NOORMAX LLC ν. LASHKUL VLADYMYR GRYGOROVITCH κ.α., Αρ. Αγωγής: 2720/11, 1 Δεκεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A157 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2720/11 Μεταξύ: NOORMAX LLC Εναγόντων και
- LASHKUL VLADYMYR GRYGOROVITCH
- LASHKUL NATALIA
- SFORZESCO HOLDINGS LIMITED
- CEKPELI MANAGEMENT LIMITED Εναγομένων ----- Αίτηση ημερ. 25.11.2011 Ημερομηνία: 1 Δεκεμβρίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές/Ενάγοντες: Η κα Μύρια Χάματσου για Παπαδόπουλο και Λυκούργο (για ν΄ ακούσει την απόφαση ο κ. Τσαρδελλής). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εκκρεμεί για ακρόαση αίτηση των εναγόντων για συντηρητικό διάταγμα. Οι εναγόμενοι 4 έχουν καταχωρήσει ένσταση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Μιράντας Συμεού, εκ των διευθυντών των εναγομένων
- Οι ενάγοντες ζητούν από δικαστήριο όπως διατάξει την παρουσία της κας Συμεού στο δικαστήριο ώστε να αντεξεταστεί επί ζητημάτων τα οποία προσδιορίζονται στη σχετική αίτηση. Σύμφωνα με τη Δ.48 κ. 4
(2)κατ΄ αρχήν: «Η ακρόαση αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις .». Το δικαστήριο, όμως, διατηρεί διακριτική ευχέρεια να επιτρέψει αντεξέταση όπως προβλέπεται τόσο από τη Δ.48 κ. 4
(2)όσο και από τη Δ.39 κ. 1. Η ευχέρεια αυτή θα πρέπει να ασκηθεί υπό το φως των εκάστοτε περιστάσεων, με κύριο κριτήριο τους λόγους για τους οποίους ζητείται η αντεξέταση, οι οποίοι δεν μπορεί παρά να είναι σε συνάρτηση με τη φύση και τις ανάγκες της συγκεκριμένης κάθε φορά διαδικασίας. Ως προς τη φύση και τους σκοπούς γενικά της διαδικασίας του συντηρητικού διατάγματος σημειώνονται τα ακόλουθα: Στην υπόθεση Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, 267-268 λέχθηκαν τα εξής από τον τότε Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μιχ. Α. Τριανταφυλλίδη: «I would like to observe that at the Stage of granting or refusing an interlocutory injunction, such as the one which was made in the present case, the parties should limit themselves to the issue of whether or not, in the light of the provisions of section 32
(1)of Law 14/60 and of the relevant principles of law, such an injunction should be granted; and this cleary interlocutory stage of the proceedings should not be treated as an opportunity for the parties to fight out the merits of the case either by adducing evidence or by advancing arguments in this respect. I venture to add, further, that save in those cases where there exist such special circumstances as to justify resorting to the remedy of an appeal against an interlocutory injunction, the course which is most conducive to the proper administration of justice is to ensure that the pleadings are filed without delay and that the case is heard on its merits as early as possible, without delaying its determination because of an appeal, as in the present instance. ......................... The appropriate stage at which the rights of the parties to the action concerned are to be determined is when judgment will be given on the merits of the action, and not the stage of the interlocutory injunction which is the subject-matter of this appeal; consequently, in order to avoid prejudging, in any way, any of the issues relevant to the merits of this case. I will refrain from referring to any one of them; and, of course, the granting of the interlocutory injunction by the trial Court, and the fact that such injunction is now upheld by this Court, should not be treated as prejudging whether or not the respondents, as plaintiffs, are entitled to succeed in their action against the appellants as defendants.» Τα παραπάνω έχουν υιοθετηθεί στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 ΑΑΔ 248, 269-270, στην οποία επαναλήφθηκε ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. (Βλ. επίσης Demades Overseas Ltd v. Studio MA. ST. Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 799, 807 και El Fath Co v. E.D.T. Shipping κ.ά.
(1992)1 ΑΑΔ 1225, 1268). Αλλά και στην Bacardi & Co Ltd v. Vimco Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 788 επαναλήφθηκε ότι: «Δεν πρέπει, επίσης, να λησμονούμε ότι γενικώς η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων.» Το ζήτημα έχει περαιτέρω εξηγηθεί στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 ΑΑΔ 1802 από τον Δικαστή Νικολάου ως ακολούθως: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557 κ.ά. και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά.» Το παραπάνω απόσπασμα υιοθετήθηκε από το Δικαστή Καλλή στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 όπου προστέθηκαν και τα ακόλουθα: (Βλ. και Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1653:: «... το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. .... θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας»). Η ίδια προσέγγιση υιοθετείται και από την Αγγλική Νομολογία - Βλ. Copinger and Skone James on Copyright, 12th ed., παραγ. 620 και 621: «
- Remedy by injunction. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . An interlocutory injunction is thus a temporary, discretionary and exceptional remedy. It is available before the rights of the parties have been finally determined and, in the case of an ex parte injunction, even before the court has been appraised of the nature of the defendant's case. It is no part of the court's function at this early stage in the litigation to try to resolve conflicts of evidence on affidavit as to the facts on which the claims of either party may ultimately depend. The evidence is incomplete because it is not until the trial that it is tested by oral cross-examination. Perfect justice cannot be achieved since the court is acting on imperfect information. It is not, therefore, appropriate for the court to decide conflicting questions of fact or difficult questions of law which call for detailed argument and mature consideration. These are matters to be dealt with at the trial. . . . . . . . . . .
- Arguable case. . . . . . . . . . . . . . . . . . What the affidavit evidence must disclose is that there is a serious question to be tried and that the plaintiff has prospects of success which exist in substance and reality. The plaintiff does not, as was formerly thought, have to establish that he has a strong prima facie case or a prima facie case or even a probability that he will succeed at the trial. The burden on the plaintiff is the lesser one of showing an arguable case to be tried. . . . . . . . . . . . . . . .» Σε μετάφραση: «
- Θεραπεία με απαγορευτικό διάταγμα. ... ... ... ... Το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα συνιστά μια προσωρινή δυνητική και εξαιρετική θεραπεία. Προσφέρεται προτού τα δικαιώματα των διαδίκων αποφασιστούν τελικά και στην περίπτωση απαγορευτικού διατάγματος που εκδίδεται μονομερώς ακόμα προτού το Δικαστήριο κατατοπιστεί για τη φύση της υπόθεσης του εναγομένου. Δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σ' αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία στις ένορκες δηλώσεις σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων οι αξιώσεις των μερών ενδεχόμενα να εξαρτώνται. Η μαρτυρία είναι ασυμπλήρωτη γιατί μόνο κατά τη δίκη ελέγχεται με προφορική αντεξέταση. Πλήρης δικαιοσύνη δεν μπορεί να επιτευχθεί εφόσον το δικαστήριο λειτουργεί πάνω σε μη πλήρη πληροφόρηση. Επομένως δεν είναι σωστό για το δικαστήριο να αποφασίσει αντικρουόμενα πραγματικά ζητήματα ή δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Αυτά αποτελούν ζητήματα που πρέπει να εξετάζονται στη δίκη. . . . . . . . . . . . . . . . . . .
- Συζητήσιμη υπόθεση. ... ... ... ... ... Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .» Υιοθετούμε την πιο πάνω θεώρηση του θέματος. Είναι απόλυτα εναρμονισμένη με τη νομολογία μας. Εξέταση των θέσεων και εισηγήσεων που έχουν προβληθεί από τους εφεσείοντες θα ισοδυναμούσε με εξέταση και διατύπωση κρίσης ως προς την ύπαρξη των ουσιαστικών δικαιωμάτων, ενώ αυτό που χρειάζεται είναι σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης τους.» Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο με τη σκοπούμενη αντεξέταση θα εξυπηρετηθούν οι ανάγκες της ενδιάμεσης διαδικασίας ή, αντίθετα, κατά πόσο δημιουργείται κίνδυνος να υπεισέλθουμε, στο προδικαστικό αυτό στάδιο, στην ουσία της υπόθεσης. Σε σχέση με τις ιδιαίτερες περιστάσεις και τις πραγματικές ανάγκες της παρούσας διαδικασίας, σημειώνονται τα ακόλουθα: Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του κ. Erik Lidmets, ιδιοκτήτη και μοναδικού διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας από την Εσθονία, μια εταιρεία Bestmax Ltd από τη Νέα Ζηλανδία, υπέγραψε συμφωνία δανείου €2.000.000 με τον εναγόμενο 1 στις 11.8.2008 για να μπορέσει ο τελευταίος να επενδύσει το ποσό αυτό σε ακίνητη ιδιοκτησία στην Κύπρο. Ο εναγόμενος 1 ανέλαβε και συμφώνησε όπως παραχωρήσει, ως εξασφάλιση, την υποθήκευση της εν λόγω ακίνητης περιουσίας προς όφελος της Bestmax. Η αγορά της περιουσίας στην Κύπρο από τον εναγόμενο 1 έγινε δια μέσου της συζύγου του, εναγόμενης 2, η οποία στις 31.12.2008 αγόρασε δύο επαύλεις έναντι €616.000 και €860.000, αντίστοιχα, από τους εναγόμενους
- Είναι η θέση των εναγόντων ότι ο εναγόμενος 1 είχε πληροφορήσει την Bestmax ότι θα αγόραζε τα ακίνητα στο όνομα της συζύγου του για τεχνικούς λόγους, η οποία θα τα κατείχε ως αντιπρόσωπος του και ότι θα διευθετούσε την εγγραφή της συμφωνηθείσας εξασφάλισης μόλις η κυριότητα των ακινήτων θα εγγράφετο επ΄ ονόματι της εναγόμενης
- Παρά την παραχώρηση από την Bestmax συνολικού ποσού €1.705.860,52, από το προβλεπόμενο δάνειο των €2.000.000, σε τραπεζικούς λογαριασμούς του εναγόμενου 1 και της εναγόμενης 2, ως και των αντιπροσώπων του εναγόμενου 1 ΚΑΤΙΑ TOURS, για τον αποκλειστικό σκοπό αγοράς των ακινήτων, ο εναγόμενος 1 δεν διευθέτησε την υποθήκευση, ούτε εξόφλησε το δάνειο κατά το συμφωνηθέντα χρόνο ή οποτεδήποτε. Επιπρόσθετα, ανέφερε στον κ. Lidmets ότι βρίσκεται τώρα σε διάσταση με τη σύζυγό του και έχουν περιουσιακές και άλλες διαφορές, συμπεριλαμβανομένων και των εν λόγω ακινήτων, τα οποία βρίσκονται ακόμα εγγεγραμμένα στο όνομα των εναγομένων
- Στις 3.11.2010 η Bestmax εκχώρησε τα δικαιώματά της που απέρρεαν από τη συμφωνία δανείου στην ενάγουσα. Ο εναγόμενος 1 αποδέχθηκε την εκχώρηση και συγκατατέθηκε γραπτώς. Μετά τα πιο πάνω, η ενάγουσα κατεχώρησε την αγωγή υπ΄ αριθμό 1476/11, Ε. Δ. Λάρνακας, εναντίον των ιδίων εναγομένων 1, 2 και 3, ζητώντας το οφειλόμενο από τον εναγόμενο 1, δυνάμει της συμφωνίας δανείου, ποσό. Στα πλαίσια αίτησης τους για προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει τη μεταβίβαση κτλ των επίδικων κτημάτων διαφάνηκε ότι η εναγόμενη 2 ακύρωσε τις συμφωνίες για την αγορά τους με την εναγομένη 3 και υπογράφτηκαν άλλες συμφωνίες με άλλη εταιρεία, την νυν εναγόμενη
- Έτσι, οι ενάγοντες διέκοψαν εκείνη την αγωγή και καταχώρησαν την παρούσα, προσθέτοντας την εναγόμενη
- Με την αγωγή απαιτούν από τους εναγόμενους 2, δυνάμει του δανείου και εναντίον όλων των εναγομένων ζητούν διάφορες δηλώσεις και διατάγματα. Μεταξύ αυτών, ζητούν δήλωση και διάταγμα ότι πραγματικός ιδιοκτήτης των ακινήτων είναι ο εναγόμενος 1 και ότι οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 κατέχουν και/ή έχουν εγγεγραμμένα επ΄ ονόματι τους τα ακίνητα ως αντιπρόσωποι και/ή εμπιστευματοδόχοι του εναγόμενου 1 ή/και των εναγόντων και διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι εναγόμενοι 1 - 4 να προβούν σε όλα τα δέοντα μέτρα για την εγγραφή υποθήκης επί των εν λόγω ακινήτων προς όφελος των εναγόντων. Παράλληλα, ζητούν διάταγμα ή/και δήλωση του δικαστηρίου με το οποίο να κηρύσσονται ως άκυρες και εικονικές αφενός η ακύρωση των συμφωνιών μεταξύ της εναγομένης 2 και 3 και αφετέρου οι συμφωνίες νέας πώλησης μεταξύ των εναγομένων 3 και
- Παράλληλα, καταχώρισαν ξανά αίτηση για συντηρητικό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 να μεταβιβάσουν κτλ τα ακίνητα ή να εκχωρήσουν τα δικαιώματά τους σε αυτά. Επιδιώκουν, όπως αναφέρουν, με αυτό τον τρόπο να επιτύχουν τελικά την εξασφάλιση της εγγραφής της συμφωνηθείσας, με τη συμφωνία δανείου, υποθήκης. Η ουσία των ισχυρισμών τους σε σχέση με την εναγόμενη 4 είναι ότι η εναγόμενη 4 έχει λάβει μέρος σε μια εικονική συναλλαγή για την αγορά των ακινήτων, στην οποία δεν καταβλήθηκε κανένα ποσό και στα πλαίσια της οποίας εικονικά ακυρώθηκαν προηγούμενες συμφωνίες για την πώληση των ιδίων ακινήτων. Η κα Συμεού στην ένορκη δήλωσή της, μεταξύ άλλων, απορρίπτει τους ισχυρισμούς αυτούς των εναγόντων και ειδικά τους αναφερόμενους στις παραγράφους 20.6 και 20.7 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση, προβάλλοντας τη θέση ότι οι εναγόμενοι 4 είναι οι τελικοί ιδιοκτήτες και δεν έχουν καμιά σχέση με την εναγόμενη 2 (βλ. παράγραφο 4 (ix) της ένορκης δήλωσής της). Οι εναγόμενοι 4 προβάλλουν, μέσω της κας Συμεού, τη θέση ότι δεν είναι μέρος οποιασδήποτε συμπαιγνίας, αλλά καλόπιστος αγοραστής για νόμιμο αντάλλαγμα εναντίον των οποίων οι ενάγοντες δεν έχουν κανένα αγώγιμο δικαίωμα. Με την υπό κρίση, τώρα, αίτηση, οι αιτητές ζητούν, ως άνω, να αντεξετάσουν την κα Συμεού για το περιεχόμενο της παραγράφου 4 (ix) της ένορκης δήλωσής της, «για το πραγματικό ιδιοκτησιακό καθεστώς της εναγόμενης 4», για λεπτομέρειες αναφορικά με την καταβολή του τιμήματος πώλησης στην εναγόμενη 2 από την εναγόμενη 4 και για τις ακυρωτικές συμφωνίες που φαίνεται να υπογράφηκαν μεταξύ των εναγομένων 2, 3 και
- Τέλος, ζητείται αντεξέταση σχετικά με «λεπτομέρειες αναφορικά με την κατοχή των επιδίκων ακινήτων». Η ευπαίδευτη δικηγόρος των αιτητών εισηγήθηκε ότι το ιδιοκτησιακό καθεστώς της εναγόμενης 4 μένει μετέωρο στην ένορκη δήλωση και ότι δημιουργείται ένα σύννεφο γύρω από την ιδιοκτησία. Οι εναγόμενοι 4 δεν παρουσίασαν κανένα απτό στοιχείο που να δείχνει ότι κατέστησαν οι πραγματικοί ιδιοκτήτες και κάτοχοι της περιουσίας. Είναι γι΄ αυτά τα ζητήματα που επιθυμούν οι ενάγοντες να αντεξετάσουν την κα Συμεού. Όπως το έθεσε η ευπαίδευτη δικηγόρος τους, η ουσία της αίτησης είναι να μην μεταβιβαστούν τα ακίνητα και θέλουν να διευκρινιστεί ποιος είναι ο ιδιοκτήτης, ζήτημα το οποίο οι εναγόμενοι 4 σκόπιμα άφησαν να αιωρείται. Ενώ, αν φανεί ότι, όντως, είναι καλόπιστοι τρίτοι, τότε οι ενάγοντες μπορούν να αποσύρουν εναντίον τους. Κατ΄ ουσία, οι ενάγοντες επιδιώκουν με την αντεξέταση να εγείρουν προς εξέταση την ουσία της διαφοράς τους με την εναγόμενη 4 για το αν η εμπλοκή της τελευταίας είναι πραγματική ή εικονική, στα πλαίσια συμπαιγνίας. Σ΄ αυτό, όμως, το στάδιο το δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει τέτοιο ζήτημα. Το κύριο ζητούμενο είναι κατά πόσο οι ενάγοντες έχουν συζητήσιμη υπόθεση και πιθανότητα επιτυχίας. Εάν είναι ορθή η θέση της ευπαίδευτης δικηγόρου τους, ότι η απάντηση των εναγομένων 4 για το ζήτημα αυτό μένει μετέωρη και αδιευκρίνιστη, είναι ζήτημα το οποίο μπορεί, ενδεχομένως, να συνεκτιμηθεί στο βαθμό που θα είναι αναγκαίο για τους σκοπούς της συγκεκριμένης διαδικασίας. Δεν μπορεί, όμως, η ενδιάμεση διαδικασία να χρησιμοποιηθεί για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων ή με σκοπό να διευκρινιστεί κατά πόσο, όντως, η εναγόμενη 4 είναι καλόπιστος τρίτος. Ως εκ των άνω, η αίτηση για αντεξέταση απορρίπτεται. (Υπ.) ............. Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο