← Κύπρος

Παναγιώτη Γρηγορίου ν. Θεοδόση Νικολάου κ.α., Αρ. Αγωγής: 408/10, 17 Νοεμβρίου, 2011

Παναγιώτη Γρηγορίου ν. Θεοδόση Νικολάου κ.α., Αρ. Αγωγής: 408/10, 17 Νοεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A143 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 408/10 Μεταξύ: Παναγιώτη Γρηγορίου Ενάγοντα και

  1. Θεοδόση Νικολάου
  2. Ανδρέα Γρηγορίου
  3. Ελένη Γρηγορίου - Μισιέλ
  4. Μάριου Γιώργου Γρηγορίου
  5. Καρά - Ανν Γρηγορίου Εναγομένων Αίτηση ημερ. 2.6.2011 για ακύρωση και/ή παραμερισμό της επίδοσης κλητηρίου εντάλματος κτλ. Ημερομηνία: 17 Νοεμβρίου, 2011 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 2, 3, 4 και 5/Αιτητές: Ο κ. Μ. Μιχαήλ για κ. Χρ. Τριανταφυλλίδη. Για τον Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση: Ο κ. Χρ. Πουτζιουρής. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 - Αιτητές ζητούν την έκδοση των ακολούθων διαταγμάτων: (Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου για ακύρωση και/ή παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος στην παρούσα Αγωγή στου Εναγομένους 2, 3, 4 και 5 και/ή όλων των μετέπειτα διαδικασιών επί τη βάση του ότι η επίδοση του είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντικανονική και/ή παράτυπη και (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου για ακύρωση και/ή παραμερισμό του διατάγματος ημερ. 2.6.2010 δια του οποίου επετράπη η υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στου Εναγόμενος 2, 3, 4 και 5 δια διπλοσυστημένης επιστολής. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.1, Δ.2 και, θθ 1-4, 6, 7, 11 και 12, Δ.4, θθ 1 και 2, Δ.5, θθ 1-3 και 7, Δ.6, θθ 1, 5-9, Δ.16 θθ 1 και 2, Δ.48, θθ 1-4, 8

(4), 9, 12 και 13, Δ.63 και Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα Άρθρα 1-11 του Νόμου 40/82, στο Ε.Κ. 1393/2007, στο Νόμο 14/60, στο Άρθρο 169 του Συντάγματος και επί της πρακτικής και συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Νίκου Σταύρου πληρεξούσιου αντιπροσώπου των Εναγομένων 2, 3, 4 και
  1. Σε αυτή αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: Οι Εναγόμενοι διόρισαν τον ενόρκως δηλούντα πληρεξούσιο αντιπρόσωπο τους προκειμένου να τους βοηθήσει στην πώληση του ακινήτου τους με αρ. εγγραφής 4/83, Φ/Σχ 39/Ε2, τεμάχιο 129, χωράφι έκτασης 1,199 τμ. στην Αραδίππου της Επαρχίας Λάρνακας. Ο ενόρκως δηλών βρήκε αγοραστή, προχώρησε στην πληρωμή όλων των απαραίτητων φορολογιών και τελών και στις 4.3.11 αυτός μετέβη με τους αγοραστές στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας προκειμένου να προχωρήσει με τη μεταβίβαση του ακινήτου. Εκεί ο λειτουργός του Κτηματολογίου τους πληροφόρησε ότι δεν μπορούσε να προχωρήσει με την πράξη πώλησης και μεταβίβασης καθ' ότι υπήρχε απαγορευτικό διάταγμα από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας βάσει του οποίου απαγορευόταν στους Εναγομένους να προχωρήσουν με την πώληση της περιουσίας τους. Ο ενόρκως δηλών αμέσως τους ειδοποίησε και οι ίδιοι του ανέφεραν ότι δεν είχαν ιδέα για το διάταγμα και τον παρακάλεσαν να τους βρει δικηγόρο και να δουν περί τίνος πρόκειται. Στις 8.3.11 επικοινώνησε με δικηγόρο και τον ενημέρωσε για τα όσα γνώριζε. Ο δικηγόρος προχώρησε με έρευνα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας όπου διεφάνη ότι η Αγωγή κατεχωρήθη 19.2.
  2. Περαιτέρω από την έρευνα διεφάνη ότι στις 2.6.2010, μετά από αίτηση του Ενάγοντα εξεδόθη διάταγμα του Δικαστηρίου δια του οποίου επετράπη η υποκατάστατη επίδοση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου στους Εναγόμενους 2, 3, 4 και 5 δια διπλοσυστημένης επιστολής στην Αγγλία. Αντίγραφο του διατάγματος επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  3. Με βάση νομικής συμβουλής της οποίας τυγχάνει ο ενόρκως δηλών, από τη στιγμή που Εναγόμενη 2, 3, 4 και 5 είναι κάτοικοι εξωτερικού και μη Κύπριοι υπήκοοι, θα έπρεπε να ακολουθηθεί συγκεκριμένη διαδικασία προκειμένου να καταχωρηθεί το κλητήριο ένταλμα σ' αυτούς αλλά και προκειμένου να επιδοθεί σ' αυτούς η ειδοποίηση του κλητηρίου και όχι το ίδιο το κλητήριο ένταλμα. Με βάση τη νομολογία και τους θεσμούς όταν στο ίδιο κλητήριο ένταλμα υπάρχει και διάδικος εκτός δικαιοδοσίας, όπως στην παρούσα περίπτωση, θα πρέπει ο Ενάγων, πριν αποταθεί για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, να έχει κανονικά επιδόσει στον Εναγόμενο εντός δικαιοδοσίας. Δηλαδή το κλητήριο εκδίδεται χωρίς άδεια και ο Ενάγων, αφού επιδόσει το κλητήριο στον Εναγόμενο εντός δικαιοδοσίας, τότε αποτείνεται για έκδοση παράλληλου κλητηρίου και για επίδοση στον Εναγόμενο εκτός δικαιοδοσίας και μετά να ακολουθήσει η αίτηση για υποκατάστατο επίδοση. Είναι εμφανές με βάση τα πιο πάνω αναφερόμενα ότι ο Ενάγων δεν ενήργησε σύμφωνα με το νόμο και τους Θεσμούς και επομένως υπάρχει παρατυπία και αντικανονικότητα τόσο στην καταχώρηση του κλητηρίου όσο και στην επίδοση του στους Εναγόμενους. Ουδέποτε επιδόθηκε στους Εναγόμενους 2-5 ειδοποίηση κλητηρίου και επομένως η ισχύς του κλητηρίου έχει εκπνεύσει και ουδέποτε έχει ανανεωθεί. Απαραίτητη προϋπόθεση για να εκδοθεί διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας είναι όπως εξαντληθεί η δυνατότητα για επίδοση δια της κανονικής οδού και μόνο εφόσον αυτό δεν καταστεί δυνατό, μπορεί να επιτραπεί από το Δικαστήριο. Ειδικότερα όσον αφορά την επίδοση Δικαστικών εγγράφων στην Αγγλία τυγχάνει εφαρμογής ο νομός 40/82 οι πρόνοιες του οποίου δεν εφαρμόστηκαν στην προκειμένη περίπτωση και ούτε είχαν αναφερθεί στην αίτηση για υποκατάστατο επίδοση οι απαραίτητες προϋποθέσεις που να δικαιολογούν την επίδοση με διπλοσυστημένη επιστολή και όχι μέσω της κεντρικής αρχής ως προνοεί ο εν λόγω Νόμος. Εν όψει των ανωτέρω το διάταγμα ημερ. 2.6.2010 δια του οποίου επιτρέπεται η υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος είναι άκυρο και/ή παράτυπο και, συνεπώς, τόσο το ίδιο το διάταγμα όσον και η επίδοση η οποία επιτεύχθηκε δυνάμει αυτού πρέπει να ακυρωθούν και/ή να παραμεριστούν. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην Αίτηση κατεχωρήθη ένσταση η οποία βασίζεται στα Άρθρα 4, 5, 7 και 9 του ΚΕΦ. 6, στο Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 στην Δ.48, θθ.1-4 και 7-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στην συμφυή και πρακτική εξουσία του Δικαστηρίου και τη νομολογία. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση δεν είναι σύμφωνη με την Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή είναι προχρονολογημένη της ημερομηνίας καταχώρησης της αίτησης που υποστηρίζει. Οι Αιτητές έχουν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στην παρούσα Αγωγή χωρίς καμία επιφύλαξη και έχουν υποβάλει τον εαυτό τους κάτω από τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Οι Αιτητές με την άνευ οποιασδήποτε διαμαρτυρίας τους εμφάνιση τους στην Αγωγή και τη λήψη δικονομικών μέτρων άνευ επιφύλαξης έχουν θεραπεύσει οποιαδήποτε αντικανονικότητα της διαδικασίας και έχουν παραιτηθεί ρητά ή σιωπηρά από οποιοδήποτε δικαίωμα αμφισβήτησης της καταχώρησης και επίδοσης της Αγωγής. Οι Αιτητές έχουν καθυστερήσει στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη. Η αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη εφόσον ήδη οι Αιτητές έχουν λάβει δικονομικά μέτρα στην παρούσα Αγωγή πριν καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση. Οι Αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη στοιχεία στην ένορκη δήλωση τους και δεν προέβησαν σε πλήρη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων, οι δε ισχυρισμοί τους είναι ψευδείς και παραπλανητικοί. Σε περίπτωση έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα επηρεαστεί αρνητικά το δικαίωμα του Ενάγοντα για να ακουστεί η Αγωγή του εντός ευλόγου χρόνου. Η ένταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα. Σε αυτή αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: Οι Αιτητές έχουν παραιτηθεί από το δικαίωμα τους να ζητούν τον παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου και του διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση εφόσον καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης ανεπιφύλακτα και έλαβαν νέα δικονομικά διαβήματα ζητώντας χρόνο για καταχώρηση έντασης στο προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μετά από αίτηση του Ενάγοντας ημερ. 9.2.2010 και καταχωρώντας την εν λόγω ένσταση. Οι Αιτητές εμποδίζονται από τη δικονομική συμπεριφορά τους να αμφισβητούν την επίδοση του κλητηρίου και την έκδοση του διατάγματος ημερ. 2.6.2010 για υποκατάστατη επίδοση επειδή έχουν παραιτηθεί από αυτό το δικαίωμα και κάθε αντικανονικότητα αναφορικά με τα θέμα που εγείρουν οι αιτητές έχει θεραπευτεί. Μετά από μονομερή αίτηση ημερ. 19.5.2010 εξασφαλίστηκε διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση στην Αγγλία δια διπλοσυστημένης επιστολής του κλητηρίου εντάλματος στους Εναγόμενους 2-5 οι οποίοι ήσαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, κάτοικοι Αγγλίας. Το διάταγμα επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  4. Πράγματι ταχυδρομήθηκαν και απεστάληκαν με τέσσερεις διπλοσυστημένες επιστολές το κλητήριο ένταλμα με αντίγραφο του διατάγματος ημερ. 2.6.2010 στου Εναγόμενους 2-5 στις 5.7.2010 (Τεκμήρια 2, 3, 4 και 5). Το τμήμα Ταχυδρομικών υπηρεσιών Κύπρου τους πληροφόρησε ότι οι εν λόγω τέσσερεις επιστολές προωθήθηκαν στον προορισμός τους με την αεραποστολή Λάρνακας-Λονδίνο αρ. 0206 στις 7.7.2010 και ότι οι ανωτέρω τέσσερεις επιστολές, αν και οι διπλοσυστημένες κάρτες τους δεν είχαν επιστραφεί πίσω στην Κύπρο, εντούτοις ούτε και οι τέσσερεις επιστολές είχαν επιστραφεί ως μη παραληφθείσες. (Τεκμήριο 6) Ο ενόρκως δηλών γνωρίζει προσωπικά ότι η ανωτέρω επιστολές έχουν παραληφθεί από τους Εναγόμενους 2-5 εφόσον ο Εναγόμενος 2 του το επιβεβαίωσε μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχε μαζί του μια εβδομάδα μετά την αποστολή των τεσσάρων επιστολών, στην προσπάθεια του να τον πείσει να μειώσει την απαίτηση του εναντίον των Εναγομένων 2-
  5. Περαιτέρω απ' ότι ο ενόρκως δηλών πληροφορείται από το δικηγόρο του, η Εναγόμενοι 2-5 λίγες ημέρες μετά την αποστολή και την παραλαβή των διπλοσυστημένων επιστολών διόρισα δικηγόρους τους το δικηγορικό γραφείο Πελαγίας, Χριστοδούλου, Βράχας & Σια τους οποίους είχαν εξουσιοδοτήσει να εμφανιστούν και να υπερασπιστούν την παρούσα υπόθεση και/ή να τη συμβιβάσουν όπως ανέφεραν οι εν λόγω δικηγόροι σε επικοινωνία που είχαν με το δικηγόρο του Ενάγοντα και γι' αυτό έγινε πρόταση του Ενάγοντα μέσω του δικηγόρου του άνευ βλάβης για εξώδικη διευθέτηση της απαίτησης. Μεταγενέστερα οι Εναγόμενοι καταχώρησαν παραπλανητικά και εσκεμένα σημείωμα εμφάνισης με άλλο δικηγόρο σε μια προσπάθεια να πείσουν το Δικαστήριο να ακυρώσει το προσωρινό διάταγμα ημερ. 9.2.2011 ισχυριζόμενοι ότι έχει εκπνεύσει το κλητήριο εφόσον δεν επιδόθηκε στους Εναγόμενους 2-5, πράγμα το οποίο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα εφόσον ήδη είχαν παραλάβει με τις ανωτέρω τέσσερεις επιστολές το κλητήριο ένταλμα και το διάταγμα ημερ. 2.6.2010 από τα μέσα Ιουλίου του
  6. Οι Εναγόμενοι 2-5 επίτηδες δεν καταχώρησαν εμφάνιση με τους προηγούμενους δικηγόρους τους για να ισχυριστούν ότι εξέπνευσε το κλητήριο και να απορριφθεί το προσωρινό διάταγμα και να πωλήσουν το δεσμευμένο ακίνητο και ο Ενάγων να μην πληρωθεί οτιδήποτε. Οι Εναγόμενοι 2-5 ενώ δεν είχαν προβεί σε κανένα διάβημα ακύρωση του διατάγματος ημερ. 2.6.2010 για υποκατάστατη επίδοση ή δικονομικό διάβημα παραμερισμού της επίδοσης και του ιδίου του κλητηρίου στην παρούσα Αγωγή καταχώρησαν εμφάνιση χωρίς διαμαρτυρία και έλαβαν αρκετά διαβήματα με αποτέλεσμα οποιαδήποτε αντικανονικότητα στη διαδικασία που ακολουθήθηκε από τον Ενάγοντα να έχει θεραπευτεί επειδή οι Αιτητές έχουν παραιτηθεί ρητά και σιωπηρά από το δικαίωμα τους να ζητήσουν παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου και του διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση. Ο ισχυρισμός για εκπνοή του κλητηρίου εντάλματος δεν ευσταθεί επειδή υπήρξε συμμόρφωση με το διάταγμα ημερ. 2.6.2010 για υποκατάστατη επίδοση και περαιτέρω οι Εναγόμενοι έχουν καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία και επιφύλαξη και εμποδίζονται να ισχυρίζονται διαφορετικά από τα νέα δικονομικά διαβήματα και ενέργειες του. Ο ισχυρισμός ότι δεν ακολουθήθηκε η σωστή διαδικασία για επίδοση του κλητηρίου δεν ευσταθεί εφόσον υπήρχε στην Αγωγή ο Εναγόμενος 1 που είναι μόνιμος κάτοικος Κύπρου και αυτό ήταν αρκετό για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε. Περαιτέρω οι Εναγόμενοι εμποδίζονται να ισχυρίζονται διαφορετικά ένεκα των νέων δικονομικών τους διαβημάτων στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής. ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΓΕΙΡΟΝΤΑΙ ΠΡΟΣ ΕΞΕΤΑΣΗ: Κατά την ακρόαση της παρούσας Αίτησης αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους παραπέμποντας σε σχετική νομολογία και αυθεντίες. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω τα θέματα που έχουν εγερθεί:- (Ι) Οι συνέπειες από την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από μέρους των Εναγομένων 2, 3, 4 και
  7. Ένας από τους λόγους ένστασης που εγείρονται στην υπό εξέταση Αίτηση είναι ότι με την καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης από μέρους των Εναγομένων/Αιτητών άνευ οποιασδήποτε διαμαρτυρίας ή επιφύλαξης έχουν υποβάλει τον εαυτό τους κάτω από τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου και έχουν παραιτηθεί ρητά ή σιωπηλά από οποιοδήποτε δικαίωμα αμφισβήτησης της καταχώρησης και επίδοσης της αγωγής. Θεωρώ σκόπιμο στο σημείο αυτό να θέσω το πλαίσιο την Δ.16, θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αφορά την δικονομική πρόνοια που εφαρμόζεται στις περιπτώσεις καταχώρησης εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Η Δ.16, θ.9 έχει ως εξής:- «A defendant before appearing shall be at liberty, without obtaining an order to enter or entering a conditional appearance, to take out a summons to set aside the service upon him of the writ or of notice of the writ, or to discharge the order authorizing such service.» Από προσεκτική εξέταση των προνοιών της Δ.16 θ.9 προκύπτει ότι ένας εναγόμενος δικαιούται να κάνει ένα από τα ακόλουθα πράγματα: Πρώτον, δικαιούται πριν καν εμφανισθεί (δηλαδή πριν να καταχωρήσει συνήθη εμφάνιση) να αιτηθεί δια κλήσεως στο Δικαστήριο για παραμερισμό της επίδοσης σ' αυτόν του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος ή να ζητήσει την ακύρωση του διατάγματος που εξουσιοδοτεί τέτοια επίδοση. Ο δεύτερος τρόπος ενέργειας είναι να λαμβάνεται η προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου για καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και μετέπειτα να καταχωρείται αίτηση δια κλήσεως προς ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος ή της επίδοσης αυτού. Ο μηχανισμός γι΄ αυτό προσφέρεται με τη Δ.48,θ.8(ι)(r1) των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που συνδυαζόμενη με τη Δ.16, θ.9 δίνει την ευχέρεια στον εναγόμενο να καταχωρήσει μονομερή αίτηση για λήψη άδειας καταχώρησης της εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Παρά το ότι η Δ.16, θ.9 δεν προνοεί οτιδήποτε περί χρονικών προθεσμιών μέσα στις οποίες ο εναγόμενος οφείλει να αιτηθεί από το Δικαστήριο την ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος ή της επίδοσης του είναι αναγκαίο από το ίδιο το Δικαστήριο όταν χορηγεί την αιτούμενη άδεια για καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία να καθορίσει το χρόνο εντός του οποίου θα πρέπει να καταχωρηθεί η δια κλήσεως αίτηση για εξέταση των ισχυρισμών του εναγομένου. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση G.J. Magdon Ltd v. A.L. METAL TRADING LTD
(2001)1 Α.Α.Δ 2064 η Δ.16, θ.9 και η νομολογία αποσκοπούν στην άμεση και κατά προτεραιότητα εξέταση πιθανής ένστασης στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και ένα τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή χρόνου από τον εναγόμενο. Ο Εναγόμενος ο οποίος ισχυρίζεται έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου εκκρεμεί κλητήριο ένταλμα ή ότι η έκδοση του κλητηρίου ή η επίδοση του πάσχει από ελάττωμα ή αντικανονικότητα, δικαιούται να ζητήσει, κατά προτεραιότητα, τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος ή της επίδοσης του, αναλόγως της περίπτωσης. Οι δε ενέργειες του πρέπει να είναι άμεσες. Όπως προκύπτει από τη Δ.16,θ.9 είναι δυνατή η καταχώρηση εμφάνισης υπό αίρεση ή υπό διαμαρτυρία με την ταυτόχρονη καταχώρηση αίτησης παραμερισμού κλητηρίου εντάλματος χωρίς να ληφθεί άδεια του Δικαστηρίου. Με άλλα λόγια, οι πρόνοιες της συγκεκριμένης Διάταξης παρέχουν δυνατότητα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και χωρίς την εκ των προτέρων εξασφάλιση άδειας προς τούτο από το Δικαστήριο. Παράλληλα, όμως, αυτό που επίσης προκύπτει από τις πρόνοιες της εν λόγω Διάταξης και υποστηρίζεται από τη νομολογία είναι πως σε μια τέτοια περίπτωση, την περίπτωση δηλαδή που ο Εναγόμενος επιλέγει να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία χωρίς να εξασφαλίσει προηγουμένως την άδεια του Δικαστηρίου, τότε θα πρέπει, ταυτόχρονα με την καταχώρηση της υπό διαμαρτυρία εμφάνισης να καταχωρηθεί και η αίτηση για παραμερισμό, άλλως η υπό διαμαρτυρία εμφάνιση καθίσταται ουσιαστικά εμφάνιση άνευ όρων. Στην υπόθεση G.J.Magdon Ltd v. A.L. Metal Trading Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 2064 όπου οι εφεσείουσα είχε καταχωρήσει στις 12.6.1998 χωρίς προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και καταχώρησε αίτηση για ακύρωση και παραμερισμό της επίδοσης της αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας των Δικαστηρίων της Κύπρου στις 8.3.1999 κρίθηκε ότι υπό αυτά τα δεδομένα η εφεσείουσα είχε δεχθεί και υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Παραθέτουμε στο σημείο αυτό απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην οποία γίνεται, μεταξύ άλλων, και αναφορά στους δύο τρόπους με τους οποίους ένας εναγόμενος μπορεί να ενεργήσει αν επιθυμεί τον παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Παραθέτουμε σχετικό απόσπασμα από τις σελίδες 2066-2067: «Ο Δικαστής, ενώπιον του οποίου συζητήθηκε η αίτηση, την απέρριψε στις 4.12.00. Στο σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης εξετάζονται με λεπτομέρεια όλα τα ζητήματα που ηγέρθηκαν στην αίτηση. Συγκεκριμένα ο Δικαστής αναφέρθηκε, στην αρχή της απόφασης του, στη Δ.16 θ.9 η οποία προβλέπει πως ο εναγόμενος δικαιούται, χωρίς προηγουμένως να έχει διαταγή του δικαστηρίου που να του επιτρέπει να καταχωρίσει εμφάνιση υπό αίρεση, να υποβάλει αίτηση για τον παραμερισμό της επίδοσης προς αυτόν του κλητηρίου εντάλματος. Παρατήρησε δε πως ο δικηγόρος της εφεσείουσας δεν ακολούθησε τις πιο πάνω πρόνοιες. Στη συνέχεια ο Δικαστής ασχολήθηκε με τη νομολογία, με ειδική αναφορά στις υποθέσεις Γεωργιάδης ν. Χάσικου
(1991)1 ΑΑΔ 1136 και Παπακόκκινου ν. Landroke P/C
(1995)1 ΑΑΔ 1090, για να εκφράσει την άποψη πως ο δεύτερος τρόπος, για την προώθηση αίτησης παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος, είναι η ταυτόχρονη καταχώρηση τέτοιας αίτησης μαζί με την καταχώρηση της υπό αίρεση εμφάνισης. Όπως είναι παραδεκτό η εφεσείουσα δεν χρησιμοποίησε μήτε αυτή τη διαδικασία. Αντίθετα, μετά την καταχώριση της υπό αίρεση εμφάνισης στις 12.6.98, και συγκεκριμένα στις 8.3.99, καταχώρισε την επίδικη αίτηση. Με αυτά τα δεδομένα ο Δικαστής αποφάνθηκε, και να πούμε αμέσως πολύ ορθά, πως η εφεσείουσα είχε δεχθεί και υπαχθεί στη δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων» Η διαμαρτυρία του Εναγόμενου ως προς το κλητήριο ένταλμα που καταχωρείται εναντίον του μπορεί λοιπόν να εκδηλωθεί και κατόπιν εξασφάλισης άδειας του Δικαστηρίου για εμφάνιση υπό αίρεση ή υπό διαμαρτυρία με την παράλληλη λήψη οδηγιών για καταχώρηση αίτησης παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος εντός τακτού χρονικού διαστήματος. Να πούμε στο σημείο αυτό δύο λόγια σχετικά με τη σημασία καταχώρησης εμφάνισης εκ μέρους ενός εναγομένου με βάση τις πρόνοιες της Δ.16,θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αν ο Εναγόμενος καταχωρήσει εμφάνιση άνευ όρων ή διαμαρτυρίας τότε αποδέχεται τη δικαιοδοσία αναφορικά με ολόκληρη την αξίωση. Στις σελίδες 99 και 100 της Ετήσιας Δικαστηριακής Πρακτικής (Annual Practice) του 1979 διαβάζουμε τα ακόλουθα κάτω από τον τίτλο «Unconditional Appearance» «Where a defendant enters an ordinary appearance without any condition or protest reserving his right to object to the irregularity of the writ or service or the jurisdiction of the court he is debarred from raising an objection afterwards. The effect, therefore, of an ordinary or unconditional appearance is a waiver of the irregularity, if any, as well as a submission to the jurisdiction of the Court........................................ And so if a defendant out of the jurisdiction is served without leave, or otherwise irregularly, and appears to such service without protest, he is held to have waived the irregularity and to have submitted to the jurisdiction Re Orr Ewing, 22 Ch. D.P. 463» Παρομοίως στην Ετήσια Δικαστηριακή Πρακτική (Annual Practice) του 1958 στη σελίδα 181 διαβάζουμε τα ακόλουθα σε σχέση με τις συνέπειες της καταχώρησης εμφάνισης άνευ όρων ή διαμαρτυρίας από τον Εναγόμενο: ".where a defendant has appeared without any protest, or condition reserving his right to object to the regularity of the writ or service, or the jurisdiction of the court, he is debarred from raising such objection afterwards. His unconditional appearance is a waiver of irregularity if any, as well as a submission to the jurisdiction." Επίσης στο ίδιο Σύγγραμμα στις σελίδες 197-198 αναφέρονται τα εξής σχετικά: ".After unconditional appearance it is too late to object to any irregularity in the service or issue of the writ of which the defendant had knowledge, for appearance is a "fresh step"........................................ But there is no waiver of any irregularity in the writ or service if appearance, either conditional or "under protest", is entered, or if the circumstances of the case are such as to show that the defendant never intended to waive the irregularity..................................." Περαιτέρω στη σελίδα 113 του Annual Practice 1979 κάτω από τον τίτλο «Irregularity in Issue or Service of the Writ» αναφέρεται: «Where the writ is irregular e.g. is not issued by leave under O.6,r.
  1. the defendant should not enter an ordinary appearance». Σε ό,τι αφορά την εμφάνιση υπό διαμαρτυρία ή υπό αίρεση αυτή αναφέρεται σε εμφάνιση για περιορισμένους σκοπούς η οποία διαφυλάττει στον Εναγόμενο το δικαίωμα να αποταθεί στο Δικαστήριο για να ζητήσει τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος ή της επίδοσης του λόγω της ύπαρξης παρατυπίας η οποία καθιστά είτε το κλητήριο ένταλμα, είτε την επίδοση του άκυρη ή άνευ δικαιοδοσίας. Παραθέτω στο σημείο αυτό σχετική περικοπή από το Annual Practice του 1958 κάτω από τον τίτλο: "The term "conditional appearance" means an appearance in qualified terms reserving to the appearing defendant the right to apply to the Court to set aside the writ, or service thereof, for an alleged informality or irregularity which renders either the writ or service invalid or for lack of jurisdiction. There is no real distinction between the term "conditional appearance" and "appearance under protest". The latter term is more usually applied to an appearance by a person served as a partner under O.48A, rr.3 and 4, but who denies that he is a partner, for entry of which no leave is required (O.48A, r.7). Although this Rule speaks of obtaining "an order to enter or entering a conditional appearance" (and this is always requisite in practice) the defendant has in fact the right to such an order in all cases where he shows a bona fide desire to raise a question directed to the validity of the proceedings. The purpose of the leave given ex parte by a Master is to prevent such qualified appearances being entered for the mere purpose of delay, and to limit a time on the expiration of which, if the defendant fails to apply to the Court to enforce his alleged objection, the appearance shall stand unconditional, and the action proceed accordingly............................." Παρομοίως, όπως αναφέρεται στο Annual Practice του 1952, στη σελ. 130: "A conditional appearance may be entered to prevent judgment in default, where there is a bona fide intention to apply promptly to set aside the writ or service of the writ on the ground of irregularity of the writ or service or to deny the jurisdiction." Έχοντας λοιπόν κατά νου όλα τα πιο πάνω επαναλαμβάνω ότι σε περίπτωση που ο Εναγόμενος επιθυμεί να εγείρει, όπως στην υπό εξέταση περίπτωση, θέμα αναφορικά με την έκδοση ή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος μπορεί είτε πριν εμφανισθεί να αιτηθεί δια κλήσεως στο Δικαστήριο τον παραμερισμό του κλητηρίου, χωρίς προηγουμένως να λάβει διάταγμα από το Δικαστήριο για να καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, είτε να πάρει άδεια από το Δικαστήριο για καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία και στη συνέχεια να καταχωρήσει αίτηση δια κλήσεως προς ακύρωση του κλητηρίου εντάλματος ή της επίδοσης αυτού. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 9.3.11 και εν συνεχεία στις 17.3.11 που είχε οριστεί επιστρεπτέο το προσωρινό διάταγμα που είχε εκδοθεί κατόπιν μονομερούς αίτησης του Ενάγοντα ημερ. 9.2.11 ζήτησαν μέσω του δικηγόρου τους χρόνο για καταχώρηση ένστασης η οποία και κατεχωρήθη από τους Εναγομένους στις 23.3.
  2. Το Δικαστήριο όρισε την αίτηση ημερ. 9.2.11 για ακρόαση στις 3.5.11, ακολούθως στις 7.6.11 και στις 14.6.11, μετά από αίτημα αναβολής των Εναγομένων 2, 3, 4 και 5, η αίτηση για προσωρινό διάταγμα επαναορίσθηκε για ακρόαση στις 22.6.
  3. Ενώ εκκρεμούσε η ακρόαση της αίτησης ημερ. 9.2.11 οι Εναγόμενοι 2-5 καταχώρησαν στις 2.6.11 την υπό κρίση Αίτηση παραμερισμού. Η καταχώρηση εμφάνισης χωρίς επιφύλαξη ή διαμαρτυρία σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν έχει ακολουθηθεί η διαδικασία που προβλέπεται ως και τα δικονομικά μέτρα που οι Εναγόμενοι 2-5 στη συνέχεια έλαβαν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι Εναγόμενοι 2-5 έχουν παραιτηθεί από τα δικαιώματα τους και/ή κωλύονται να αιτηθούν παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος και της επίδοσης του λόγω αντικανονικότητας και/ή παρατυπίας στη διαδικασία που ακολουθήθηκε από πλευράς Ενάγοντα. Παρά την ως άνω κατάληξη του Δικαστηρίου η οποία εκ των πραγμάτων προδιαγράφει και την τύχη της υπό εξέταση Αίτησης, θεωρώ ότι για σκοπούς πληρότητας θα πρέπει να ασχοληθώ και με ζητήματα που άπτονται της ουσίας της Αίτησης σε περίπτωση που η πιο πάνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου ήθελε, κατ' έφεση, κριθεί εσφαλμένη. (II) Διαδικασία που ακολουθήθηκε για την έκδοση και επίδοση του κλητηρίου εντάλματος Εξετάζοντας τη διαδικασία που ακολουθήθηκε στην προκειμένη περίπτωση μάρτυρας δεδομένο ότι οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 είναι κάτοικοι εξωτερικού και μη Κύπριοι υπήκοοι θα πρέπει να πούμε δύο λόγια σε σχέση με την προβλεπόμενη από τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και σχετική επί του θέματος νομολογία δικονομική διαδικασία. Επισημαίνουμε ευθύς εξαρχής ότι κάθε κλητήριο ένταλμα σφραγίζεται. Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι η σφράγιση ενός κλητηρίου εντάλματος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της καταχώρισης και έκδοσης του κλητηρίου (issue). Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες της Δ.2,θ.12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας μετά τη σφράγιση του κλητηρίου με την σφραγίδα του Δικαστηρίου θεωρείται ότι το κλητήριο ένταλμα έχει εκδοθεί (issued) και η αγωγή έχει ξεκινήσει. Είναι η προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου που διαχωρίζει τα κλητήρια εντάλματα σε εκείνα που δύναται να επιδοθούν εκτός Κύπρου και σε εκείνα που μόνο στην Κύπρο μπορούν να επιδοθούν. Έτσι στην περίπτωση όπου όλοι οι Εναγόμενοι βρίσκονται εκτός δικαιοδοσίας χρειάζεται να δοθεί πριν την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος άδεια του Δικαστηρίου για τη σφράγιση του[1]. Η σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος το οποίο θα επιδοθεί εκτός Κύπρου αποτελεί το πρώτο δικονομικό μέτρο για τη νομότυπη έκδοση του κλητηρίου. Ανάγκη για εξασφάλιση άδειας για σφράγιση δεν υπάρχει στην περίπτωση όπου οι Εναγόμενοι βρίσκονται εντός δικαιοδοσίας. Περαιτέρω να επισημάνουμε ότι εκεί όπου η αγωγή στρέφεται και εναντίον Εναγομένων εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου εκτός από Εναγόμενους που βρίσκονται εκτός της δικαιοδοσίας, η υποβολή αίτησης προς λήψη άδειας για τη σφράγιση του κλητηρίου πριν από την καταχώρηση του δεν είναι αναγκαία. Προκύπτει, επομένως, ότι όταν σε ένα κλητήριο ένταλμα υπάρχουν τόσο ημεδαποί όσο και αλλοδαποί Εναγόμενοι οι πρόνοιες της Δ.2,θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αδρανοποιούνται[2]. Σύμφωνα λοιπόν με την καθιερωμένη πρακτική σε τέτοια περίπτωση το κλητήριο ένταλμα καταχωρείται κανονικά χωρίς να παρίσταται ανάγκη για τη λήψη, προηγουμένως, της άδειας του Δικαστηρίου προς τούτο. Σε μια τέτοια περίπτωση αναγράφεται στο κλητήριο ότι αυτό δεν προορίζεται για επίδοση εκτός της δικαιοδοσίας. Όταν σε μεταγενέστερο στάδιο προκύψει πλέον η ανάγκη για επίδοση εκτός της δικαιοδοσίας τότε ακολουθείται η εξής διαδικασία: Υποβάλλεται μονομερής αίτηση με την οποία ζητείται συγχρόνως η έκδοση (issue of) πιστού αντιγράφου του κλητηρίου εντάλματος (concurrent writ) καθώς και η επίδοση τους εκτός της δικαιοδοσίας. Ρητά προβλέπεται στη Δ.6,θ.1 ότι προαπαιτείται άδεια του Δικαστηρίου η οποία μπορεί να δοθεί αν συντρέχουν περιστάσεις όπως αυτές που εναλλακτικά τίθονται στις υποπαραγράφους (α) -(h) του θ.
  4. Οι πρόνοιες της Δ.2,θ.2 θα πρέπει να διαβάζονται σε συνδυασμό με αυτές της Δ.6,θ.
  5. Ο σκοπός της συνδυασμένης λειτουργίας των δύο Κανονισμών είναι να μην καταχωρείται και επιδίδεται ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος στο εξωτερικό αν δεν ληφθεί προηγουμένως η άδεια του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι προφανής. Τα Δικαστήρια ασκούν, συνήθως, δικαιοδοσία μέσα στα γεωγραφικά όρια της χώρας τους[3]. Η έκδοση άδειας για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος (ή της ειδοποίησης αυτού) εκτός της δικαιοδοσίας, επιτυγχάνεται με την υποβολή μονομερώς αίτησης η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση με βάση τη Δ.48,θ.8
(1)(b) και Δ.48,θ.8
(2)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Σε αυτή πρέπει να παρατίθενται οι πληροφορίες τις οποίες καθορίζει η Δ.6,θ.
  1. Ότι έχει ληφθεί προηγουμένως η άδεια του Δικαστηρίου για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος δεν είναι μια από αυτές. Σύμφωνα δε με τη Δ.6,θ.4 με την ένορκη δήλωση το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί, μεταξύ άλλων, ότι ο Ενάγοντας έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγή και να καταδεικνύεται ο τόπος ή η χώρα στην οποία ο Εναγόμενος δυνατό να βρεθεί όπως και το υπόβαθρο στο οποίο η αίτηση βασίζεται.[4] Στην προκειμένη περίπτωση εφόσον στο κλητήριο ένταλμα υπήρχε και Κύπριος συνεναγόμενος για τον οποίο δεν χρειαζόταν προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου για να σφραγιστεί, ορθά δεν είχε υποβληθεί αίτηση προς λήψη άδειας για τη σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος πριν από την καταχώρηση του. Εκείνο, όμως, που προκύπτει και αποτελεί γεγονός είναι πως δεν ελήφθη η άδεια του Δικαστηρίου για να επιδοθεί η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος στους Εναγόμενους 2, 3, 4 και
  2. Άδεια η οποία δίδεται εφόσον, βεβαίως, ικανοποιηθούν οι σοβαρές προϋποθέσεις που απαριθμούνται στη Διάταξη
  3. Αυτό που έγινε ήταν να ζητηθεί από τον Αιτητή/Ενάγοντα και το Δικαστήριο στη συνέχεια να παραχωρήσει άδεια για υποκατάστατο του κλητηρίου εντάλματος, κάτι εντελώς διαφορετικό από την άδεια για να επιδοθεί το κλητήριο ένταλμα εκτός δικαιοδοσίας. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Τελέτυπος Α.Ε. ν. Mega Channel Management Ltd
(2004)1 ΑΑΔ 1863 σε παρόμοια περιστατικά με αυτά της υπό εξέτασης Αίτησης, ο τρόπος επίδοσης έπεται της διαταγής για επίδοση όπου, μεταξύ άλλων, ακυρώθηκε το διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο επετράπη η υποκατάστατος επίδοση του κλητηρίου στην Εφεσείουσα. Κατ' ακολουθία όλων των πιο πάνω, αν και διεπιστώθη η νομότυπη έκδοση του κλητηρίου εντάλματος στην παρούσα αγωγή με βάση τη διαδικασία που ακολουθήθηκε με τη μη αναγκαιότητα λήψης άδειας για σφράγιση του κλητηρίου πριν την καταχώρηση του - που είναι το πρώτο δικονομικό μέτρο για τη νομότυπη έκδοση του - εν τούτοις η επίδοση του - που συνιστά ανεξάρτητο οικονομικό διάβημα που ρυθμίζεται από ξεχωριστούς δικονομικούς κανόνες - υπήρξε παράτυπη και/ή κατά παρέκκλιση αυτών των κανόνων, όπως επεξηγήθηκε ανωτέρω. Ωστόσο, όπως προσπάθησα προηγουμένως να εξηγήσω, η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να έχει, τελικώς, σημασία στην έκβαση της παρούσας Αίτησης λόγω της προηγηθείσας καταχώρησης εμφάνισης από μέρους των Εναγομένων χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή επιφύλαξη. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους δικονομικούς λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπό εξέταση περίπτωση θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ακολουθήσει το βασικό κανόνα σε σχέση με τα έξοδα, και, ως εκ τούτου, κρίνω ότι η κάθε πλευρά θα πρέπει να επιβαρυνθεί τα έξοδα της στη παρούσα διαδικασία. (Υπ.) Λ.Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /εκ [1] Όπως διαλαμβάνεται στη Δ.2, θ.2: "
(2)No writ of summons for service out of Cyprus or of which notice is to be given out of Cyprus, shall be sealed without the leave of the Court or a Judge". [2] Δέστε Larticon Co v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 AAΔ 121 και Niki Christoforou Cosmetics Ltd v. Αγαθοκλή (Λάκη) Στυλιανού κ.α.
(2005)1ΑΑΔ 273. [3] Δέστε Τηλέτυπος Α.Ε. ν. Mega Channel Management Ltd
(2004)1AAΔ 1863. [4]
(4)Every application for leave to serve a writ of summons or notice thereof on a defendant out of Cyprus shall be supported by affidavit or other evidence satisfying the Court or Judge that the plaintiff has prima facie a good cause of action and showing in what place or country such defendant is or probably may be found, and whether such defendant is a British subject or not, and the grounds upon which the application is made; and no such leave shall be granted unless it shall be made sufficiently to appear to the Court or Judge that the case is a proper one for service out of Cyprus under this Order. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.