QUIMI ROMAR SL ν. PARSON GLOBAL LTD, Αρ. Αγωγής: 945/2009, 30 Νοεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A156 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου- Αντωνίου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 945/2009 Μεταξύ: QUIMI ROMAR, SL Ενάγουσας -και- PARSON GLOBAL LTD Εναγομένης ------------------- Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου, 2011 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα Εταιρεία: κα Χατζηγεωργίου για Γ. Γιάγκου Για Εναγόμενη Εταιρεία: κ. Λουκαΐδης για κ. Ποιητή Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα Εταιρεία με την αγωγή της αξιώνει την καταβολή του ποσού των €15.773,14 ως η συμφωνηθείσα αξία εμπορευμάτων τα οποία πωλήθηκαν και παραδόθηκαν στην Εναγόμενη Εταιρεία. Επιπρόσθετα, αξιώνει τόκο 5,5% ετησίως επί του ποσού των €15.773,
- Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα Εταιρεία, η οποία είναι ισπανική εταιρεία, κατά το έτος 2008 με εντολή της Εναγόμενης Εταιρείας και με βάση τη μεταξύ τους συμφωνία, της πώλησε και της παρέδωσε εμπορεύματα αξίας €15.773,
- Για την παράδοση των συγκεκριμένων εμπορευμάτων εκδόθηκαν δύο τιμολόγια. Το τιμολόγιο αρ.2008/00/001399 για το ποσό των €14.044,06 και το τιμολόγιο αρ.2008/00/001821 για το ποσό των €1.729,
- Είναι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας Εταιρείας ότι υπήρχε ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος μεταξύ των μερών ότι τα δύο τιμολόγια θα πληρώνονταν εντός 60 ημερών από την ημερομηνία έκδοσής τους και στην περίπτωση μη εμπρόθεσμης πληρωμής τους, θα έφεραν τόκο 5,5% ετησίως. Παρά τις οχλήσεις της Ενάγουσας Εταιρείας προς την Εναγόμενη Εταιρεία, μετά που το συγκεκριμένο ποσό κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, κανένα ποσό δεν καταβλήθηκε, γι' αυτό και η Ενάγουσα Εταιρεία αξιώνει το ποσό των €15.773,14 πλέον 5,5% τόκο, μέχρι την εξόφληση των δύο τιμολογίων. Η Εναγόμενη Εταιρεία στην Υπεράσπισή της ισχυρίζεται ότι είχε συμφωνία με την Ενάγουσα Εταιρεία για την κατασκευή καθαριστικού υγρού, το οποίο θα είχε ως βάση τη χλωρίνη και στο οποίο θα επικολλούταν ετικέτα με το εμπορικό σήμα της Εναγομένης Εταιρείας «WC Clean». Η Ενάγουσα Εταιρεία είχε παραδώσει και προηγουμένως μια ποσότητα καθαριστικού υγρού «WC Clean» στην Εναγόμενη Εταιρεία, η οποία είχε βρει το συγκεκριμένο προϊόν της αρεσκείας της. Είναι η θέση της Εναγόμενης Εταιρείας ότι παρά τις οδηγίες της προς την Ενάγουσα Εταιρεία, η επίδικη ποσότητα που στάλθηκε, ήταν κατώτερη των δοθεισών προδιαγραφών ή/και ακατάλληλη για το σκοπό για τον οποίο προοριζόταν. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός της Εναγόμενης Εταιρείας ότι η επίδικη ποσότητα είχε λιγότερα καθαριστικά στοιχεία και ήταν πιο υγρή ή/και είχε υποστεί αλλοίωση, με αποτέλεσμα να μην καθαρίζει καλά. Η Εναγόμενη Εταιρεία ειδοποίησε επανειλημμένα, είναι η καταγραφείσα θέση της, την Ενάγουσα Εταιρεία για το συγκεκριμένο πρόβλημα καθώς επίσης την κάλεσε να προσέλθει να παραλάβει τα επίδικα εμπορεύματα, τα οποία ήταν αποθηκευμένα στην αποθήκη της Εναγόμενης Εταιρείας, χωρίς όμως ανταπόκριση. Συνεπεία της παράληψης της Ενάγουσας Εταιρείας, η Εναγόμενη Εταιρεία έχει υποστεί ζημιά ύψους €15.773,14 την οποία και ανταπαιτεί από την Ενάγουσα Εταιρεία ως αποζημιώσεις, ενώ παράλληλα ζητά και δήλωση του Δικαστηρίου ότι η συμφωνία είναι άκυρη. Για την Ενάγουσα Εταιρεία μαρτυρία δόθηκε από τον κ. John Manuel Grande (Μ.Ε.1), ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τη δήλωσή του, εργοδοτείται από την Ενάγουσα Εταιρεία, από τον Νοέμβριο 2010, ως Περιφερειακός Υπεύθυνος Εξαγωγών των Ανατολικών Ευρωπαϊκών Χωρών, στις οποίες συγκαταλέγεται η Κύπρος και η Ελλάδα. Έχει εξουσιοδοτηθεί πλήρως από την Ενάγουσα Εταιρεία για να δώσει μαρτυρία στην υπό κρίση υπόθεση και γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα, λόγω της θέσης του ως Περιφερειακός Διευθυντής Εξαγωγών και υπεύθυνος για όλες τις εξαγωγές στην Κύπρο. Λόγω των καθηκόντων του, γνωρίζει τη διαδικασία εξαγωγής καθώς και τους συμβατικούς όρους οι οποίοι διέπουν τη συνεργασία μεταξύ της Ενάγουσας Εταιρείας και των πελατών της. Ο ίδιος έχει μελετήσει το φάκελο που ανοίχθηκε και αφορά τη συνεργασία της Ενάγουσας Εταιρείας με την Εναγόμενη Εταιρεία. Το συγκεκριμένο φάκελο τον είχε ο ίδιος στην κατοχή του. Είναι ο ισχυρισμός του ότι η Ενάγουσα Εταιρεία παράγει και προμηθεύει στην αγορά διάφορα καθαριστικά προϊόντα για προσωπική υγιεινή και παράγωγα τέτοιων προϊόντων. Τα προϊόντα αυτά παράγονται επίσης σε διαφορετικές ποιότητες και συστατικά, σύμφωνα με την παραγγελία ή την παράκληση των πελατών, των οποίων η ετικέτα επικολλάται στα προϊόντα. Η Εναγόμενη Εταιρεία ήταν πελάτης της Ενάγουσας Εταιρείας και το 2008, μετά από προφορική συμφωνία και σχετική παραγγελία και σύμφωνα με τις οδηγίες της, πώλησε και παρέδωσε στην Εναγόμενη Εταιρεία, προϊόντα όπως χλωρίνη και επιφανειοδραστική ουσία, με την ειδική ονομασία «WC Clean Lemon» και «WC Clean Eucaliptus», έναντι του συμφωνημένου και εύλογου ποσού των €14.044,
- Η Εναγόμενη Εταιρεία παρέλαβε τα προϊόντα και τα βρήκε της πλήρους αρεσκείας της. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι οι γενικοί όροι των συμφωνιών που χρησιμοποιεί η Ενάγουσα Εταιρεία με τους πελάτες της είναι αρχικά η προφορική συζήτηση, αναφορικά με την επιθυμία τους και τους όρους που θα διέπουν τη συμφωνία. Σε μεταγενέστερο στάδιο οι πελάτες υποβάλλουν την παραγγελία τους είτε με φαξ είτε με ηλεκτρομηχανικό μήνυμα και η Ενάγουσα Εταιρεία προχωρεί στην ετοιμασία και αποστολή των προϊόντων, ακολουθώντας πάντοτε τις οδηγίες των πελατών. Η ίδια διαδικασία είχε ακολουθηθεί και με την Εναγόμενη Εταιρεία. Ο κ. Παρσόν, διευθυντής της Εναγόμενης Εταιρείας, είχε στείλει ηλεκτρονικό μήνυμα στην Ενάγουσα Εταιρεία, στις 03/12/2007, με το οποίο της ζητούσε να ετοιμάσει προϊόντα και να τα φορτώσει μέχρι το τέλος του Γενάρη, αρχές του Φεβράρη το
- Ήταν ξεκάθαρος όρος της συμφωνίας, ότι η Ενάγουσα Εταιρεία θα προμήθευε την Εναγόμενη Εταιρεία με τα προϊόντα που αυτή θα ζητούσε και θα της τα απέστελλε, καθώς επίσης και ότι η Ενάγουσα Εταιρεία θα εξέδιδε, σε σχέση με τα παραγγελθέντα προϊόντα, τιμολόγια και το οφειλόμενο ποσό θα έπρεπε να καταβληθεί εντός 60 ημερών από την ημέρα της έκδοσης των τιμολογίων. Οι συγκεκριμένοι όροι καταγράφονται πάντοτε σε κάθε παραγγελία καθώς και στα τιμολόγια. Όσον αφορά τη συνεργασία, η Ενάγουσα Εταιρεία θα άνοιγε λογαριασμό στο όνομα της Εναγόμενης Εταιρείας, αναφορικά με τα εκδοθέντα τιμολόγια και ο λογαριασμός θα χρεωνόταν ή θα πιστωνόταν κάθε φορά, σύμφωνα με την αξία των παραδοθέντων αγαθών και των πληρωμών που θα εμβάζονταν από την Εναγόμενη Εταιρεία. Όσον αφορά την αποστολή, ήταν η καταγραφείσα θέση του, ότι τα προϊόντα θα αποστέλλονταν στην Εναγόμενη Εταιρεία, σύμφωνα με τα αιτήματά της και θα εκδιδόταν σχετικό τιμολόγιο αναφορικά με τα έξοδα αποστολής και μεταφοράς των προϊόντων, το οποίο και πάλι θα έπρεπε να εξοφληθεί εντός 60 ημερών από τη μέρα έκδοσής του. Σε εφαρμογή και εκτέλεση των συμφωνηθέντων, τον Απρίλιο του 2008, η Ενάγουσα Εταιρεία πώλησε και παρέδωσε, προϊόντα συνολικής αξίας €14.044,06 τα οποία η Εναγόμενη Εταιρεία παρέλαβε και αποδέχτηκε να είναι της πλήρους αρεσκείας της. Περίπου την ίδια περίοδο, η Ενάγουσα Εταιρεία απέστειλε στην Εναγόμενη Εταιρεία το τιμολόγιο που είχε εκδοθεί για τα πωληθέντα προϊόντα. Το συγκεκριμένο τιμολόγιο έφερε αριθμό 2008/00/001399 και ημερομηνία 23/04/2008, για το ποσό των €14.044,
- Ήταν η καταγραφείσα θέση του ότι ήταν ρητός και σιωπηρός όρος της συμφωνίας ότι η Ενάγουσα Εταιρεία θα αναλάμβανε να αποστείλει όλα τα προϊόντα που είχαν παραγγελθεί από την Εναγόμενη Εταιρεία και στη συνέχεια θα έκδιδε τιμολόγιο, το οποίο θα έπρεπε να πληρωθεί εντός 60 ημερών από την ημέρα της έκδοσης. Ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα Εταιρεία διατηρεί πλήρως εξοπλισμένα και οργανωμένα εργαστήρια, τα οποία είναι επανδρωμένα με έμπειρο προσωπικό και τα προϊόντα κατασκευάζονται πάντοτε σύμφωνα με τις ορθές προδιαγραφές. Επιπρόσθετα, η συνεχής πολιτική της Ενάγουσας Εταιρείας είναι να ελέγχονται ποιοτικά, από το εργαστήριο, τα παραχθέντα προϊόντα πριν αυτά διατεθούν στην αγορά για κατανάλωση, έτσι ώστε να διασφαλίζεται ότι αν οι οργανολιπτικές και οι φυσικοχημικές προδιαγραφές είναι σύμφωνες με τις προδιαγραφές. Όσον αφορά την αποθήκευση, αποθηκεύονται και συντηρούνται σε καλές συνθήκες, ενώ η διάρκεια ζωής τους ξεπερνά τους 24 μήνες. Ήταν περαιτέρω η θέση του, ότι η Εναγόμενη Εταιρεία με το ηλεκτρονικό μήνυμά της, ημερομηνίας 03/12/2007, είχε παραγγείλει προϊόντα βασισμένα στη χλωρίνη και άλλα επιφανοδραστικά υλικά και είχε ζητήσει την παράδοσή τους μέχρι το τέλος Ιανουαρίου, αρχές Φεβρουαρίου το
- Στη συνέχεια, σε άλλο ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 14/04/2008, ζήτησε από την Ενάγουσα Εταιρεία όπως στείλει τα συγκεκριμένα προϊόντα μετά τις 27/04/
- Οπόταν, τα συγκεκριμένα προϊόντα έφυγαν από τις αποθήκες της Ενάγουσας Εταιρείας στις 23/04/2008 και στις 26/04/2008, αποστάλθηκαν. Μετά την παραλαβή τους και την παρέλευση των 60 ημερών, όταν το ποσό κατέστει οφειλόμενο για πληρωμή, η Ενάγουσα Εταιρεία με ηλεκτρονικό μήνυμα, ημερομηνίας 03/07/2008, αξίωσε την πληρωμή του. Η Εναγόμενη Εταιρεία, μετά από την αξίωση πληρωμής και την παρέλευση αρκετών ημερών, τηλεφώνησε στην Ενάγουσα Εταιρεία και την πληροφόρησε ότι υπήρχαν μερικά προβλήματα που αφορούσαν την ποιότητα των προϊόντων. Η Ενάγουσα Εταιρεία ζήτησε, με τηλεφωνική της επικοινωνία, από την Εναγόμενη Εταιρεία, κάποια απόδειξη, όπως φωτογραφίες, δείγμα ή ακόμα και σχετικό πιστοποιητικό για το γεγονός αυτό. Ουδέποτε στάλθηκε στην Ενάγουσα Εταιρεία οποιοδήποτε αποδεικτικό υλικό. Ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα Εταιρεία είχε ξανασυνεργαστεί και στο παρελθόν με την Εναγόμενη Εταιρεία, το 2007 και την είχε προμηθεύσει με προϊόντα του ίδιου είδους, τα οποία η Εναγόμενη Εταιρεία είχε βρει της αρεσκείας της. Τα προϊόντα που παραγγέλθηκαν το 2008 αφορούσαν το ίδιο προϊόν και είχαν κατασκευαστεί επ' ακριβώς με τις ίδιες προδιαγραφές όπως και τα πρώτα που είχαν σταλθεί. Το Τμήμα Ελέγχου Ποιότητας της Ενάγουσας Εταιρείας διατηρεί δείγματα της κάθε παραχθείσας παρτίδας των προϊόντων που αποστέλλει, μεταξύ αυτών και προϊόντων που στάλθηκαν στην Εναγόμενη Εταιρεία. Ήταν η θέση του ότι, μετά από τα παράπονα της Εναγόμενης Εταιρείας, η Ενάγουσα Εταιρεία προχώρησε σε έλεγχο ποιότητας των πωληθέντων προϊόντων και διαφάνηκε κατά τον έλεγχο ότι τα προϊόντα είχαν διατηρήσει τη συγκεκριμένη οργανογνωστική και φυσιοχημική φόρμουλά τους και ήταν σύμφωνα με τις προδιαγραφές. Είχε στην κατοχή του το σχετικό πιστοποιητικό ανάλυσης των προϊόντων, ημερομηνίας 21/07/
- Λόγω του ότι η Εναγόμενη Εταιρεία χρωστά το πόσο των €14.197,06 και όχι το ποσό των €15.773,14 που καταγράφεται στο Κλητήριο Ένταλμα, λόγω του ότι πιστώθηκε προς όφελος της Εναγόμενης Εταιρείας το ποσό των €1.576,08 που είχε δοθεί προς εγγύηση, η Ενάγουσα Εταιρεία καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Ενώπιον του Δικαστηρίου ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 2, το ηλεκτρονικό μήνυμα, παραγγελία, της Εναγόμενης Εταιρείας με ημερομηνία 03/12/
- Ως Τεκμήριο 3, κατέθεσε το τιμολόγιο με αριθμό 2008/00/001399, ημερομηνίας 23/04/2008, το οποίο αφορούσε την αξία των προϊόντων, μαζί με πιστή μετάφρασή του στα ελληνικά. Ως Τεκμήριο 4, κατέθεσε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 08/04/2008 και τηλεομοιότυπο που στάλθηκε από την Ενάγουσα Εταιρεία στην Εναγόμενη Εταιρεία, με την οποία της ζητούσε να καθορίσει ημερομηνία αποστολής των παραγγελθέντων προϊόντων. Ως Τεκμήριο 5, κατέθεσε ηλεκτρονικό μήνυμα της Εναγομένης Εταιρείας, ημερομηνίας 14/04/2008, μαζί με την απάντηση της Ενάγουσας Εταιρείας. Ως Τεκμήριο 6, κατέθεσε τηλεομοιότυπο ημερομηνίας 05/05/
- Ως Τεκμήριο 7, κατέθεσε τη φορτωτική των προϊόντων. Ως Τεκμήριο 8, κατέθεσε την απόδειξη αποστολής των εγγράφων με αποστολέα εγγράφων. Ως Τεκμήριο 9, κατέθεσε το τιμολόγιο με αριθμό 2008/00/001821, το οποίο αφορούσε τα έξοδα αποστολής των προϊόντων. Ως Τεκμήριο 10, κατέθεσε το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 03/07/
- Ως Τεκμήριο 11, κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού που αφορούσε την Εναγόμενη Εταιρεία. Όταν επιχείρησε να καταθέσει το αποτέλεσμα της ανάλυσης της συγκεκριμένης παρτίδας προϊόντων, το αίτημα αντιμετωπίστηκε με ένσταση από την άλλη πλευρά, με αποτέλεσμα το συγκεκριμένο έγγραφο να μην κατατεθεί. Ερωτηθείς για τη διαφορά που προέκυψε στο οφειλόμενο ποσό, εξήγησε ότι η Εναγόμενη Εταιρεία είχε παραχωρήσει εγγύηση για τη συνεχή παραγωγή των συγκεκριμένων προϊόντων, ύψους €1.576,
- Λόγω του ότι το τιμολόγιο που αφορούσε την πρώτη αποστολή, είχε πληρωθεί το Φεβρουάριο 2008 για μεγαλύτερο ποσό, ύψους €1.576-, αφαιρέθηκε από το οφειλόμενο ποσό το ποσό της εγγύησης. Ανάφερε προφορικά ότι η Ενάγουσα Εταιρεία είχε παράξει δύο παρτίδες για το συγκεκριμένο προϊόν. Η πρώτη είχε αποσταλεί τον Νοέμβριο του 2007 και η δεύτερη τον Απρίλιο του
- Τα προϊόντα τα οποία είχαν παραχθεί, ήταν, κατά τον ισχυρισμό του, πολύ καλής ποιότητας και ο ίδιος μπορούσε να το πει με βεβαιότητα, γιατί διεξάγονται ποιοτικοί έλεγχοι στα προϊόντα, σε κάθε παραγωγή, πριν τα προϊόντα σταλθούν στους πελάτες. Αρνήθηκε τον ισχυρισμό της Εναγόμενης Εταιρείας ότι τα προϊόντα ήταν πιο υγρά, γιατί η παραγωγή είχε γίνει με βάση τις ποιοτικές παραμέτρους που ακολουθούνται πάντοτε. Η εταιρεία του, ήταν η θέση του, είχε ειδοποιηθεί για το πρόβλημα από το τηλέφωνο, δυόμιση μήνες μετά την αποστολή των προϊόντων και όταν ζητήθηκαν αποδεικτικά στοιχεία, δηλαδή να τους σταλθούν κάποια δείγματα του προϊόντος για εξέταση, η Εναγόμενη Εταιρεία δεν ανταποκρίθηκε. Ήταν κατηγορηματικός ότι δεν τους είχαν δοθεί συγκεκριμένες προδιαγραφές από την Εναγόμενη Εταιρεία για την κατασκευή των προϊόντων καθώς επίσης και ότι ουδέποτε είχε ζητηθεί από την Ενάγουσα Εταιρεία να παραλάβει τα συγκεκριμένα προϊόντα από τις αποθήκες της Εναγόμενης Εταιρείας. Αντεξεταζόμενος, ισχυρίστηκε ότι όσα κατέγραψε στη δήλωσή του, τα είχε διαβάσει και τα είχε πληροφορηθεί από ανθρώπους της εταιρείας του, που χειρίζονται πελάτες της, μεταξύ των πελατών αυτών ήταν και η Εναγόμενη Εταιρεία. Ερωτηθείς κατά πόσο γνωρίζει τον Jorge de Valganon, ήταν η θέση του ότι το συγκεκριμένο άτομο είναι Διευθυντής Εξαγωγών της Ενάγουσας Εταιρείας. Παραδέχθηκε ότι η συμφωνία μεταξύ των μερών ήταν αρχικά προφορική και ότι στη συνέχεια επιβεβαιώθηκε και γραπτώς. Υπήρξε ανταλλαγή αριθμού τηλεμηνυμάτων και αλληλογραφίας μεταξύ του κ. Jorge de Valganon και του κ. Παρσόν, που αφορούσαν τη συγκεκριμένη συμφωνία. Συμφωνήθηκε το είδος των προϊόντων, τα οποία η Ενάγουσα Εταιρεία έπρεπε να παράξει για την Εναγόμενη Εταιρεία και η συγκεκριμένη παραγωγή είχε επιβεβαιωθεί με τηλεμήνυμα της Εναγόμενης Εταιρείας, ημερομηνίας 03/12/2007, προς την Ενάγουσα Εταιρεία. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η συμφωνία ήταν προφορική και ότι ήταν μεταξύ δύο προσώπων και ισχυρίστηκε ότι ήταν συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας Εταιρείας και της Εναγόμενης Εταιρείας, δηλαδή μεταξύ δύο εταιρειών. Εν πάση περιπτώσει, ήταν η θέση του, ότι για να προχωρήσει η οποιαδήποτε παραγγελία πρέπει να υπάρχει και γραπτή επιβεβαίωση της συγκεκριμένης παραγγελίας, η οποία στην υπό κρίση περίπτωση είχε ληφθεί από τον κ. Παρσόν, όπως φαίνεται και από το Τεκμήριο
- Ισχυρίστηκε ότι είχε προηγηθεί μια συζήτηση μεταξύ του κ. Jorge και του κ. Παρσόν, έτσι ώστε η Ενάγουσα Εταιρεία να γνωρίζει ποια προϊόντα θα κατασκεύαζε για την Εναγόμενη Εταιρεία. Τα συγκεκριμένα προϊόντα επιβεβαιώθηκαν από τον κ. Παρσόν και το Τεκμήριο 3 καταγράφει τόσο τις ποσότητες καθώς και τους όρους της συμφωνίας. Μεταξύ των όρων αυτών, ήταν ότι θα σταλεί ξεχωριστό τιμολόγιο για τα τέλη της μεταφοράς. Ερωτήθηκε, ο συγκεκριμένος μάρτυρας, κατά πόσο η συμφωνία ήταν C.I.F. ή F.O.B., ισχυρίστηκε, ότι είχε συμφωνηθεί με τον κ. Παρσόν, να σταλθούν τα προϊόντα και να εκδοθούν δύο ξεχωριστά τιμολόγια, ένα για τα προϊόντα και ένα για τη μεταφορά. Γι' αυτό και στο Τεκμήριο 3, καταγράφεται «ΕΧ-WORKS». Το επόμενο τιμολόγιο που στάλθηκε, το Τεκμήριο 9, καταγράφει το κόστος μεταφοράς. Παραδέχθηκε, με αναφορά στο Τεκμήριο 9, ότι η Εναγόμενη Εταιρεία είχε χρεωθεί το ποσό των €1.729,08 όταν φορτώθηκαν τα προϊόντα στην Ισπανία. Εξήγησε ότι τα εμπορεύματα δεν είχαν παραδοθεί μετά τις 26 Μαΐου του 2008 στην Εναγόμενη Εταιρεία, απλά η ίδια η Ενάγουσα Εταιρεία προβαίνει σε λογιστική καταχώρηση όταν το τιμολόγιο από τη μεταφορική εταιρεία παραληφθεί από την Ενάγουσα Εταιρεία. Υποστήριξε, ότι τα προϊόντα είχαν φορτωθεί στις 26/04/2008 και αυτό, ήταν ο ισχυρισμός του, μπορούσε να διαπιστωθεί και από το «bill of lading», τη φορτωτική. Όμως, παρόλο που η φορτωτική καταχωρείται λογιστικά την ίδια μέρα με τη φόρτωση, ήταν η θέση του ότι δεν μπορεί να χρεωθεί ο πελάτης μέχρι να υπάρχει ένδειξη του μεταφορικού κόστους, το οποίο καθορίζεται με τιμολόγιο, συνήθως 10-15 μέρες μετά τη φόρτωση. Ήταν περαιτέρω η θέση του, ότι οι συγκεκριμένες συμφωνίες γίνονται πάντοτε με αυτό τον τρόπο, για να μπορούν και οι δύο πλευρές να γνωρίζουν το ακριβές κόστος μεταφοράς, πριν την τιμολόγηση. Ερωτηθείς για το ποσό των €12.833,20, Τεκμήριο 11, εξήγησε ότι το συγκεκριμένο ποσό οφειλόταν τον Δεκέμβριο του
- Το ποσό αυτό δεν ανταποκρίνεται σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο τιμολόγιο και είχε εξοφληθεί το Φεβρουάριο 2008, γιατί αφορούσε την πρώτη παρτίδα των προϊόντων που στάλθηκαν. Ήταν η δική του θέση, ότι δεν είχε σταλθεί στον κ. Jorge δείγμα του προϊόντος που ζητούσε ο κ. Παρσόν. Αντίθετα, είχε επιβεβαιωθεί η αποδεκτότητα της ποιότητας των προϊόντων από τον κ. Παρσόν στο Τεκμήριο 2 και ήταν της ίδιας ποιότητας προϊόντα που στάλθηκαν τη δεύτερη φορά, όπως αυτά που είχαν σταλθεί κατά την πρώτη παράδοση. Ερωτηθείς, πότε είχε παραχθεί η ποσότητα του προϊόντος που είχε σταλθεί τον Νοέμβριο 2007, ισχυρίστηκε ότι από τα εσωτερικά έγγραφα που τηρούν, είχε παραχθεί 19/10/
- Όσον αφορά τη δεύτερη παρτίδα, τα προϊόντα είχαν παραχθεί 18/02/2008 και 20/02/
- Επίσης, γίνονται έλεγχοι ποιοτικοί και καταρτίζονται πιστοποιητικά ανάλυσης των προϊόντων, τα οποία γράφουν ημερομηνία παραγωγής και αριθμό παρτίδας, σύμφωνα με τα πρότυπα του συστήματος πιστοποίησης ISO. Κατά τον ισχυρισμό του, η Ενάγουσα Εταιρεία παράγει διάφορα προϊόντα και φυλάει δείγματα της κάθε παρτίδας για ένα χρόνο. Αμέσως μετά τη γνωστοποίηση του προβλήματος που αφορούσε την ποιότητα, από τον κ. Παρσόν, έγιναν έλεγχοι στα δείγματα που είχαν φυλαχθεί και από τις δύο παρτίδες. Παρόλο που είχε ζητηθεί όπως αποσταλθεί από την Εναγόμενη Εταιρεία δείγμα του, κατ' ισχυρισμό, ελαττωματικού προϊόντος, τέτοιο δείγμα δεν στάλθηκε ποτέ, γι' αυτό και δεν απαντήθηκε το συγκεκριμένο τηλεμήνυμα της Εναγόμενης Εταιρείας, με ημερομηνία 21/07/
- Ερωτηθείς, υποστήριξε ότι ο τρόπος φόρτωσης των προϊόντων καταγράφεται στο Τεκμήριο
- Όσον αφορά την πληρωμή των προϊόντων, ο ίδιος επέσυρε την προσοχή στο Proforma Invoice που είχε σταλθεί στον κ. Παρσόν, στο οποίο δηλωνόταν ότι η πληρωμή θα έπρεπε να γίνει με τραπεζικό έμβασμα, εντός 60 ημερών. Εξήγησε ότι συμφωνήθηκε η συνολική τιμή των €0,43 η οποία αντιστοιχεί στο εμπόρευμα και μεταφορικό. Στη συνέχεια, εκδόθηκε τιμολόγιο για την αξία των προϊόντων, στην τιμή των €0,4094σεντ και η διαφορά στην τιμή αντιστοιχούσε στην αξία της μεταφοράς. Αυτή η διαφορά αποτελεί τη βάση του δεύτερου τιμολογίου, του Τεκμηρίου
- Όσον αφορά τη γνωστοποίηση για το πρόβλημα στην ποιότητα, ήταν η θέση του ότι η επικοινωνία είχε γίνει αρχικά τηλεφωνικώς και μετά την αξίωση πληρωμής του τιμολογίου, τον Ιούλιο του
- Ο κ. Παρσόν και η εταιρεία του δεν έκαναν οποιοδήποτε αίτημα και δεν ισχυρίστηκαν οτιδήποτε που να αφορά την ποιότητα, μέχρι που αξιώθηκε η πληρωμή του τιμολογίου. Οι ίδιοι, δηλαδή η Ενάγουσα Εταιρεία, είχαν θεωρήσει ότι αφού είχε παρέλθει αρκετό χρονικό διάστημα από την παραλαβή των προϊόντων, αυτά ήταν προς την πλήρη ικανοποίηση της Εναγόμενης Εταιρείας. Κατά τη διάρκεια του τηλεφωνήματος που αφορούσε την ποιότητα, κατά τον ισχυρισμό του, ζητήθηκαν, από τον κ. Jorge, δείγματα του προϊόντος και στη συνέχεια, μέσω τηλεμηνύματος, είχε ζητήσει από τον κ. Παρσόν να του στείλει κάποιο πιστοποιητικό ή κάποια απόδειξη ή ακόμα και δείγματα για να διερευνηθεί και να διαπιστωθεί κατά πόσο υπήρχε πρόβλημα στην ποιότητα. Ισχυρίστηκε ότι χρονολογικά στο πρώτο τηλεφώνημα, που έγινε στις 03/07/2008, η κα Amalia Lopeth είχε ζητήσει την πληρωμή του τιμολογίου. Στις 06/07/2008, λίγες μέρες μετά, ο κ. Παρσόν ανάφερε τηλεφωνικώς στην κα Amalia το πρόβλημα της ποιότητας. Ακολούθησαν και άλλα τηλεφωνήματα, όλα τον Ιούλιο 2008, χωρίς να διευκρινιστεί το πρόβλημα της ποιότητας, παρά μόνο γινόταν γενική αναφορά ότι υπήρχε πρόβλημα ποιότητας. Τόσο στις 10/07/2008, καθώς και στις 17/07/2008 ο κ. Jorge έστειλε τηλεμήνυμα στον κ. Παρσόν, στο οποίο του ανάφερε ότι δεν υπήρχαν οποιαδήποτε νέα από την Εναγόμενη Εταιρεία, αναφορικά με την πληρωμή του τιμολογίου και τα οποιαδήποτε προβλήματα στην ποιότητα. Αναγνώρισε το τηλεμήνυμα που είχε στείλει ο κ. Παρσόν και αφορούσε την ποιότητα των προϊόντων, καθώς και τα απαντητικά τηλεμηνύματα ημερομηνίας 10/07/2008 και 17/07/2008 και τα κατάθεσε ως Τεκμήρια 12, 13 και
- Κατά τη δική του άποψη, ήταν προφανές ότι θα έπρεπε να τους είχαν σταλεί κάποια δείγματα, για να ερευνήσουν το θέμα της ποιότητας. Αναγνώρισε και κατέθεσε, ως Τεκμήριο 15, το τηλεμήνυμα ημερομηνίας 21/07/2008, με το οποίο ο κ. Παρσόν είχε υποβάλει κάποια ερωτήματα στην Ενάγουσα Εταιρεία. Η δική του εταιρεία είχε αποφασίσει να μην απαντήσει στο συγκεκριμένο τηλεμήνυμα, γιατί τα ερωτήματα που είχαν τεθεί αφορούσαν γνώσεις που είχε ο κ. Παρσόν και όχι οι ίδιοι. Πίστευαν ότι ο κ. Παρσόν ήδη γνώριζε αυτά που ρωτούσε, γιατί γνώριζε πάρα πολύ καλά πότε είχε γίνει η παραγωγή καθώς επίσης και ότι τα συγκεκριμένα προϊόντα είχαν ως βασικό συστατικό τη χλωρίνη. Επίσης, γνώριζε ότι οποιοδήποτε σκεύασμα του συγκεκριμένου είδους, δεν αποθηκευθεί σε σωστές συνθήκες, αυτό αλλοιώνεται. Υποστήριξε ότι οι ίδιοι είχαν διενεργήσει τους ελέγχους τους, οι οποίοι κατέδειξαν ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα ποιότητας. Όμως, παραδέχθηκε ότι οι κακές συνθήκες αποθήκευσης μπορούν να οδηγήσουν στην αλλοίωση της χλωρίνης. Επίσης, ήταν η θέση του ότι οι καιρικές συνθήκες μπορούν να επηρεάσουν την ποιότητα της χλωρίνης καθώς και η μακρά πάροδος χρόνου. Όμως, επέμενε ότι δεν αλλοιώνεται η χλωρίνη στο χρονικό περιθώριο που αφορούσε την υπό κρίση υπόθεση. Η εμπειρία της Ενάγουσας Εταιρείας, υποστήριξε, είχε καταδείξει ότι το συγκεκριμένο προϊόν κατασκευαζόταν χωρίς να αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα ποιότητας και κατασκευαζόταν για πώληση από τη δική τους εταιρεία καθώς επίσης και για πώληση από άλλες εταιρείες, για τις οποίες χρησιμοποιείτο η δική τους ετικέτα. Από το 2008 μέχρι και το 2011, δεν είχε γίνει κανένα παράπονο αναφορικά με την ποιότητα του συγκεκριμένου προϊόντος. Κατέληξε ότι η κοινή λογική επιβάλει, στην περίπτωση εκείνη που υπάρχει πρόβλημα ποιότητας, όπως στέλνονται δείγματα στον κατασκευαστή για έλεγχο ή να γίνεται έλεγχος του προϊόντος από τον παραλήπτη, σε συγκεκριμένο εργαστήριο. Για την Εναγόμενη Εταιρεία, μαρτυρία δόθηκε από δύο άτομα. Τον Διευθυντή της, κ. Παρσόν Παρσόν (Μ.Υ.1) και την κα Λούλλα Χριστοδούλου (Μ.Υ.2). Ο κ. Παρσόν, Διευθυντής της Εναγόμενης Εταιρείας, ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη Εταιρεία εισάγει και διανέμει προϊόντα νοικοκυριού και σε αυτά συμπεριλαμβάνονται και είδη οικιακού καθαρισμού. Ήταν η θέση του ότι το προϊόν το οποίο προμηθεύθηκε η εταιρεία του από την Ενάγουσα Εταιρεία, είναι καθαριστικό τουαλέτας, του οποίου το κύριο συστατικό είναι η χλωρίνη. Στο συγκεκριμένο προϊόν είχε τοποθετηθεί η ετικέτα της εταιρείας του «WC Clean». Υποστήριξε ότι η συνεργασία με την Ενάγουσα Εταιρεία είχε ξεκινήσει όταν ο κ. Jorge είχε προσληφθεί ως υπεύθυνος πωλήσεων στην Ενάγουσα Εταιρεία. Λόγω του ότι υπήρχε συνεργασία πέντε χρόνων με την εταιρεία που εργοδοτείτο προηγουμένως ο κ. Jorge, όταν μετακινήθηκε συνεχίστηκε η συνεργασία με τη νέα εταιρεία, την Ενάγουσα Εταιρεία. Με τον κ. Jorge υπήρχε, όχι μόνο άριστη συνεργασία, αλλά η σχέση επεκτεινόταν και σε προσωπικό επίπεδο και ο κ. Jorge τον αποκαλούσε «Dear friend». Κατά τον ισχυρισμό του, είχαν δείξει στον κ. Jorge τα προϊόντα που τους ενδιέφεραν και είχαν σταλθεί δείγματα, στην Ενάγουσα Εταιρεία, αναφορικά με το προϊόν που θα κατασκεύαζε γι' αυτούς. Ο κ. Jorge γνώριζε ότι το προϊόν που ζητείτο είχε ως βάση τη χλωρίνη. Το «WC Clean», κατά τη δική του θέση, ήταν το πρώτο προϊόν που κατασκεύαζε η Ενάγουσα Εταιρεία με βάση τη χλωρίνη. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 16, έγγραφο που στάλθηκε από τον ίδιο, αναφορικά με το συγκεκριμένο προϊόν το
- Το συγκεκριμένο έγγραφο δεν αναγνωρίστηκε από τον μάρτυρα της Ενάγουσας Εταιρείας και δεν είχε αποκαλυφθεί στην Ένορκη Δήλωση αποκάλυψης των Εναγομένων, ημερομηνίας 27/04/
- Η παραγγελία, ήταν η θέση του, είχε δοθεί και είχαν σταλθεί δείγματα, έτσι ώστε το προϊόν που θα κατασκευαζόταν από την Ενάγουσα Εταιρεία να έχει την ίδια ποιότητα με αυτό που τους προμήθευε η προηγούμενη εταιρεία. Θα κατασκευάζονταν δύο είδη, το ένα θα περιείχε ενεργό χλώριο με μυρωδιά λεμόνι και το άλλο μυρωδιά δάσους. Ήταν η θέση του ότι το προϊόν που περιείχε ενεργό χλώριο ζελέ με άρωμα λεμόνι, λόγω της παχύρευστης του μορφής, παραμένει για περισσότερο χρόνο στα τοιχώματα της λεκάνης και εξασφαλίζεται μεγαλύτερη καθαριότητα στη λεκάνη. Η πρώτη παραγωγή στάλθηκε και παραλείφθηκε τον Νοέμβριο του
- Υποστήριξε ότι οι όροι της συμφωνίας ήταν να γίνουν δύο φορτώσεις και κάθε φόρτωση θα αφορούσε ένα εμπορευματοκιβώτιο των 40ποδών. Η τιμή είχε συμφωνηθεί στα €0,47σεντ τη μπουκάλα, με παράδοση στη Λεμεσό, δηλαδή συμβόλαιο C.F.R. Η πρώτη παραγγελία παραλείφθηκε, τοποθετήθηκε στα καταστήματα και καταβλήθηκε στην Ενάγουσα Εταιρεία το οφειλόμενο ποσό. Η δεύτερη παραγγελία παρείχθηκε τέλος Ιανουαρίου, αρχές Φεβρουαρίου, και φορτώθηκε τον Απρίλιο. Αφίχθηκε 20 μέρες μετά την αποστολή. Όταν παραλείφθηκε η δεύτερη παρτίδα και τοποθετήθηκε στα ράφια, ένας πωλητής, υπάλληλός του, τον πληροφόρησε ότι αρκετοί πελάτες είχαν παράπονα από καταναλωτές ότι το προϊόν ήταν πολύ αδύνατο. Τα παράπονα αυξήθηκαν και τότε, για να προστατευθεί η επωνυμία του προϊόντος, ο ίδιος έδωσε εντολή απόσυρσης του προϊόντος από τα ράφια. Είχαν χρησιμοποιηθεί από το προϊόν μερικά μπουκάλια, τόσο στο γραφείο της Εναγομένης Εταιρείας, καθώς και στην αποθήκη και διαπιστώθηκε ότι το προϊόν δεν ήταν αρκετά δυνατό για τον καθαρισμό, όπως η ίδια η Εναγόμενη Εταιρεία διαφήμιζε. Κατά τον ισχυρισμό του μάρτυρα, ο ίδιος επικοινώνησε τηλεφωνικώς με το εργοστάσιο και λόγω του ότι ο κ. Jorge απουσίαζε στο εξωτερικό, μίλησε με την κα Amalia και της ανάφερε το πρόβλημα. Του ανάφερε ότι θα μετέφερε το παράπονο στο Τεχνικό Τμήμα και θα επικοινωνούσαν μαζί του. Ξαναμίλησε με την κα Αmalia, η οποία τον πληροφόρησε ότι δεν είχε ολοκληρωθεί η έρευνα, του Τεχνικού Τμήματος, των δειγμάτων που είχαν κρατηθεί από την παραγωγή. Στη συνέχεια σε άλλη επικοινωνία του ανάφερε ότι τα δείγματα, όπως είχαν παραχθεί, ήταν εντός των προδιαγραφών που συμφωνήθηκαν μεταξύ των μερών. Αυτές οι συνομιλίες, κατά τον ισχυρισμό του, είχαν προηγηθεί της έκδοσης του τιμολογίου. Ακολούθησε, μετά την επιστροφή του κ. Jorge, ηλεκτρονική επικοινωνία μεταξύ τους. Ο ίδιος είχε ζητήσει από τον κ. Jorge να τον πληροφορήσει για την ημερομηνία παραγωγής των προϊόντων καθώς επίσης έθεσε και ερωτήματα προς απάντηση, για τα οποία δεν έλαβε καμία απάντηση. Τελικά, έλαβε μια επιστολή από ένα εξειδικευμένο γραφείο είσπραξης χρεών, με την οποία του ζητούσαν να πληρώσει τα συγκεκριμένα προϊόντα που είχαν σταλθεί από την Ενάγουσα Εταιρεία. Ισχυρίστηκε ότι ειδοποιήθηκε το συγκεκριμένο γραφείο είσπραξης χρεών να παραλάβει τα συγκεκριμένα προϊόντα. Δεν λήφθηκε οποιαδήποτε ενέργεια γι' αυτό και διοχετεύτηκαν τα προϊόντα σταδιακά στη χυτή, γιατί βρισκόταν για αρκετό καιρό στην αποθήκη. Αντεξεταζόμενος, παραδέχθηκε ότι μεταξύ των μερών υπήρχε σύμβαση πώλησης αγαθών για συγκεκριμένα προϊόντα, έναντι τιμήματος. Επίσης παραδέχθηκε ότι είχε παραλάβει, τόσο τα προϊόντα, καθώς και τα τιμολόγια που τα αφορούσαν. Αναγνώρισε ότι είχε υποχρέωση, εντός 60 ημερών από τη φόρτωση των προϊόντων, να καταβάλει το τίμημα. Όσον αφορά το προϊόν «WC Clean», εξήγησε ότι είναι ονομασία η οποία ανήκει στην Εναγόμενη Εταιρεία και το ένα είδος του συγκεκριμένου προϊόντος χαρακτηρίζεται ως «gel», για να καταδειχθεί ότι το προϊόν είναι παχύρευστο, όμως είναι σε υγρή μορφή. Ερωτηθείς, υποστήριξε ότι ο ίδιος είχε περιγράψει τη φύση του προϊόντος που ζητούσε και είχε αποστείλει και δείγματα, πράγμα που μπορούσε να αποδείξει. Ένας από τους λόγους ήταν ότι η Ενάγουσα Εταιρεία για πρώτη φορά κατασκεύαζε το συγκεκριμένο προϊόν όταν ξεκίνησε η μεταξύ τους συμφωνία. Αυτό, ο ίδιος το διαπίστωσε μέσα από την επικοινωνία που είχε με την Ενάγουσα Εταιρεία, κατά την οποία επικοινωνία η Ενάγουσα Εταιρεία είχε παραδεχθεί ότι για πρώτη φορά κατασκεύαζε τέτοιου είδους προϊόντα. Είχαν παραγγελθεί προϊόντα τα οποία βασίζονταν στη χλωρίνη, όμως δεν μπορούσε να είναι σίγουρος κατά πόσο τα προϊόντα που είχε παραλάβει, είχαν ως βάση τη χλωρίνη. Αυτό που γνώριζε ήταν ότι τα προϊόντα που είχαν σταλθεί, ήταν πολύ αδύνατα και εκτός των προδιαγραφών που είχαν συμφωνηθεί. Το πρόβλημα εντοπίστηκε, κατά τον ισχυρισμό του, μετά την αποθήκευση του προϊόντος στη δική τους αποθήκη και την παρέλευση τριών μηνών αποθήκευσης, στις αποθήκες της Ενάγουσας Εταιρείας. Ερωτηθείς για τη φύση του συγκεκριμένου προϊόντος, εξήγησε ότι αυτό στόχευε στον καθαρισμό λεκανών και άλλων επιφανειών, συμπεριλαμβανομένου και του πατώματος. Όμως, λόγω του ότι το προϊόν ήταν αδύνατο, δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει το σκοπό του. Επέμενε στη θέση του, ότι είχαν σταλθεί δείγματα των τεσσάρων μυρωδιών για να φτιαχτούν ακριβώς τα ίδια προϊόντα. Γνώριζαν οι Ενάγοντες ποια έπρεπε να ήταν τα συστατικά των προϊόντων και ότι αυτά θα έπρεπε να κατασκευαστούν με βάση το δείγμα που είχε σταλθεί. Παρά ταύτα, αντί το προϊόν να είναι παχύρευστο, λόγω αλλοίωσης της χλωρίνης, ήταν ο ισχυρισμός του, ήταν πολύ υγρό. Ερωτηθείς, παραδέχθηκε ότι προμηθεύονταν και άλλα προϊόντα από την Ενάγουσα, η Εναγόμενη Εταιρεία. Εξήγησε ότι όταν η Ενάγουσα Εταιρεία σταμάτησε να επικοινωνεί μαζί του για τα συγκεκριμένα προϊόντα, τότε έλαβε επιστολή από άλλη εταιρεία, για να πληρώσει την αξία τους. Αντέδρασε, αποστέλλοντας επιστολή στην εταιρεία που εκπροσωπούσε τους Ενάγοντες, με την οποία της ζητούσε την παραλαβή των προϊόντων της Ενάγουσας Εταιρείας. Παραδέχθηκε ότι δεν είχε στείλει στην Ενάγουσα Εταιρεία οποιαδήποτε επιστολή για να παραλάβει τα προϊόντα της. Όσον αφορά την αλλοίωση των προϊόντων, ερωτηθείς υποστήριξε ότι τους δύο μήνες που τα προϊόντα ήταν αποθηκευμένα στην αποθήκη της Εναγόμενης Εταιρείας, δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτή η αλλοίωσή τους, γιατί δεν είχαν χρησιμοποιηθεί. Ισχυρίστηκε ότι τα συγκεκριμένα προϊόντα είχαν αποθηκευτεί για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στις αποθήκες της Ενάγουσας Εταιρείας και ότι το διάστημα αποθήκευσής τους στους δικούς τους χώρους ήταν μικρότερο. Όμως, επέμενε στη θέση ότι το προϊόν που είχε σταλθεί ήταν ελαττωματικό και η ελαττωματικότητά του εντοπίστηκε όταν διοχετεύτηκε στην αγορά. Το συγκεκριμένο πρόβλημα διαβιβάστηκε στην Ενάγουσα Εταιρεία πριν τις 03/07/2008, κατά τον ισχυρισμό του, σε συνομιλία που ο ίδιος είχε με την κα Amalia, λόγω του ότι απουσίαζε ο κ. Jorge και παραδέχθηκε ότι δεν είχε ειδοποιήσει γραπτώς την Ενάγουσα Εταιρεία για το πρόβλημα. Αρνήθηκε ότι του είχε ζητηθεί από την Ενάγουσα Εταιρεία όπως αποστείλει δείγμα για να διερευνηθεί το πρόβλημα. Όσον αφορά το θέμα κάποιας εξέτασης του προϊόντος από την Εναγόμενη Εταιρεία, που να αποδεικνύει την ελαττωματικότητά του, ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι ο χρήστης του προϊόντος είναι το καλύτερο πιστοποιητικό και ότι από τη στιγμή που ο καταναλωτής επέστρεφε το προϊόν, αυτό σήμαινε ότι δεν ήταν της απαιτούμενης ποιότητας. Λόγω του ότι η Εναγόμενη Εταιρεία είναι εταιρεία καταναλωτικών προϊόντων, κατά τον ισχυρισμό του, πάντοτε αφουγκράζεται τις παρατηρήσεις και τα παράπονα του καταναλωτή, τα οποία δεν μπορούν να αγνοηθούν. Εν πάση περιπτώσει, όταν και οι ίδιοι δοκίμασαν το προϊόν στις τουαλέτες των εγκαταστάσεών τους, ήταν χαλαρό και όχι παχύρευστο και δεν παρέμενε στην επιφάνεια της λεκάνης της τουαλέτας για να επιτύχει το σκοπό για τον οποίο προοριζόταν. Κατέληξε ότι δεν υπήρχε ανάγκη περαιτέρω ελέγχου, από την Εναγόμενη Εταιρεία, από τη στιγμή που ο καταναλωτής απέρριπτε το προϊόν. Όσον αφορά το θέμα των εξόδων αποστολής, ερωτηθείς ο μάρτυρας, υποστήριξε ότι τα συγκεκριμένα προϊόντα είχαν σταλθεί στο λιμάνι Λεμεσού και για το προϊόν είχε συμφωνηθεί η τιμή των €0,47σεντ, στην οποία ήταν ενσωματωμένα και τα έξοδα αποστολής και μεταφοράς. Παρά τη συμφωνία αυτή, στάλθηκε τιμολόγιο με βάση χρέωσης C.F.R. Ζητήθηκε από τον μάρτυρα να εξηγήσει τη ζημιά που υπέστη η Εναγόμενη Εταιρεία από τα προϊόντα. Ήταν η θέση του ότι η ζημιά συνίσταται στο ποσό το οποίο απαιτείται από την Ενάγουσα Εταιρεία. Ισχυρίστηκε περαιτέρω, ότι αν τα εμπορεύματα πληρώνονταν, οι ίδιοι θα είχαν υποστεί ζημιά γιατί θα πλήρωναν για ένα προϊόν που δεν πώλησαν. Είναι ζημιά, ήταν ο ισχυρισμός του, την οποία θα υποστούν αν πληρώσουν το προϊόν. Συμφώνησε ότι η Ενάγουσα Εταιρεία έχει εργαστήρια που εξετάζουν τα προϊόντα και ότι πράγματι είχε εξεταστεί το δείγμα του συγκεκριμένου προϊόντος μετά το παράπονό του. Ήταν όμως ο ισχυρισμός του ότι το δείγμα που ελέχθηκε, είχε ληφθεί κατά την παραγωγή και διατηρείτο σε διαφορετικό χώρο από αυτόν που αποθηκεύτηκαν τα προϊόντα κατά τη φύλαξή τους από την Ενάγουσα Εταιρεία καθώς και κατά τη φόρτωσή τους. Κατέληξε, ότι το «quality problem» στο οποίο είχε αναφερθεί αφορούσε τη ρευστότητα του προϊόντος, το οποίο ήταν νερουλό και όχι παχύρευστο. Ερωτηθείς πόση ποσότητα πωλήθηκε από τη δεύτερη παρτίδα, ήταν η θέση του ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί, όμως αυτό που θυμόταν ήταν ότι είχαν πωληθεί πολύ λιγότερα από τα μισά καθώς επίσης και ότι οι μεταπωλητές δεν προπλήρωσαν για τα συγκεκριμένα προϊόντα. Μαρτυρία δόθηκε και από την κα Λουΐζα Χριστοδούλου (Μ.Υ.2), η οποία μέχρι το 2009 εργαζόταν στην «PARSON GLOBAL LTD», ως υπεύθυνη λογιστηρίου. Κατά τον ισχυρισμό της, είχε παραληφθεί μεγάλο φορτίο του προϊόντος «WC Clean» και είχε αρχίσει η διοχέτευσή του στην αγορά από τους πωλητές. Όμως, είχαν αρχίσει να υποβάλλονται παράπονα από τους πωλητές, ότι οι πελάτες ισχυρίζονταν ότι το προϊόν δεν ήταν παχύρευστο. Δόθηκαν οδηγίες από τη διεύθυνση της εταιρείας και τα προϊόντα μαζεύτηκαν ως επιστροφή από τους πελάτες. Επιστρέφονταν στην αποθήκη και εκδιδόταν πιστωτική σημείωση για την ποσότητα του τιμολογίου. Ήταν περαιτέρω η θέση της ότι παρόλο που κάποια προϊόντα είχαν πωληθεί, οι πελάτες ήταν ανένδοτοι να αφαιρεθούν από την πιστωτική τα προϊόντα που είχαν πωληθεί και απαιτούσαν να εκδοθεί πιστωτική σημείωση για όλη την ποσότητα που είχαν παραλάβει. Αντεξεταζόμενη, ισχυρίστηκε ότι εργαζόταν στη συγκεκριμένη εταιρεία για είκοσι χρόνια, με συνήθη καθήκοντα υπαλλήλου λογιστηρίου. Όσον αφορά τη σχέση της Εναγόμενης Εταιρείας με την Ενάγουσα Εταιρεία, ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη Εταιρεία προμηθευόταν προϊόντα από την Ενάγουσα Εταιρεία και τα διένεμε στην κυπριακή αγορά. Η ίδια ήταν επιφορτισμένη με το καθήκον του ελέγχου των τιμολογίων καθώς και των εισπράξεων. Ερωτηθείς κατά πόσο μπορούσε να θυμηθεί πότε προέκυψε το πρόβλημα με τα συγκεκριμένα προϊόντα, ήταν η θέση της ότι το πρόβλημα προέκυψε το καλοκαίρι του 2008, πριν τον Αύγουστο, μεταξύ Μαΐου και Ιουνίου. Η ίδια το γνώριζε γιατί είχε γίνει λήπτης παραπόνων από πελάτες. Μετά από αυτά τα παράπονα, με οδηγίες της διεύθυνσης, το προϊόν χρησιμοποιήθηκε στις τουαλέτες των εγκαταστάσεων της Εναγόμενης Εταιρείας, καθώς και στα σπίτια των υπαλλήλων και διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν παχύρευστο. Κατέληξε, ότι κάποια φορτία του προϊόντος πετάχτηκαν και άλλα παρέμειναν στην αποθήκη, μέχρι την ημέρα που η ίδια εργαζόταν στην Εναγόμενη Εταιρεία. Ερωτηθείσα κατά πόσο είχε στην κατοχή της κάποιο έγγραφο που να αποδεικνύει την εργοδότησή της στην Εναγόμενη Εταιρεία, ισχυρίστηκε ότι δεν είχε κάτι αποδεικτικό που να αποκαλύπτει τη σχέση της με την Εναγόμενη Εταιρεία. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δύο πλευρές προχώρησαν με αγορεύσεις. Ο κ. Λουκαΐδης αγορεύοντας προς υποστήριξη της υπόθεσης της Εναγόμενης Εταιρείας, ισχυρίστηκε ότι η μαρτυρία για την Ενάγουσα Εταιρεία ήταν εξ ακοής και ότι ενώ μπορούσε να προσκομιστεί η καλύτερη δυνατή μαρτυρία, αυτό δεν έγινε. Προώθησε τη θέση ότι από τα γραπτά τεκμήρια που κατατέθηκαν, επιβεβαιώνεται η θέση της Εναγόμενης Εταιρείας, ότι το προϊόν ήταν ελαττωματικό. Αναφορικά με τη νομική πτυχή, παρέπεμψε το Δικαστήριο στον Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμο και συγκεκριμένα στα άρθρα 12, 16, 17, 42
(2)και 42
(6)καθώς και σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου σχετικές με το συγκεκριμένο θέμα. Η κα Χατζηγεωργίου κατέθεσε τη γραπτή της αγόρευση, στην οποία ισχυρίστηκε ότι η απαίτηση των Εναγόντων έχει αποδειχθεί, αφού κατατέθηκαν τα τιμολόγια, τα οποία αφορούσαν τη συγκεκριμένη συναλλαγή καθώς επίσης και ότι ο αγοραστής, δηλαδή η Εναγόμενη Εταιρεία, είχε αποδεχθεί τα αγαθά, χωρίς να τα απορρίψει. Κατά την εισήγησή της, η Εναγόμενη Εταιρεία είχε το βάρος απόδειξης της ελαττωματικότητας ή/και της ακαταλληλότητας, ένα βάρος το οποίο απέτυχε να αποσείσει. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τον μάρτυρα της Ενάγουσας Εταιρείας και τους δύο μάρτυρες της Εναγόμενης Εταιρείας, ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Ο κ. Joan Manuel Grande (Μ.Ε.1), Διευθυντής Εξαγωγών της Ενάγουσας Εταιρείας έδωσε μαρτυρία βασιζόμενος στα έγγραφα τα οποία ήταν στη διάθεσή του και τα οποία είχε στην κατοχή του. Ήταν η θέση του ότι ως Περιφερειακός Διευθυντής είναι υπεύθυνος για τις εξαγωγές στην Κύπρο και είχε μελετήσει το φάκελο που τηρείται στο αρχείο της Ενάγουσας Εταιρείας, ο οποίος αφορούσε τις συναλλαγές της με την Εναγόμενη Εταιρεία. Έγινε εισήγηση κατά την τελική αγόρευση από τον κ. Λουκαΐδη, ότι η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα ήταν εξ ακοής και θα έπρεπε να αγνοηθεί. Ακόμη και στο βαθμό στον οποίο όντως εντός αυτής της μαρτυρίας εμπεριέχονται στοιχεία εξ ακοής μαρτυρίας, όπως εκεί που αναφέρεται στη συνομιλία του κ. Jorge Volgano με τον κ. Παρσόν, υπενθυμίζω απλά ότι σύμφωνα με το άρθρο 24
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου «... η εξ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου, απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ ακοής ...», διατηρώντας υπόψη βεβαίως και τα όσα αναφέρονται σχετικά από το άρθρο 27 του ίδιου Νόμου, αναφορικά με την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί στην εξ ακοής μαρτυρία (βλ. Αδελφοί Ιακώβου Κατασκευές Λτδ v.
- Πελαγίας Παρασκευά,
- Γεώργιου Θεοφάνους, Πολ. Έφ.111/07, ημερ.01/02/2010, Demil Imports Exports Ltd v. Ζήνων Κωνσταντινίδης Λτδ, Πολ. Έφ.26/08, ημερ.14/03/2011). Στην πρόσφατη απόφαση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ v. Βασίλη Χαραλάμπους κ.α., Πολ. Έφ.382/2009, ημερ.16/06/2010, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ο ομνύων τελεί στην υπηρεσία της εφεσείουσας και εξουσιοδοτήθηκε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο στοιχεία αποδεκτά και αποδεικτικά της αξίωσής της. Επιχείρησε να πράξει τούτο παρουσιάζοντας στο Δικαστήριο ενόρκως μια σειρά από έγγραφα (στην επάρκεια των οποίων θα αναφερθούμε αργότερα), μέσω των οποίων, κατά την άποψή του, αποδεικνύονται όλα τα αναγκαία γεγονότα και στοιχειοθετείται η αξίωση. Εκείνο που έχει σημασία σε μια τέτοια περίπτωση δεν είναι αν ο ομνύων είχε ή όχι προσωπική εμπλοκή ή γνώση σε κάθε στάδιο της εξελικτικής πορείας της δικαιοπραξίας, αλλά το σημαντικό είναι το κατά πόσο παρουσιάζει στο Δικαστήριο μαρτυρία η οποία είναι αποδεκτή κατά το δίκαιο της απόδειξης και σχετική, με την έννοια ότι μπορεί, με βάση αυτή, να αποδειχθούν οι διάφορες πτυχές της αξίωσης. Εδώ είναι φανερό ότι η όποια γνώση και πληροφόρηση του ομνύοντα προέρχεται και εκπηγάζει από τα έγγραφα τα οποία προσφέρονται ως δεόντως τηρηθέντα από τον Οργανισμό στον οποίο υπηρετεί και τα οποία συνιστούν αποδεκτή εξ ακοής μαρτυρία». Εν πάση περιπτώσει, η μαρτυρία του κ. Joan Manuel Grande, στο μεγαλύτερό της μέρος ήταν σύμφωνη με τη μαρτυρία που δόθηκε από τον Διευθυντή της Εναγόμενης Εταιρείας, κ. Παρσόν (Μ.Υ.1) και υποστηρίχθηκε και από τα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως τεκμήρια και των οποίων το περιεχόμενο αποδέχθηκε η Εναγόμενη Εταιρεία ως μέρος της αλληλογραφίας που ανταλλάχθηκε μεταξύ των μερών. Οι δύο μάρτυρες Μ.Ε.1 και Μ.Υ.1 συμφώνησαν ότι είχε γίνει παραγγελία του προϊόντος «WC Clean», η οποία στάλθηκε σε δύο παρτίδες, η πρώτη περί τον Οκτώβριο 2007 και η δεύτερη στάλθηκε μετά από οδηγίες της Εναγόμενης Εταιρείας, τέλη Απριλίου 2008, στη βάση συμφωνίας C.&F.. Ούτε για την τιμή υπήρχε διαφωνία, αλλά ούτε και τα τιμολόγια αμφισβητήθηκαν. Αντίθετα, ο Διευθυντής της Εναγόμενης Εταιρείας συμφώνησε με την τιμολόγηση και την τιμή. Ο Διευθυντής της Εναγόμενης Εταιρείας δεν αμφισβήτησε ούτε και τη διεξαγωγή ελέγχου από την Ενάγουσα Εταιρεία στο δείγμα που τηρούσε. Αλλού ήταν η διαφωνία του. Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η μαρτυρία του μάρτυρα της Ενάγουσας Εταιρείας έχει γίνει αποδεκτή και ήταν σύμφωνη με τη μαρτυρία του Διευθυντή της Εναγόμενης Εταιρείας, αυτή γίνεται αποδεκτή στην έκταση που αφορά τα από κοινού παραδεχτά γεγονότα όπως διαφάνηκαν κατά την εξέλιξη της μαρτυρίας και των δύο πλευρών. Ερχόμενη στη μαρτυρία της Εναγόμενης Εταιρείας, κατ' αρχήν, η θέση του Διευθυντή της Εναγόμενης Εταιρείας ότι είχαν σταλεί δείγματα για την κατασκευή του συγκεκριμένου προϊόντος, υποστηρίχθηκε με την κατάθεση του Τεκμηρίου
- Όμως, το Τεκμήριο 16 δεν κάνει οποιαδήποτε αναφορά σε κατασκευή σύμφωνα με τα δείγματα. Καταγράφει τα ακόλουθα: «- Can you bottle for us the bleach gel in the bottles sample of which we supplied you? - Can we have samples of the acid based product; - The price we buy is CFR and it is the British pound - Our requirements is 12X40ft containers mixed fragrance/year.» Αυτό που ζητούσε η Εναγόμενη Εταιρεία ήταν να εμφιαλωθεί το ζελέ χλωρίνης στις μπουκάλες των οποίων δείγματα τους είχαν σταλεί. Οπόταν, η εκδοχή του για το θέμα των δειγμάτων καταρρίπτεται από αυτή τούτη την πραγματική μαρτυρία, το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 16, που ο ίδιος κατέθεσε. Όσον αφορά τη θέση του κ. Παρσόν ότι γνωστοποίησε την ελαττωματική ποιότητα του συγκεκριμένου προϊόντος στην Ενάγουσα Εταιρεία, αυτή δεν ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο των τεκμηρίων που κατατέθηκαν. Το Τεκμήριο 13, το οποίο προέρχεται από τον ίδιο τον κ. Παρσόν και το οποίο φέρει ημερομηνία 11 Ιουλίου 2008, ζητά από την Ενάγουσα Εταιρεία να περιμένει τα αποτελέσματα των εξετάσεων τις οποίες είχε πρόθεση να διεξαγάγει αναφορικά με το προϊόν και θα ενημέρωνε την Ενάγουσα Εταιρεία στη συνέχεια. Στο Τεκμήριο 15, που αφορά ηλεκτρονικό μήνυμα που στάλθηκε κα πάλι από τον κ. Παρσόν, ημερομηνίας 21/07/2008, καταγράφει ότι ακόμα δεν είχε εντοπιστεί το πρόβλημα. Καταγράφεται αυτολεξεί «...until we finalize the evaluation of the problem». Επί του συγκεκριμένου θέματος αρχικά δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε είχε μιλήσει με την κα Amalia στο τηλέφωνο και υποστήριξε ότι ήταν πολύ πριν μιλήσει με τον Jorge Volcano και πριν την αποστολή του τιμολογίου. Όμως, το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 12 τον διαψεύδει, αφού μόλις ο ίδιος, ο Jorge, πληροφορήθηκε το παράπονό του, επικοινώνησε μαζί του με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις 10 Ιουλίου
- Ενώ μέχρι και τις 17 Ιουλίου 2008, αυτός που ζητούσε να μάθει τι είχε γίνει, Τεκμήριο 14, ήταν ο Jorge Volcano, Διευθυντής Εξαγωγών της Ενάγουσας Εταιρείας. Ο κ. Παρσόν τίποτε δεν έπραξε σε σχέση με το πρόβλημα. Επίσης, κατά την αντεξέτασή του είχε παραδεχθεί ότι τα προϊόντα είχαν αποθηκευτεί για δύο μήνες στη δική του αποθήκη πριν τη διοχέτευσή τους στην αγορά. Οπόταν, αφού εντοπίστηκε το πρόβλημα μετά τη διοχέτευση των προϊόντων στην αγορά, η οποία έγινε σύμφωνα με τα λεχθέντα του κ. Παρσόν, Μ.Υ.1, αρχές Ιουλίου 2008, δεν θα μπορούσε να είχε επικοινωνήσει με την κα Amalia πριν την αποστολή του τιμολογίου που ήταν 3 Ιουλίου 2008, Τεκμήριο
- Όσον αφορά το θέμα της διαπίστωσης της ελαττωματικότητας του προϊόντος, ήταν η θέση του ότι ο πελάτης είναι η καλύτερη απόδειξη. Όμως ως επαγγελματίας εισαγωγέας, όφειλε να γνωρίζει ότι δεν αρκεί η θέση κάποιου πελάτη χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω απόδειξη. Εν πάση περιπτώσει, δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από οποιονδήποτε πελάτη του κ. Παρσόν, ότι οι αγοραστές του επέστρεφαν το προϊόν. Αλλά ούτε και τιμολόγια ή πιστωτικές σημειώσεις δεν κατατέθηκαν που να αποδεικνύουν την αλήθεια των ισχυρισμών του κ. Παρσόν και κατ' επέκταση της κας Χριστοδούλου, Μ.Υ.2, η οποία επικαλέστηκε μαζικές επιστροφές. Με βάση τα πιο πάνω, καταρρίπτεται η θέση του Μ.Υ.1 ότι η Ενάγουσα Εταιρεία είχε ακριβή γνώση του προβλήματος και ότι δεν ενέργησε. Προκύπτει ότι η ίδια τηρούσε δείγματα από κάθε παρτίδα, Τεκμήριο 14, και μπορούσε να ελέγξει τα προϊόντα. Επίσης, προκύπτει ότι η Ενάγουσα Εταιρεία ζητούσε να ενημερωθεί για το πρόβλημα, το οποίο δεν είχε συγκεκριμενοποιήσει η Εναγόμενη Εταιρεία, μέχρι τη λήξη της μεταξύ τους επικοινωνίας. Συνεπακόλουθα, η μαρτυρία του Διευθυντή της Εναγόμενης Εταιρείας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή στα θέματα τα οποία έχουν καταγραφεί πιο πάνω. Δεν διέκρινα οποιαδήποτε προσπάθεια από μέρους του να παραπλανήσει το Δικαστήριο, εντούτοις σε αρκετά σημεία η μαρτυρία του ήταν ασαφής με τρόπο που να μην μπορώ να την αποδεχθώ. Ούτε η κα Λουΐζα Χριστοδούλου (Μ.Υ.2) δεν με έπεισε για την αλήθεια της μαρτυρίας της. Με άφησε με την εντύπωση ότι λόγω των είκοσι
(20)χρόνων υπηρεσίας της στην Εναγόμενη Εταιρεία, ένιωθε υποχρεωμένη στην εταιρεία που την είχε εργοδοτήσει. Μίλησε για μια μεγάλη ελαττωματική παρτίδα, χωρίς να αναφέρει οτιδήποτε για την προηγούμενη αποστολή των ίδιων προϊόντων. Η ίδια τοποθέτησε το πρόβλημα ή την ανακάλυψη του προβλήματος στο προϊόν, τον Μάιο και Ιούνιο. Όμως στην αγορά διοχετεύτηκαν τον Ιούλιο
- Όσον αφορά την ελαττωματικότητα του συγκεκριμένου προϊόντος, το μόνο που είχε να πει ήταν ότι ήταν πολύ «νερουλό». Αυτό διαπίστωσε η ίδια και οι άλλες κοπέλες του γραφείου που το χρησιμοποίησαν. Δεν αναφέρθηκε σε οποιαδήποτε ανάλυση ή εξέταση του προϊόντος. Και ενώ αναφέρθηκε σε μαζικές επιστροφές του προϊόντος και έκδοση πιστωτικών σημειώσεων με την επιστροφή, για το συνολικό ποσό, τίποτα από αυτά δεν προσκόμισε για να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς της. Σίγουρα το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία της κας Χριστοδούλου, ότι το προϊόν ήταν «νερουλό», για να καταλήξει σε ασφαλές εύρημα ότι πράγματι έτσι είχαν τα πράγματα. Σύμφωνα με τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε και όπως αυτή αξιολογήθηκε, καταλήγω ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν ως ακολούθως: Μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης Εταιρείας υπήρχε συνεργασία, τουλάχιστον από το
- Η Ενάγουσα Εταιρεία προμήθευε την Εναγόμενη Εταιρεία με είδη οικιακού καθαρισμού, στα οποία τοποθετούσε και την ετικέτα της Εναγόμενης Εταιρείας. Ένα από τα προϊόντα αυτά ήταν και το «WC Clean», το οποίο είχε ως βασικό συστατικό τη χλωρίνη και η βασική του χρήση ήταν για το καθάρισμα των τουαλετών. Στις 15/06/2007, με ηλεκτρονικό μήνυμα, ο Διευθυντής της Εναγόμενης Εταιρείας ζήτησε την αποστολή του «bleach gel», δηλαδή του «WC Clean», καθορίζοντας ότι θα έπρεπε να τοποθετηθεί σε μπουκάλες όπως αυτή του δείγματος μπουκαλιού με το οποίο είχαν προμηθεύσει την Ενάγουσα Εταιρεία. Επίσης, στο συγκεκριμένο ηλεκτρονικό μήνυμα είχε διευκρινιστεί ότι η τιμή που αγόραζε η Εναγόμενη Εταιρεία ήταν στη βάση σύμβασης C.F.R. και ο τρόπος πληρωμής ήταν η αγγλική λίρα. Επίσης, καθόρισε και την ποσότητα που θα χρειαζόταν κάθε χρόνο. Η Εναγόμενη Εταιρεία είχε αρχικά παραγγείλει όλη την ποσότητα του προϊόντος «WC Clean», για όλο το έτος (Τεκμήριο 16) αλλά ζήτησε να της σταλεί σε δύο παρτίδες. Η πρώτη παρτίδα στάλθηκε τον Νοέμβριο
- Στις 03/12/2007 η Εναγόμενη Εταιρεία ζήτησε την αποστολή εμπορευματοκιβώτιου, τη δεύτερη παρτίδα του προϊόντος «WC Clean», το οποίο ζήτησε όπως φορτωθεί τέλη Ιανουαρίου αρχές Φεβρουαρίου 2008, γνωστοποιώντας ότι είχε βρει την πρώτη παρτίδα του ίδιου προϊόντος της αρεσκείας της (Τεκμήριο 2). Είχε αναφέρει «Everything ok with WC CLEAN», στο ηλεκτρονικό μήνυμα. Η δεύτερη παρτίδα, για λόγους που δεν αναφέρθηκαν στο Δικαστήριο, στάλθηκε στην Εναγόμενη Εταιρεία τέλη Απριλίου 2008, μετά από οχλήσεις της Ενάγουσας Εταιρείας προς την Εναγόμενη Εταιρεία, λόγω του ότι η Εναγόμενη Εταιρεία μέχρι και τον Απρίλιο δεν είχε απαιτήσει την αποστολή της, παρά την παράκλησή της για να αποσταλεί Φεβρουάριο
- Η δεύτερη παρτίδα φορτώθηκε 26/04/2008 και έφθασε στην Κύπρο αρχές Μαΐου
- Παραλήφθηκε από την Εναγόμενη Εταιρεία και τοποθετήθηκε όλη η ποσότητα στις αποθήκες της Εναγόμενης Εταιρείας. Η μεταξύ των μερών συμφωνία περιλάμβανε ως όρο ότι η πληρωμή των προϊόντων θα γινόταν εντός 60 ημερών από την παραλαβή των τιμολογίων. Στις 26/05/2008 εκδόθηκε το σχετικό τιμολόγιο για τα παραδοθέντα προϊόντα. Λόγω του ότι δεν πληρώθηκαν τα τιμολόγια εντός των 60 ημερών, στάλθηκε σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα, στις 03/07/2008, για την πληρωμή της οφειλής. Μετά από το συγκεκριμένο ηλεκτρονικό μήνυμα, ο Διευθυντής της Εναγόμενης Εταιρείας τηλεφώνησε στην Ενάγουσα Εταιρεία και την πληροφόρησε ότι τα προϊόντα είχαν πρόβλημα στην ποιότητα. Ανταλλάχθηκαν ηλεκτρονικά μηνύματα μεταξύ των μερών, τον Ιούλιο 2008, χωρίς όμως η Εναγόμενη Εταιρεία να καθορίζει συγκεκριμένα ποιο ήταν το πρόβλημα ποιότητας το οποίο επικαλείτο για τη μη πληρωμή του τιμολογίου. Στα ηλεκτρονικά μηνύματά της, η Εναγόμενη Εταιρεία, μέχρι και τις 21/07/2008 δεν είχε καθορίσει ποιο ήταν το πρόβλημα ποιότητας που αντιμετώπιζε το προϊόν, αλλά συνέχιζε να αρνείται την πληρωμή του τιμολογίου. Η Ενάγουσα Εταιρεία ενδιαφέρθηκε και προθυμοποιήθηκε να κάνει τη δική της έρευνα, εξετάζοντας δείγματα του συγκεκριμένου προϊόντος που είχε φυλάξει από τη συγκεκριμένη παρτίδα. Η Ενάγουσα Εταιρεία λόγω αυτής της άρνησης πληρωμής των τιμολογίων, προχώρησε στην καταχώριση της υπό κρίση αγωγής, αφού η ίδια είχε διεξάγει έλεγχο ποιότητας στα δείγματα παρτίδας που είχε φυλάξει, χωρίς να αποκαλυφθεί οποιοδήποτε ελάττωμα και λόγω του ότι η Εναγόμενη Εταιρεία δεν της είχε στείλει κάποιο δείγμα από το παραληφθέν προϊόν για να το εξετάσει. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με την παραδοχή και των δύο μερών, τα καθαριστικά προϊόντα «WC Clean» είχαν κατασκευαστεί μετά από παραγγελία της Εναγόμενης Εταιρείας και στάλθηκαν στην Κύπρο σε δύο παρτίδες. Η Εναγόμενη Εταιρεία βρήκε την πρώτη παρτίδα, που στάλθηκε τον Νοέμβριο 2007, της αρεσκείας της, (Τεκμήριο 2) και ζήτησε την αποστολή και της δεύτερης παρτίδας, αρχικά τέλη Ιανουαρίου αρχές Φεβρουαρίου, η οποία στάλθηκε τελικά, σύμφωνα με το Τεκμήριο 7, στις 26/04/2008 με τον όρο C.&F. για λόγους που αφορούν την Εναγόμενη Εταιρεία. Εδώ θα πρέπει να γίνει μια παρένθεση για να αναφερθεί ότι δεν καταγράφηκε στην Υπεράσπιση ότι η συμφωνία των μερών εμπεριείχε ως όρο ότι στην τιμή θα συμπεριλαμβανόταν και το κόστος μεταφοράς. Ο Μ.Ε.1 αντεξετάστηκε εκτεταμένα αναφορικά με το είδος των μεταξύ των μερών συμβολαίου, δηλαδή αν ήταν C.I.F ή C.&F., χωρίς να υπάρχει ισχυρισμός για αμφισβήτηση του είδους του συμβολαίου μεταφοράς στην καταχωρισθείσα Υπεράσπιση. Επίσης, αντεξετάστηκε εκτεταμένα για τον τρόπο χρέωσης, πλην όμως ο τρόπος χρέωσης δεν αμφισβητήθηκε στην καταχωρισθείσα Υπεράσπιση. Έγινε επίκληση του γεγονότος ότι η πώληση είχε γίνει στη βάση του δείγματος. Ούτε και αυτό καταγράφηκε στην καταχωρηθείσα Υπεράσπιση. Σχετική επί του θέματος, κατά πόσο μπορούν να εξεταστούν ισχυρισμοί εκτός των δικογράφων, είναι η πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Πανίκου Νεοφύτου, Έλενα Νεοφύτου v. Ανδρέα Γερακιώτη, Πολ. Έφ.79/08, ημερ.22/01/2010, στην οποία καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην υπόθεση Βραχίμη v. Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836, ως αυθεντία για την αρχή ότι ένα Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκτείνεται στην εξέταση άλλων θεμάτων έξω από και σε διάσταση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Η απόφαση αυτή, επιβεβαιωτική της θέσης ότι «Η δικογραφία αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων», (σελ.839), έχει ακολουθηθεί πλειστάκις και μπορούν απλώς να αναφερθούν οι υποθέσεις Awake Security Services Ltd v. Μαυρομμάτη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1257, Α.Μ. Statis Estates Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 860 και Exalco S.A. v. Αλουμινέξ Λτδ
(2007)1 Α.Α.Δ. 991. Παλαιότερες αυθεντίες είχαν την αυτή νομολογιακή κατεύθυνση (δέστε Eleni Panayiotou Iordanous v. Polycarpos Neophytou Aniftos (1959-1960) 24 C.L.R.97 και Hjipavlou v. Jinaro Terra Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 433). Η απόφαση Νεόφυτος Γεωργίου v. Ακίνητα Χρίστου Μ. Ψάλτη Λτδ, Πολ. Έφ. αρ.173/06, ημερ.24/10/2008, στην οποία αναφέρθηκε ο κ. Χριστοφή, ως κατά την άποψη του βοηθητική στην υπόθεση του εφεσείοντα, ότι το περιεχόμενο της συμφωνίας αποτελεί θέμα μαρτυρίας και όχι δικογράφου, δεν έχει καθορίσει οποιοδήποτε διαφορετικό κανόνα, αλλά απλώς υπέδειξε το διαχρονικά αυτονόητο, σε επίρρωση των δικογραφικών κανόνων, ότι εφόσον υπάρχει ισχυρισμός ενός γεγονότος σε ένα δικόγραφο, γίνεται δεκτή μαρτυρία προς απόδειξή του. Στο βαθμό που ο συνήγορος προσπάθησε να εισηγηθεί ότι το περιεχόμενο της συμφωνίας δεν ήταν ανάγκη να καταγραφεί στο δικόγραφο και επομένως δεν υπήρχε αναντιστοιχία μεταξύ δικογράφου και μαρτυρίας, η απόφαση Νεόφυτος Γεωργίου - ανωτέρω - έχει παρερμηνευθεί. Ως ο ίδιος ο συνήγορος αναφέρει στο περίγραμμα του, η ύπαρξη της συμφωνίας και το περιεχόμενο της ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της Υπεράσπισης του εφεσείοντα, αλλά για να καθίστατο εξεταστέα τέτοια συμφωνία έπρεπε να είχε σαφώς και περιεκτικώς δικογραφηθεί κατ' επιταγή της Δ.19 θ.4, αλλά και της Δ.19 θ.22 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Όπως λέχθηκε και στη Μαυρομιχάλη v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1996)1 Α.Α.Δ. 530, "Η Υπεράσπιση συνιστά δικόγραφο, στο οποίο προσδιορίζονται οι θέσεις του εναγόμενου έναντι των διεκδικήσεων του ενάγοντα. Η δικογραφία επενεργεί στον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Δεν συνιστά μαρτυρία ούτε αποδεικτικό υλικό για την απόδειξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών"». Με βάση τη νομολογία, δεν μπορούν να εξεταστούν οποιοιδήποτε ισχυρισμοί οι οποίοι προβλήθηκαν κατά τη διαδικασία της δίκης και αφορούσαν το είδος της μεταξύ των μερών συμφωνίας, τον τρόπο τιμολόγησης, καθώς και ότι η πώληση ήταν βάσει δείγματος. Αυτά τα δύο θέματα δεν αμφισβητήθηκαν, δηλαδή το είδος της συμφωνίας και η τιμολόγηση, αλλά αντίθετα η μαρτυρία του Διευθυντή της Εναγόμενης Εταιρείας ήταν σύμφωνη με τη μαρτυρία του Μ.Ε.
- Ενώ η πώληση βάσει δείγματος για πρώτη φορά προτάθηκε ως υπεράσπιση κατά την αντεξέταση. Ο μοναδικός λόγος υπεράσπισης που προβλήθηκε αφορούσε την ποιότητα των προϊόντων και ότι αυτή ήταν «κατώτερη των δοθείσων προδιαγραφών ή και ακατάλληλη για τον καθαρισμό για τον οποίο προοριζόταν» και όχι ότι είχε γίνει συμφωνία δυνάμει δείγματος. Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, απομένει να εξεταστεί κατά πόσο δικαιολογείται η Εναγόμενη Εταιρεία στη μη πληρωμή του τιμολογίου, λόγω του ότι το προϊόν, κατά τον ισχυρισμό της, ήταν «κατώτερο των δοθείσων προδιαγραφών και ακατάλληλο για τον καθαρισμό για τον οποίο προοριζόταν». Η μαρτυρία του Διευθυντή της Εναγομένης Εταιρείας (Μ.Υ.1) ήταν ότι στάλθηκαν δείγματα του προϊόντος, του οποίου η κατασκευή ζητείτο. Η θέση του αυτή, όπως έχει ήδη αναφερθεί, καταρρίπτεται από αυτό τούτο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 16, το οποίο ο ίδιος έχει καταθέσει καθώς και από τα δικόγραφά του. Στο Τεκμήριο 16, ζητείται από την Ενάγουσα Εταιρεία να τοποθετήσει το καθαριστικό τζελ (bleach gel) στις μπουκάλες δειγμάτων με τις οποίες η Εναγόμενη Εταιρεία είχε προμηθεύσει την Ενάγουσα Εταιρεία. Αυτολεξεί καταγράφεται: «Can you bottle for us the bleach gel in the bottles sample of which we supplied you?» Δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε δείγματα, βάσει των οποίων θα έπρεπε να γίνει η παρασκευή του συγκεκριμένου προϊόντος «WC Clean», στο Τεκμήριο
- Επιπρόσθετα στην Υπεράσπιση δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο γεγονός ότι το προϊόν δεν ήταν σύμφωνο με τα δείγματα που είχαν σταλεί από την Εναγόμενη Εταιρεία στην Ενάγουσα Εταιρεία. Οπόταν και αυτός ο ισχυρισμός θα πρέπει να αγνοηθεί. Παραμένει προς εξέταση ο ισχυρισμός ότι το προϊόν ήταν υποδεέστερης ποιότητας από τις δοθείσες προδιαγραφές. Σύμφωνα με το άρθρο 15 του περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου, η σύμβαση πώλησης αγαθών κατά περιγραφή, περιλαμβάνει και σιωπηρό ουσιώδη όρο ότι τα αγαθά θα ανταποκρίνονται στην περιγραφή. Επίσης, εμπεριέχει σιωπηρό ουσιώδη όρο ότι τα αγαθά θα είναι αποδεκτής ποιότητας. Προκύπτει το ερώτημα κατά πόσο η συγκεκριμένη σύμβαση αγαθών ήταν πώληση δυνάμει περιγραφής. Η Ενάγουσα Εταιρεία ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη Εταιρεία είχε επιλέξει από τη γκάμμα των προϊόντων της που κατασκεύαζε, ενώ η Εναγόμενη Εταιρεία ισχυρίστηκε ότι της είχε δώσει προδιαγραφές. Όμως, καμιά μαρτυρία δεν προσφέρθηκε από πλευράς της Εναγόμενης Εταιρείας που να αποκαλύπτει τις προδιαγραφές που είχαν δοθεί στην Ενάγουσα Εταιρεία για την κατασκευή του συγκεκριμένου προϊόντος, το οποίο έπρεπε να είναι παχύρευστο. Αντίθετα, ήταν η θέση του Διευθυντή της Εναγόμενης Εταιρείας ότι «Δεν του είπαμε τόσο ποσοστό του κάθε συστατικού». Οπόταν, δεν μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 15 του Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου (Ν.10(Ι)/1994). Το άρθρο 16
(1)
(2)και
(3)του Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου (Ν.10(Ι)/1994)προβλέπει τα ακόλουθα: «16.-
(1)Εκτός όπως προνοείται στο άρθρο αυτό και στο άρθρο 17 και τηρουμένων των διατάξεων οποιουδήποτε άλλου νόμου, δεν υπάρχει σιωπηρός ουσιώδης όρος ή σιωπηρή εγγυητική διαβεβαίωση αναφορικά με την ποιότητα ή την καταλληλότητα, για οποιοδήποτε ειδικό σκοπό, των αγαθών που προμηθεύονται δυνάμει σύμβασης πώλησης.
(2)Όταν ο πωλητής πωλεί αγαθά κατά τη διεξαγωγή των εργασιών του, υπάρχει σιωπηρός ουσιώδης όρος ότι τα αγαθά τα οποία προμηθεύει δυνάμει της σύμβασης είναι αποδεκτής ποιότητας.
(3)Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, αγαθά είναι αποδεκτής ποιότητας, αν ανταποκρίνονται στο επίπεδο το οποίο κάποιο λογικό πρόσωπο θα θεωρούσε ως αποδεκτό, αφού ληφθεί υπόψη οποιαδήποτε περιγραφή των αγαθών, η τιμή (εφόσο είναι σχετική) και κάθε άλλη συναφής περίσταση.» Στην περίπτωση που ο πωλητής παραβαίνει ουσιώδη όρο της σύμβασης, σύμφωνα με τις πρόνοιες του προαναφερθέντος άρθρου, τότε ο αγοραστής έχει δικαίωμα να απορρίψει τα αγαθά, να τερματίσει τη συμφωνία και να αξιώσει αποζημιώσεις (βλ. Benjamin´s Sale of Goods, παράγρ. 12-017 μέχρι 12-019, σελ.603-604). Ο αγοραστής θα θεωρείται ότι αποδέχτηκε τα αγαθά, αν δηλώσει στον πωλητή ότι τα αποδέχεται ή προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια που αντίκειται προς το δικαίωμα κυριότητας του πωλητή, άρθρο 42
(1)και 42
(2)του Ν.10(Ι)/1994. Επίσης, αν μετά την παρέλευση εύλογου χρόνου κρατήσει τα αγαθά και δεν δηλώσει στον πωλητή ότι τα απέρριψε, θεωρείται ότι τα αποδέχθηκε, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 42
(6). Ο αγοραστής έχει δικαίωμα να του παρασχεθεί εύλογη ευχέρεια για να διακριβώσει ότι τα αγαθά ανταποκρίνονται στη σύμβαση, σύμφωνα με το άρθρο 42
(2)του Νόμου (Ν.10(Ι)/1994). Στην περίπτωση που ο αγοραστής επικαλείται ελαττωματικότητα των αγαθών ή ότι δεν ανταποκρίνονται στη σύμβαση, έχει το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού αυτού. Καθοδηγητικό επί του συγκεκριμένου θέματος είναι το σκεπτικό της απόφασης Κώστας Στρατής v. Πεντέλης Εταιρείας Μωσαϊκών Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1708, στην οποία τονίστηκε ότι το βάρος απόδειξης της ελαττωματικότητας των εμπορευμάτων βρίσκεται στους ώμους του αγοραστή. Το ερώτημα που προκύπτει στην παρούσα υπόθεση είναι κατά πόσο η Εναγόμενη Εταιρεία έχει καταφέρει να αποσείσει το βάρος απόδειξης που έχει, ότι το προϊόν «WC Clean» που της παραδόθηκε, δεν ήταν της απαιτούμενης ποιότητας και κατ' επέκταση δεν ανταποκρινόταν στους όρους της συμφωνίας. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει με ασφάλεια ότι η δεύτερη παρτίδα του καθαριστικού «WC Clean» που παραδόθηκε στην Εναγόμενη Εταιρεία, δεν ήταν της απαιτούμενης ποιότητας. Με τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει με ασφάλεια σε τέτοιο συμπέρασμα. Η Εναγόμενη Εταιρεία δεν διεξήγαγε οποιοδήποτε ποιοτικό έλεγχο στα προϊόντα. Αντίθετα, προώθησε την άποψη ότι ο καλύτερος κριτής της ποιότητας είναι ο αγοραστής. Όμως, μαρτυρία από οποιονδήποτε μεταπωλητή της δεν προσκομίστηκε, για το γεγονός ότι είχαν γίνει παράπονα για την ποιότητα του προϊόντος. Τα όσα είχαν αναφερθεί επί του θέματος αυτού από την κα Χριστοδούλου (Μ.Υ.2), ήταν εξ ακοής και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Το σύγγραμμα του Benjamin´s Sale of Goods, 7ης εκδ., παράγρ.11-049, σελ.570, σε σχέση με το χρόνο κατά τον οποίο τα προϊόντα πρέπει να είναι αποδεκτής ποιότητας, καταγράφει τα ακόλουθα: «On the other hand it is clear that in commercial c.i.f. & c.& f. and f.o.b. contracts, where property and risk are commonly separated the duty normally relates to the time of shipment, which is normally when the risk passes in such contracts. Although the law might be expected to be better worked out in that area, many sales involve transportation of the goods and there seems no reason for a difference in principle. There are also statements, doubtless correct on the facts of the cases involved, that the duty relates to the time of delivery. In view of the connections between the duties under section 14 and the passing of risk, it seems reasonable to say that the goods must be of the quality requisite under section 14 at the time of the passing of property, or, where property and risk are separated, at the time of the passing of risk, either of which may be at the time of delivery, unless there are other indications. But it would surely be wrong to suggest that where a commercial seller holds specific goods for a buyer, property and risk having passed, and they are damaged before delivery without the seller´s fault, the buyer can require compliance with section 14 at the time of delivery; or that where risk has passed but not property (e.g. because the seller has reserved it until payment) the duty under the section has not yet attached.» Σύμφωνα με τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και από τις δύο πλευρές, τα προϊόντα όταν κατασκευάστηκαν ήταν της ίδιας ποιότητας με αυτά που είχαν σταλεί τον Νοέμβριο 2007 και τα οποία είχε εγκρίνει η Εναγόμενη Εταιρεία ως να είναι αποδεκτής ποιότητας. Ειρήσθω εν παρόδο, λόγω του ότι προέκυψε από την αντεξέταση και των δύο μαρτύρων στη διαδικασία, του Μ.Ε.1 και του Μ.Υ.1, το θέμα του κατά πόσο αλλοιώθηκαν τα προϊόντα κατά την αποθήκευση και μεταφορά τους, το θέμα αυτό θα πρέπει να εξετασθεί. Υπενθυμίζω ότι καθυστέρησε η αποστολή της δεύτερης παρτίδας των προϊόντων με οδηγίες της Εναγόμενης Εταιρείας. Το σύγγραμμα Benjamin´s Sale of Goods, 7η έκδοση, σελ.1350, παρά.18-244, καταγράφει τα ακόλουθα σε σχέση με το συγκεκριμένο θέμα: «Risk in overseas sales. The general rule that risk passes with property is often excluded in overseas sales, in which it is common for risk to pass on or as from shipment and for property to pass only at some later point, generally when payment is made in exchange for the shipping documents. ................................................................................................... Thus where the sale is of a type under which risk would normally pass on shipment if shipment is delayed by the fault of the buyer, or after shipment if delivery is delayed by the fault of the seller.» Όσον αφορά τη μεταφορά της κυριότητας των αγαθών, σχετικό είναι το ακόλουθα απόσπασμα από το Benjamin's Sale of Goods, παράγρ.19-098, σελ.1538: «More generally, however, property under a c.i.f. contract will pass before physical delivery of the goods to the buyer, as a result of dealings with the shipping documents. The courts look to those dealings in order to determine whether the seller intended, on the one hand, unconditionally to appropriate the goods to the contract, or, on the other hand, to reserve the right of disposal. As the question of passing of property is one of "actual intention" it is "impossible to lay down a general rule applicable to all c.i.f. contracts. The courts look for indicia of intention in the terms of the contract of sale and in the subsequent conduct of the parties;» Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές, στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, η αποστολή της δεύτερης παρτίδας καθυστέρησε με οδηγίες της Εναγόμενης Εταιρείας, τα προϊόντα όταν κατασκευάστηκαν, σύμφωνα με τη μαρτυρία, ήταν της απαιτούμενης ποιότητας, οπόταν ο κίνδυνος μεταφέρθηκε στην Εναγόμενη Εταιρεία κατά τη φόρτωσή τους στο πλοίο. Σύμφωνα και με την επιφύλαξη του άρθρου 26 του Ν.10(Ι)/1994, όταν η παράδοση καθυστερήσει λόγω σφάλματος, είτε του αγοραστή είτε του πωλητή, ο κίνδυνος των αγαθών βαρύνει το υπαίτιο μέρος σχετικά με οποιαδήποτε ζημιά η οποία δεν θα συνέβαινε, αν δεν υπήρχε τέτοιο σφάλμα. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα, είχε παραγγελθεί μια ποσότητα του προϊόντος «WC Clean» από την Εναγόμενη Εταιρεία και με οδηγίες της Εναγόμενης Εταιρείας στάλθηκε η πρώτη παρτίδα τον Νοέμβριο 2007, την οποία η Εναγόμενη Εταιρεία βρήκε της αρεσκείας της, Τεκμήριο 2, και ζήτησε να της σταλεί ένα άλλο εμπορευματοκιβώτιο τέλος Ιανουαρίου, αρχές Φεβρουαρίου. Δεν απαίτησε όμως την αποστολή του συγκεκριμένου εμπορευματοκιβωτίου, η Εναγόμενη Εταιρεία, μέχρι τον Απρίλιο 2007, Τεκμήριο 5, και αυτό έγινε μετά από όχληση της Ενάγουσας Εταιρείας, Τεκμήριο 4. Οπόταν, ο κίνδυνος των αγαθών είχε μεταβιβαστεί στην Εναγόμενη Εταιρεία, αν όχι από την ημέρα αποστολής της πρώτης παρτίδας, τον Δεκέμβριο που η Εναγόμενη Εταιρεία είχε ζητήσει να γίνει αποστολή αρχές Φεβρουαρίου και για λόγους που αφορούσαν την ίδια, δεν έδωσε οδηγίες για φόρτωση τέλος Ιανουαρίου, αρχές Φεβρουαρίου, αλλά τρεις μήνες μετά, τον Απρίλιο 2008. Προκύπτει, από τα πιο πάνω, ότι ακόμα και αν υπήρξε αλλοίωση στα προϊόντα, αυτή έγινε μετά τον Δεκέμβριο 2007, Τεκμήριο 2, και προήλθε από την καθυστέρηση της Εναγόμενης Εταιρείας να ζητήσει την αποστολή των προϊόντων από το 2007, που είχαν παραγγελθεί αρχικά, στα τέλη Ιανουαρίου αρχές Φεβρουαρίου και τελικά να μεταθέσει την ημερομηνία αποστολής τους τέλος Απριλίου 2008. Συνεπακόλουθα, η Εναγόμενη Εταιρεία φέρει το βάρος ευθύνης για την οποιαδήποτε τυχόν αλλοίωση υπέστησαν τα προϊόντα από την παραγωγή τους μέχρι τη χρήση τους. Ανεξάρτητα από το πιο πάνω συμπέρασμα, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο η Εναγόμενη Εταιρεία είχε αποδεχτεί τη δεύτερη παρτίδα του καθαριστικού «WC Clean», το οποίο, κατά τον ισχυρισμό της, ήταν ακατάλληλο. Η δεύτερη παρτίδα του προϊόντος «WC Clean» φορτώθηκε στις 26/04/2008 και έφθασε στην Εναγόμενη Εταιρεία αρχές Μαΐου 2008. Μέχρι και τις αρχές Ιουλίου 2008, η Εναγόμενη Εταιρεία δεν παραπονέθηκε για την ακαταλληλότητα του προϊόντος. Το θέμα προέκυψε μετά την αποστολή του τιμολογίου και τέθηκε προφορικά στην Ενάγουσα Εταιρεία. Στις 11 Ιουλίου 2008, όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 13, η Εναγόμενη Εταιρεία δεν ήταν ακόμη σίγουρη για το πρόβλημα και ανέφερε στην Ενάγουσα Εταιρεία ότι «After our own examination we will let you know». Μέχρι και τις 21 Ιουλίου 2008, το πρόβλημα δεν είχε ακριβώς εκτιμηθεί από την Εναγόμενη Εταιρεία. Καταγράφει, η Εναγόμενη Εταιρεία, στο ηλεκτρονικό μήνυμα της «... until we finalize the evaluation of the problem», Τεκμήριο 15. Σε καμία περίπτωση δεν απορρίφθηκε ρητώς από την Εναγόμενη Εταιρεία η δεύτερη παρτίδα του προϊόντος «WC Clean», ούτε και προέβηκε σε οποιοδήποτε τερματισμό της συμφωνίας, ακόμα και μετά τις συνομιλίες που έλαβαν χώρα με την Ενάγουσα Εταιρεία. Αντί να κοινοποιήσει στην Ενάγουσα Εταιρεία την απόρριψη του προϊόντος, τα κρατούσε στην αποθήκη της, η Εναγόμενη Εταιρεία, και στη συνέχεια τα μεταχειρίστηκε ως να ήταν δικά της. Αποποιήθηκε συνεπώς του δικαιώματός της να απορρίψει τα προϊόντα και συνεπακόλουθα παραιτήθηκε από την κατ' ισχυρισμό παράβαση του ουσιώδους όρου. Οπόταν, ακόμη και να ήταν κατώτερη των προδιαγραφών η ποιότητα των προϊόντων, η παρέλευση μακρού χρόνου από την αποστολή τους και η μετέπειτα συμπεριφορά της Εναγόμενης Εταιρείας, η οποία μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής δεν είχε τερματίσει τη συμφωνία, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι αποποιήθηκε των όποιων δικαιωμάτων της τα οποία θα προέκυπταν στην περίπτωση που η Ενάγουσα Εταιρεία θα κρινόταν υπόλογη για παραβίαση ουσιώδους όρου. Δεδομένων των πιο πάνω, εκείνο που παραμένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο η Ενάγουσα Εταιρεία απέδειξε το οφειλόμενο υπόλοιπο της Εναγόμενης Εταιρείας, αφού σύμφωνα με το άρθρο 56
(1)του Περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου, όταν η κυριότητα των προϊόντων μεταβιβαστεί στον αγοραστή και αυτός εσφαλμένα αμελεί ή αρνείται να πληρώσει το τίμημα για τα αγαθά, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, ο πωλητής δύναται να τον ενάγει για το τίμημα των αγαθών. Στο σύγγραμμα του Benjamin´s Sale of Goods, (ανωτέρω), παράγρ.19-211, σελ.1644, καταγράφονται τα ακόλουθα: «Where property has passed. Under S.49
(1)of the Sale of Goods Act 1979, an action for the price may be maintained "where ..... the property in the goods has passed to the buyer and he wrongfully neglects or refuses to pay for the goods according to the terms of the contract". This provision gives rise to no special difficulty in relation to C.I.F. contract. It would apply where the shipping documents had been transferred to the buyer so as to pass the property in the goods to him but actual payment had not been made». Τα έγγραφα αποστολής, ήτοι η φορτωτική, «bill of lading», δόθηκαν στην Εναγόμενη Εταιρεία, αφού η Εναγόμενη Εταιρεία παρέλαβε τα προϊόντα και τα τοποθέτησε στη δική της αποθήκη για δύο μήνες, ενώ στη συνέχεια τα διοχέτευσε στους μεταπωλητές της. Δηλαδή διαχειρίστηκε τα προϊόντα ως δικά της και το γεγονός ότι δεν τα επέστρεψε εντός των 60 ημερών μέχρι και την ημέρα πληρωμής τους, ενισχύει την άποψη ότι η κυριότητα των αγαθών είχε μεταφερθεί στην Εναγόμενη Εταιρεία. Συνεπακόλουθα, ενόψει του ότι η τιμολόγηση είχε γίνει αποδεκτή από τον διευθυντή της Εναγόμενης Εταιρείας, Μ.Υ.1, η αξίωση της Ενάγουσας Εταιρείας έχει αποδειχθεί. Για τους λόγους που καταγράφηκαν πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας Εταιρείας και εναντίον της Εναγόμενης Εταιρείας για το ποσό των €14.197,06 με νόμιμο τόκο από 27/03/2009. Επιπρόσθετα, επιδικάζονται εναντίον της Εναγόμενης Εταιρείας τα έξοδα της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση της Εναγόμενης Εταιρείας απορρίπτεται, ενόψει του ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξή της. (Υπ.) ........... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο