Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως ν. Χριστίνας Χατζηαντωνίου, Αρ. Αίτησης: 95/09, 28 Νοεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A151 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον:- Λ. Μουγή, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 95/09 Μεταξύ: Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως (ως αρμόδιας Αρχής, Σύμφωνα με τους Νόμους 7/83 και 121(Ι)/2000 κατόπιν αιτήσεως της Antonia Benedek ως νομίμου αντιπροσώπου του Gyula Benedek, Aιτητή, -και- Χριστίνας Χατζηαντωνίου, από τη Λάρνακα Καθ΄ ης η Αίτηση. 28 Νοεμβρίου, 2011. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον αιτητή: Η κα Λ. Χριστοδουλίδου-Ζαννέτου. Για την καθ΄ ης η αίτηση: Ο κ. Χρ. Πουτζιουρής. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο αιτητής με την παρούσα αίτηση του εξαιτείται διατάγματος του Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει και να διατάσσει την εκτέλεση στην Κύπρο των αποφάσεων του Ουγγρικού Δικαστηρίου Vac αρ. 5.Ρ.21148/2002/13 ημερομηνίας 5.6.2002 και του Ουγγρικού Δικαστηρίου Pest County Court ως εφετείου, ημερομηνίας 20.5.2003 και αριθμού 4Pf.22658/2002/9 εναντίον της καθ΄ ης η αίτηση από τη Λάρνακα. Η αίτηση βασίζεται στον περί της Σύμβασης δια παροχή Νομικής Συνδρομής εις Πολιτικές και Ποινικές Υποθέσεις μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Ουγγαρίας που κυρώθηκε με το Νόμο 7/83, άρθρα 2 - 3 και στα άρθρα 22, 23, 25, 26 και 27 του Πίνακα του Νόμου που είναι η Σύμβαση, στο Νόμο που προνοεί για την Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων νόμος 121
(1)/2000, άρθρα 2, 3, 4 και 5, στη Διαταγή 48 Θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στη νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η υπό κρίση αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Τροοδίας Διονυσίου διοικητικής λειτουργού της υπηρεσίας δημόσιας διοίκησης και προσωπικού η οποία είναι τοποθετημένη στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι προβαίνει στην ένορκη δήλωση της από γεγονότα τα οποία γνωρίζει και από πληροφορίες που περιέπεσαν σε γνώση της από επίσημα έγγραφα που τις απέστειλαν οι αρχές της Ουγγαρίας. Αναφέρει περαιτέρω και σε σχέση με την ουσία του αιτήματος ότι στις 15/7/06 λήφθηκε αίτημα από το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Ουγγαρίας για αναγνώριση και εκτέλεση απόφαση του Ουγγρικού Δικαστηρίου που υποβλήθηκε από την Antonia Benedek ως νόμιμη κληρονόμο και αντιπρόσωπο του Gyula Benedek εναντίον της καθ΄ ης η αίτηση. Η αίτηση αφορά την απόφαση Δημοτικού Δικαστηρίου Vac αρ. 5.Ρ.21148/2001/13 ημερ. 5/6/02 για αστικό χρέος εναντίον της καθ΄ ης η αίτηση και προς όφελος του Gyula Benedek δυνάμει του Ουγγρικού Αστικού Κώδικα. Επίσης η αίτηση αφορά και την απόφαση του Pest County Court ως Εφετείου αρ. 4.Pf.22568/2002/9 ημερ. 20/5/03 το οποίο επικύρωσε την ως άνω πρωτόδικη απόφαση. Η καθ΄ ης η αίτηση ειδοποιήθηκε από το Δικαστήριο του Vac με αποστολή του κλητηρίου το οποίο η καθ΄ ης η αίτηση παρέλαβε. Ο Gyula Benedek στις 15/7/04 απεβίωσε και αντικαταστάθηκε στη δικαστική διαδικασία από την κόρη και νόμιμη κληρονόμο του Antonia Benedek. H καθ΄ ης η αίτηση εμφανίστηκε στο Εφετείο και εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο. Αναφέρει τέλος η ενόρκως δηλούσα ότι η απόφαση του Ουγγρικού Εφετείου είναι τελεσίδικη και εκτελεστή αφού πρόκειται για έφεση και όπως πληροφορείται είναι τελική διαδικασία και ότι ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις της σύμβασης για εγγραφή της αλλοδαπής απόφασης. Η καθ΄ ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση με τους ακόλουθους συγκεκριμένους λόγους:
- Η αίτηση ημερομηνίας 2/12/2009 στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση και/ή στηρίζεται σε μη ορθή νομική βάση.
- Η απόφαση η οποία αναφέρεται στην αίτηση και στην ένορκο δήλωση που τη συνοδεύει δεν είναι έγκυρη και εκτελεστή εφ΄ όσον έχει εκδοθείς τις 05/06/2002 και έχει παραγραφεί σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα της Ουγγαρίας.
- Οι αιτητές δε δίδουν στην ένορκο δήλωση τους οποιαδήποτε δικαιολογία για τη μακρά καθυστέρηση υποβολής της αίτησης και για την μη λήψη μέτρων εκτέλεσης της επίδικης απόφασης.
- Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας για εγγραφή και εκτέλεση της εν λόγω απόφασης.
- Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις της σύμβασης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Ουγγαρίας για εγγραφή και εκτέλεση της εν λόγω απόφασης.
- η μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους των αιτητών να καταχωρήσουν την αίτηση τους επηρεάζει δυσμενώς συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα της καθ΄ ης η αίτηση για σύντομη και δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης της.
- Η αίτηση για εγγραφή της απόφασης είναι εκπρόθεσμη σύμφωνα με τους Δικονομικούς Θεσμούς εφόσον έχει παρέλθει χρόνος πέραν των 6 ετών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης και δεν έχει ανανεωθεί η ισχύς της για να μπορεί να εκτελεσθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της ίδιας της καθ΄ ης η αίτηση η οποία πέραν των άνω λόγων ένστασης τους οποίους επαναλαμβάνει αναφέρει ότι από έρευνες του δικηγόρου της στο διαδίκτυο αναφορικά με το νόμο της Ουγγαρίας που αφορά την εκτέλεση Δικαστικής απόφασης Δικαστηρίου της Ουγγαρίας θα πρέπει η αίτηση να απορριφθεί καθ΄ όσον η αξίωση εκτέλεσης της επίδικης απόφασης έχει παραγραφεί σύμφωνα με τον Αστικό Κώδικα της Ουγγαρίας. Επισυνάπτεται επίσης ως τεκμήριο πιστή μετάφραση του άρθρου 57 του νόμου LIII του
- Είναι επίσης θέση της ότι η αίτηση για εγγραφή είναι εκπρόθεσμη σύμφωνα με τους δικονομικούς θεσμούς αφού έχει παρέλθει χρόνος πέραν των 6 ετών από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης και δεν έχει ανανεωθεί η ισχύς της για να δύναται να εκτελεστεί στην Κύπρο. Και οι δύο πλευρές ζήτησαν και έλαβαν άδεια από το Δικαστήριο και καταχώρησαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Από πλευράς αιτητών η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι από πληροφορίες της δικηγόρου που χειρίζεται την υπόθεση και σε σχέση με τη θέση της καθ΄ ης η αίτηση περί παραγραφής, το γεγονός της αποστολής της απόφασης από 27/6/06 με αίτημα για αναγνώριση και εκτέλεση της στην Κύπρο εμποδίζει την παραγραφή της απόφασης προς εγγραφή ημερομηνίας 5/6/
- Και αυτό προέκυψε κατόπιν ερωτήματος της προς την Κεντρική Αρχή της Ουγγαρίας και λήψη γραπτής απάντησης. Από την άλλη πλευρά η καθ΄ ης η αίτηση με τη δική της συμπληρωματική ένορκη δήλωση αναφέρει ότι από μόνη της η αποστολή της επίδικης απόφασης με αίτημα για αναγνώριση και εκτέλεση της δεν εμποδίζει την παραγραφή της. Είναι επίσης η θέση της ότι η επιστολή που έλαβε ο αιτητής ότι η απόφαση δεν έχει παραγραφή είναι εξ ακοής μαρτυρία και θα έπρεπε να παρουσιαστεί μαρτυρία με επίσημο Δικαστικό έγγραφο της Ουγγαρίας που να επιβεβαιώνει ότι η εν λόγω απόφαση με την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης δεν έχει παραγραφεί και εξακολουθεί να είναι εκτελεστή. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων και οι δύο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Ο αιτητής αναφερόμενος στις σχετικές νομοθετικές διατάξεις σε συνδυασμό με την μαρτυρία και τα επισυνημμένα τεκμήρια εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις εγγραφής των αποφάσεων του Ουγγρικού Δικαστηρίου. Από την άλλη η καθ΄ ης η αίτηση αναφερόμενη στο περιεχόμενο τόσο της αίτησης όσο και της ένστασης εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος των αιτητών. Θεωρώ ότι το πρώτο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι το κατά πόσο στην παρούσα περίπτωση έχουν εφαρμογή οι Νόμοι 7/83 και 121 (Ι)/2000 επί των οποίων εδράζεται η υπό κρίση αίτηση, θέμα που θίγεται και από την πλευρά της καθ΄ ης η αίτηση με τρόπο όμως πολύ γενικό και αόριστο. Η εξέταση του εν λόγω θέματος ανακύπτει ενόψει της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ενωση τόσο της Κυπριακής Δημοκρατίας όσο και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Ουγγαρίας το 2004 και της ύπαρξης του Κανονισμού (ΕΚ) 44/2001 του Συμβουλίου που προβλέπει για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Η Κυπριακή Δημοκρατία με την πέμπτη τροποποίηση του Συντάγματος (Ν.127(Ι)/2006)προέβηκε στην προσθήκη του άρθρου 1Α που προνοεί τα εξής: «Ουδεμία διάταξη του Συντάγματος θεωρείται ότι ακυρώνει νόμους που θεσπίζονται, πράξεις που διενεργούνται ή μέτρα που λαμβάνονται από την Δημοκρατία τα οποία καθίστανται αναγκαία από τις υποχρεώσεις της ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ενωσης ούτε εμποδίζει Κανονισμούς, Οδηγίες ή άλλες πράξεις ή δεσμευτικά μέτρα νομοθετικού χαρακτήρα που θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Ενωση από του να έχουν νομική ισχύ στη Δημοκρατία.» Είναι γεγονός ότι η απόφαση του πρωτόδικου Ουγγρικού Δικαστηρίου εκδόθηκε στις 5/6/02 και του Εφετείου στις 20/5/03 δηλαδή πριν την ένταξη των δύο χωρών στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Είναι όμως επίσης γεγονός ότι το αίτημα των Ουγγρικών αρχών για αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης στη Κυπριακή Δημοκρατία παραλήφθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης στις 13/7/06 και η παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε στις 2/12/09 δηλαδή μετά την ένταξη των δύο χωρών στην Ευρωπαϊκή Ενωση και στις δύο περιπτώσεις τόσο της ημερομηνίας παραλαβής του αιτήματος όσο και της καταχώρησης της αίτησης. Σύμφωνα με το άρθρο 66
(2)του κ.44/2001 προβλέπεται ότι αν η αγωγή ασκήθηκε στο κράτος μέλος προέλευσης πριν από την έναρξη ισχύος του Κανονισμού οι αποφάσεις που εκδόθηκαν μετά από την εν λόγω ημερομηνία αναγνωρίζονται και εκτελούνται σύμφωνα με το κεφ.ΙΙΙ. Στην παρούσα υπόθεση δεν τίθεται οιονδήποτε πρόβλημα αφού σύμφωνα με το άρθρο 76 του Κανονισμού η ισχύς του αρχίζει από την 1η Μαρτίου 2002 δηλαδή πριν την έκδοση τόσο της πρωτόδικης απόφασης όσο και του εφετείου. Στην υπόθεση IRONHOLD ESTATES LTD. T/A HENIPA HOTEL ν. TRAVELWORLD VACATION LTD πολ. Εφ. 320/07 ημερ. 14/4/10 είχε τεθεί το ζήτημα της ισχύς του Κανονισμού 44/
- Ο Δικαστής Χ»Χαμπής στην απόφαση του αναφέρει ότι ισχύει ο εν λόγω Κανονισμός και όχι ο Ν.121(Ι)/
- Παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση που θεωρώ ότι είναι αρκετό για να καθορίσει και την τύχη της υπό εξέταση αίτησης: «Ο βασικός λόγος έφεσης αφορά την ισχύ του Κανονισμού 44/
- Διατυπώνεται και ενώπιον μας η θέση ότι ο Κανονισμός δεν μπορούσε να ισχύει είτε ως προς τη διαδικασία (ex parte ή δια κλήσεως αίτηση) είτε ως προς τη δικαιοδοσία του Αγγλικού δικαστηρίου, αφού η αγωγή καταχωρήθηκε και η πρώτη απόφαση εξεδόθη πριν από την προσχώρηση της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ενωση, ή εν πάση περιπτώσει πριν τον περί της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο του 2006 (Ν.127(Ι)/2006)της 28.7.
- Συμφωνούμε με την πρωτόδικη προσέγγιση στο θέμα. Όπως υπέδειξε το Δικαστήριο, το Αρθρο 2 της Πράξης περί των όρων Προσχωρήσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας και άλλων εννέα χωρών, Επίσημη Εφημερίδα της Ε.Ε. L236 και το Αρθρο 2 της Συνθήκης Προσχώρησης, ρητώς προνοεί ότι «οι διατάξεις των αρχικών Συνθηκών και οι πριν από την προσχώρηση θεσπισθείσες πράξεις των οργάνων και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δεσμεύουν τα νέα κράτη μέλη και εφαρμόζονται σε αυτά, υπό τους όρους που προβλέπονται στις Συνθήκες αυτές και στην παρούσα Πράξη.» Αλλά και ο περί της Συνθήκης Προσχώρησης Νόμος του 2003 (Ν.35(ΙΙΙ)/2003), που δημοσιεύθηκε την 25.7.2003, επίσης ρητώς προνοεί ότι «τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που επιβάλλει η Συνθήκη έχουν άμεση ισχύ στη Δημοκρατία και υπερισχύουν κάθε αντίθετης νομοθετικής ή κανονιστικής διάταξης.» Εξ άλλου, ο Κανονισμός 44/2001, ως Κανονισμός, σύμφωνα και με τη νομολογία, έχει απ΄ ευθείας εφαρμογή («directly applicable») χωρίς την ανάγκη ενσωμάτωσης του. Ο Ν.127(Ι)/2006ουδεμία σχέση έχει εφ΄ όσον αφορά την αυξημένη ισχύ της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας επί διατάξεων και του ιδίου του Συντάγματος, που βεβαίως δεν είναι η προκειμένη περίπτωση. Εφ΄ όσον λοιπόν ο Κανονισμός 44/2001 είχε αυξημένη ισχύ στη Δημοκρατία έναντι της υφιστάμενης ημεδαπής νομοθεσίας από την 1.5.2004, ήταν αυτός και όχι το Κεφάλαιο 10 και ο Ν.121(Ι)/2000που ίσχυε όταν εζητήθη η άδεια για εκτέλεση της Αγγλικής απόφασης. Και το ζητούμενο ήταν ακριβώς η άδεια για εκτέλεση και όχι η αρχική ανάληψη δικαιοδοσίας στην αγωγή από το Αγγλικό δικαστήριο. Δεν ήταν επομένως ούτε θέμα αναδρομικής ισχύος του Κανονισμού αλλά εφαρμογής του όταν αυτή επιδιώχθηκε μετά την έκδοση της τελικής απόφασης του Αγγλικού Δικαστηρίου.» Με βάση τα πιο πάνω θα έπρεπε το νομικό υπόβαθρο της αίτησης να ήταν επί του Κανονισμού 44/2001 του Συμβουλίου και όχι στον Ν.121(Ι)/
- Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην έχει ενώπιον του την ορθή νομική βάση που θα ήταν προφανώς η παράθεση του πιο πάνω κανονισμού στη νομική βάση της αίτησης έτσι ώστε να δύναται να προχωρήσει στην εξέταση της και σε κατάληξη για την πλήρωση ή όχι των προϋποθέσεων που τίθενται. Ελλείψει του ορθού νομικού υπόβαθρου η αίτηση δεν μπορεί να έχει άλλη κατάληξη από την αποτυχία. Είναι νομολογημένο ότι Δικαστήριο υποχρεούται να εξετάζει την ενώπιον του κατάσταση όπως αυτή έχει δημιουργηθεί και τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο (βλ. Οικονομίδου ν. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και Υιοί Λτδ.
(2005)1 Α.Α.Δ. 1157, Οlympia Designs (Properties) Ltd. v. Unique U.K. Inc. Πολ. Εφ. 72/08 ημερ. 4/8/10). Με βάση τα πιο πάνω η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Σε σχέση με τα έξοδα θεωρώ ότι είναι από τις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο ενδείκνυται να αποκλίνει από τον κανόνα ότι τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διαδίκου. Το Δικαστήριο κατάληξε στην απόφαση για απόρριψη της αίτησης για λόγους άλλους από αυτούς που ήγειρε στην ένσταση της η καθ΄ ης η αίτηση. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Ουδεμία διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.) ............... Λ. Μουγής, Ε.Δ. /ΑΚΣ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο