CAPERSHILL LTD ν. ALAN PETER DIMANT, Αρ. Αγωγής: 2529/08, 24.11.11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A147 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2529/08 ΜΕΤΑΞΥ: CAPERSHILL LTD, από Λευκωσία, Εναγόντων -και- ALAN PETER DIMANT Εναγομένου Hμερομηνία: 24.11.11 Eμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κος. Π. Παπαγεωργίου Για τον Εναγόμενο-Καθ'ου η Αίτηση: κα. Α. Νικηφόρου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση για επαναφορά αγωγής) Στις 6/11/08 οι Ενάγοντες - Αιτητές καταχώρησαν, με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο, την υπ' αριθμό 2529/08 αγωγή εναντίον του Εναγόμενου - Καθ΄ου η αίτηση. Εκ μέρους του Εναγόμενου - Καθ' ου η αίτηση καταχωρήθηκε υπεράσπιση και ανταπαίτηση στις 24/3/09. Αφού μεσολάβησε αίτηση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης εκ μέρους των Εναγόντων - Αιτητών και το αίτημα κατόπιν ακρόασης της αίτησης εγκρίθηκε από το Δικαστήριο τα τροποποιημένα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 14/4/10. Στις 5/5/10 με εντολή του Δικαστηρίου, το Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ειδοποίησε τους ενάγοντες δυνάμει της διάταξης 31 Θεσμός 10
(1)όπως καταχωρήσουν αίτηση ορισμού της αγωγής και σε περίπτωση παράλειψης τους η αγωγή θα υπόκειτο σε απόρριψη. Στις 2/6/10 οι αιτητές καταχώρησαν αίτηση ορισμού και η αγωγή ορίσθηκε για οδηγίες στις 5/7/10 ημερομηνία κατά την οποία το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για ακρόαση στις 7/12/
- Με γραπτή αίτηση εκ μέρους του Εναγομένου - Καθ'ου η αίτηση η ακρόαση κατά την πιο πάνω ορισθείσα ημερομηνία αναβλήθηκε και η υπόθεση ορίσθηκε εκ νέου για ακρόαση στις 11/2/
- Στις 11/2/11 η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και επαναορίσθηκε για ακρόαση στις 2/5/11 η ώρα 11:00πμ. Την 2/5/11 οι Ενάγοντες - Αιτητές όπως και ο δικηγόρος τους, δεν παρουσιάσθηκαν για την ακρόαση της υπόθεσης όπως είχε ορίσει το Δικαστήριο. Αντίθετα τόσο ο Εναγόμενος - Καθ' ου η αίτηση όσο και ο δικηγόρος του παρουσιάσθηκαν στην ώρα τους ενώπιον του Δικαστηρίου και δήλωσαν ότι είναι έτοιμοι για την ακρόαση. Μέχρι τις 11:45 δεν υπήρξε οποιαδήποτε εμφάνιση των αιτητών και του δικηγόρου τους και ο δικηγόρος του καθ'ου η αίτηση ζήτησε την απόρριψη της αγωγής με έξοδα. Ταυτόχρονα δήλωσε ότι εφόσον το αίτημα του εγκριθεί, η εντολή του πελάτη του ήταν να αποσύρει την ανταπαίτηση του με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων του για καταχώρηση νέας αγωγής. Το Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα του καθ'ου η αίτηση και απέρριψε την αγωγή με έξοδα σε βάρος του ενάγοντα. Συνάμα απερρίφθη και η ανταπαίτηση άνευ βλάβης του δικαιώματος καταχώρησης νέας αγωγής για την ανταπαίτηση του εναντίον των εναγόντων με έξοδα σε βάρος τους. Με την υπό εξέταση αίτηση οι αιτητές (ενάγοντες) ζητούν από το Δικαστήριο διάταγμα που να διατάσσει την επαναφορά της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και τον παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 2/5/11 που εκδόθηκε ερήμην των Εναγόντων - Αιτητών. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στη Δ.33 Θ1-5 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Χρυστάλλας Σάββα δικηγορικού υπαλλήλου στο Δικηγορικό γραφείο του Κ. Π. Παπαγεωργίου δικηγόρου των αιτητών. Η ενόρκως δηλούσα Χρυστάλλα Σάββα αναφέρει ότι δεν υπήρχε πρόθεση των εναγόντων ούτε του δικηγόρου τους να εγκαταλείψουν την αγωγή. Στις 2/5/11 που ήταν ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση ο κος. Παπαγεωργίου αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα υγείας που καθιστούσε αδύνατη την παρουσία του ενώπιον του Δικαστηρίου, γι' αυτό από πολύ νωρίς το πρωί ο ίδιος απέστειλε χειρόγραφο τηλεομοιότυπο μήνυμα προς τον δικηγόρο κ. Κουκουμά με το οποίο του ζητούσε να εμφανισθεί εκ μέρους του στο Δικαστήριο και να εξηγήσει τους λόγους της απουσίας του. Το ίδιο μήνυμα απεστάλη και προς τον δικηγόρο του Εναγόμενου - Καθ'ου η αίτηση. Αναφέρει περαιτέρω ότι μετά την άφιξη της στο γραφείο έλαβε εντολή από τον κο. Παπαγεωργίου και προσπάθησε επανειλημμένα να μιλήσει τηλεφωνικά με τον δικηγόρο κ. Κουκουμά κάτι όμως που τελικά δεν έγινε κατορθωτό. Ο κος. Παπαγεωργίου ενημέρωσε τον διευθυντή των εναγόντων ότι ενόψει αδυναμίας του ιδίου να παραστεί, δεν ήταν αναγκαία η παρουσία των ιδίων στο Δικαστήριο. Ο καθ'ου η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση των αιτητών. Οι λόγοι ένστασης συνοψίζονται κυρίως στο ότι η αίτηση πρέπει να απορριφθεί λόγω αδιαφορίας των αιτητών για την υπόθεση τους που κρίνεται περιφρονητική προς το Δικαστήριο και περαιτέρω ότι οι αιτητές δεν αποκαλύπτουν εκ πρώτης όψεως καλή απαίτηση και καλή υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. Είναι περαιτέρω η θέση του καθ' ου η αίτηση ότι ο λόγος μη εμφάνισης των εναγόντων και/ή του δικηγόρου τους στο Δικαστήριο δεν είναι σοβαρός και εύλογος. Η ένσταση των καθ' ων η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Αθανασίας Γρηγορίου δικηγορικής υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου του εναγομένου κου. Νικηφόρου. Μεταξύ άλλων αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση και αρνείται τους ισχυρισμούς που προβάλλονται από τους αιτητές αναφορικά με τη μη εμφάνιση τους στο Δικαστήριο. Περαιτέρω επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους ο κος. Νικηφόρου δεν έλαβε έγκαιρα γνώση του περιεχομένου του τηλεομοιότυπου που απέστειλε ο δικηγόρος των αιτητών η ώρα 05:00 το πρωί της 2/5/
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι αρχές που διέπουν την εξέταση αιτήσεων για παραμερισμό απόφασης απετέλεσαν αντικείμενο πλούσιας νομολογίας σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να παραμερίσει απόφαση δική του κάτω από τις Διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Θα πρέπει βέβαια στο σημείο αυτό, να σημειωθεί ότι, η απόφαση με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή δεν ανήκει στο παρόν Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου, ετέθηκε, η υπό εξέταση υπόθεση μετά την ανάληψη υποθέσεων της παρούσας δικαιοδοσίας. Το θέμα εξετάσθηκε στην υπόθεση Mesolongitis v. Koutas
(1986)1 C.L.R. 161, όπου αποφασίστηκε ότι η δικαιοδοσία εκδίκασης αίτησης για επαναφορά αγωγής ανήκει στο Πρωτόδικο Δικαστήριο και όπου τούτο είναι δυνατό είναι προτιμητέο να εξετάζεται από το Δικαστή που είχε επιληφθεί της υπόθεσης. Η εκδίκαση όμως της αίτησης από άλλο Δικαστή δεν καθιστά άκυρη την απόφαση, αφού, η δικαιοδοσία είναι εκείνη του Πρωτόδικου Δικαστηρίου γενικά (βλ. Ευριδίκη Παπανικολάου v. Κυριακής Κότσαπα
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1800). Στην υπό κρίση αίτηση ισχύουν οι πρόνοιες της Δ.33 θ5 η οποία προσομοιάζει απόλυτα με τις πρόνοιες της Δ.17 θ10 και της Δ.26, θ14 που αφορούν παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης η υπεράσπιση. Συνεπώς μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση και από τις αυθεντίες που βασίζονται στις πιο πάνω πρόνοιες. (βλ. Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.α. v. Mariala Construction Limited
(1996)1 Α.Α.Δ. 129). Η Δ.33 θ5 που παρέχει το σχετικό δικονομικό πλαίσιο για την ενδεχόμενη επαναφορά της αγωγής επιβάλλει την καταχώρηση της σχετικής αίτησης εντός 15 ημερών από την απόρριψη της αγωγής (Βλ. Argyrou v. Andreou
(1978)1554). H Δ.33 θ4 αναφέρεται στη περίπτωση όπου απουσιάζει κατά την ημέρα της ακρόασης ο ενάγοντας μόνο ως η υπό κρίση περίπτωση. Αφορά επίσης περίπτωση όπου κανονικά και ορθά είχε εκδοθεί η απόφαση και συνεπώς το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της απόφασης και της επαναφοράς της αγωγής εάν οι ενάγοντες αιτητές ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή απαίτηση στην αγωγή και η μη εμφάνιση τους ήταν δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις. Το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια εξετάζει τους παράγοντες που έχουν σχέση με την αιτιολόγηση της απουσίας του διαδίκου κατά την ημερομηνία που εξεδόθη η απόφαση αλλά και με την επίδειξη μιας καλής υπόθεσης από πλευράς του. Επιδίωξη του Δικαστηρίου πρέπει να είναι η εξισορρόπηση από τη μια του δικαιώματος διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων (βλ. Ευριδίκη Παπανικολάου πιο πάνω, και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204). Το δικαίωμα ενός διαδίκου να ακουστεί όπως αυτό διασφαλίζεται από το άρθρο 30 του Συντάγματος πρέπει να συμβαδίζει με το θεμελιώδες δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο (βλ. Στυλιανού v. Σκύρα Λίμα Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1234). Στην υπόθεση Phylactou πιο πάνω, ελέχθηκε και υιοθετήθηκε και σε μεταγενέστερες αποφάσεις, ότι το Δικαστήριο δεν αφαιρεί εύκολα το δικαίωμα ενός διαδίκου να ακουστεί επί της ουσίας εφόσον αποκαλύπτει αιτία αγωγής και υπεράσπισης αλλά μπορεί να το πράξει όταν η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος αιτείται παραμερισμό απόφασης δεν δύναται να συγχωρηθεί λόγω εμφανούς καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου. Σε αιτήσεις όπως η παρούσα το Δικαστήριο εξετάζει τη συμπεριφορά του Αιτητή και κατά πόσο αυτή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική. Ταυτόχρονα όμως το Δικαστήριο εξετάζει και το Πρωταρχικό κριτήριο που είναι η αποκάλυψη από μέρους του Αιτητή εκ πρώτης όψεως καλής απαίτησης η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης. Με βάση τις νομολογημένες αρχές θα πρέπει να δίδεται σοβαρή και εύλογη δικαιολογία για την παράλειψη των εναγόντων να προωθήσουν την υπόθεση τους κατά την ημέρα της ακρόασης, καθώς επίσης, και να αποκαλυφθεί εκ μέρους του αιτητή-ενάγοντα εκ πρώτης όψεως καλή απαίτηση (βλ. ΜΥΡΙΑΝΘΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ v. ΧΡΥΣΤΑΛΛΑΣ ΟΥΡΠΑΝΚΟΒΑ
(2003)1Α Α.Α.Δ.308). Όπως έχει τονισθεί σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου η με ευκολία επανάνοιξη της υπόθεσης ενός διαδίκου θα υποβιβάσει το εχέγγυο της τελεσιδικίας με αρνητικές συνέπειες στην απονομή της δικαιοσύνης. Έχει επίσης τονιστεί ότι οι δικηγόροι θα πρέπει να προβαίνουν στα κατάλληλα διαβήματα για τον ορθό προγραμματισμό των υποχρεώσεων τους και μια τέτοια παράλειψη δεν θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για να δικαιολογηθεί επαναφορά της αγωγής. Οι αρχές που διέπουν τον παραμερισμό μιας απόφασης λόγω παράλειψης του Εναγόμενου να εμφανιστεί αποτέλεσαν το αντικείμενο πολλών Αγγλικών και Κυπριακών αποφάσεων (βλ. Evans v. Bartlam
(1937)2 ALL E.R. 646, σελ.17). Στην Phylactou v. Michael (πιο πάνω) τονίζεται η ανάγκη εξισορρόπησης των θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης παραγόντων. Από τη μια της ανάγκης κατοχύρωσης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη της ανάγκης διασφάλισης της αποπεράτωσης της δίκης. Το πρωταρχικό κριτήριο είναι η αποκάλυψη από μέρους του Αιτητή καλής υπεράσπισης η οποία να δικαιολογεί το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ταυτόχρονα το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συμπεριφορά του Αιτητή. Όπου η συμπεριφορά του Αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941). Ο Αιτητής θα πρέπει να καταδείξει στο Δικαστήριο σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψη του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο όπως και ότι επεδίωξε το επανάνοιγμα της υπόθεσης σε σύντομο χρόνο. Όσον αφορά την προϋπόθεση να ικανοποιήσει ο Αιτητής το Δικαστήριο ότι έχει επί της ουσίας της υπόθεσης εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Αρκεί να εγείρει ότι έχει καλή υπεράσπιση πράγμα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο ερευνεί τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως Υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό, δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης (Μαρία Λευκίδου v. Άριστος Κανναουρίδης
(1999)1(A) Α.Α.Δ.528. Στην υπόθεση Λευκίδου (πιο πάνω) αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με κάποια σύγχυση στη νομολογία που μπορεί να προκλήθηκε από την υπόθεση Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 736). «.. Η υπόθεση Νεάρχου με όλο τον σεβασμό, δεν απομακρύνθηκε από αλλά εκδόθηκε σύμφωνα με τις αρχές Evans v. Bartlam απόσπασμα της οποίας και παραθέτει. Αναφέρεται γενικά στην ανάγκη απόδειξης αμφισβητηθέντων γεγονότων ενόψει της Δ.48 θ4 αλλά, ταυτόχρονα τονίζει πως ό,τι απαιτείται είναι εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο θέμα.» Στην υπόθεση Λευκίδου (πιο πάνω) αναφέρθηκε ότι η νομολογία σε σχέση με τη Δ.48, θ4 εφαρμόζεται και σε περιπτώσεις αιτήσεως για παραμερισμό σε σχέση με γεγονότα τα οποία στη βάση των αρχών της Evans v. Bartlam πρέπει να αποδειχθούν. Όπως για παράδειγμα, μπορεί να είναι οι λόγοι της μη εμφάνισης ή της όποιας καθυστέρησης. Με βάση τις πιο πάνω νομολογημένες αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω το αίτημα των αιτητών σε συνάρτηση με τους λόγους ένστασης που προβάλλει ο Καθ'ου η Αίτηση και σημειώνοντας εκ των προτέρων ότι η αίτηση καταχωρήθηκε εντός της προθεσμίας των 15 ημερών που προνοούν οι θεσμοί. Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε το έτος 2008 και όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης αφού ακολούθησαν διάφορα διαδικαστικά διαβήματα μεταξύ των οποίων η εκδίκαση προσωρινού Διατάγματος και αίτησης εκ μέρους των εναγόντων για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης η υπόθεση ορίσθηκε συνολικά τρεις φορές για ακρόαση. Ο λόγος μη εμφάνισης των εναγόντων και του δικηγόρου τους κατά την ημέρα που ήταν ορισμένη η υπόθεση για ακρόαση όπως αυτός προβάλλεται μέσα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση έχει ως αφετηρία το γεγονός ότι ο δικηγόρος των εναγόντων κατά την εν λόγω ημέρα αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα υγείας. Ο λόγος που προβάλλεται για την απουσία του δικηγόρου των εναγόντων δεν θα μπορούσε να λεχθεί ότι εκ πρώτης όψεως κρίνεται ως μη σοβαρός. Τα διαβήματα όμως που ελήφθησαν στη συνέχεια, όπως διαφάνηκε υπήρξαν ανεπαρκή. Η αποστολή εκ μέρους του δικηγόρου των εναγόντων τηλεομοιότυπου όπως αναφέρεται πιο πάνω έχει διαφανεί πως δεν ήταν ικανοποιητική υπό τις περιστάσεις. Όσον αφορά τη μη παρουσία των ίδιων των εναγόντων στο Δικαστήριο κατά την ημέρα που η υπόθεση τους ήταν ορισμένη για ακρόαση, υπό τις περιστάσεις, δεν κρίνεται αιτιολογημένη. Το ότι ο δικηγόρος τους αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα υγείας την ημέρα της ακρόασης δεν θα ήταν μοιραίο για τους σκοπούς της υπόθεσης. Εφόσον υπήρχε αυτό το δεδομένο, όφειλε η πλευρά των εναγόντων, να φροντίσουν να παρουσιασθούν ενώπιον του Δικαστηρίου και να ενημερώσουν έγκαιρα για την απουσία του δικηγόρου τους ή και να βεβαιωθούν ότι θα εκπροσωπούνταν ενώπιον του Δικαστηρίου από άλλο δικηγόρο. Ακόμα και αν η μη εμφάνιση των αιτητών οφείλεται στις οδηγίες του δικηγόρου τους και πάλι δεν μπορεί να μη θεωρηθεί ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν αδικαιολόγητα να εμφανιστούν στο Δικαστήριο κατά την ημέρα της ακρόασης της υπόθεσης (βλ. Θεμιστοκλής Σολωμού Χαραλαμπίδης v. Ιακώβου Πέτρου
(2005)1B Α.Α.Δ. 785. Από την άλλη, ο δικηγόρος των εναγόντων, όπως φαίνεται από τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, ενώ δεν κατόρθωσε να λάβει οποιανδήποτε διαβεβαίωση ότι οι ενάγοντες θα εκπροσωπούνταν τελικά ενώπιον του Δικαστηρίου από άλλο δικηγόρο και συγκεκριμένα τον κ. Κουκουμά, με τον οποίο δεν κατέστη δυνατό να επικοινωνήσει, εν τούτοις, προέτρεψε τους ενάγοντες να μην εμφανισθούν στο Δικαστήριο. Παρατηρώ περαιτέρω, ότι, οι ισχυρισμοί που προέβαλαν οι αιτητές σε σχέση με το λόγο που δεν εμφανίσθηκαν στο Δικαστήριο καθώς και με τις υπόλοιπες ενέργειες που έγιναν, ούτως ώστε, να γνωστοποιηθεί ο λόγος της απουσίας τους, οι οποίοι αμφισβητούνται με την ένσταση του καθ'ου η αίτηση, έμειναν αναπόδεικτοι σε επίπεδο ισχυρισμών στην απουσία αντεξέτασης της ενόρκως δηλούσας Αθανασίας Γρηγορίου ή καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Με βάση τη Διάταξη 48Θ 4
(2)των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας όπως αυτός τροποποιήθηκε αλλά και την νομολογία η ακρόαση και κατ' επέκταση απόδειξη των αμφισβητούμενων θέσεων και ισχυρισμών του κάθε διαδίκου σε τέτοιες αιτήσεις, όπως η παρούσα, βασίζεται στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση, αλλά και σε μαρτυρία που δυνατό να προσφερθεί, είτε μέσω συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων που δύναται να καταχωρηθούν μετά από αίτημα οποιουδήποτε διαδίκου και σχετικής άδειας του Δικαστηρίου, είτε μέσω αντεξέτασης του ενόρκως δηλούντα κατά την ακρόαση της αίτησης είτε με συνδυασμό αυτών ανάλογα βέβαια με το ποιος έχει την ευθύνη να αποσείσει το βάρος απόδειξης. Σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση αίτηση, το βάρος απόδειξης ότι θα πρέπει να εγκριθεί η επαναφορά της αγωγής για τους λόγους που ο αιτητής επικαλείται βρίσκεται στους ώμους του αιτητή. Ανεξάρτητα όμως των πιο πάνω, διαπιστώνεται, ότι, οι αιτητές απέτυχαν πλήρως να αποκαλύψουν εκ πρώτης όψεως ότι έχουν καλή απαίτηση. Καμία αναφορά δεν γίνεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση που να οδηγεί προς αυτή την κατεύθυνση. Κανένα στοιχείο δεν αποκαλύπτεται που να υποστηρίζει τις πιθανότητες επιτυχίας της αξίωσης των εναγόντων-αιτητών κάτι που είχαν υποχρέωση να πράξουν σύμφωνα με τις αρχές που τάσσει η νομολογία. Όπως προκύπτει από τη νομολογία οι αιτητές οφείλουν να παραθέσουν τα γεγονότα που κατά τη θέση τους εγείρουν μια καλή υπόθεση επί της ουσίας. Δεν αναμένεται να πείσουν για την ύπαρξη των γεγονότων αυτών. Είναι αρκετό να επικαλεστούν ότι αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Συνεπώς έστω και αν ο Καθ'ου η Αίτηση διαψεύδει τα γεγονότα δεν γεννιέται υποχρέωση του Αιτητή να αποδείξει την αλήθεια τους. Έχει νομολογηθεί ότι η αποκάλυψη μιας καλής υπόθεσης και/ή συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να ασκείται μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Στην παρούσα περίπτωση δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία και γεγονότα που να καταδεικνύουν μια καλή υπόθεση εκ μέρους των αιτητών. Ήταν υποχρέωση των αιτητών να παραθέσουν στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση στοιχεία και γεγονότα τέτοια που να αποκαλύπτεται μια καλή υπόθεση. Χωρίς την παράθεση οποιονδήποτε στοιχείων το Δικαστήριο δεν είναι δυνατόν να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια για να επανανοίξει την υπόθεση. Μια από τις κύριες προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία για να μπορέσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να διατάξει το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης είναι και η αποκάλυψη μιας καλής υπόθεσης πράγμα που στην υπό εξέταση περίπτωση δεν έχει γίνει με αποτέλεσμα να προδιαγράφεται και το αποτέλεσμα της παρούσας αίτησης που δεν μπορεί να είναι άλλο από την απόρριψη. Το ζήτημα της μη αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως καλής απαίτησης εγείρεται με την ένσταση του καθ'ου η αίτηση, εν τούτοις, οι αιτητές δεν έλαβαν οποιοδήποτε διορθωτικό μέτρο, με βάση τις πρόνοιες των σχετικών Κανονισμών. Ούτε βέβαια και μπορεί να προκύψει εκ πρώτης όψεως καλή υπόθεση μόνο από το δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης ως ήταν η εισήγηση του δικηγόρου των αιτητών στο στάδιο των αγορεύσεων. Συνακόλουθα των πιο πάνω, ένεκα της έλλειψης οποιασδήποτε μαρτυρίας ως προς την προϋπόθεση της ύπαρξης καλής υπόθεσης από μέρους των Αιτητών η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Περαιτέρω οι Αιτητές για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω παρέλειψαν να αποδείξουν σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψη τους να εμφανιστούν στο Δικαστήριο κατά την ημέρα και ώρα της ακρόασης της παρούσας υπόθεσης. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, δεν θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του αιτήματος των αιτητών και ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των Εναγόντων-αιτητών και υπέρ του Εναγόμενου-Καθ'ου η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο