← Κύπρος

ΜΙΚΕΛ ΓΙΩΡΓΗ ν. ΕΥΡΙΚΛΕΙΑΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3442/09, 29 Νοεμβρίου, 2011

ΜΙΚΕΛ ΓΙΩΡΓΗ ν. ΕΥΡΙΚΛΕΙΑΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3442/09, 29 Νοεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A152 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3442/09 Μεταξύ: ΜΙΚΕΛ ΓΙΩΡΓΗ Ενάγοντα -και- ΕΥΡΙΚΛΕΙΑΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ Εναγόμενης ------------------- Ημερομηνία: 29 Νοεμβρίου, 2011 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Καράς Για Εναγόμενη: κα Τταουξιή για Κυριακίδης ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας με την αγωγή του αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για το δυστύχημα που επισυνέβη κατά ή περί τις 23/09/2009, στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού, κατά το οποίο η Εναγομένη στην προσπάθειά της να εισέλθει με το όχημά της με αριθμούς εγγραφής ΕΚΝ950, από τη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού στην οδό Αρχιμανδρίτη Μακαρίου Μαχαιριώτου, έφραξε την πορεία του Ενάγοντα, ο οποίος οδηγούσε από την αντίθετη κατεύθυνση το μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής ΕΧΗ

  1. Ο Ενάγοντας καταγράφει, στην Έκθεση Απαίτησής του, ως λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης νομίμων καθηκόντων της Εναγομένης, ότι απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός της, ότι οδηγούσε χωρίς τη δέουσα προσοχή και παρατηρητικότητα, ότι παρέλειψε να οδηγεί με τέτοιο τρόπο και με τέτοια ταχύτητα που να μπορεί να ελέγξει το αυτοκίνητό της, ότι παρέλειψε να συμμορφωθεί στα σήματα τροχαίας, ότι παρέλειψε να ακινητοποιήσει το όχημά της στην ένδειξη του κόκκινου φωτός τροχαίας, ότι παρέλειψε να έχει τη δέουσα εποπτεία του δρόμου, ότι δεν έλαβε οποιαδήποτε ή επαρκή μέτρα προς αποφυγή του δυστυχήματος, ότι παρέλειψε να διαγνώσει τον κίνδυνο και ότι γενικά οδηγούσε με πλήρη αδιαφορία, αμελώς και χωρίς τη δεξιότητα και επιμέλεια του λογικού και συνετού οδηγού, αδιαφορώντας για την ασφάλεια των άλλων που χρησιμοποιούσαν το δρόμο. Αναφορικά με τις λεπτομέρειες των σωματικών βλαβών τις οποίες υπέστη ο Ενάγοντας, καταγράφει ως επακόλουθα του ατυχήματος, την εγκεφαλική διάσειση με τα μεταδιασεισικά συμπτώματα, θλάση αυχένα, θλάση οσφύος, τραυματική τενοντίτιδα αριστερού ώμου, κεφαλαλγία και ζάλη, πόνο και δυσκαμψία του αυχένα, πόνο στη οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης, έντονο πόνο και δυσκαμψία του αριστερού ώμου και επώδυνο περιορισμό των κινήσεων του αυχένα. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι εισήχθηκε στο Νοσοκομείο Λάρνακας στις 23/09/2009, από το οποίο εξήλθε στις 27/09/
  2. Παρακολουθείτο στη συνέχεια, μέχρι 09/10/2009, από το Δρ. Ταντελέ. Εξειδικεύει τις ειδικές του ζημιές στο ποσό των €1.140- το οποίο επεξηγεί ως ακολούθως: €250- για ιατρικές εξετάσεις, €50- για ακτινογραφίες, €250- για το ιατρικό πιστοποιητικό, €90- για φάρμακα και €500- ως η αξία του καταστρεμμένου μοτοποδηλάτου του. Επίσης αξιώνει ως γενικές αποζημιώσεις τις μελλοντικές απώλειες εισοδήματός του, τα έξοδα ιατρικής περίθαλψης, καθώς και αποζημιώσεις για πόνο και ταλαιπωρία. Η Εναγομένη στην Υπεράσπισή της παραδέχεται ότι επισυνέβη δυστύχημα στη συμβολή της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού και Αρχιμανδρίτη Μακαρίου Μαχαιριώτου, μεταξύ του οχήματός της και του μοτοποδηλάτου του Ενάγοντα, πλην όμως ισχυρίζεται ότι η ίδια οδηγούσε επιμελώς το όχημά της στη συγκεκριμένη διασταύρωση, η οποία ελέγχεται από φώτα τροχαίας, με κατεύθυνση από τη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού προς την οδό Αρχιμανδρίτη Μακαρίου Μαχαιριώτου. Είναι η δική της θέση ότι, ο Ενάγοντας οδηγώντας αμελώς και κατά παράβαση των νομίμων καθηκόντων του, εισήλθε εντός της διασταύρωσης με κόκκινο φανάρι, χωρίς να σταματήσει στα φανάρια τα οποία έδειχναν κόκκινο για την πορεία του και ανέκοψε τη δική της πορεία, στην οποία ήταν αναμμένο το πράσινο βέλος για τα οχήματα της πορείας της και στην οποία πορεία η Εναγομένη είχε προτεραιότητα. Επιπρόσθετα, καταγράφει τις, κατά τον ισχυρισμό της, λεπτομέρειες αμέλειας του Ενάγοντα. ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Για τον Ενάγοντα μαρτυρία δόθηκε από τον ίδιο (Μ.Ε.1), από τον Αστ.173 κ. Ττοφή (Μ.Ε.2), από τον ιατρό Ταντελέ (Μ.Ε.3) και από τον κ. Σεργίου (Μ.Ε.4). Ο Ενάγοντας (Μ.Ε.1), ανάφερε ενόρκως τα ακόλουθα: Στις 23/09/2009 είχε σχολάσει από την εργασία του, εργάζεται στην Υπεραγρά Carrefour, η ώρα 15:00 και ξεκίνησε με το μοτοποδήλατό του για να πάει στο σπίτι του στην περιοχή Καμάρες, χρησιμοποιώντας το δρόμο του Debenhams, κρατώντας την αριστερή λωρίδα. Φτάνοντας στα φώτα του Πισσαρίδη, μπροστά του, στην αριστερή λωρίδα, υπήρχαν 4-5 αυτοκίνητα σταματημένα και ο ίδιος ελάττωσε ταχύτητα γιατί τα φώτα τροχαίας ήταν κόκκινα. Μόλις ελάττωσε ταχύτητα, τα αυτοκίνητα μπροστά του εκκίνησαν και ξεκίνησε και ο ίδιος μαζί με τα αυτοκίνητα, όπου και χτυπήθηκε. Το αυτοκίνητο που τον είχε χτυπήσει, ερχόταν από απέναντι και σκόπευε να στρίψει δεξιά. Τον χτύπησε στη δεξιά του πλευρά, όμως δεν θυμόταν οτιδήποτε άλλο. Ήταν η θέση του ότι υπήρχε ορατότητα στο δρόμο και ο δρόμος τη συγκεκριμένη μέρα ήταν πολύ ήσυχος, δεν είχε πολλά αυτοκίνητα. Όμως, την Εναγομένη δεν την είχε δει, ούτε και είχε καταλάβει από πού είχε έρθει. Το μόνο που θυμόταν ήταν τον αστυνομικό που τον ρωτούσε με τι φώτα είχε περάσει το δρόμο. Αργότερα είχε πληροφορηθεί από τον αστυνομικό, ότι είχε φθάσει και ο πατέρας του στη σκηνή του δυστυχήματος, καθώς και ότι δεν υπήρχαν μάρτυρες. Είχε μεταφερθεί, ήταν η θέση του, με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο. Κατάθεσε το πιστοποιητικό του Νοσοκομείου ως Τεκμήριο Α προς αναγνώριση. Ισχυρίστηκε ότι είχε χτυπηθεί άσχημα και πονούσε παντού, πονούσε τον ώμο του, ο οποίος τον πονάει μέχρι σήμερα και πίνει παυσίπονα «panadol» για να του περνά. Όμως, είχε πόνους στο λαιμό, τον αυχένα, καθώς και τη μέση του. Παρέμεινε στο Νοσοκομείο για νοσηλεία για μια βδομάδα. Όταν εξήλθε του Νοσοκομείου, είχε ακόμα πόνο και γι' αυτό επισκέφθηκε ιδιωτική κλινική, τον κ. Ταντελέ. Ο κ. Ταντελές του έβαλε παυσίπονες ενέσεις και του έδωσε άδεια ασθενείας για ένα μήνα. Στη συνέχεια όμως έμεινε σπίτι για 2-3 μήνες, γιατί τον πονούσε πολύ ο ώμος του. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι το μοτοποδήλατό του είχε καταστραφεί ολοσχερώς στο δυστύχημα. Το είχε αγοράσει Λ.Κ.300- με Λ.Κ.400- καθώς επίσης και τα γυαλιά του. Κατά τη διάρκεια της άδειας ασθενείας του, ο ίδιος πληρωνόταν από την εργασίας του, καθώς και από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Κατέληξε ότι έχει πόνους στον ώμο μέχρι σήμερα. Αντεξεταζόμενος ανάφερε ότι είχε δώσει κατάθεση στην Αστυνομία. Υποστήριξε ότι κατευθυνόταν προς τις Καμάρες κρατώντας την αριστερή λωρίδα, η οποία έχει κατεύθυνση ίσια και αριστερά. Στα φώτα του «Πισσαρίδη», όταν είδε το πράσινο φως, ξεκίνησε πίσω από τα αυτοκίνητα που ήταν μπροστά του και έγινε το δυστύχημα. Δεν θυμόταν όμως πολύ καλά πόσα αυτοκίνητα είχε μπροστά του, όμως αυτό που θυμόταν ήταν ότι μπορούσε να δει καθαρά απέναντί του καθώς και τα φώτα τροχαίας, γιατί δεν υπήρχε οτιδήποτε που να του περιορίζει την ορατότητά του. Γι' αυτό και έβλεπε μπροστά και πρόσεχε το δρόμο. Όσον αφορά την ταχύτητά του, ισχυρίστηκε ότι οδηγούσε με χαμηλή ταχύτητα γιατί το μοτοποδήλατό του δεν μπορεί να αναπτύξει πέραν των 40-50 χιλιομέτρων. Ο ίδιος δεν είχε προσέξει κατά πόσο ερχόταν αυτοκίνητο από απέναντι, γιατί ο ίδιος, κατά τον ισχυρισμό του, είχε πράσινο φως και βρισκόταν σε ίσιο δρόμο. Βρισκόταν στη μέση της διασταύρωσης όταν χτυπήθηκε. Ερωτηθείς, υποστήριξε ότι λόγω του ότι το φως στην πορεία του ήταν πράσινο, έπρεπε να προχωρήσει και δεν πρόσεξε το αυτοκίνητο της Εναγομένης που είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά. Προώθησε την άποψη ότι η Εναγομένη δεν είχε προτεραιότητα, γιατί δεν είχε ανάψει το πράσινο βέλος για τη δεξιά πορεία. Αναφορικά με το χτύπημα, ήταν ο ισχυρισμός του ότι, η μοτοσυκλέτα του είχε χτυπηθεί στη δεξιά πλευρά με αποτέλεσμα ο ίδιος να εκσφενδονιστεί και να χτυπήσει στο καπό του αυτοκινήτου, χτυπώντας και τον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου. Το μοτοποδήλατό του είχε καταστραφεί ολοσχερώς γιατί είχε καταστραφεί ο μπροστινός τροχός. Ο ίδιος είχε ειδοποιήσει την ασφάλεια, η οποία είχε βγάλει και φωτογραφίες του μοτοποδηλάτου του. Αναφορικά με τον τραυματισμό του, ερωτηθείς υποστήριξε ότι παρόλο που εξήλθε από το Νοσοκομείο σε μία εβδομάδα, δεν ήταν σε θέση να εργαστεί για 2-3 μήνες. Τον παρακολουθούσε ο Δρ. Σταματάκης στο Νοσοκομείο, ο οποίος του εξέδωσε άδεια ασθενείας για ένα μήνα, λόγω του ότι πονούσε το χέρι του και φορούσε και κολάρο για τον αυχένα του. Στη συνέχεια, λόγω του ότι πονούσε τον ώμο του, επισκέφθηκε τον Δρ. Ταντελέ, ο οποίος του έβαλε παυσίπονες ενέσεις δύο φορές. Για τις ενέσεις δεν πλήρωσε τον Δρ. Ταντελέ. Πόνο, ήταν ο ισχυρισμός του, στον ώμο νιώθει μέχρι και σήμερα. Κατά τη διάρκεια της άδειας ασθενείας του, ήταν αρχικά η θέση του ότι τον συντηρούσαν οι γονείς του. Στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι πληρώθηκε μια φορά από τον εργοδότη του και μια φορά από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις, αλλά δεν θυμόταν τα ποσά που είχε λάβει. Ο εργοδότης του τον είχε πληρώσει για τις μέρες που είχε δουλέψει για το μήνα Σεπτέμβρη. Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο Αστ.173, κ. Ττοφή (Μ.Ε.2), ο οποίος υπηρετεί στην Τροχαία Λάρνακας, στον κλάδο διερεύνησης οδικών ατυχημάτων από το
  3. Ήταν η θέση του ότι στις 23/09/2009 ήταν καθήκον και η ώρα 15:10 είχε επισκεφθεί τη σκηνή του επίδικου δυστυχήματος. Ετοίμασε αρχικά πρόχειρο σχεδιάγραμμα και στη συνέχεια το τελικό. Κατάθεσε το τελικό σχεδιάγραμμα ως Τεκμήριο
  4. Εξήγησε ότι το δυστύχημα είχε γίνει στη διασταύρωση της οδού Δημήτρη Παπανικολή και Αρχιεπισκόπου Μαχαιριώτη με τη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού, η οποία είναι λεωφόρος με τρεις λωρίδες, οι οποίες επιτρέπουν συγκεκριμένη πορεία. Όταν ο ίδιος επισκέφθηκε τη σκηνή βρήκε τα ενεχόμενα οχήματα στις τελικές τους θέσεις και ο οδηγός του μοτοποδηλάτου ήταν τραυματισμένος και θα μεταφερόταν στο Νοσοκομείο Λάρνακας. Ήταν η θέση του ότι ένας οδηγός που κατευθύνεται προς το λιμάνι, στη συγκεκριμένη διασταύρωση έχει ορατότητα 239 μέτρα. Για να στρίψει δεξιά θα πρέπει να ακολουθήσει τη δεξιά λωρίδα και η ορατότητα θα είναι η ίδια. Αναφορικά με το τελικό σχεδιαγράφημα, Τεκμήριο 1, εξήγησε ότι το επιβατικό όχημα ήταν στην τελική του θέση Α και το μοτοποδήλατο επίσης και υπέδειξε το σημείο Β3 ως την τελική θέση του μοτοποδηλάτου. Βρέθηκε, το μοτοποδήλατο, 5-6 μέτρα, από το σημείο σύγκρουσης Χ, λόγω των δυνάμεων που ασκήθηκαν κατά τη σύγκρουση. Υπέδειξε το σημείο σύγκρουσης «Χ» εντός του πλαισίου του οχήματος, στο μπροστινό αριστερό μέρος. Όσον αφορά τις βλάβες των δύο εμπλεκομένων οχημάτων, ήταν η θέση του ότι το αυτοκίνητο ΕΚΜ950, το οποίο ανήκει στην κα Ευρίκλεια Φιλίππου, είχε υποστεί βούλωμα στο μπροστινό προφυλακτήρα, στο αριστερό μπροστινό καπό, είχε σπάσει ο μπροστινός ανεμοθώρακας, οι δύο καθαριστήρες και τα φανάρια. Στο μοτοποδήλατο ΕΧΗ327 είχαν σπάσει τα μπροστινά πλαστικά της δεξιάς πλευράς και υπήρχαν τριψίματα στα πλαστικά που βρίσκονται στην αριστερή του πλευρά. Αντεξεταζόμενος, ήταν η θέση του ότι τα φώτα τροχαίας τη συγκεκριμένη μέρα λειτουργούσαν κανονικά και άναβαν όλες οι λάμπες και αυτό το διαπίστωσε ο ίδιος. Είχε ζητήσει από το Τμήμα Δημοσίων Έργων κατάσταση της λειτουργίας των φώτων τροχαίας, στην οποία να αναγράφεται ο τρόπος λειτουργίας των φώτων και η διάρκειά τους στη συγκεκριμένη διασταύρωση. Κατέθεσε τη σχετική κατάσταση ως Τεκμήριο
  5. Εξήγησε ότι στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού και από τις δύο κατευθύνσεις ανάβει αρχικά πράσινο δεξιό βέλος, το οποίο επιτρέπει τη δεξιά στροφή και για τις δύο κατευθύνσεις με προτεραιότητα. Ενόσω είναι αναμμένο το πράσινο βέλος, το φως της ευθείας πορείας είναι κόκκινο. Μετά που θα σβήσουν τα πράσινα δεξιά βέλη, παραμένει αναμμένο το κόκκινο φως για ακόμη πέντε δευτερόλεπτα. Στη συνέχεια ανάβει το κίτρινο φως για δύο δευτερόλεπτα και αμέσως μετά ανάβει το πράσινο φως, το οποίο διαρκεί για πενήντα ένα δευτερόλεπτα. Αφού σβήσει το πράσινο φως ανάβει το κίτρινο για τρία δευτερόλεπτα και στη συνέχεια σε όλες τις κατευθύνσεις της διασταύρωσης παραμένει αναμμένο το κόκκινο φως για τέσσερα δευτερόλεπτα. Στη συνέχεια, ανάβουν τα πράσινα δεξιά βέλη στις Λεωφόρους Παπανικολή και Αρχιμανδρίτη Μακαρίου Μαχαιριώτη, τα οποία διαρκούν οχτώ δευτερόλεπτα. Κατά τη διάρκεια που είναι αναμμένα τα πράσινα δεξιά βέλη, είναι αναμμένο το κόκκινο κυκλικό φως. Εφόσον σβήσουν τα πράσινα δεξιά βέλη, το κόκκινο φως παραμένει αναμμένο για πέντε δευτερόλεπτα. Στη συνέχεια ανάβει κίτρινο φως για δύο δευτερόλεπτα και αμέσως μετά ανάβει το πράσινο κυκλικό φως και στις δύο κατευθύνσεις για είκοσι δύο δευτερόλεπτα. Άμα σβήσει, ανάβει το κίτρινο για τρία δευτερόλεπτα και αμέσως μετά ανάβει το κόκκινο κυκλικό, το οποίο παραμένει αναμμένο για τέσσερα δευτερόλεπτα και στις τέσσερεις πλευρές της διασταύρωσης και μετά ξεκινά από την αρχή. Ερωτηθείς, ανάφερε ότι το πράσινο δεξιό βέλος στην πορεία Α προς Β του Τεκμηρίου 1, παραμένει αναμμένο για δέκα δευτερόλεπτα και δίδεται προτεραιότητα και από τις δύο πλευρές για δεξιά στροφή. Ενώ είναι αναμμένο το δεξιό πράσινο βέλος, απαγορεύεται η ευθεία πορεία γιατί είναι κόκκινο το κυκλικό φως. Ήταν ο ισχυρισμός του ότι υπάρχει χρόνος ασφάλειας εφτά δευτερόλεπτα μέχρι να ανάψει το πράσινο κυκλικό φως και στις δύο κατευθύνσεις. Εξήγησε ότι ο χρόνος αυτός μεσολαβεί για να μπορέσουν τα οχήματα να λάβουν τις σωστές θέσεις σε σχέση με το πού είχαν μείνει, έτσι που όταν ανάψει το πράσινο φως να εκτελέσουν την πρόθεσή τους. Για να ανάψει το πράσινο φως στην ευθεία πορεία, χρειάζονται δεκαεπτά δευτερόλεπτα. Κατέθεσε την κατάθεση του Ενάγοντα ως Τεκμήριο 3 και της Εναγομένης ως Τεκμήριο
  6. Ερωτηθείς ανάφερε ότι ο Ενάγοντας είχε κατηγορηθεί για το ότι οδηγούσε χωρίς τη δέουσα φροντίδα και για παραβίαση του κόκκινου φωτεινού σηματοδότη, είχε αρνηθεί την κατηγορία και η ποινική υπόθεση βρίσκεται στο στάδιο της ακρόασης. Ανάφερε ότι είχαν ληφθεί ακόμα δύο καταθέσεις για το συγκεκριμένο δυστύχημα. Κατάθεσε την κατάθεση που είχε λάβει ο ίδιος από ένα από αυτά τα δύο άτομα, ως Τεκμήριο
  7. Ερωτηθείς για το σημείο σύγκρουσης «Χ», ήταν ο ισχυρισμός του ότι το είχε εντοπίσει με βάση τις πορείες και τις τελικές θέσεις των εμπλεκομένων οχημάτων και δύο ιχνών τριψίματος που ο ίδιος είχε εντοπίσει επί της ασφάλτου από τη πτώση του μοτοποδηλάτου. Όσον αφορά την απόσταση που είχε διανύσει η Εναγομένη από το Α μέχρι το Χ, ήταν η θέση του ότι δεν την είχε μετρήσει, όμως μπορούσε να αναφέρει ότι ήταν περίπου 27 μέτρα, με βάση άλλες μετρήσεις. Από το Β μέχρι το Χ η απόσταση ήταν 19 μέτρα, ενώ η απόσταση από το αλτ της πορείας Α μέχρι το αλτ της πορείας Β ήταν 43 μέτρα. Ήταν η θέση του ότι η Εναγομένη είχε διανύσει 27 μέτρα και χρειαζόταν να διανύσει μόνο ακόμη λίγα μέτρα για να καλυφθεί από τη νησίδα. Παραδέχθηκε ότι η σύγκρουση ήταν γωνιακή. Υποστήριξε ότι δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης και αυτό εισηγείτο ότι κανένας οδηγός δεν είχε κάνει χρήση των φρένων του. Όσον αφορά τις συνθήκες του δυστυχήματος, ο ίδιος δεν μπορούσε να προβεί σε οποιεσδήποτε περαιτέρω έρευνες. Όμως, στις καταθέσεις που λήφθηκαν, ο κάθε ένας μάρτυρας κατέγραψε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο ίδιος είχε βιώσει το δυστύχημα. Επανεξετασθείς, ισχυρίστηκε ότι την ώρα που είχε φθάσει ο ίδιος στη σκηνή του δυστυχήματος, δεν υπήρχαν εκεί αυτόπτες μάρτυρες. Εξήγησε ότι χαρακτήρισε τη σύγκρουση ως γωνιακή γιατί το όχημα της Εναγομένης ήταν σε κλήση ενώ το μοτοποδήλατο ήταν σε ευθεία. Στη συνέχεια, μαρτυρία δόθηκε από τον ιατρό Ταντελέ (Μ.Ε.3), ο οποίος είναι χειρούργος, ορθοπεδικός και εργάζεται στην κλινική «Φανερωμένη». Ενώπιον του Δικαστηρίου ανάφερε ότι εξέτασε τον Ενάγοντα στις 02/10/2009 και κατάθεσε σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό καθώς και τη χρέωση ως Τεκμήριο
  8. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι εξέτασε τον Ενάγοντα στις 02/10/2009, στις 09/10/2009, στις 04/11/2009 και στις 30/11/
  9. Στις 04/11/2009 του είχε βγάλει ακτινογραφίες γιατί ο Ενάγοντας συνέχιζε να παραπονείται για αρκετό πόνο στον ώμο. Οι ακτινογραφίες, ήταν ο ισχυρισμός του, δεν έδειξαν οποιοδήποτε κάταγμα. Αναφορικά με τα συμπτώματα που κατέγραψε στην Έκθεσή του, ήταν η θέση του ότι του τα είχε αναφέρει ο Ενάγοντας και γι' αυτό τα είχε καταγράψει. Οι δικές του διαπιστώσεις καταγράφηκαν στην παράγραφο 5 του Τεκμηρίου
  10. Ερωτηθείς γιατί συνέστησε τη χρήση κολάρου στον Ενάγοντα, ήταν η θέση του ότι λόγω της θλάσης του αυχένα συνεστήθη η χρήση κολάρου για τρεις βδομάδες και αυτό συνηθίζεται για μια απλή θλάση, η χρήση κολάρου για τρεις με έξι εβδομάδες. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι σε ένα ποσοστό 20% παραμένουν υπολειπόμενα συμπτώματα. Ήταν η δική του θέση ότι εύκολα επισυμβαίνει μια κάκωση αυχένα και δεν υπάρχει οποιοσδήποτε τρόπος για να διαπιστωθεί κατά πόσο υπήρχε από προηγουμένως πρόβλημα στον αυχένα. Ισχυρίστηκε ότι στην περίπτωση που προϋπάρχει ένα νόσημα, το οποίο επιβαρύνεται με ένα τραυματισμό, η πιθανότητα είναι ότι θα αργήσει να ιαθεί, λόγω της προϋπάρχουσας κατάστασης. Ερωτηθείς για το θέμα της αρθρίτιδας, ισχυρίστηκε ότι δεν μπορεί να διαπιστωθεί η ύπαρξη αρθρίτιδας από τις ακτινογραφίες γιατί σε νεαρά άτομα, μέχρι τα 35, δεν μπορείς να διακρίνεις αλλοιώσεις στα οστά και στον ώμο. Απέρριψε το ενδεχόμενο ένα άτομο ηλικίας 25-30 χρόνων να παρουσιάσει εκφύλιση, απλά και μόνο επειδή εργάζεται σκληρά. Ο Ενάγοντας, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.3, έμεινε εκτός εργασίας μέχρι 30/11/2009 και τα συμπτώματα είχαν υποχωρήσει, αλλά ο ώμος δεν είχε αποθεραπευτεί. Όσον αφορά τα δικά του έξοδα, ισχυρίστηκε ότι δεν του έχουν καταβληθεί γιατί σε τέτοιου είδους υποθέσεις περιμένουν να ολοκληρωθεί η υπόθεση για να πληρωθούν οι ιατροί. Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο κ. Αντώνης Σεργίου (Μ.Ε.4), ο οποίος εργάζεται ως Διευθυντής Τροφίμων στην Υπεραγορά Carrefour. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, ο Ενάγοντας ήταν υπάλληλος της Υπεραγοράς από τις 30/06/2009 μέχρι και σήμερα. Μετά το δυστύχημα, στις 23/09/2009, παρέμεινε εκτός δουλειάς μέχρι την 01/12/
  11. Κατά τον ισχυρισμό του, λάμβανε €5,83 την ώρα και εργαζόταν γύρω στις επτά ώρες την ημέρα, έξι μέρες την εβδομάδα. Κατά το χρόνο που είχε γίνει το δυστύχημα, πληρώθηκε το μήνα Σεπτέμβρη και τους υπόλοιπους μήνες πληρώθηκε από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Αντεξετασθείς, ήταν η θέση του ότι δεν γνώριζε τις συνολικές μηνιαίες απολαβές του Ενάγοντα. Υποστήριξε ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος ήταν δηλωμένος στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις και ο αριθμός του ήταν
  12. Για την Εναγομένη μαρτυρία δόθηκε από τον κ. Σωτήρη Πιερή και από την ίδια. Ο κ. Σωτήρης Πιερή (Μ.Υ.1), ήταν, κατά τον ισχυρισμό του, αυτόπτης μάρτυρας του δυστυχήματος. Ήταν η θέση του ότι, την ώρα του δυστυχήματος μετέβαινε στην εργασία του. Ακολουθούσε το δρόμο προς το λιμάνι από το καινούργιο Νοσοκομείο και ήταν περίπου η ώρα 15:
  13. Ο ίδιος κρατούσε τη μεσαία λωρίδα του δρόμου, γιατί η δουλειά του είναι 100 με 150 μέτρα μετά τα συγκεκριμένα φώτα, στα αριστερά. Στα δεξιά του, στα φώτα, βρίσκονταν δύο αυτοκίνητα τα οποία προτίθεντο να στρίψουν δεξιά. Το φως της δικής του πορείας ήταν κόκκινο και το φως της απέναντι πορείας ήταν κόκκινο, όμως αντιλήφθηκε ένα μοτοποδήλατο να κατευθύνεται από το λιμάνι προς το Στάδιο Αμμόχωστος και ο ίδιος απόρησε γιατί περνούσε με το κόκκινο. Το δεύτερο διπλανό του αυτοκίνητο έστριβε δεξιά, όπως δικαιούταν εκείνη τη στιγμή, με αποτέλεσμα να συγκρουστούν. Στάθμευσε το αυτοκίνητό του και προσέγγισε τον τραυματία. Ρώτησε τον τραυματία, ο οποίος είχε τις αισθήσεις του, κατά πόσο ήταν καλά. Επειδή βιαζόταν να πάει στην εργασία του, έδωσε τα στοιχεία του στον σύζυγο της οδηγού του αυτοκινήτου. Δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο είχε δώσει τα στοιχεία του στην Αστυνομία, όμως θυμόταν ότι είχαν έρθει αστυνομικοί στο μέρος του δυστυχήματος. Ο ίδιος είχε δώσει κατάθεση, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 και υιοθέτησε το περιεχόμενό της. Ερωτηθείς, ισχυρίστηκε ότι πριν το δυστύχημα δεν γνώριζε κανένα από τα εμπλεκόμενα μέρη. Αντεξεταζόμενος, παραδέχθηκε ότι έδωσε μαρτυρία στην ποινική υπόθεση που αφορά το δυστύχημα. Λόγω του ότι ήταν η πρώτη φορά που έδινε μαρτυρία σε Δικαστήριο, ήταν η θέση του ότι, είχε λίγο άγχος. Ερωτηθείς, υποστήριξε ότι ο λόγος που δεν μπορούσε να θυμηθεί τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου που οδηγούσε τη συγκεκριμένη μέρα και είπε «νομίζω» στην κατάθεσή του, ήταν γιατί ανήκε στην εταιρεία που εργοδοτείτο και ήταν καινούριο. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι, μπορούσε να θυμηθεί το ατύχημα, γιατί του είχε μείνει στο μυαλό. Ο ίδιος βρισκόταν στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού και το αυτοκίνητο της Εναγομένης ήταν σταθμευμένο δίπλα του, αριστερά του, για να πάει δεξιά. Τοποθέτησε το αυτοκίνητό της στο πίσω μέρος της δεξιάς πλευράς του αυτοκινήτου του και ανάφερε ότι μπορούσε να το δει με το καθρεφτάκι. Ερωτηθείς, υποστήριξε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί αν ερχόταν οποιοδήποτε αυτοκίνητο από απέναντι μαζί με τον Ενάγοντα. Ισχυρίστηκε ότι αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, τα αυτοκίνητα τα συγκρούονταν. Ο ίδιος είχε δει το πράσινο βέλος που άναψε για να στρίψουν δεξιά τα αυτοκίνητα δίπλα του, ενώ το δικό του φως ήταν κόκκινο. Επέμενε ότι η Εναγομένη ήταν πίσω του και ότι από το καθρεφτάκι του μπορούσε να δει το μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου της. Ο ίδιος την ώρα που άναψε το πράσινο βέλος για να στρίψουν τα αυτοκίνητα δίπλα του δεξιά, είχε παρατηρήσει το δικό του κόκκινο φως και μια μοτόρα που ερχόταν από απέναντι. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος είχε δώσει τα στοιχεία του στον σύζυγο της Εναγομένης και όταν ήρθε ο αστυνομικός, ο οποίος φορούσε στολή, μετά τη συνομιλία του με τον σύζυγο της Εναγομένης, του ανάφερε ότι είχε δώσει ήδη τα στοιχεία του στον σύζυγο της Εναγομένης. Στη συνέχεια, του τηλεφώνησε ο αστυνομικός να πάει να δώσει κατάθεση, αλλά καθυστέρησε και τον πήρε τηλέφωνο και ο σύζυγος της Εναγομένης για να πάει να δώσει κατάθεση. Δεν μπορούσε να θυμηθεί αν είχε δώσει τα στοιχεία του στον αστυνομικό. Ούτε μπορούσε να θυμηθεί το πρόσωπο του αστυνομικού ή του συζύγου της Εναγομένης. Ήταν πολύ σίγουρος ότι κατά το χρόνο που η Εναγομένη έστριβε δεξιά, το πράσινο βέλος της πορείας της ήταν συνεχώς αναμμένο γιατί το έβλεπε με τα μάτια του, ενώ ο ίδιος ήταν σταματημένος με κόκκινο φανάρι. Στη συνέχεια δόθηκε μαρτυρία από την Εναγομένη, κα Ευρίκλεια Φιλίππου (Μ.Υ.2). Ήταν η θέση της ότι το δυστύχημα έγινε στο δρόμο που βρίσκεται το «Debenhams» και υποστήριξε ότι για το συγκεκριμένο δυστύχημα η ίδια είχε δώσει κατάθεση, το Τεκμήριο
  14. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής της ως μέρος της κυρίως εξέτασής της. Στην κατάθεσή της, Τεκμήριο 4, καταγράφει ότι τη μέρα του δυστυχήματος οδηγούσε το αυτοκίνητό της με αριθμούς εγγραφής ΕΚΜ
  15. Σχόλασε γύρω στις 15:00 από το κατάστημα «Debenhams» όπου εργαζόταν και μπήκε στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού με κατεύθυνση το λιμάνι, καταλαμβάνοντας την τελείως δεξιά λωρίδα, γιατί προτίθετο να στρίψει δεξιά. Λόγω του ότι ήταν κόκκινο το φως της πορείας της, σταμάτησε πίσω από το όχημα που βρισκόταν ήδη στη δεξιά λωρίδα. Απέναντί της βρισκόταν ένα αυτοκίνητο στην κάθε λωρίδα. Όταν άναψε το πράσινο δεξιό βέλος, ξεκίνησε να στρίβει δεξιά, μετά από το προπορευόμενο αυτοκίνητο, έχοντας την πρώτη ταχύτητα. Ενώ έστριβε, άκουσε ένα «μπαμ» και είδε ένα άνθρωπο να πέφτει στον ανεμοθώρακα του αυτοκινήτου της. Κατέβηκε από το αυτοκίνητό της και είδε ότι είχε συγκρουστεί με ένα μοτοποδήλατο. Ο οδηγός του μοτοποδηλάτου καθόταν στο δρόμο και η ίδια ζήτησε από άλλους οδηγούς να ειδοποιήσουν το ασθενοφόρο. Στη σκηνή του δυστυχήματος πήγε και ο σύζυγός της και εκεί ένας άνθρωπος με το όνομα Σωτήρης του άφησε τον αριθμό του κινητού του τηλεφώνου για να δώσει κατάθεση σχετικά με το τι είχε γίνει. Επίσης, μια άλλη κοπέλα την είχε επισκεφτεί, την επόμενη μέρα στην εργασία της και της είχε πει ότι είδε το δυστύχημα αλλά η ίδια δεν της ζήτησε το τηλέφωνό της. Όταν το είπε του συζύγου της, έψαξε η ίδια, μέσω μιας πρώην συναδέλφου της, την εντόπισε και της ζήτησε να πάει να δώσει κατάθεση. Προφορικά, ενώπιον του Δικαστηρίου ανάφερε ότι το αυτοκίνητο της καλύπτεται από ασφάλεια, η οποία της διόρθωσε τις ζημιές του αυτοκινήτου της. Κατέληξε ότι η ίδια δεν έχει οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από το δυστύχημα. Αντεξεταζόμενη, ισχυρίστηκε ότι η ίδια σχολάνοντας από την εργασία της είχε εξέλθει στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού, χρησιμοποιώντας τον κυκλικό κόμβο του γηπέδου της Σαλαμίνας και είχει κατευθυνθεί προς το λιμάνι. Βγαίνοντας στη Λεωφόρο Σπύρου Κυπριανού, πήρε τη δεξιά λωρίδα γιατί προτίθετο να στρίψει δεξιά. Ακριβώς μπροστά της είχε ένα άλλο όχημα και δίπλα της υπήρχε άλλο όχημα. Απέναντί της το φως ήταν κόκκινο και υπήρχε ένα αυτοκίνητο σε κάθε λωρίδα του δρόμου σταματημένο. Δεν υπήρχε μοτοποδήλατο απέναντι της. Το αυτοκίνητο που ήταν ακριβώς στην απέναντι της λωρίδα, ήταν ένα μαύρο μεγάλο αυτοκίνητο. Ερωτηθείσα, υποστήριξε ότι η ίδια είναι πολύ προσεκτική στα φώτα και ελέγχει πάντα τα αυτοκίνητα που βρίσκονται σταματημένα απέναντί της. Επέμενε στη θέση της ότι δεν υπήρχε απέναντί της σταματημένο μοτοποδήλατο και ισχυρίστηκε ότι πρέπει να ερχόταν με μεγάλη ταχύτητα, γιατί μόλις είχε στρίψει και οδηγούσε με την πρώτη ταχύτητα, όταν το μοτοποδήλατο συγκρούστηκε μαζί της. Επίσης, επέμενε ότι το πράσινο βέλος ήταν αναμμένο ακόμα και μετά τη σύγκρουση. Ήταν η θέση της ότι μετά το πράσινο βέλος, μένει αναμμένο το κόκκινο φως για αρκετή ώρα και μετά αλλάζει σε πράσινο. Το γνώριζε, γιατί χρησιμοποιούσε πολύ τακτικά το συγκεκριμένο δρόμο. Ήταν η θέση της ότι οδηγεί για τριάντα χρόνια και πρώτη φορά ενεπλάκη σε δυστύχημα. Όσον αφορά την κα Ηλιάδου, ήταν η θέση της ότι, εκείνη την είχε προσεγγίσει την επόμενη μέρα στην εργασία της και της ανάφερε ότι ήταν σταματημένη κάπου και είχε δει το ατύχημα. Εκείνη τη στιγμή η ίδια δεν είχε σκεφτεί να ζητήσει το τηλέφωνό της, αλλά στη συνέχεια την έψαξε και της ζήτησε να πάει να δώσει κατάθεση. Αναφορικά με τον κ. Σωτήρη, η ίδια δεν τον γνώριζε, αλλά της ανάφερε ο σύζυγός της ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος φώναζε ότι το φως ήταν κόκκινο και εκπλάγηκε που το μοτοποδήλατο περνούσε με κόκκινο φως. Ο ίδιος, ο κ. Σωτήρης, είχε αφήσει το τηλέφωνό του στον σύζυγό της. Επέμενε στη θέση της ότι η ίδια είχε δει το μοτοποδήλατο την ώρα της σύγκρουσης και όχι προηγουμένως. Αρνήθηκε την υποβολή ότι έτρεχε και υποστήριξε ότι κινείτο με μικρή ταχύτητα λόγω του ότι προπορευόταν άλλο αυτοκίνητο, το οποίο έστριβε. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δύο συνήγοροι κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. Στην αγόρευσή της, η δικηγόρος της Εναγομένης εισηγήθηκε στο Δικαστήριο ότι θα πρέπει να υιοθετηθεί η μαρτυρία του ανεξάρτητου μάρτυρα, Μ.Υ.1, ο οποίος ήταν αυτόπτης μάρτυρας, χωρίς συμφέρον για απόκρυψη της αλήθειας. Παρέπεμψε επίσης σε νομολογία που υποστήριζε τις θέσεις της. Ο συνήγορος του Ενάγοντα, στη γραπτή του αγόρευση, ισχυρίστηκε ότι η Εναγομένη οδηγούσε χωρίς τη δέουσα φροντίδα και προσοχή, γιατί δεν έλεγξε την κίνηση από απέναντί της. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι ακόμα και αν ο Ενάγοντας πέρασε ενώ το φως της πορείας του ήταν κόκκινο, η Εναγομένη όφειλε να τον αντιληφθεί. Η αμέλεια της να τον αντιληφθεί, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είχε συντρέχουσα αμέλεια. Παρέπεμψε σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η οποία υποστήριζε τις θέσεις του. Το Δικαστήριο έχει κατά νου τις θέσεις και των δύο πλευρών. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη

(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή και τους τέσσερεις μάρτυρες του Ενάγοντα, καθώς και τον μάρτυρα της Εναγομένης και την Εναγομένη, ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Αρχίζοντας από τον Ενάγοντα θα πρέπει να αναφέρω ότι δεν με έπεισε για την αλήθεια των ισχυρισμών του, ότι όταν περνούσε απέναντι το φως στη δική του πορεία ήταν πράσινο. Κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του ήταν πολύ εκνευρισμένος και απεγνωσμένα προσπαθούσε να πείσει το Δικαστήριο ότι την αποκλειστική ευθύνη για τα βάσανά του την είχε η Εναγομένη. Ο λόγος που δεν με έπεισε, εκτός από τη γενική παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα και το ύφος του, ήταν γιατί υπήρχαν αντιφάσεις στη μαρτυρία του με την υπόλοιπη μαρτυρία και την πραγματική μαρτυρία, Τεκμήριο 2. Ανάφερε ότι υπήρχαν μπροστά του, στα φώτα του Πισσαρίδη, τέσσερα με πέντε αυτοκίνητα, τα οποία ξεκίνησαν μόλις άναψε το πράσινο φως και πέρασαν απέναντι, αλλά ο ίδιος που τα ακολουθούσε χτυπήθηκε. Πώς είναι δυνατό να πέρασαν τα τέσσερα με πέντε αυτοκίνητα χωρίς να τα χτυπήσει η Εναγομένη η οποία έστριβε, και να χτύπησε τον Ενάγοντα; Η θέση του αυτή είναι εκτός πραγματικότητας. Επίσης, ο ισχυρισμός του ότι άναψε το πράσινο φως και γι' αυτό συνέχισε την πορεία του μαζί με τα τέσσερα-πέντε αυτοκίνητα, ακολουθώντας τα, έρχεται σε αντίφαση με τη μαρτυρία του Μ.Υ.1, ο οποίος ανάφερε ότι όταν είδε τον μοτοσικλετιστή να εισέρχεται στη διασταύρωση, ο ίδιος ήταν ακινητοποιημένος γιατί το φως της πορείας του ήταν κόκκινο. Παράλληλα, ο ίδιος άλλαξε τη θέση του κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του. Στην κυρίως εξέταση είπε ότι ελάττωσε ταχύτητα πλησιάζοντας στα φώτα, ενώ στην αντεξέταση ισχυρίστηκε ότι ξεκίνησε πίσω από τα σταματημένα αυτοκίνητα, αφήνοντας να νοηθεί ότι είχε σταματήσει πίσω από τα αυτοκίνητα. Ισχυρίστηκε περαιτέρω κατά την αντεξέτασή του ότι δεν είδε από την απέναντι πλευρά αυτοκίνητο να στρίβει. Στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 3, αναφέρει αυτολεξεί «Την ίδια ώρα είδα ότι έστριβαν δεξιά και αυτοκίνητα που έρχονταν από απέναντί μου». Επίσης, η θέση του Ενάγοντα ότι ενώ πλησίαζε τη διασταύρωση, τα φώτα τροχαίας είχαν αλλάξει από κόκκινο σε πράσινο, έρχεται σε αντίφαση με την πραγματική μαρτυρία, το Τεκμήριο 2, σύμφωνα με το οποίο αφού σβήσει το κόκκινο φως, στη συνέχεια ανάβει για δύο δευτερόλεπτα το κίτρινο φως και μετά ακολουθεί το πράσινο, ενώ στην πορεία της Εναγομένης μετά που θα σβήσει το πράσινο δεξιό βέλος συνεχίζει να παραμένει αναμμένο το κόκκινο φως για πέντε δευτερόλεπτα, στη συνέχεια ανάβει το κίτρινο φως για δύο δευτερόλεπτα και μετά ανάβει το πράσινο φως. Εγείρονται επίσης ερωτηματικά, αναφορικά με το πώς διένυσε η Εναγομένη είκοσι επτά μέτρα μέσα στη διασταύρωση, χωρίς να γίνει αντιληπτή από τον Ενάγοντα που είχε ευθεία πορεία και πως χρειάστηκε περισσότερα από δέκα δευτερόλεπτα, που είναι αναμμένο το πράσινο βέλος στην πορεία της Εναγομένης, για να καταφέρουν δύο αυτοκίνητα να στρίψουν δεξιά. O Αστ.173, Μ.Ε.2, ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας. Η μαρτυρία του ήταν πολύ ειλικρινής, αντικειμενική και κατατοπιστική για το Δικαστήριο, ιδιαίτερα η επεξήγηση που έδωσε για τη διάρκεια των φώτων της διασταύρωσης, καθώς και για το χρόνο ασφάλειας που υπάρχει. Αναφέρθηκε με θετικό τρόπο στα όσα περιήλθαν σε γνώση του κατά την άσκηση των καθηκόντων του, χωρίς καμία προσπάθεια να παραποιήσει την αλήθεια. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητά της. Όσον αφορά την ιατρική μαρτυρία του Δρ. Ταντελέ, Μ.Ε.3, ήταν ειλικρινής και προέκυψε από το καθήκον του ιατρού προς τον ασθενή του. Δεν υπήρχαν οποιεσδήποτε υπερβολές στη μαρτυρία του, αλλά αντίθετα ο μάρτυρας εξέφρασε την ιατρική του γνώμη επί των συγκεκριμένων θεμάτων, βασιζόμενος και στα όσα του είχαν αναφερθεί από τον Ενάγοντα. Δεν έχω λόγο να μην τον πιστέψω. Ο κ. Σεργίου, Μ.Ε.4, δεν μπόρεσε στην ουσία να βοηθήσει το Δικαστήριο, αφού δεν ήταν σε θέση να αναφέρει το μισθό του Ενάγοντα, λόγω του ότι δεν τον γνώριζε, ούτε μπορούσε να αναφέρει οτιδήποτε για οποιεσδήποτε απολεσθείσες απολαβές. Οπόταν, δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του. Έρχομαι τώρα στη μαρτυρία του κ. Πιερή, Μ.Υ.1, ο οποίος ήταν ανεξάρτητος μάρτυρας του δυστυχήματος. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν γνώριζε την Εναγομένη και δεν είχε οποιοδήποτε συμφέρον στην εξέλιξη της υπόθεσης. Η μαρτυρία του ήταν σταθερή και διαφωτιστική και δεν μου έδωσε κανένα λόγο για να την απορρίψω. Αντίθετα, μου άφησε την εντύπωση ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας ήταν ο μόνος που είχε δει τι ακριβώς είχε συμβεί. Με απλό τρόπο περιέγραψε τα όσα είχε δει στη σκηνή του δυστυχήματος. Οι όποιες αντιφάσεις διαπιστώθηκαν στη μαρτυρία του, αφορούσαν το κατά πόσο είχε μιλήσει με τον αστυνομικό στη σκηνή του δυστυχήματος και του είχε αφήσει τα στοιχεία του και κατά πόσο μπορούσε να θυμηθεί τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου που οδηγούσε, δεν είναι ικανές να πλήξουν την αξιοπιστία του. Τέτοιου είδους αντιφάσεις, σύμφωνα με τη νομολογία, δεν είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του μάρτυρα (βλ. Εταιρεία Αλλαντικών Προϊόντων Κρίστη v. P.T.A. Foodlab & Nutricional Services
(2006)1 Α.Α.Δ. 827 και Νεκτάριος Περικλέους v. Νίκου Γεωργίου κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 80) . Εν πάση περιπτώσει, τα όσα ανάφερε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου συνάδουν πλήρως με την κατάθεσή του, Τεκμήριο 7 και την πραγματική μαρτυρία, Τεκμήριο
  1. Η Εναγομένη, Μ.Υ.2, επίσης μου έκανε πολύ καλή εντύπωση, αφού η όλη συμπεριφορά της από το εδώλιο του μάρτυρα έδειχνε ένα ειλικρινή άνθρωπο που με απλό τρόπο ανάφερε ότι είχε συμβεί και όσα η ίδια αντιλήφθηκε ότι εξελίσσονταν. Η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε από την αντεξέταση, αλλά αντίθετα ενισχύθηκε και παράλληλα υποστηρίχθηκε από την πραγματική μαρτυρία, Τεκμήρια 1 και
  2. Με δεδομένη την πιο πάνω αξιολόγηση, καταλήγω ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν ως ακολούθως: Ο Ενάγοντας στις 23/09/2009 οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αριθμούς εγγραφής ΕΧΗ327, επί της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού με κατεύθυνση τις Καμάρες. Ενώ πλησίαζε στη διασταύρωση της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού με την οδό Δ. Παπανικολή και την Αρχιμανδρίτη Μακαρίου Μαχαιριώτη, το φως της πορείας του ήταν κόκκινο και μπροστά του υπήρχαν τέσσερα με πέντε αυτοκίνητα. Θεωρώντας ότι το φως θα άλλαζε, δεν πάτησε φρένο αλλά συνέχισε την πορεία του, προσπερνώντας τα προπορευόμενα σταματημένα αυτοκίνητα, παραλείποντας να σταματήσει στο κόκκινο φως, το οποίο έλεγχε την πορεία του. Αποτέλεσμα της πράξης του αυτής, ήταν να συγκρουστεί με την Εναγομένη, η οποία ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση και είχε σχεδόν ολοκληρώσει τη δεξιά στροφή της, βρισκόταν είκοσι επτά μέτρα εντός της διασταύρωσης, σύμφωνα και με το τόξο πορείας της το οποίο ήταν πράσινο και της έδινε προτεραιότητα. Λόγω της σύγκρουσης ο Ενάγοντας εκσφενδονίστηκε, κτύπησε στο αυτοκίνητο της Εναγομένης και έπεσε στο έδαφος. Μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Λάρνακας όπου έτυχε περίθαλψης για τέσσερεις μέρες. Η ορατότητα στο συγκεκριμένο δρόμο, σε σχέση τόσο με την πορεία του Ενάγοντα, καθώς και της Εναγομένης, είναι γύρω στα 239 μέτρα και τα φώτα τροχαίας της συμβολής εργάζονται κανονικά. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο υπήρξε αμέλεια από πλευράς της Εναγομένης και κατά πόσο η Εναγομένη ευθυνόταν αποκλειστικά για το δυστύχημα. Η αμέλεια έχει καθοριστεί και περιγραφεί, σε σειρά αποφάσεων τόσο των Αγγλικών όσο και των Κυπριακών Δικαστηρίων, ότι αποτελεί την παράλειψη εκδήλωσης ενέργειας την οποία ένας συνηθισμένος άνθρωπος θα εκδήλωνε ή την εκδήλωση ενέργειας την οποία ένας συνηθισμένος άνθρωπος θα απέφευγε. Βλ. Φοινικαρίδης κ.ά ν. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 465, Αναστάση ν. Γεωργίου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 96 και Κουμής ν. Χίννη
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 383. Η αμέλεια θα πρέπει να κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός σωστού οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που επίσης τον χρησιμοποιούν. Συνεπώς, η ίδια η αμέλεια ως αστικό αδίκημα δεν μπορεί ν΄ εξετάζεται αφηρημένα αλλά πάντοτε σε συνάρτηση με το συγκεκριμένο πρόσωπο που την επικαλείται και με αναφορά στην παράλειψη που προκάλεσε τη ζημιά. Βλ. Λάππας ν. Παφίτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 832 και Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 218. Γενικά το θέμα της αμέλειας είναι ζήτημα γεγονότων και αποφασίζεται με βάση τις συνθήκες της κάθε υπόθεσης. Η έννοια της αμέλειας ως πραγματικού γεγονότος στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Η οδική συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού, ο δε προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλει, ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή, από τα δεδομένα της τροχαίας κίνησης και τη φροντίδα που εύλογα αναμένεται από τον οδηγό να επιδείξει για την ασφάλεια των άλλων προσώπων που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το εάν κάποιος οδηγός επέδειξε ή όχι αμέλεια, εξαρτάται από το αν κάτω από τις ιδιαίτερες συνθήκες της υπόθεσης έπραξε ότι θα έπραττε ένας σώφρον, ικανός και λογικός οδηγός υπό τις περιστάσεις. Το βάρος απόδειξης της αμέλειας βρίσκεται στους ώμους του διαδίκου που ισχυρίζεται αμέλεια και πρόκληση του δυστυχήματος εξ' υπαιτιότητας της άλλης πλευράς, ο οποίος καλείται να το αποσείσει στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το καθήκον του οδηγού για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας από άλλους οδηγούς (βλ. Ζαχαρία κ.ά. v. Καραολή
(2004)1 Α.Α.Δ. 72, Παύλου v. Παπακυπριανού
(2000)1 Α.Α.Δ. 974 και Χαριλάου v. Νικολάου
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1460). Έχοντας υπόψη μου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές θα εξετάσω το θέμα της ύπαρξης αμέλειας εκ μέρους της Εναγομένης, αναφορικά με την πρόκληση του επίδικου δυστυχήματος. Σύμφωνα με τα ευρήματά μου, τα φώτα τροχαίας στη συμβολή της Λεωφόρου Σπύρου Κυπριανού με την οδό Δ. Παπανικολή και Αρχιμανδρίτου Μακαρίου Μαχαιρώτη λειτουργούσαν κανονικά. Η Εναγομένη επιχείρησε, οδηγώντας το όχημά της με αριθμούς εγγραφής ΕΚΜ950, να στρίψει δεξιά ακολουθώντας το αναμμένο πράσινο βέλος το οποίο καθόριζε την πορεία της, έχοντας δέκα δευτερόλεπτα για να ολοκληρώσει τη δεξιά στροφή της. Ο Ενάγοντας με το μοτοποδήλατό του παραβίασε το κόκκινο φως της πορείας του, έχοντας προέλθει πίσω από τα τέσσερα-πέντε προπορευόμενα αυτοκίνητα στη λωρίδα του και «καρφώθηκε» στο αριστερό μπροστινό μέρος του αυτοκινήτου της Εναγομένης, ενώ αυτή υπολειπόταν μόνο λίγα μέτρα για να ολοκληρώσει τη δεξιά στροφή της και να καλυφθεί από τη νησίδα. Ο Ενάγοντας προσπέρασε τα τέσσερα προπορευόμενα του αυτοκίνητα, παραβίασε το κόκκινο φως και χωρίς να ελέγξει την τροχαία κίνηση ή να τηρεί τη δέουσα παρατηρητικότητα, εισήλθε στη διασταύρωση και συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο της Εναγομένης. Με βάση τη μαρτυρία του Ενάγοντα ότι ερχόταν πίσω από τα τέσσερα προπορευόμενα αυτοκίνητα, η Εναγομένη δεν μπορούσε να τον είχε δει ότι ερχόταν, αφού ήταν πίσω από αυτά τα τέσσερα αυτοκίνητα. Είναι καθαρό από τα γεγονότα, ότι αυτός που ευθύνεται για το δυστύχημα είναι ο Ενάγοντας και όχι η Εναγομένη, αφού αυτός μπορούσε να τη δει, γιατί η πορεία του ήταν ευθεία και η Εναγομένη βρισκόταν ήδη στη διαδικασία της δεξιάς στροφής. Συνεπώς, η Εναγομένη δεν έχει την αποκλειστική ευθύνη για το δυστύχημα, αφού ενήργησε όπως θα ενεργούσε ο οποιοσδήποτε συνετός οδηγός σε μια τέτοια περίπτωση. Έρχομαι τώρα να εξετάσω κατά πόσο υφίσταται θέμα συντρέχουσας αμέλειας της Εναγομένης. Στη συντρέχουσα αμέλεια η ευθύνη υλοποιείται στην παράλειψη του οδηγού να λάβει τέτοιες προβλεπτές προφυλάξεις για τη δική του ασφάλεια και την ασφάλεια της περιουσίας του. Είναι νομολογημένο ότι δύο είναι οι καθοριστικοί παράγοντες: (α) η υπαιτιότητα που συναρτάται με την εκπλήρωση των καθηκόντων του κάθε οδηγού για την ασφάλεια του άλλου και (β) η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αμέλειας των δύο οδηγών και της ζημιάς που προκλήθηκε και αποτελεί το αντικείμενο της δίκης. Η ευθύνη επιμερίζεται κάτω από το πρίσμα της κοινής λογικής και της καθημερινής εμπειρίας και οι εκατέρωθεν παραλείψεις συνεκτιμούνται όχι μικροσκοπικά, αλλά από την πλατιά γωνία του μέσου συνετού πολίτη (βλ. Χριστοδούλου v. Γρηγορίου
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 178, Βελάρης v. Ηροδότου
(1991)1 Α.Α.Δ. 881. Μια θεώρηση της νομολογίας που αφορά δυστυχήματα σε ελεγχόμενες από φώτα τροχαίας διασταυρώσεις, καταδεικνύει ότι ο οδηγός που περνά με πράσινο φως δεν ευθύνεται για τη σύγκρουση με όχημα που περνά με κόκκινο φως, εκτός αν ο πρώτος ήταν σε θέση να αντιληφθεί έγκαιρα το άλλο όχημα και να λάβει μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης. Στην τελευταία περίπτωση, ο οδηγός είναι υπεύθυνος συντρέχουσας αμέλειας. Παραπέμπω στις αποφάσεις Φοινικαρίδης v. Γεωργίου (ανωτέρω), Kyriacou v. A. Kortas & Sons Ltd
(1981)1 C.L.R. 351 και Ορφανίδου v. Πέρναρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 253. Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Ευδοκίας Γεωργίου Μαχάττου κ.α. ν. Δημόκριτου Αριστείδη, Πολ. Έφ.203/08, ημερ.13/07/2011, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά: «Ερχόμενοι τώρα στο θέμα της συντρέχουσας ευθύνης, παρατηρούμε κατά πρώτον ότι η νομολογία είναι δεδομένη. Στη Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 ΑΑΔ 475, ο Εφεσείων ο οποίος εισήλθε στη διασταύρωση με πράσινο, εκρίθη εν τούτοις ως ευθυνόμενος κατά 25%. Είχε υποβάλει ο Εφεσείων ότι η υπόθεση Joseph Eva Ltd v. Reeves [1938] 2 All ER 115, στην οποία και βασίζεται ο Εφεσίβλητος ενώπιον μας, ήταν καθοριστική της θέσης ότι ο οδηγός που εισέρχεται με πράσινο δεν έχει ευθύνη. Το Εφετείο είχε άλλη άποψη, λέγοντας τα εξής (σ. 483-σ.484): «Η υπόθεση αυτή είναι σημαντική ως προς τα καθήκοντα των οδηγών σε διασταυρώσεις δρόμων που ρυθμίζονται με φώτα τροχαίας. Είναι ξεκαθαρισμένο όμως ότι κάθε άλλο παρά έθεσε οποιαδήποτε αρχή που θα ήταν δυνατό να αναχθεί σε κανόνα δικαίου που θα διείπε όλες τις περιπτώσεις ανεξάρτητα από τα ιδιαίτερα περιστατικά τους. Αντίθετα, τονίστηκε ότι όσο κι αν ο οδηγός που προχωρούσε στη διασταύρωση με πράσινο φως είχε δικαίωμα να υποθέσει ότι οχήματα που πλησίαζαν τη διασταύρωση από διαφορετική κατεύθυνση θα συμμορφώνονταν με τους κανονισμούς, έτσι που να μη ήταν υποχρεωμένος να μεριμνήσει για την περίπτωση που κάποιο όχημα δεν θα σταματούσε στο κόκκινο φως, είχε καθήκον να πάρει όλα τα εύλογα μέτρα για να αποφύγει σύγκρουση με αυτοκίνητο που είχε έγκαιρα δει ότι θα έμπαινε στη διασταύρωση κατά παράβαση των κανονισμών.» Η προσέγγιση αυτή είναι διαχρονική. Στην υπόθεση Varnakides v. Papamichael
(1970)1 CLR 367, και πάλι απεδόθη ευθύνη στον οδηγό που είχε προτεραιότητα, ανάλογη δε προσέγγιση υπήρξε και στην Panayides v. Kyriacou
(1969)1 CLR 167. Η προσέγγιση αυτή συναρτάται προς τη θεμελιακή έννοια της αμέλειας ως πάντοτε θέμα γεγονότων και όχι κανόνος, ώστε και η σημασία των σημάτων τροχαίας να ανάγεται και να σταθμίζεται στο συνολικό πλαίσιο του καθορισμού των υποχρεώσεων επιμέλειας των χρηστών του δρόμου.» Στην υπόθεση Φοινικαρίδης (ανωτέρω), ο Ενάγοντας είχε δει τον μοτοσικλετιστή απέναντί του και κατά τη διάρκεια που ήταν στη διασταύρωση το φως άλλαξε σε κίτρινο, πράγμα που ο ίδιος μπορούσε να διαπιστώσει, γι' αυτό και κρίθηκε ένοχος συντρέχουσας αμέλειας γιατί δεν ξανάστρεψε την προσοχή του στον μοτοσικλετιστή. Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαφοροποιούνται από αυτά της Φοινικαρίδης (ανωτέρω). Στην υπό κρίση υπόθεση, με βάση τα γεγονότα όπως έχουν διαπιστωθεί, η Εναγομένη έκανε χρήση του πράσινου βέλους όπως δικαιούταν να πράξει, αφού αυτό της έδινε προτεραιότητα να στρίψει δεξιά. Είχε δέκα δευτερόλεπτα να ολοκληρώσει τη δεξιά στροφή της. Στην αντίθετη πορεία τα φώτα τροχαίας ήταν κόκκινα και υπήρχαν μόνο σταματημένα αυτοκίνητα, σύμφωνα με τη δική της μαρτυρία και τη μαρτυρία του Μ.Υ.1.. Ο Ενάγοντας, ο οποίος κινείτο πίσω από τέσσερα προπορευόμενα αυτοκίνητα, προσπέρασε και τα τέσσερα αυτοκίνητα, τα οποία ήταν σταματημένα στο κόκκινο φως, παραβίασε το κόκκινο φως, καθώς και το κίτρινο, διάρκειας επτά δευτερολέπτων και εισήλθε στη διασταύρωση, ενώ δεν είχε δικαίωμα να το πράξει, με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το αυτοκίνητο της Εναγομένης, το οποίο βρισκόταν στη διαδικασία ολοκλήρωσης της δεξιάς στροφής. Η Εναγομένη δεν θα μπορούσε να δει το μοτοποδήλατο του Ενάγοντα πίσω από τα τέσσερα σταματημένα αυτοκίνητα, ενώ ήταν στη διαδικασία του στριψίματος. Το γεγονός αυτό, δηλαδή ότι υπήρχαν τέσσερα σταματημένα αυτοκίνητα στο κόκκινο φως που αφορούσε την αντίθετη πορεία, εκμηδένισε τη δυνατότητά της να εντοπίσει την παρουσία του Ενάγοντα στο δρόμο, πίσω από αυτά και να λάβει οποιαδήποτε μέτρα για να αποφύγει τη σύγκρουση. Συνεπακόλουθα, θεωρώ ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συνυπεύθυνη για το δυστύχημα ή ως έχουσα συντρέχουσα αμέλεια. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να αναφερθεί ότι στην περίπτωση που η Εναγομένη κρινόταν ότι είχε συντρέχουσα αμέλεια για το δυστύχημα, το ποσοστό αμέλειας που θα μπορούσε να της αποδοθεί δεν θα μπορούσε να ξεπεράσει το 10%. Όμως, ο Ενάγοντας αντιμετωπίζει ακόμα ένα πρόβλημα που αφορά την απόδειξη τόσο των γενικών καθώς και των ειδικών αποζημιώσεων. Οι ειδικές αποζημιώσεις, οι οποίες πρέπει να αποδεικνύονται αυστηρά σύμφωνα με τη νομολογία, δεν αποδείχθηκαν, αφού δεν προσκομίστηκε μαρτυρία για την αξία του μοτοποδηλάτου, καθώς και τα φάρμακα. Ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να αφορά μελλοντικές απώλειες του εισοδήματός του ή οποιαδήποτε άλλα έξοδα ιατρικής περίθαλψης. Οπόταν, ακόμα και στην περίπτωση που η υπόθεση αποφασιζόταν υπέρ του Ενάγοντα, θα αντιμετώπιζε σοβαρές αντικειμενικές δυσκολίες όσον αφορά την απόδειξη της αξίωσής του. Με βάση όλα όσα αναφέρω πιο πάνω, καταλήγω ότι ο Ενάγοντας φέρει την αποκλειστική ευθύνη για το επίδικο δυστύχημα και ότι η Εναγομένη δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη. Των πιο πάνω δεχθέντων, καταλήγω ότι η αγωγή θα πρέπει απορριφθεί με έξοδα εναντίον του Ενάγοντα και υπέρ της Εναγομένης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκκολητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.