Χριστάκη Φάνου Ελευθεριάδη ν. Εργοληπτική Εταιρεία Σιημητράς Λίμιτεδ κ.α., Αρ. Αγωγής 822/2010, 30.11.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A154 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 822/2010 Μεταξύ: Χριστάκη Φάνου Ελευθεριάδη Ενάγοντα -και-
- Εργοληπτική Εταιρεία Σιημητράς Λίμιτεδ
- Παντελή Σιημητρά
- Σωτήρη Γιούπα Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 12.11.2010 Ημερομηνία: 30.11.2011 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα-αιτητή: Ο κ. Φ. Παυλήμπεης. Για εναγόμενους-καθ΄ων η αίτηση: Ο κ. Ν. Μακρίδης με κ. Ν. Γεωργίου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αίτηση αν και μονομερής τελικώς εξετάστηκε αφού καταχώρησαν και οι εναγόμενοι 1 και 2, καθ' ων η αίτηση, την ένσταση τους. Η πιο πάνω πορεία υιοθετήθηκε κατόπιν οδηγιών του δικαστηρίου η δε παρούσα διαδικασία δεν αφορά τον εναγόμενο
- Με την αίτηση αυτή ο ενάγοντας ζητά την έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος για την παγοποίηση κάθε συναλλαγής της εναγομένης 1 εταιρείας σε σχέση με πέντε συγκεκριμένα ακίνητα της τα οποία βρίσκονται στην πόλη και επαρχία Λάρνακας. Και, επίσης, παρόμοιας φύσεως διάταγμα σε σχέση με 900 συνήθεις μετοχές τις οποίες κατέχει ο εναγόμενος 2 στην προαναφερθείσα εταιρεία. Για την εξασφάλιση των πιο πάνω ενδιάμεσων θεραπειών ο ενάγοντας βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στο άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 και στο άρθρο 9 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου 31(Ι)/
- Πρόσθετα, σε ένορκη δήλωση την οποία ορκίστηκε ο ίδιος, παραθέτει τα γεγονότα τα οποία θεώρησε αναγκαίο να αναφερθούν με προοπτική την επιτυχή έκβαση της, υπό το φως και των απαιτήσεων των προαναφερθέντων προνοιών για την άσκηση της προβλεπόμενης σ' αυτές εξουσίας. Ας σημειωθεί ότι στην ουσία τους οι εν λόγω πρόνοιες είναι, ίδιες και ως εκ τούτου θα γίνει αναφορά μόνο σ' αυτές του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/
- Βασικό γεγονός στο οποίο εδράζεται η αγωγή, και κατά συνέπεια και η αίτηση για τις θεραπείες που αναφέρονται πιο πάνω, είναι μια συμφωνία την οποία ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι συνήψε με την εναγόμενη εταιρεία στις 4.4.
- Όπως δε αναφέρει περαιτέρω, πριν από την υπογραφή της, κατά τον Ιανουάριο του 2007, είχε συμφωνήσει «προκαταρκτικά και προφορικά» με τους εναγομένους 2 και 3 να τους πωλήσει 8/9 μερίδια σε ένα ακίνητο του αποτελούμενο από τρία ξεχωριστά οικόπεδα ευρισκόμενα στην περιοχή του χωριού Κίτι, αντί του συνολικού ποσού των ΛΚ337.
- Η εν λόγω προκαταρκτική συμφωνία προέβλεπε επίσης πως μέρος του τιμήματος θα πληρώνετο σε χρήμα και το υπόλοιπο με ανάλογης αξίας ακίνητη περιουσία την οποία οι εναγόμενοι 2 και 3 θα αγόραζαν για λογαριασμό του στη Ρουμανία. Μάλιστα, το διαβεβαίωναν ότι τελικώς η ακίνητη αυτή περιουσία θα του απέφερε πολύ μεγαλύτερο ποσό από αυτό που θα κατεβάλλετο για την αγορά της. Ως αποτέλεσμα πείσθηκε ώστε και το τίμημα στο οποίο τελικά πώλησε το ακίνητο του προς την εναγόμενη εταιρεία να ήταν κατά ΛΚ50.000 πιο κάτω, στο ποσό που αναφέρθηκε προηγουμένως, από το ποσό που αρχικά ζητούσε γι' αυτό. Πρόσθετα, με προτροπή των εν λόγω εναγομένων, ο ενάγοντας βρήκε, όπως αναφέρει, ακόμα τρία πρόσωπα που ενδιαφέρονταν να αγοράσουν ακίνητη περιουσία στη Ρουμανία και κατά το Μάρτιο του 2007 μετέβησαν όλοι μαζί στη χώρα αυτή. Εκεί οι εναγόμενοι 2 και 3 τους υπέδειξαν συγκεκριμένο ακίνητο έκτασης 48.000 τετραγωνικών μέτρων, περίπου, το οποίο θα μεταβιβάζετο στον ίδιο και στα άλλα τρία πρόσωπα ανάλογα με τη συνεισφορά καθ' ενός από αυτούς στο τίμημα αγοράς του. Στο μεταξύ, είχαν και τα πρόσωπα αυτά καταβάλει στους εναγομένους 2 και/ή 3 από κάποιο διαφορετικό ποσό ο καθ' ένας. Όμως, τα πράγματα παρέμεινα ως εκεί χωρίς να πραγματοποιηθεί η αγορά του εν λόγω ακινήτου ή οποιουδήποτε άλλου ακινήτου στη Ρουμανία και ειδικά με τη συμμετοχή και των τριών άλλων προσώπων που αναφέρονται πιο πάνω. Εντούτοις, στις 4.4.2007 υπογράφηκε μεταξύ του και της εναγομένης εταιρείας, η οποία όπως πληροφορήθηκε από τους εναγόμενους 2 και/ή 3 θα ήταν η αγοράστρια, η προαναφερθείσα σύμφωνα για τα 8/9 μερίδια του στο προαναφερθέν ακίνητο. Με βάση ό,τι προβλέπεται σ΄ αυτή - είναι τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα - το σύνολο του τιμήματος για την αγορά του εν λόγω ακινήτου είχε συμφωνηθεί στο ποσό που αναφέρθηκε προηγουμένως. Σε ευρώ ανέρχεται στις 575.798,
- Ποσό ΛΚ.1.000 αναγνωρίζεται ότι πληρώθηκε με την υπογραφή της συμφωνίας. Το υπόλοιπο θα πληρώνετο με τη μεταβίβαση του ακινήτου στην εναγόμενη εταιρεία, η οποία μεταβίβαση πραγματοποιήθηκε στις 18.5.
- Δηλαδή ένα μήνα, περίπου, μετά την ημερομηνία που προέβλεπε η συμφωνία. Κατά το χρόνο εκείνο πληρώθηκε επίσης στον ενάγονται ένα μεγάλο ποσό έναντι του τιμήματος, ύψους ΛΚ212.750, με τραπεζική επιταγή, τεκμήριο 2, το οποίο όπως ισχυρίζεται, μειώθηκε ακολούθως κατά ΛΚ50.000 και οι εναγόμενοι εξέδωσαν την ίδια ημέρα προς όφελος του νέα τραπεζική επιταγή για ΛΚ162.750, τεκμήριο
- Επομένως, παρατηρείται εδώ πως το τίμημα δεν εξοφλήθηκε πλήρως με τη μεταβίβαση του ακινήτου όπως προέβλεπε η συμφωνία. Περαιτέρω, όπως ισχυρίζεται ο ενάγοντας, αναφερόμενος στην πτυχή αυτή, το ποσό του τιμήματος το οποίο κατακρατήθηκε θα χρησιμοποιείτο από τους εναγομένους, εννοώντας προφανώς τους εναγόμενους 2 και 3, για την αγορά προς όφελος του ακινήτων στη Ρουμανία σύμφωνα με την μεταξύ των προφορική συμφωνία. Και δεν ήταν μόνο αυτό το ποσό το οποίο θα χρησιμοποιείτο για τον πιο πάνω σκοπό. Στις 14.6.2007 ο ενάγοντας έδωσε, όπως ισχυρίζεται, στον εναγόμενο 2 ακόμα ένα ποσό ύψους ΛΚ37.
- Σε σχέση με την ίδια πιο πάνω πτυχή, ο ενάγοντας ανάφερε ότι αποτέλεσμα των πιο πάνω δοσοληψιών τα ποσά που οι εναγόμενοι κατακράτησαν από το τίμημα για το ακίνητο του και επίσης έλαβαν από αυτόν για την αγορά προς όφελος του ακινήτων στη Ρουμανία ανέρχονται συνολικά σε €388.462,
- Από το ποσό αυτό ο ενάγοντας αφαίρεσε ποσό €25.000 που είναι η αξία ενός ακινήτου το οποίο οι εναγόμενοι 2 και/ή 3 αγόρασαν κατά το Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο του 2007 για λογαριασμό του στη Ρουμανία και το μεταβίβασαν σε μια ρουμάνικη εταιρεία αποκλειστικής του ιδιοκτησίας. Μάλιστα, στο σημείο αυτό ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 του παρουσίασαν ψευδώς ότι το εν λόγω ακίνητο ήταν πολύ μεγαλύτερης αξίας, ήτοι €182.
- Με την αφαίρεση και του πιο πάνω ποσού ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι κατακρατούν προς όφελος του ποσό €363.463,
- Ενώ σε άλλο σημείο ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη εταιρεία δεν του πλήρωσε ολόκληρο το τίμημα για την αγορά του ακινήτου του. Γενικά ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι του οφείλεται το πιο πάνω ποσό, του οποίου την πληρωμή απαιτεί από όλους τους εναγομένους. Στη συνέχεια ο ενάγοντας ισχυρίζεται περαιτέρω πως καθώς το συμβουλεύουν οι δικηγόροι του έχει υποστεί ζημιά ίση προς το πιο πάνω ποσό «εξαιτίας του δόλου και/ή απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή συνωμοσίας» των εναγομένων. Και ειδικά ως εκ του γεγονότος ότι ενώ του υποσχέθηκαν ότι θα του αγόραζαν περιουσία στη Ρουμανία με το εν λόγω ποσό, εντούτοις δεν ήταν ποτέ αυτή η πρόθεση τους. Παρά μόνο ήθελαν, όπως ισχυρίζεται, να εξασφαλίσουν την ιδιοκτησία του προαναφερθέντος ακινήτου του, το οποίο τελικώς επέτυχαν. Και συμπληρώνει ο ενάγοντας, όσον αφορά το πιο πάνω θέμα, πως για την εκπλήρωση των προαναφερθέντων δόλιων προθέσεων και πράξεων τους «οι εναγόμενοι 2 και 3 ενεργούσαν από κοινού και προσωπικά και/ή ως αντιπρόσωποι και/ή για λογαριασμό των εναγομένων 1 και/ή χρησιμοποιούσαν την εναγόμενη 1 εταιρεία ως όχημα απάτης (fraud vehicle)". Ενώ σε άλλο σημείο της ένορκης δήλωσης του ο ενάγοντας ισχυρίζεται πως «όλοι μαζί (οι εναγόμενοι) και/ή δύο εξ' αυτών συνωμότησαν (conspired) και/ή συνδυάστηκαν (combined) με απώτερο και κοινό σκοπό ή πρόθεση να μου προκαλέσουν ζημιά ύψους €363.462,07 σεντ πλέον τόκους από 18/5/2007 που αντιπροσωπεύει το υπόλοιπο της τιμής του κτήματος που παρέμεινε απλήρωτο ..» Όταν δε, όπως αναφέρει στη συνέχεια, ενόχλησε κατ' επανάληψη τους εναγομένους 2 και 3 να του καταβάλουν το πιο πάνω ποσό ή να του αγοράσουν ακίνητα στη Ρουμανία ίσης αξίας, ο εναγόμενος 3 του ζήτησε ενώ βρισκόταν στη Ρουμανία και υπέγραψε στις 25.4.2008, κάποια έγγραφα στη ρουμάνικη γλώσσα για εξασφάλιση της εκπλήρωσης των υποσχέσεων των εναγομένων. Όταν δε σε μεταγενέστερο χρόνο μετάφρασε τα έγγραφα αυτά στην ελληνική γλώσσα διαπίστωσε ότι αφορούσαν συμφωνία δανείου ή αναγνώριση χρέους ύψους €250.000 πληρωτέο στις 25.10.2008 και παράλληλα υπόσχεση μεταβίβασης μετοχών κάποιας αφερέγγυας εταιρείας σε περίπτωση μη πληρωμής, προφανώς, εννοεί του πιο πάνω ποσού. Τέλος, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων είναι αναγκαία για εξασφάλιση απόφασης η οποία τυχόν να εκδοθεί εναντίον των εναγομένων και ειδικά της εναγομένης εταιρείας και του εναγομένου 2, αφού ο εναγόμενος 3 στερείται οποιασδήποτε περιουσίας στην Κύπρο. Όσον αφορά τον εναγόμενο 2 αυτός έχει μόνο τις 900 μετοχές στην εναγόμενη εταιρεία των οποίων επιδιώκεται η δέσμευση. Ενώ όσον αφορά την τελευταία πλην των ακινήτων των οποίων επίσης ζητείται η δέσμευση στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, όλη η υπόλοιπη ακίνητη περιουσίας της βαρύνεται με σωρεία εμπράγματων βαρών και υποθηκών. Το γεγονός αυτό φαίνεται μέσα από σχετική έρευνα η οποία έγινε στο οικείο κτηματολογικό γραφείο και επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα ως τεκμήριο
- Για τα προαναφερθέντα πέντε ακίνητα ο ενάγοντας έχει προσκομίσει εκτιμητικές εκθέσεις αναφορικά με την αξία καθ' ενός από αυτά. Επισυνάπτονται ως τεκμήριο
- Από αυτές δε προκύπτει ότι η αγοραία αξία και των πέντε εν λόγω ακινήτων μαζί υπολογίζεται γύρω στο €1.007.
- Κατά το στάδιο των αγορεύσεων ο συνήγορος του ενάγοντα επιχειρηματολογώντας με αναφορά στην πιο πάνω μαρτυρία, εισηγήθηκε ότι έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις τις οποίες θέτει ειδικά το άρθρο 32
(1), για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Διαφορετική ήταν η άποψη του συνηγόρου των εναγομένων. Με αναφορά στην ίδια βασικά μαρτυρία και στη βάση επισημάνσεων διαφόρων αδυναμιών τις οποίες εντόπισε σε αυτή, εισηγήθηκε αντίθετα ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Σε πρώτο στάδιο η εξέταση αίτησης όπως είναι η παρούσα επικεντρώνεται στο να διαπιστωθεί κατά πόσο έχουν ικανοποιηθεί οι τρεις προϋποθέσεις τις οποίες θέτει το άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/1960 ώστε να είναι εφικτή η έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος. Σε δεύτερο στάδιο και εφόσον διαπιστωθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, εξετάζεται κατά πόσο είναι πρόσφορο ή δίκαιο να προβεί το δικαστήριο στην έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος. Αυτή είναι η αρχή επί της οποίας ασκείται η πιο πάνω εξουσία, όπως προβλέπεται από το προαναφερθέν άρθρο. Η άσκηση της όπως και η διαπίστωση της ικανοποίησης ή μη των εν λόγω τριών προϋποθέσεων διενεργούνται στη βάση της μαρτυρίας την οποία τα μέρη έχουν θέσει ενώπιον του δικαστηρίου με ένορκες δηλώσεις και ειδικά αυτή που έχει προσφέρει ο αιτητής. Σημαντική όσον αφορά τον τρόπο εφαρμογής των προνοιών του άρθρου 32
(1)είναι η υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557. Έχει καταδείξει ότι ο αιτητής φέρει το βάρος να ικανοποιήσει το δικαστήριο για την άσκηση υπέρ του της εν λόγω εξουσίας μέσα από την ικανοποίηση, σε πρώτο στάδιο, των προϋποθέσεων τις οποίες το εν λόγω άρθρο ορίζει. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση είναι η πρώτη. Ικανοποιείται εφόσον αποκαλυφθεί η ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία και δη την έκθεση απαίτησης. Ή αν αυτή δεν έχει ακόμα καταχωριστεί με βάση την ένορκη μαρτυρία η οποία υποστηρίζει την αίτηση. Στην προκειμένη περίπτωση ο ισχυρισμός για ύπαρξη γραπτής συμφωνίας πώλησης στην εναγόμενη εταιρεία, ενός ακινήτου ιδιοκτησία του ενάγοντα σε συνδυασμό με ή και χωρίς αναφορά στην προφορική συμφωνία δυνάμει της οποίας οι εναγόμενοι 2 και 3 φέρεται να είχαν αναλάβει να χρησιμοποιήσουν το υπόλοιπο του τμήματος από την πρώτη συμφωνία για αγορά ακινήτων στη Ρουμανία προς όφελος του ενάγοντα, και ο ισχυρισμός για παραβίαση των συμφωνιών αυτών, αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση. Αφού ληφθεί περαιτέρω υπόψη και ο ισχυρισμός ότι ως εκ της παραβίασης των εν λόγω συμφωνιών ο ενάγοντας έχει υποστεί ζημιά, η οποία είναι ίση με το ποσό του τιμήματος που τελικώς δεν έχει καταβληθεί σε σχέση με την πρώτη συμφωνία. Ενώ συγχρόνως προβάλλεται και απαίτηση για επιστροφή χρηματικού ποσού το οποίο φέρεται να κατεβλήθη στους εναγομένους 2 και 3 χωρίς να τους οφείλεται δυνάμει της δεύτερης. Ως έχει στην όψη της, η μαρτυρία του αιτητή εξετάζεται προκειμένου να διαφανεί και ως προς το αν υπάρχει πιθανότητα αυτός να δικαιούται σε θεραπεία. Αυτή είναι η δεύτερη προϋπόθεση την οποία θέτει το άρθρο 32
(1). Η μαρτυρία του καθ' ου η αίτηση είναι σχετική και σημαντική σε σχέση με την προϋπόθεση αυτή, εφόσον καταδεικνύει κατά τρόπο αντικειμενικό ότι κάποιος ισχυρισμός ή ισχυρισμοί του αιτητή δεν ευσταθούν. ΄Η με τον ίδιο αντικειμενικό τρόπο καταδεικνύει ότι ο αιτητής έχει αποκρύψει γεγονότα σημαντικά για την άσκηση από το δικαστήριο της εν προκειμένω διακριτικής του εξουσίας η οποία εκπηγάζει από το δίκαιο της επιείκειας. Κατά συνέπεια η αποκάλυψη ουσιωδών για την κρίση του δικαστηρίου γεγονότων, και κατά το στάδιο που το αίτημα για προσωρινό διάταγμα εξετάζεται inter-partes, είναι εκ των ων ουκ άνευ. Όμως, πλέον σημαντικά είναι αυτά που αναφέρει ο αιτητής στην ένορκη δήλωση του ή και άλλοι που ορκίζονται έγγραφες δηλώσεις προς υποστήριξη της αίτησης του. Όπως αναφέρθηκε ήδη θα πρέπει να διαφαίνεται μέσα από τη μαρτυρία αυτή ότι ο αιτητής πιθανόν να δικαιούται σε θεραπεία. Όπως διαπιστώνεται στην Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd, ανωτέρω, στη σελίδα 569, το επίπεδο απόδειξης σε σχέση με την προϋπόθεση αυτή δεν είναι καθόλου υψηλό. Και συνεχίζει, «Α «probability», in the context of the proviso to s32
(1), requires the applicant to demonstrate that he has a visible chance of success". Αυτό σημαίνει ότι η μαρτυρία εξετάζεται μεν ως έχει στην όψη της, όμως, με βαθμό κριτικής διάθεσης. Συνεπώς, δεν μπορεί να αγνοηθούν ασάφειες, αντιφάσεις και, βεβαίως, ανεπαρκείς ισχυρισμοί που σαφώς δεν καταδεικνύουν το υπόβαθρο που δικαιολογεί την απόδοση της αιτούμενης θεραπείας. Όπως παρατηρείται στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1986)1 Α.Α.Δ 253 «η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας», ήτοι για απόδοση της αιτούμενης με την αγωγή θεραπείας. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως έχει ήδη παρατηρηθεί, κεντρικό γεγονός στη σχέση των διαδίκων αποτελεί η γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 4.4.2007, δυνάμει της οποία ο ενάγοντας πώλησε στην εναγόμενη εταιρεία ένα ακίνητο του έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος των ΛΚ337.
- Μέρος του τιμήματος αυτού του καταβλήθηκε σε μετρητά μέχρι την ημερομηνία μεταβίβασης του ακινήτου στην αγοράστρια εταιρεία στις 18.5.
- Με βάση την εν λόγω συμφωνία κατά το χρόνο εκείνο θα έπρεπε να είχε πληρωθεί ολόκληρο το τίμημα. Όμως, παρέμεινε το υπόλοιπο το οποίο μαζί με άλλα ποσά, που, όπως ισχυρίζεται ο ενάγοντας είχε δώσει στους εναγομένους 2 και/ή 3, θα χρησιμοποιούντο από τους τελευταίους για την αγορά προς όφελος του ακινήτων στη Ρουμανία. Θα τα επένδυαν σε ακίνητη περιουσία της οποία θα ήταν ο τελικός ιδιοκτήτης. Όμως, κατ΄ ισχυρισμό, οι εναγόμενοι 2 και 3 παρέλειψαν να υλοποιήσουν την προαναφερθείσα προφορική συμφωνία τους με τον ενάγοντα προκαλώντας συγχρόνως παραβίαση και της γραπτής συμφωνίας την οποία ο ενάγοντας είχε συνάψει μεταγενέστερα, στις 4.4.2007, με την εναγόμενη εταιρεία. Από την πιο πάνω μαρτυρία είναι σαφές ότι ο ενάγοντας αναφέρεται σε δύο διαφορετικές και ανεξάρτητες μεταξύ τους συμφωνίες. Τη γραπτή που συνήψε με την εναγόμενη εταιρεία και ήταν ολοκληρωμένη από κάθε άποψη, και μια προκαταρκτική προφορική συμφωνία την οποία συνήψε μόνο με τους εναγόμενους 2 και
- Και μάλλον αυτή θα ήταν υπό την αίρεση σύναψης της γραπτής συμφωνίας το οποίο και έγινε. Γι' αυτό και ο ενάγοντας αποκαλέι την προφορική συμφωνία «προκαταρκτική». Αν δε συνήφθη τελικώς και κάποια προφορική συμφωνία αυτή θα πρέπει να τοποθετείται, χρονικά, μετά τη γραπτή και χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σ' αυτή. Εν πάση περιπτώσει, δεν φαίνεται να συνδέονται μεταξύ τους οι δύο συμφωνίες, και όχι μόνο για το λόγο ανωτέρω, αλλά και ως εκ του γεγονότος ότι ο εναγόμενος 3 δεν αναφέρεται να έχει οποιαδήποτε σχέση με την εναγόμενη εταιρεία. Δεν είναι για παράδειγμα διοικητικός σύμβουλος της, και στην περίπτωση που του αποδίδεται η σχέση του αντιπροσώπων της, αυτό γίνεται κατά τρόπο διαζευκτικό της δράσης του, σε σχέση με προσωπικό του όφελος ή και προς όφελος του εναγομένου
- Η μόνη σύνδεση των δύο συμφωνιών προκύπτει από τον ισχυρισμό ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 συμφώνησαν να εξοφλήσουν το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράζοντας ακίνητα προς όφελος του ενάγοντα στη Ρουμανία. Όμως, δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη ότι ήταν και η εναγόμενη εταιρεία συμβαλλόμενη σε αυτή την προφορική συμφωνία. Ενώ πρόσθετα διαπιστώνεται μέσα από τα τεκμήρια 7 κα 8, τα οποία αφορούν συμφωνίες οι οποίες φέρεται να έγιναν στη Ρουμανία και αφορούν τον ενάγοντα, ότι το άλλο συμβαλλόμενο μέρος σε αυτές ήταν μόνο ο εναγόμενος
- Δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε σχέση των εναγομένων 1 και 2 με τις εν λόγω συμφωνίες. Διαπιστώνεται εδώ ότι η πιο πάνω μαρτυρία αποκαλύπτει μια εντελώς ασαφή θέση του ενάγοντα όσον αφορά τις συμβατικές του σχέσεις με τους εναγόμενους. Όπως και να έχουν τα πράγματα, η γραπτή συμφωνία στη βάση της οποίας ο ενάγοντας αξιώνει το υπόλοιπο του τιμήματος, προφανώς, εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Ενώ ο χρόνος πληρωμής του έχει παρέλθει αφού δεν πληρώθηκε με τη μεταβίβαση του ακινήτου στις 18.5.2007, και η εναγόμενη εταιρεία δεν έχει κληθεί να το καταλάβει σε άλλη καθορισμένη ημερομηνία ώστε αυτό να καταστεί απαιτητό. Το ίδιο προφανώς και με την προφορική συμφωνία την οποία ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι συνήψε με τους εναγόμενους 2 και
- Εξακολουθεί να βρίσκεται και αυτή σε ισχύ αφού δεν τερματίστηκε και ο ενάγοντας δεν έχει καταστήσει το χρόνο εκπλήρωσης της ουσιώδη ώστε να δικαιούται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης των εναγομένων 2 και 3 να την τερματίσει. Η πτυχή αυτή προβάλλεται με ένα πολύ γενικό ισχυρισμό, ότι ο ενάγοντας ενόχλησε τους εναγομένους 2 και 3 κατ' επανάληψη να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε ανταπόκριση εκ μέρους τους. Περαιτέρω, σε σχέση με την ίδια προϋπόθεση επισημαίνεται η χρήση σε αρκετά σημεία της ένορκης δήλωσης του αιτητή της φράσης «και/ή». Χρησιμοποιείται για να αποδώσει διάφορες ενέργειες στους εναγομένους 2 και 3 όσον αφορά την εμπλοκή ή συμμετοχή τους στις δοσοληψίες που αυτοί φέρεται να είχαν μαζί του. Όμως, είναι σαφές ότι προκαλείται αβεβαιότητα ως προς τα γεγονότα όταν η πιο πάνω φράση εμφανίζεται σε μαρτυρία. Ενώ και ο ισχυρισμός του αιτητή ότι οι εναγόμενοι του εξέδωσαν νέα τραπεζική επιταγή για ΛΚ162.750.- είναι παραπλανητικός. Η εν λόγω επιταγή, τεκμήριο 4, όπως προκύπτει από την περιγραφή της είχε εκδοθεί από τράπεζα όπως και η επιταγή τεκμήριο 2 και δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ευθύνοντο για την έκδοση της οι εναγόμενοι. Τέλος, δεν εξηγήθηκε και γιατί αφέθηκε να διαρρεύσει ο χρόνος των τριών ετών περίπου, από την τελευταία συναλλαγή στην οποία εμπλέκετο ο ενάγοντας στη Ρουμανία πριν αυτός λάβει τα παρόντα μέτρα εναντίον των εναγομένων. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις είναι σε σχέση με την αιτία αγωγής που αναφέρεται σε παράβαση συμφωνίας ή και συμφωνιών. Και προφανώς δεν είναι δυνατό χωρίς να εγκαταλειφθεί η βάση αυτή, να προβάλλεται αιτία αγωγής βασισμένη σε άδικο πλουτισμό. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί μόνο εφόσον διαπιστώνετο ότι είναι άκυρες οι συμφωνίες οπότε η πιο πάνω αρχή της επιείκειας θα παρείχε τη θεραπεία της αποκατάστασης του αναίτιου μέρους στη θέση που ήταν πριν από τη σύναψη των συμφωνιών. Όμως, εδώ πρόκειται για απαίτηση απόδοσης του υπολοίπου του τιμήματος σε σχέση με τη γραπτή συμφωνία και μερικώς μόνο για αποκατάσταση (restitution) στη βάση ότι το αντάλλαγμα απέτυχε πλήρως σε σχέση με την προφορική συμφωνία και χωρίς να γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ των δύο ως προς την εφαρμογή τους στα γεγονότα. Ενώ όσον αφορά τους ισχυρισμούς για δόλο, απάτη και συνωμοσία είναι προφανές ότι αυτοί δεν ξεπερνούν το όριο των ουσιωδών γεγονότων που θα πρέπει να προβάλλονται στα δικόγραφα, αφού δεν υποστηρίζονται από μαρτυρία σε τι αυτοί συνίστανται. Καταλήγοντας διαπιστώνεται πως η μαρτυρία του ενάγοντα ως έχει δεν αποκαλύπτει πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής και απόδοσης των αιτουμένων θεραπειών. Βέβαια, αν αποκαλύπτετο πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής τότε τα πράγματα, δεδομένης της σχετικής μαρτυρίας, θα ήταν πιο εύκολα για ικανοποίηση της τρίτης προϋποθέσεως του άρθρου 32
(1). Δηλαδή πως εκτός αν εκδοθεί το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Έχει ταυτιστεί από μια άποψη με τη δυνατότητα ή την αδυναμία του καθ' ου η αίτηση να ικανοποιήσει απόφαση η οποία τυχόν να εκδοθεί εναντίον του. Υπό το φως των γεγονότων που αναφέρονται πιο πάνω τόσο για την εναγόμενη εταιρεία όσο και για τον εναγόμενο 2, δηλαδή ότι στερούνται οποιασδήποτε άλλης περιουσίας ικανής να ικανοποιήσει εξ αποφάσεως χρέος, και έχουν μόνο αυτή που επιδιώκεται να δεσμευθεί, δεδομένης και της φύσης της περιουσίας αυτής, θεωρώ ότι η εν λόγω τρίτη προϋπόθεση θα ικανοποιείτο. (βλ. C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λίμιτεδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785). Υπό το φως της κατάληξης, ανωτέρω, σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση θα ήταν πλέον θεωρητικό το εγχείρημα για εξέταση του κατά πόσο θα ήταν δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ειδικά με δεδομένο ότι το πρόβλημα στην αποτυχία της αίτησης εντοπίζεται στο ότι δεν είναι αρκούντος ικανοποιητική η μαρτυρία την οποία έχει προσκομίσει ο ενάγοντας σε σχέση με την παρούσα διαδικασία. Επομένως, για τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων 1 και 2, καθ' ων η αίτηση και εναντίον του ενάγοντα αιτητή. Αυτά να υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή με το πέρας της αγωγής και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο