Χαράλαμπος Μυλωνάς ν. Νίκος Ε. Παπαχαραλάμπους, Αρ. Αγ: 2533/10, 24/11/11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A148 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγ: 2533/10 Μεταξύ: Χαράλαμπος Μυλωνάς, από τη Λευκωσία Ενάγοντας και Νίκος Ε. Παπαχαραλάμπους, από τους Τρούλλους Εναγομένου Hμερομηνία: 24/11/11 Eμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα - Καθ'ου η Αίτηση: κος. Χειμώνας Για τον Εναγόμενο - Αιτητή: κος. Ευσταθίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 26.10.10 εξεδόθηκε απόφαση υπερ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €80.000 με τόκο 5,5% ετησίως από τις 17.9.10 μέχρι εξοφλήσεως. Η αναφερόμενη απόφαση εξεδόθη ερήμην του εναγόμενου, ο οποίος ενώ του επεδόθηκε δεόντως το κλητήριο ένταλμα παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. Στις 25.8.11 ο εναγόμενος καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητά την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό της απόφασης που εξεδόθη εναντίον του. Με την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει αναφέρει τους λόγους της μη εμφάνισης του στην αγωγή και προβάλλει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αξίωση του ενάγοντα. Στις 7/9/11 ο εναγόμενος με μονομερή αίτηση της ίδιας ημερομηνίας εξασφάλισε διάταγμα σύμφωνα με το οποίο αναστέλλεται η εκτέλεση της υπό αναφορά απόφασης με αποτέλεσμα να αναστέλλεται ταυτόχρονα και το ένταλμα κατάσχεσης ημερομηνίας 22/8/11 για την πώληση σε δημόσιο πλειστηριασμό των κατασχεθέντων μηχανημάτων και συγκεκριμένα α) ένας σπαστήρας πάνω σε τροχούς και μηχανή β) ένα κόσκινο και γ) 4 αναβατόρια. Μετά την επίδοση του πιο πάνω διατάγματος ο ενάγοντας εξεδήλωσε την πρόθεση του για ένσταση στη συνέχιση ισχύος του διατάγματος και προς τούτο καταχώρησε σχετική ειδοποίηση ημερομηνίας 29/9/
- Αποτέλεσμα τούτου ήταν να ορισθεί για ακρόαση η αίτηση του εναγομένου για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης η οποία και διεξήχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ειδοποίηση ένστασης και στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων. Η μονομερής αίτηση του εναγόμενου στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.40 Θ.1 και 11 Δ.48 Θ.1,2,4, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, στον περί Δικαστηρίων Νόμο και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση, που υποστηρίζει την αίτηση, επεξηγεί τους λόγους της μη εμφάνισης του στην αγωγή προβάλλοντας ταυτόχρονα ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αξίωση του ενάγοντα. Περαιτέρω ο εναγόμενος αναφέρει ότι κατά την καταχώρηση της αίτησης για παραμερισμό της εκδοθείσας εναντίον του απόφασης, μετά από τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε με τον ενάγοντα ο τελευταίος τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα προχωρούσε με την εκτέλεση του εντάλματος κινητών και αυτός είναι ο λόγος που δεν καταχώρησε ταυτόχρονα με την αίτηση παραμερισμού και αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης. Είναι η θέση του ότι στην περίπτωση που δεν αποφευχθεί η εκτέλεση του εντάλματος θα υποστεί τις συνέπειες της πώλησης και της οριστικής απώλειας των κινητών που κατασχέθησαν δηλαδή θα απωλεσθεί το αντικείμενο της διαφοράς. Ισχυρίζεται, ότι, στην περίπτωση που δεν εγκριθεί το αίτημα του, θα υποστεί μια ανεπανόρθωτη οικονομική καταστροφή διότι η εκτέλεση πώλησης των κινητών θα ελάμβανε χώρα άμεσα. Τέλος ο εναγόμενος πιστεύει ότι με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ουδεμία ζημιά θα υποστεί ο ενάγοντας-καθ'ου η αίτηση και δηλώνει πρόθυμος να παράσχει οποιαδήποτε εγγύηση προς αυτόν στην περίπτωση που το Δικαστήριο διατάξει σχετικά. Η ειδοποίηση ένστασης του εναγόμενου στηρίζεται επί του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 άρθρα 4, & 7, 86-91 επί του περί Δικαστηρίων Νόμου αρ.14/60 άρθρα 21 & 32 επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.40 Θ.1 & 11 Δ.48 Θ.1-4 & 9 επί της πρακτικής και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και επί των Γενικών Αρχών του Νόμου. Στην ειδοποίηση ένστασης του ενάγοντα αποτυπώνονται σωρεία λόγων ένστασης που συνοψίζονται στο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για να παραμείνει το Διάταγμα σε ισχύ και περαιτέρω ότι ο εναγόμενος όταν αποτάθηκε στο Δικαστήριο για την έκδοση του Διατάγματος δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο όλα τα πραγματικά γεγονότα. Με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση του ο ενάγοντας αρνείται τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου. Ιδιαίτερα αρνείται τους λόγους που προβάλλει ο εναγόμενος για να δικαιολογήσει την μη εμφάνιση του στην αγωγή αλλά και την θέση του ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αξίωση που αφορά η αγωγή. Περαιτέρω ο ενάγοντας ισχυρίζεται πως ο εναγόμενος δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο την αλήθεια αναφορικά με το πότε πληροφορήθηκε την έκδοση της απόφασης. Είναι η θέση του ότι η γνώση του εναγόμενου ήταν πολύ πριν την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης και αυτή χρονολογείται από τον Ιούνιο του 2011 όταν εκτελέσθηκε εναντίον του ένταλμα πώλησης κινητής περιουσίας που έλαβε χώρα στο χώρο της οικίας του και εισπράχθηκε έναντι της απόφασης το ποσό των €
- Προς τούτο ο ενάγοντας επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση τη σχετική ειδοποίηση του αρμόδιου υπαλλήλου και το δελτίο είσπραξης του αναφερόμενου ποσού. Η ακρόαση της υπόθεση διεξήχθηκε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι συνήγοροι των δύο πλευρών με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Εξουσία για αναστολή εκτέλεσης απόφασης παρέχεται από τις πρόνοιες του άρθρου 47 του Ν.14/60 και με τις πρόνοιες της Δ.40 Θ.
- Παρατηρώ ότι η αίτηση του εναγόμενου στηρίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 γενικά και όχι συγκεκριμένα το άρθρο 47 αλλά ούτε και στο άρθρο 32 που περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα. Στηρίζεται επίσης στη Δ.40 Θ.1 και 11 και όχι στο θεσμό
- Ο θεσμός 11 της Διαταγής 40 αφορά την εμφάνιση υστερογενών της δικαστικής απόφασης στοιχείων που θα δικαιολογούσαν αναστολή κάτι που δεν είναι η περίπτωση εδώ. Θεωρώ όμως ότι η πιο πάνω παράλειψη συμπερίληψης στην αίτηση των συγκεκριμένων άρθρων του Ν.14/60 και της ορθής δικονομικής διάταξης με βάση την Δ.48 Θ.1 και 2 συνιστά θεραπεύσιμη παρατυπία. Στην υπόθεση Wunderlich κ.α. v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366 κρίθηκε ότι η μη συμμόρφωση με την Δ.48 Θ.1 δεν συνιστά ουσιώδη παράλειψη αλλά ισοδυναμεί με παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη. Στην υπό εξέταση περίπτωση η αίτηση στηρίζεται στο Ν.14/60και στη Δ.40 και εφόσον δεν βλέπω να υπάρχει οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός του καθ' ου η αίτηση, έχοντας υπόψη ότι το λεκτικό του αιτητικού είναι σαφές κρίνω ότι είναι δίκαιο όπως ο αιτητής απαλλαγεί από την πιο πάνω παρατυπία. Το άρθρο 47 του Ν.14/60 προνοεί ότι: «Η απόφασις οιουδήποτε δικαστηρίου, επιφυλασσομένης οιασδήποτε εν αυτή περιεχομένης αντιθέτου διαταγής και ασχέτως του γεγονότος ότι αύτη έχει ληφθή επί παραλείψει υποβολής εγγράφων προτάσεων ή εμφανίσεως οιουδήποτε διάδικου, θα είναι δεσμευτική δι' όλους τους διαδίκους ευθύς ως αυτή εκδοθή, ασχέτως προς οιανδήποτε έφεσιν κατ' αυτής, αλλά το δικαστήριον υπό του οποίου εκδίδεται η τοιάυτη απόφασις, ή οιονδήποτε δικαστήριον έχον δικαιοδοσίαν να εκδικάση κατ' έφεσιν την τοιαύτην απόφασιν δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνον, εάν θεωρήση τούτο πρέπον, και ασχέτως προς το εάν εξεδόθη ή μη διάταγμα προς εκτέλεσιν αυτής να διατάξη όπως ανασταλή ή εκτέλεσις της τοιαύτης αποφάσεως δια τοσαύτον χρονικόν διάστημα και υπό τοιούτους όρους ή άλλως, ως ήθελε κρίνει ορθόν το τοιούτον δικαστήριον.» Η Δ.40 Θ.7(β) παρέχει διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο όπως «κατά ή μετά το χρόνο που δίδει την απόφαση ή το διάταγμα να αναστείλει την εκτέλεση μέχρι τέτοιου χρόνου που θα ήθελε θεωρήσει πρέποντα. (βλ. Νίκου Νικολάου v. Κυριάκου Πολυδώρου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1423). Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.40 Θ.7(β) ασκείται κατ' αναλογία με βάση τις αρχές που διέπουν τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.35 Θ.18 (βλ. Anderson & Coltman Ltd v. Sonco Canning Ltd
(1982)JSC 325). Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου βάσει της Δ.35 Θ.18 έχουν αναλυθεί σε πλούσια νομολογία. Στην απόφαση The Covernor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Sapphire Seas
(2001)1 A.Α.Δ. 955 ειπώθηκαν τα ακόλουθα: «Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μην μείνει ο άλλος, αν νικήσει με κενά χέρια. Σ' αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας.» Στην Νεοφύτου v. Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 592 αναφέρθηκε ότι: «Η άσκηση έφεσης δεν αναιρεί ούτε αναστέλλει την πρωτόδικη απόφαση. Η απόφαση παραμένει ισχυρή και διατηρεί το τελεσίδικο της χαρακτήρα μέχρι την τροποποίηση ή ανατροπή της από το Ανώτατο Δικαστήριο στην άσκηση της δευτεροβάθμιας δικαιοδοσίας του. Οποιαδήποτε τροποποίηση ή ανατροπή της πρωτόδικης απόφασης έχει αναδρομική ισχύ και συνεπάγεται ανάλογα με την περίπτωση της αναδιαμόρφωση της πρωτόδικης απόφασης. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή πρωτόδικης απόφασης εξαρτάται από το αποτέλεσμα της εξισορρόπησης δύο εξίσου σημαντικών παραγόντων για την απονομή της δικαιοσύνης. Τη διασφάλιση αφενός, του τελεσίδικου χαρακτήρα της πρωτόδικης απόφασης και της απόδοσης στο διάδικο που έχει επιτύχει των καρπών της επιτυχίας του και την εξασφάλιση, αφετέρου, της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης». Στις A.B.P. Holdings Ltd & Άλλου v. Ανδρέα Κιταλίδη & Άλλων
(1994)1 Α.Α.Δ. 287 και Βογαζιανού v. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1. Α.Α.Δ.1147) όπου επαναδιατυπώθηκαν οι αρχές ελέχθηκε περαιτέρω ότι «οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις. Το πλαίσιο για την διάγνωση των δικαιωμάτων του εφεσείοντα σε συνάρτηση με την αποτίμηση των λόγων της έφεσης είναι η ακρόαση της έφεσης. Μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου.» Στην υπόθεση Μέγας Χ΄΄Ευαγγέλου v. Dorami Marine Ltd & Others
(1991)1 Α.Α.Δ. 172, κατά την ανάλυση των δύο αρχών, με βάση τις οποίες ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, αναφέρθηκε πως μόνο η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων είναι δυνατό να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης αρχής, σε βάρος της πρώτης. Στην εν λόγω υπόθεση, ο ισχυρισμός των αιτητών ότι ο ενάγων είναι ολότελα ανάβολος και ως εκ τούτου αν εισπράξει τα χρήματα, θα είναι αδύνατο για τους αιτητές να επαναεισπράξουν αυτά, κρίθηκε αρκετός για να χορηγηθεί ανστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την τελική εκδίκαση της αίτησης με κλήση, υπό τους όρους που έθεσε το Δικαστήριο. Στην Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, κρίθηκε ότι η άμεση εκτέλεση των έργων που προγραμμάτιζαν οι εφεσίβλητοι, σε περίπτωση άρνησης χορήγησης της αναστολής, θα καθιστούσε αδύνατη την αποκατάσταση των εφεσειόντων στα υποστατικά και θα έτεινε να μειώσει την δραστικότητα του δικαιώματος για έφεση. Στην BP Holdings Ltd (πιο πάνω), το Ανώτατο Δικαστήριο έλαβε υπόψη, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας με βάση τις δύο αρχές, την μάλλον κακή οικονομική κατάσταση του εφεσίβλητου και το ότι τα χρήματα θα καταβάλλονταν για χρέη του εφεσίβλητου στη τράπεζα, τα οποία δεν θα επιστρέφονταν και κατέληξε πως αν δεν εγκρίνετο η αναστολή, η έφεση θα αποστερείτο της αποτελεσματικότητας της. Στην Βογαζιανού v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (πιο πάνω) τονίσθηκε ότι η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν είναι ο δεσπόζων και αποφασιστικός παράγοντας στην επίλυση του ζητήματος της αναστολής και ελέχθηκε ότι: «Το ορθό κριτήριο για την παροχή δικαστικής αναστολής έγκειται στην εξισορρόπηση δύο παραγόντων. Πρώτον, της φυσιολογικής προσδοκίας να δρέψει άμεσα τους καρπούς της νίκης του στο δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε, και δεύτερον, την ανάγκη η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μην χάσει τη σημασία της μένοντας χωρίς κανένα αντίκρισμα». To κατά πόσο θα δοθεί η αναστολή είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου η οποία ασκείται υπό το φως των πιο πάνω νομικών αρχών σε συνάρτηση με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, στην παρούσα περίπτωση το διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης εδόθηκε μονομερώς. Θα πρέπει συνεπώς να κριθεί κατά πόσο τα περιστατικά της υπόθεσης επιτρέπουν την συνέχιση της ισχύος του διατάγματος και εξετάζοντας κατά προτεραιότητα το εγειρόμενο θέμα της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, έχοντας υπόψη, ότι, τυχόν μη αποκάλυψη εκ μέρους του αιτητή όλων των ουσιωδών γεγονότων που ήταν σε γνώση του ή θα μπορούσε με εύλογη έρευνα να ήταν σε γνώση του θα ήταν καταλυτική για την μη εξακολούθηση της ισχύος του διατάγματος. Η νομολογία αποδίδει μεγάλη σημασία στην πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη εκ μέρους του αιτητή όταν αυτός προσφεύγει μονομερώς στο Δικαστήριο επιδιώκοντας θεραπεία με την έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος σε βαθμό που η μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων να συνεπάγεται την άμεση ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο την αλήθεια αναφορικά με το πότε πληροφορήθηκε την έκδοση της απόφασης και δεν είναι αλήθεια ότι όταν αυτός πληροφορήθηκε την έκδοση της απόφασης εναντίον του καταχώρησε την αίτηση παραμερισμού της απόφασης. Η γνώση του εναγόμενου ήταν πολύ πριν τις 25.8.11 που αυτός καταχώρησε την αίτηση παραμερισμού και χρονολογείται από τον Ιούνιο του 2011 όταν εκτελέσθηκε μερικώς η απόφαση με την εκτέλεση εντάλματος πώλησης κινητής περιουσίας του εναγομένου που έλαβε χώρα στην οικία του στους Τρούλλους και εισπράχθηκε έναντι της εκδοθείσας απόφασης το ποσό των €400. Προς επιβεβαίωση των πιο πάνω ο ενάγοντας επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση του ως τεκμήριο 1 την ειδοποίηση του αρμόδιου υπαλλήλου του Δικαστηρίου προς τον εναγόμενο και ως τεκμήριο 2 την σχετική απόδειξη είσπραξης. Σημειώνω ότι οι πιο πάνω ισχυρισμοί του ενάγοντα παρέμειναν αναντίλεκτοι αλλά και επιπρόσθετα ότι με το τεκμήριο 1 φαίνεται πως ο εναγόμενος στις 10/6/11 υπέγραψε την ειδοποίηση του αρμόδιου υπαλλήλου και έλαβε γνώση για την πώληση των αντικειμένων που κατασχέθησαν με την εκτέλεση του εντάλματος πώλησης κινητών που εκδόθηκε εναντίον του προς εκτέλεση της απόφασης και που θα ελάμβανε χώρα στις 17/6/11. Υποχρέωση του εναγόμενου ήταν να αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία πιθανόν να επηρέαζαν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στην έκδοση ή μη του διατάγματος. Σύμφωνα με τη νομολογία ο εναγόμενος θα έπρεπε να αποκαλύψει όχι μόνο τα γεγονότα που ήταν γνωστά σε αυτόν αλλά και εκείνα τα οποία θα μπορούσε να αποκαλύψει με εύλογη έρευνα. Η βάση του διατάγματος ανατρέπεται από τη μη αποκάλυψη γεγονότων εξ' αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση M. & Ch. Mitsingas Trading v. Timberland Co of U.S.A
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791 υποδεικνύεται ότι ουσιώδες είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ' αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για προσωρινό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Επιπλέον σε μονομερείς αιτήσεις ουσιώδη είναι τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του θέματος. Στην Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 αναφέρεται ότι: «Είναι βασική αρχή δικαίου ότι το Δικαστήριο αποφασίζει τις διαφορές των μερών αφού ακούσει και τους δύο διαδίκους. Δεν εκδίδει διαταγή πριν ακούσει και το άλλο μέρος». Κατά παρέκκλιση όμως, ο νομοθέτης, για επείγουσες περιπτώσεις ή άλλες ιδιάζουσες περιστάσεις, για να είναι αποτελεσματική ή θεραπεία επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος. Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima Fides). Ο αιτητής έχει καθήκον και υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του Διατάγματος λόγω απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά εξ' αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου οπόταν στην απουσία του αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής (βλ. Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου,
(1998)1Β Α.Α.Δ. 598). Από τα πιο πάνω στοιχεία που αποκαλύπτει ο ενάγοντας - καθ' ου η αίτηση στη δική του ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, διαφαίνεται ότι, διαφοροποιείται ουσιαστικά η εικόνα την οποία είχε παρουσιάσει μονομερώς στο Δικαστήριο ο εναγόμενος-αιτητής κυρίως σε ότι αφορούσε τα γεγονότα που σχετίζονταν με το κατεπείγον του θέματος. Ο εναγόμενος όταν αποτάθηκε στο Δικαστήριο όχι μόνο απέκρυψε την πραγματικότητα αναφορικά με τον χρόνο κατά τον οποίο ήρθε σε γνώση του η έκδοση της απόφασης αλλά ρητά αναφέρει ότι πληροφορήθηκε την απόφαση στις 22.8.11 όταν του επιδόθηκε η ειδοποίηση του δικαστικού επιδότη για την πώληση των μηχανημάτων που κατασχέθηκαν για να πωληθούν σε δημόσιο πλειστηριασμό. Απέφυγε όμως επιμελώς να αναφέρει ότι τέτοια ειδοποίηση του επιδόθηκε και στις 10.6.11 σε σχέση με την πώληση άλλων αντικειμένων που κατασχέθηκαν προς εκτέλεση της απόφασης. Προκύπτει συνεπώς ξεκάθαρα ότι ο εναγόμενος ενώ τουλάχιστον από τις 10.6.11 γνώριζε για την ύπαρξη της απόφασης, καταχώρησε την μονομερή αίτηση του στις 7.9.11 καθώς και την αίτηση δια κλήσεως για παραμερισμό της απόφασης στις 25.8.11, δίνοντας στο Δικαστήριο την παραπλανητική εικόνα ότι πρόσφατα είχε πληροφορηθεί για την απόφαση. Για να καλύψει δε το χρόνο που διέρρευσε από την καταχώρηση της δια κλήσεως αίτησης μέχρι την καταχώρηση της μονομερούς αιτήσεως, προβάλλει τον ισχυρισμό, ότι, κατά τη διαδικασία της καταχώρησης της αιτήσεως για παραμερισμό της απόφασης, επικοινώνησε ο ίδιος ο ενάγοντας μαζί του και του υποσχέθηκε ότι δεν θα προχωρούσε με την εκτέλεση της απόφασης. Ο ενάγοντας όμως με τη δική του ένορκη δήλωση αρνείται ότι έδωσε στον εναγόμενο υπόσχεση πως δεν θα προχωρήσει με την εκτέλεση της απόφασης, ένας ισχυρισμός, που επίσης παρέμεινε αναντίλεκτος αλλά και που ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο ενάγοντας είχε προχωρήσει με μέτρα εκτέλεσης και στο παρελθόν και συγκεκριμένα με την έκδοση του προηγούμενου εντάλματος πώλησης κινητής περιουσίας το οποίο εκτελέστηκε στις 17.6.11 και για το οποίο ο εναγόμενος έλαβε γνώση στις 10.6.
- Πιστεύω ότι, η μη αποκάλυψη από τον εναγόμενο του γεγονότος ότι γνώριζε για την απόφαση τουλάχιστον από τις 10.6.11 και η εκ μέρους του παρουσίαση άλλων γεγονότων, με σκοπό να πείσει το Δικαστήριο για το κατεπείγον έκδοσης του διατάγματος, δίνοντας με τα λεγόμενα του μια εικόνα σαφώς ευνοϊκότερη γι' αυτόν, συνιστά σοβαρή παρασπονδία σε σχέση με το καθήκον που είχε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Διαφαίνεται πως με το αιτούμενο διάταγμα ο εναγόμενος ουσιαστικά επιδίωκε μόνο να αναστείλει και ή να σταματήσει την πώληση των συγκεκριμένων αντικειμένων που κατασχέθηκαν με το δεύτερο ένταλμα εκποίησης, κάτι που δεν το έπραξε όταν στις 10.6.11 ειδοποιήθηκε για την πώληση άλλης κινητής περιουσίας του, που κατασχέθηκε δυνάμει εντάλματος εκποίησης που προηγήθηκε. Κρίνω ότι τα μη αποκαλυφθέντα από τον αιτητή γεγονότα καθώς και ο γενικότερος τρόπος παρουσίασης της υπόθεσης του οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο αιτητής παρέλειψε να εκπληρώσει την υποχρέωση του για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη γεγονότων που θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο κατά το χρόνο που εξέτασε την μονομερή αίτηση να προβληματιστεί κατάλληλα και να ασκήσει ορθά και δίκαια τη διακριτική του ευχέρεια. Όπως δε αναφέρθηκε στην υπόθεση Anderson (πιο πάνω) προσωρινή αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δεν πρέπει να δίνεται μονομερώς όταν το αίτημα του αιτητή στηρίζεται στη Δ.40 Θ.
- Τούτο προκύπτει σαφώς και από τις πρόνοιες της Δ.48 Θ.8 όπου προβλέπεται ότι αίτηση για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης επιτρέπεται μονομερώς μόνο όταν αυτή βασίζεται στη Δ.40 Θ.11 κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω. Υπό το φως των πιο πάνω η επίπτωση δεν μπορεί να είναι άλλη παρά η άρνηση του Δικαστηρίου να προχωρήσει και εξετάσει την ουσία των εγειρόμενων άλλων θεμάτων καθώς και η ακύρωση του διατάγματος που είχε εκδοθεί στη βάση της μονομερούς αίτησης. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου για σκοπούς πληρότητας και εξεταζόμενης της ουσίας της αίτησης κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τα ακόλουθα. Εξετάζοντας την δια κλήσεως αίτηση για παραμερισμό της απόφασης, δεν θεωρώ ότι μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή την αποτυχία της. Λαμβάνω όμως υπόψη το χρόνο που έχει μεσολαβήσει από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης (26.10.10) μέχρι την καταχώρηση της αίτησης (25.8.11) καθώς και τους λόγους που προβάλλει ο εναγόμενος για την μη εμφάνιση του στην αγωγή οι οποίοι αμφισβητούνται από τον ενάγοντα. Το πλαίσιο για τη διάγνωση της επιτυχίας της αίτησης, σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο αιτητής, δεν μπορεί να είναι άλλο από την ακρόαση της αίτησης. Εν πάση περιπτώσει, οι προοπτικές επιτυχίας της αίτησης στη παρούσα περίπτωση είναι οριακής σημασίας. Όπως προκύπτει από την νομολογία που παρατίθεται αναλυτικά πιο πάνω σε σχέση με την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης εκκρεμούσης της έφεσης και η οποία αναλογικά εφαρμόζεται και στη παρούσα περίπτωση, μόνο η ύπαρξη ειδικών περιστάσεων δικαιολογεί την αναστολή εκτέλεσης απόφασης. Ο σκοπός που εξυπηρετεί η αναστολή εκτέλεσης μιας απόφασης είναι να μην παραμείνει χωρίς αντίκρισμα τυχόν επιτυχία της έφεσης (στη παρούσα περίπτωση της αίτησης παραμερισμού της απόφασης). Ο αιτητής με τα όσα αναφέρει στην ένορκη του δήλωση δεν έχει δείξει γιατί η ενδεχόμενη επιτυχία της αίτησης παραμερισμού θα έχανε την σημασία της. Αντίθετα, δεν υπάρχει ισχυρισμός του αιτητή ότι θα παραμείνει χωρίς αντίκρισμα τυχόν επιτυχία της αίτησης του για παραμερισμό της απόφασης. Καμία αναφορά δεν γίνεται στη ένορκη δήλωση του εναγόμενου ότι ο ενάγοντας δεν θα είναι σε θέση να επιστρέψει το ποσό της απόφασης σε περίπτωση που η αίτηση επιτύχει. Αλλά ούτε και ισχυρίζεται ότι ο ίδιος δεν είναι σε θέση να εξοφλήσει το εξ' αποφάσεως χρέος του κάτι που εν πάση περιπτώσει δεν αποτελεί λόγο έγκρισης του αιτήματος για αναστολή (βλ. Πραξιτέλης Βογαζιανού v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1Β Α.Α.Δ.591). Δεν αποκάλυψε ο αιτητής με ποιο τρόπο το δικαίωμα του για παραμερισμό της απόφασης πλήττεται αποτελεσματικά εάν συμμορφωθεί με την εκδοθείσα εναντίον του απόφαση. Η αόριστη δήλωση του, ότι, στην περίπτωση που δεν δοθεί η αναστολή θα υποστεί τις δραστικότατες συνέπειες της πώλησης αλλά και της οριστικής απώλειας των κινητών που κατασχέθησαν με το ένταλμα εκποίησης, καθώς και η θέση του ότι αν δεν δοθεί η αναστολή θα υποστεί μια ολοκληρωτικά ανεπανόρθωτη οικονομική καταστροφή διότι θα προχωρήσει η εκτέλεση των κατασχεθέντων κινητών, δεν κρίνονται αρκετά για να υποδείξουν ότι το δικαίωμα του για παραμερισμό της απόφασης πλήττεται και ότι η ενδεχόμενη επιτυχία της αίτησης του θα έχανε τη σημασία της (βλ. Loukοs Trading v. Ρέινμποου
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1014). Αντίθετα ο αιτητής παρέλειψε να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση και/ή λεπτομέρειες ή άλλα στοιχεία που να αιτιολογούν την κατά τα άλλα αόριστη θέση του ότι η πώληση των κινητών θα του επιφέρει ανεπανόρθωτη οικονομική καταστροφή. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι δεν έχει υποδειχθεί και καταδειχθεί η ύπαρξη οποιασδήποτε ειδικής περίστασης που να δικαιολογεί την συνέχιση της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της αίτησης για παραμερισμό της απόφασης. Το ότι ο εναγόμενος δήλωσε ότι είναι πρόθυμος να παράσχει οποιαδήποτε εγγύηση επιβάλει το Δικαστήριο, δεν μπορεί να θεωρηθεί αρκετό από μόνο του για να οδηγήσει στη χορήγηση της αναστολής. Ζήτημα εγγύησης εγείρεται μόνο εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις αναστολής (βλ. Loukοs Trading πιο πάνω). Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται. Το προσωρινό Διάταγμα ημερομηνίας 7.9.11 ακυρώνεται. Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος του ενάγοντα-καθ'όυ η αίτηση και εναντίον του εναγόμενου-αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο