομένου, η οποία είναι αρκετή για τη μελλοντική ικανοποίηση του ενάγοντα σε περίπτωση που ο τελευταίος κερδίσει την αγωγή. Διατάγματα δυνάμει του άρθρου 5 δεν εκδίδονται εκτός αν ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις που τίθενται στο δεύτερο εδάφιο του εν λόγο άρθρου. Ειδικότερα αν φανεί στο Δικαστήριο ότι: (α) ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής και (β) ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο είναι πιθανόν να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του. Καλά αναγνωρισμένη είναι από τη νομολογία μας η διασύνδεση του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου και των άρθρων 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  1. Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που τίθενται τόσο στο άρθρο 4 όσο και στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/
  2. Τα ως άνω άρθρα του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, παρά την ειδική ρύθμιση των ζητημάτων που αφορούν, δεν αφαιρούν οτιδήποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που προσδιορίζουν το γενικότερο πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση των παρεμπίπτων διαταγμάτων. [βλ. ABP Holdings κ.α. (ανωτέρω)]. Γενικές προϋποθέσεις που τίθενται με το γενικότερο άρθρο 32 του Ν.14/60, εξακολουθούν να ισχύουν σε συνδυασμό με τα ειδικότερα κριτήρια που τίθενται από το άρθρο 5 του Κεφ.
  3. Όπου το Δικαστήριο επιλαμβάνεται αίτησης στην οποία έχουν εφαρμογή τόσο οι πρόνοιες του άρθρου 5 όσο και οι πρόνοιες του άρθρου 32, είναι αναγκαίο να επιβεβαιωθεί ότι συνυπάρχουν τόσο οι γενικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 όσο και οι ειδικές προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο
  4. (βλ. σχετικά Λακαταμίτης ν. Θεοδώρου
(1983)1 CLR 520, Τσολάκκη κ.α. ν. Στυλιανίδη
(1992)1 ΑΑΔ 882 και Ζεμενίδης (ανωτέρω). Στην υπόθεση Λακαταμίτης (ανωτέρω) ο τότε Πρόεδρος του Δικαστηρίου κ. Τριανταφυλλίδης υπέδειξε ότι δεν έβλεπε κανένα λόγο γιατί ένα διάταγμα όπως αυτό που προνοείται στο άρθρο 5 του Κεφ. 6 να μην μπορεί επίσης να εκδοθεί και κάτω από το άρθρο 32 του Ν. 14/60 ή ταυτόχρονα κάτω και από τα δύο άρθρα. Περαιτέρω, στην υπόθεση C. Phasarias (Aut. Centre) Limited v. Σκυρ. "Λεωνικ" Λίμιτεδ,
(2001)1Β ΑΑΔ 785, το Ανώτατο Δικαστήριο υπογράμμισε πως η απαίτηση του άρθρου 5 να υπάρχει πιθανότητα "να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του" αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα, ουσιαστικά αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, όπως αυτή ερμηνεύτηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα αυτής της φύσης, δηλαδή τη δυσκολία ή αδυναμία πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Επανερχόμενος στα γεγονότα της υπό συζήτηση υπόθεσης ευθύς εξαρχής θα πρέπει να αναφερθεί ότι με το αποδεικτικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου στα πλαίσια της υπό συζήτηση αίτησης και τις δικογραφημένες θέσεις των δύο πλευρών όπως αυτές είναι ήδη καταχωρημένες στο φάκελο της διαδικασίας, θεωρώ ότι οι ενάγοντες αιτητές έχουν αποκαλύψει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, με ορατή μάλιστα την προοπτική επιτυχίας τους στις αιτούμενες θεραπείες. Διεκδικούν ένα ποσό χρημάτων ως υπόλοιπο εργασίας ή και δυνάμει λογαριασμού τον οποίο διατείνονται ότι διατηρούσαν με τους εναγόμενους. Ο γενικότερος ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι οι ενάγοντες δεν ήταν νόμιμα εγγεγραμμένοι εργολάβοι για το επίδικο έργο και ως εκ τούτου δεν δικαιούνται να αξιώνουν οποιοδήποτε ποσό, ως επίσης η προβολή της υπεράσπισης της εξόφλησης για οποιαδήποτε εργασία τυχόν έχει εκτελεστεί, δεν μπορεί να οδηγήσει άνευ άλλου τινός στην εξαφάνιση κάθε προοπτικής και πιθανότητας οι ενάγοντες να δικαιούνται τις αιτούμενες θεραπείες. Με το περιορισμένο βάρος που έχουν για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, οι ενάγοντες έχουν θέσει εκείνο το πραγματικό πλαίσιο γεγονότων κατά τρόπο που φαίνεται να ικανοποιούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις. Το Δικαστήριο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί ούτε και πρέπει να προβεί σε οποιοδήποτε τελικό συμπέρασμα σε σχέση με τα ζητήματα που τελούν υπό αμφισβήτηση με βάση τις δικογραφημένες θέσεις των δύο πλευρών. Η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων. (βλ. Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd,
(1996)1B Α.Α.Δ. 788). Είναι σαφές ότι η ως άνω διαπίστωση του Δικαστηρίου γίνεται εκ πρώτης όψεως, χωρίς την ουσιαστική ενασχόληση με τους ισχυρισμούς και κατάληξη σε συμπεράσματα και τελική διάγνωση των δικαιωμάτων των διαδίκων, τα οποία θα απασχολήσουν στα πλαίσια της εκδίκασης της ουσίας της αγωγής. Σύμφωνα με την El Fath Co v. E.D.T. Shipping και άλλος
(1992)1 ΑΑΔ 1255: «... το Δικαστήριο δεν εμπλέκεται σε εξέταση εκείνων που συνιστούν την ουσία της αγωγής και δεν επιλύει αμφισβητήσεις σε σχέση με γεγονότα στα οποία θα στηριχθούν οι διάδικοι κατά την ακρόαση. Αντικείμενο της εξέτασης σ' αυτό το στάδιο είναι το κατά πόσο υπάρχει ζήτημα για εκδίκαση κατά την ακρόαση της αγωγής. (βλ The Ship 'Gloriana' and Another v. Breidi
(1982)1 C.L.R 409).» Η τρίτη προϋπόθεση που τίθεται με το άρθρο 32 του Ν.14/60, κατά πόσο δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, αποτελεί ως πιο πάνω έχει ήδη αναφερθεί πανομοιότυπη ουσιαστικά προϋπόθεση όπως αυτή τίθεται από το άρθρο 5 του Κεφ. 6, σύμφωνα με την οποία τυχόν μη έκδοση του διατάγματος δυνατό να εμποδίσει την ικανοποίηση της απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί υπέρ του ενάγοντα. Στα πλαίσια της εξέτασης κατά πόσο ικανοποιείται και αυτή η προϋπόθεση για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος στη συγκεκριμένη περίπτωση, σπεύδω ευθύς εξαρχής να υπογραμμίσω πως ως προκύπτει από τη νομολογία, το κατά πόσο ο κίνδυνος αποξένωσης ή μη ικανοποίησης ενός ενάγοντα μπορεί να κριθεί υπαρκτός, συνάγεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία (βλ. μεταξύ άλλων Ninemia Maritime Corporation v. Trave Schiffahrtsgesellschaft m.b.h.
(1983)1 W.L.R. 1412). Στην υπόθεση C. Phasarias (Aut. Centre) Limited, (ανωτέρω) o σεβαστός Δικαστής κ. Κωνσταντινίδης υποδεικνύει ανάμεσα σε άλλα ότι δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πραγματική πρόθεση κάποιου εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά ουσιαστικά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Σε κάθε περίπτωση πάντως η γενικότερη προσέγγιση πως δεν είναι απαραίτητο να αποδειχτεί πρόθεση αποξένωσης ενός περιουσιακού στοιχείου, δεν έχει την έννοια πως η θεραπεία μπορεί να δοθεί σχεδόν δικαιωματικά, εκ του γεγονότος δηλαδή και μόνο ότι εκκρεμεί η αγωγή στη βάση της οποία οι ενάγοντες-αιτητές διεκδικούν την έκδοση απόφασης προς όφελος τους. Λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων και της μαρτυρίας που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, το κριτήριο είναι να υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η τυχόν εκδοθείσα απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Το ζήτημα είναι πραγματικό και θα πρέπει να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστατικών που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση περίπτωση, πάντα στη βάση των αρχών του δικαίου που δικαιολογούν ή όχι την έκδοση διατάγματος αυτής της φύσης. Δεν διαλανθάνει άλλωστε της προσοχής του Δικαστηρίου η υπόδειξη στην υπόθεση Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd,
(2005)1B AAΔ.1237, ότι η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής δικαιολογείται κατ' εξαίρεση και θα πρέπει να ασκείται με φειδώ, ενώ παράλληλα, ως έχει εντοπιστεί στην Marketrents (Capital Market) Ltd v. Γεωργίου,
(2002)1 ΑΑΔ 1759), η έκδοση διατάγματος ως το υπό συζήτηση δεν μπορεί να θεωρείται ως μέτρο γενικής εξασφάλισης του ενάγοντα που βρίσκεται αντιμέτωπος με τη μη πληρωμή χρέους. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.39 θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, σε ενδιάμεσες διαδικασίες επιτρέπεται η παράθεση σε ένορκες δηλώσεις στοιχείων που βασίζονται σε πληροφορίες και όχι μόνο σε γεγονότα για τα οποία ο ομνύον έχει προσωπική γνώση. Τούτο όμως, νοουμένου ότι αποκαλύπτει την πηγή από την οποία αντλείται η πληροφόρηση του. Έχει δε κατ' επανάληψη υποδειχθεί από τη νομολογία των Δικαστηρίων μας πως ένορκη δήλωση που δεν βασίζεται στα γεγονότα για τα οποία ο καταθέτων έχει προσωπική γνώση ενώ δεν αποκαλύπτει την πηγή πληροφοριών του είναι αντικανονική και ως τέτοια θα πρέπει να αγνοείται. (Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1(Β) ΑΑΔ 1853). Εξετάζοντας το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει και υποστηρίζει την αίτηση, ειδικότερα την παράγραφο 8 όπου γίνεται λόγος για την πρόθεση των εναγομένων να αποξενώσουν την περιουσία που περιγράφεται σε αυτήν, κατά τρόπο που εάν οι ενάγοντες-αιτητές κερδίσουν την υπόθεση τους «να μην μπορούμε να εισπράξουμε», εντοπίζεται πως δεν αποκαλύπτεται ούτε διευκρινίζεται καθ' οιονδήποτε τρόπο η πηγή από την οποία ο ομνύον συνέλεξε - άντλησε αυτήν την πληροφορία . Ούτε βεβαίως ο ομνύον επικαλείται προσωπική γνώση για το συγκεκριμένο ζήτημα. Συνακόλουθα η πληροφόρηση την οποία κατά τρόπο γενικό και αόριστο ο ομνύον επικαλείται για το ζήτημα δεν μπορεί παρά να αγνοηθεί. Παράλληλα, καμία μαρτυρία ή στοιχείο δεν τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου από την πλευρά των εναγόντων-αιτητών, σε σχέση με την οικονομική κατάσταση των εναγομένων και την αδυναμία τους σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση σε βάρος τους και προς όφελος των εναγόντων αυτοί να την ικανοποιήσουν. Ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός των εναγόντων-αιτητών πως αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, χωρίς να αποκαλύπτουν οτιδήποτε σε σχέση με την οικονομική κατάσταση και φερεγγυότητα των εναγομένων και την ύπαρξη ή μη οποιασδήποτε άλλης περιουσίας δυνάμενης να χρησιμοποιηθεί προς ικανοποίηση τυχόν εκδοθείσας σε βάρος τους απόφασης στα πλαίσια της παρούσας, απογυμνωμένος από οτιδήποτε που θα επέτρεπε στο Δικαστήριο να διαβλέψει τον κίνδυνο να εμποδιστούν οι ενάγοντες στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ τους, παρέμεινε, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, μετέωρος και αδύναμος να πείσει. Αντίθετα, στη βάση όλων όσων οι εναγόμενοι-καθ΄ ων η αίτηση έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και τα οποία παρέμειναν αναντίλεκτα, αυτοί παρουσιάζονται σαν μία καθ' όλα αξιόχρεη εταιρεία με μεγάλο κύκλο εργασιών χωρίς να έχουν οποιοδήποτε πρόβλημα να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί σε βάρος τους. Πέραν όμως από τα όσα πιο πάνω έχουν αναφερθεί, οι αιτούντες διάδικοι όχι μόνο δεν έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου στοιχεία και μαρτυρία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση των εναγομένων και την αδυναμία ικανοποίησης της απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ τους, αλλά ούτε και για τη φύση και την αξία της ακίνητης περιουσίας τη δέσμευση της οποίας επιζητούν έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο. Η ακίνητη περιουσία η οποία επιδιώκεται να δεσμευτεί με την έκδοση του ανάλογου διατάγματος, δεν πρέπει ασφαλώς να είναι δυσανάλογη με την απαίτηση και τα έξοδα της δικαστικής διαδικασίας. Το Δικαστήριο, για να μπορεί ασκώντας πάντα τη διακριτική του ευχέρεια να διατάξει όπως ακίνητη περιουσία ή ανάλογο μέρος της, δεσμευτεί πριν από την αποπεράτωση της αγωγής, με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά και το άρθρο 5 του Κεφ.6, θα πρέπει να έχει ενώπιον του την ανάλογη μαρτυρία προς τούτο. Με την απουσία αυτού του στοιχείου, αφαιρείται ουσιαστικά το βάθρο εκείνο βάση του οποίου το Δικαστήριο θα μπορούσε να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία Ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γ. Μ. Πικής, Πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, όπως ήταν τότε, προσεγγίζοντας το ζήτημα ανέφερε και τα ακόλουθα στα πλαίσια της απόφασης του στην αγωγή υπ΄ αρ. 943/75 του Ε.Δ. Λάρνακας: "In order to substantiate an allegation of a possible hindrance, in the context of s.5, Cap.6, evidence must be forthcoming as to the financial position of the defendants so that it may appear that if the defendants alienate the whole or part of their immovable property plaintiff may be unable to recover the amount that may possibly be named in a judgment in his favour. In the present application nothing has been said about the financial position of the defendants or the value of their immovable property. Lastly, in the absence of concrete evidence tending to throw light on the nature and value of the immovable property sought to be attached it would be quite impossible for the Court to exercise its discretion and direct that a specific part of such property be attached pending the determination of the action." Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν συντρέχουν οι περιστάσεις εκείνες που θα επέτρεπαν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η πλευρά των εναγόντων-αιτητών απέτυχε να πείσει ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση συντρέχουν, σωρευτικά, το σύνολο των προϋποθέσεων που τίθενται από το άρθρο 32 του Ν.14/60 αλλά και το άρθρο 5
(2)του Κεφ.6 για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναπόδραστα η αίτηση οδηγείται σε απόρριψη, με έξοδα προς όφελος των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων-αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........ Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.