MEN MAR LTD ν. CLP CATERING LTD, Συνεκδικαζόμενες Αγωγές: 891/06 874/06, 1 Δεκεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A158 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ. Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Συνεκδικαζόμενες Αγωγές: 891/06 & 874/06 Αρ. Αγωγής: 891/06. Μεταξύ: MEN MAR LTD ως εμπορεύεται υπό την εμπορική επωνυμία Μ & M Caterhome, Εναγόντων και CLP CATERING LTD Εναγομένων __________ Αρ. Αγωγής: 874/06. Μεταξύ: MEN MAR LTD ως εμπορεύεται υπό την εμπορική επωνυμία Μ & M Caterhome, Εναγόντων και CLP CATERING LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 1 Δεκεμβρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: κ. Ιωσήφ Φράγκος για Ι. Φράγκος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ. Για τους Εναγόμενους: κ. Μάριος Χριστοφόρου για Πελαγίας, Χριστοδούλου, Βράχας & Σία. ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Με την αγωγή υπ' αρ. 891/06 η Ενάγουσα εταιρεία αξιώνει ΛΚ8.448 ή €14.434,26 ως οφειλόμενο υπόλοιπο χρεοπιστωτικού λογαριασμού, ΛΚ34.220 ή €58.468,34 ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή ως απώλεια κερδών λόγω παράνομου τερματισμού συμφωνίας από την Εναγομένη, ΛΚ81.840,45 ή €139.832,71 ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας και/ή ως απώλεια κερδών λόγω παράνομου τερματισμού συμφωνίας από την Εναγομένη και επιπλέον, επιζητεί δηλωτική απόφαση ότι ο τερματισμός ημερομηνίας 2.1.2006 της συμφωνίας ημερομηνίας 27.1.2005 από την Εναγομένη είναι παράνομος. Με την αγωγή υπ' αρ. 874/06 η Ενάγουσα εταιρεία αξιώνει από την Εναγομένη ποσό ΛΚ1.042,80 δυνάμει συμφωνίας και/ή παροχής υπηρεσιών και/ή αγοράς προϊόντων και/ή ως οφειλόμενο υπόλοιπο χρεοπιστωτικού λογαριασμού. Η Εναγόμενη στην Υπεράσπιση της αρνείται ότι οφείλει το ποσό που αξιώνει η Ενάγουσα και προβάλλει Ανταπαίτηση αξιώνοντας το ποσό των ΛΚ1042,80 ως ποσό που αντιπροσωπεύει την αξία συγκεκριμένων εμπορευμάτων που η Ενάγουσα όφειλε να επιστρέψει στην Εναγόμενη. ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ (
- i)Έκθεση Απαίτηση Ενάγουσας στην αγωγή 891/06 Οι βασικοί ισχυρισμοί της Ενάγουσας όπως καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης έχουν ως εξής: Η Ενάγουσα εταιρεία κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με την παροχή υπηρεσιών προσωπικού και/ή ετοιμασίας αεροστεγών προϊόντων που αφορούν αεροπορικές πτήσεις. Η Εναγόμενη εταιρεία κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με την παροχή υπηρεσιών και/ή προϊόντων σε αεροπορικές πτήσεις αεροπορικών εταιρεία και/ή διατηρούσε διάφορα τμήματα τροφοδοσίας αεροπορικών εταιρειών όπως, μεταξύ άλλων, τμήματα κουζίνας, πλυσταριού, αποθηκών και/ή τμήματα ετοιμασίας και μεταφοράς φαγητών σε δίσκους που προορίζονταν σε αεροπλάνα συγκεκριμένων αεροπορικών εταιρειών για συγκεκριμένες πτήσεις. Δυνάμει δύο γραπτών συμφωνιών, η πρώτη διάρκειας από 1.1.2005 μέχρι 31.12.2007 («πρώτη συμφωνία») και η δεύτερη από 1.2.2005 μέχρι 31.1.2007 («δεύτερη συμφωνία»), η Ενάγουσα συμφώνησε όπως παρέχει στην Εναγόμενη είδη υπηρεσιών. Με βάση την πρώτη συμφωνία η Ενάγουσα συμφώνησε να προσφέρει στην Εναγομένη εργατικό προσωπικό το οποίο θα χρησιμοποιείτο για τους σκοπούς των πιο πάνω εργασιών της Εναγομένης, ενώ με βάση τη δεύτερη συμφωνία η Ενάγουσα συμφώνησε να παρέχει στην Εναγόμενη υπηρεσίες αναφορικά με την ετοιμασία αεροστεγών προϊόντων μιας χρήσης, συγκεκριμένης ποσότητας, για χρήση σε συγκεκριμένες πτήσεις αεροπορικών εταιρειών. Με βάση την πρώτη συμφωνία η Ενάγουσα θα χρέωνε την Εναγόμενη το ποσό των ΛΚ18,50 ή €31,60 για κάθε υπάλληλο που θα παραχωρείτο για κάθε μέρα. Η δε χρέωση αναφορικά με τη δεύτερη συμφωνία συμφωνήθηκε στο σταθερό ποσό των ΛΚ80 ή €136,68 για κάθε υπηρεσία, για κάθε αεροπορική πτήση. Οι διάδικοι με βάση τις πιο πάνω συμφωνίες άρχισαν να συνεργάζονται και συνεργάστηκαν μέχρι και τη 2.1.2006 όταν η Εναγόμενη με επιστολή της ημερομηνίας 20.12.2005 που απέστειλε στην Ενάγουσα ανακοίνωσε προς αυτήν ότι τερματίζει τις μεταξύ τους συμφωνίες από 2.1.2006. Η Ενάγουσα απέρριψε τον τερματισμό και κάλεσε την Εναγόμενη να τηρήσει τα συμφωνηθέντα, αλλά η τελευταία αρνήθηκε να το πράξει. Η Ενάγουσα διατηρούσε εμπορικό λογαριασμό στον οποίο καταχωρούνταν οι δοσοληψίες της με την Εναγόμενη. Κατά τον Μάρτη του 2006 ο εν λόγω λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ΛΚ8.448 ή €14.434,26 ως η αξία της παροχής υπηρεσιών στα πλαίσια και των δύο συμφωνιών προς την Εναγόμενη μέχρι και τον παράνομο τερματισμό τους. Παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη η Εναγόμενη, αν και αναγνώρισε γραπτώς την οφειλή της προς την Ενάγουσα και υποσχέθηκε πληρωμή, παρέλειψε να καταβάλει το οφειλόμενο υπόλοιπο των ΛΚ8.448 ή €14.434,26. Ως φυσικό αποτέλεσμα του παράνομου και/ή αντισυμβατικού τερματισμού των δύο επίδικων συμφωνιών, η Ενάγουσα, λόγω μη υλοποίησης τους, απώλεσε κέρδη τα οποία θα πραγματοποιούσε που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των ΛΚ34.220 ή €58.468,34. Το εν λόγω ποσό προκύπτει ως ακολούθως: Α. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ ΚΕΡΔΟΥΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ (Ι) ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΑ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΓΙΑ ΠΕΡΙΟΔΟ 1.1.2005 - 2.1.2006 ΑΡΙΘΜΟΣ ΥΠΑΛΛΗΛΙΚΟΥ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΚΟΣΤΟΣ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΥΠΑΛΛΗΛΟ ΧΡΕΩΣΗ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΥΠΑΛΛΗΛΟ ΚΕΡΔΟΣ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΥΠΑΛΛΗΛΟ 3596 ΛΚ12,80 ΛΚ18,50 ΛΚ5,20 (ΙΙ) ΑΠΩΛΕΙΑ ΚΕΡΔΟΥΣ ΓΙΑ 1,83 ΧΡΟΝΙΑ (ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ), ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΟΥ Η ΕΝΑΓΟΥΣΑ ΤΡΟΦΟΔΟΤΟΥΣΕ ΤΗΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗ ΜΕ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΑΡΙΘΜΟ ΑΤΟΜΩΝ: (3596 χ 5,20) χ 1,83 = ΛΚ34.220 ή €58.468,34. (Β) ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΠΩΛΕΙΑΣ ΚΕΡΔΟΥΣ ΜΕ ΒΑΣΗ ΤΗ ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ (Ι) ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΑ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ ΓΙΑ ΠΕΡΙΟΔΟ 1.2.2005 - 2.1.2006 ΑΡΙΘΜΟΣ ΠΤΗΣΕΩΝ ΚΟΣΤΟΣ ΧΡΕΩΣΗ ΚΕΡΔΟΣ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΠΤΗΣΗ 1619 ΛΚ29,45 ΛΚ80,00 ΛΚ50,55 (ΙΙ) ΑΠΩΛΕΙΑ ΚΕΡΔΟΥΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΕΤΟΣ (ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ) ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΠΟΥ ΥΠΗΡΧΕ Ο ΙΔΙΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ ΠΤΗΣΕΩΝ (1619 χ 50,55) χ 1 = ΛΚ81.840 ή €139832,71. (
- ii)Υπεράσπιση Εναγομένης στην αγωγή 891/06 Η Εναγόμενη στην Υπεράσπισή της ισχυρίζεται, βασικά, τα ακόλουθα: Η Εναγόμενη υπέγραψε με την Ενάγουσα στις 3.10.2003 συμφωνία παροχής υπηρεσιών η οποία είχε άμεση ισχύ και έληγε στις 2.10.2006. Η Εναγόμενη παραδέχεται ότι στις 20.12.2005 απέστειλε επιστολή προς την Ενάγουσα ότι τερματίζει τη μεταξύ τους συμφωνία στις 2.1.2006 και ισχυρίζεται ότι οι λόγοι τερματισμού ήταν το γεγονός ότι μετά το ατύχημα με το αεροπλάνο της ΗΛΙΟΣ τον Αύγουστο 2005 οι εργασίες της Εναγόμενης μειώθηκαν κατακόρυφα και, επίσης, λόγω του ότι οι υπηρεσίες που παρέχονταν δεν ήταν ικανοποιητικές και/ή του αναμενόμενου επιπέδου και/ή γινόταν υπερχρέωση υπηρεσιών, γεγονός που διαπιστώθηκε από την Εναγόμενη, η οποία προέβη σε επανειλημμένες συστάσεις και υποδείξεις τις οποίες η Ενάγουσα αγνόησε. Το ποσό που αναφέρεται ως οφειλή της Εναγόμενης προς την Ενάγουσα δεν είναι αληθές. Σε καμία περίπτωση η Εναγόμενη έχει εκκρεμούσες οφειλές προς την Ενάγουσα. Το μόνο ποσό που η Εναγόμενη παραδέχεται ότι οφείλει στην Ενάγουσα είναι ΛΚ9.184. Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα με την αντισυμβατική και/ή αντιεπαγγελματική συμπεριφορά της προκάλεσε τον τερματισμό της μεταξύ τους συνεργασίας. Η Εναγόμενη νόμιμα και έγκαιρα τερμάτισε τη μεταξύ τους συνεργασία. Η Ενάγουσα καταχρηστικά αναφέρεται στα σχετικά ποσά καθότι αυτά δεν ευσταθούν γιατί και αν συνεχιζόταν η συνεργασία τους, σε καμιά περίπτωση δεν θα πραγματοποιείτο ο συγκεκριμένος αριθμός πτήσεων. (iii) Έκθεση Απαίτησης Ενάγουσας στην αγωγή 874/06 Η αγωγή 891/06 έχει συνεκδικαστεί και με την υπ΄ αρ. 874/06, στην οποία η Ενάγουσα αξιώνει από την Εναγόμενη το ποσό των ΛΚ1.042,80 δυνάμει συμφωνίας και/ή παροχής υπηρεσιών και/ή αγοράς προϊόντων και/ή ως οφειλόμενο υπόλοιπο χρεοπιστωτικού λογαριασμού. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, δυνάμει συμφωνίας με την Εναγόμενη, η Ενάγουσα πώλησε στην Εναγόμενη είδη τροφίμων και/ή παρείχε υπηρεσίες προς την Εναγόμενη, η οποία αποδεχόταν τις υπηρεσίες και/ή αγόραζε τα προϊόντα επί πιστώσει με συμβατική υποχρέωση να εξοφλήσει σε σύντομο χρόνο. (
- iv)Υπεράσπιση Εναγόμενης στην αγωγή 874/06 Η Εναγόμενη στην Υπεράσπισή της ισχυρίζεται ότι η σχετική συμφωνία προνοούσε την παροχή διαφόρων ειδών και υλικών μιας χρήσης. Περαιτέρω, αναφέρει ότι η Εναγόμενη, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της προς την Ενάγουσα για το γεγονός ότι οι υπηρεσίες που της προσφέρθηκαν δεν την ικανοποιούσαν, αυτή αμέλησε να συμμορφωθεί και η Εναγόμενη αναγκάστηκε να διακόψει τη συνεργασία. (
- v)Ανταπαίτηση Εναγόμενης στην αγωγή 874/06 Η Εναγόμενη αρνείται, επίσης, ότι οφείλει στην Ενάγουσα το ποσό που αξιώνει και προβάλλει, περαιτέρω, Ανταξίωση για ποσό ΛΚ1042,80 το οποίο αντιπροσωπεύει την αξία 6000 Trolley Rubbish Bags που η Ενάγουσα όφειλε να επιστρέψει προς την Εναγόμενη και τα οποία κατακρατεί παράνομα. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η Ενάγουσα για να αποδείξει την Απαίτησή της κάλεσε συνολικά τέσσερις μάρτυρες ως εξής: Χαράλαμπος Μανένζος (Μ.Ε.1) Αγάθη Λοΐζου (Μ.Ε.2) Έλενα Κυπριανού (Μ.Ε.3) Χαράλαμπος Ευαγόρου (Μ.Ε.4) Η Εναγομένη κάλεσε συνολικά τέσσερις μάρτυρες ως εξής: Τζούλη Ζαχαρία (Μ.Υ.1) Ανδρέας Σταυρινόπουλος (Μ.Υ.2) Μαρία Αντωνίου (Μ.Υ.3) Francis Uthurrisq (Μ.Υ.4) ΕΚΔΟΧΗ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ Μαρτυρία ΜΕ1 Ο Μ.Ε.1 είναι εκ των Διευθυντών της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε ως κύρια δραστηριότητα την παροχή υπηρεσιών προσωπικού και/ή ετοιμασίας αεροστεγών φαγητών και προϊόντων και άλλες συναφείς εργασίες που αφορούν την τέλεση αεροπορικών πτήσεων. Η Εναγόμενη κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε ως κύρια ασχολία την παροχή υπηρεσιών και/ή προϊόντων σε αεροπορικές εταιρείες και διατηρούσε διάφορα τμήματα τροφοδοσίας αεροπορικών πτήσεων όπως τμήματα κουζίνας, πλυσταριού, αποθηκών και ετοιμασίας και μεταφοράς φαγητών σε δίσκους. Κατόπιν διαβουλεύσεων και επαφών του Μ.Ε.1 η Ενάγουσα συνήψε δύο συμφωνίες με την Εναγόμενη δια των οποίων η Ενάγουσα θα παρείχε υπεργολαβικά στην Εναγόμενη διάφορες υπηρεσίες σχετικές με τις δραστηριότητες της. Η Πρώτη Συμφωνία ημερ. 1.1.2005 ήταν διάρκειας τριών ετών με ημερομηνία έναρξης την 1.1.2005 και ημερομηνία λήξης την 31.12.2007 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3). Η Συμφωνία αυτή προνοούσε ότι η Ενάγουσα θα παρείχε στην Εναγόμενη τουλάχιστον οκτώ άτομα για σκοπούς καθαρισμού του εξοπλισμού της Εναγόμενης και η Εναγόμενη θα κατέβαλλε στην Ενάγουσα το ποσό των ΛΚ18,50 (€31,60) ανά άτομο την ημέρα. Η Δεύτερη Συμφωνία ημερ. 27.1.2005 ήταν διάρκειας δύο ετών με ημερομηνία έναρξης την 1.1.2005 και ημερομηνία λήξης την 31.1.2007 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4). Η Συμφωνία αυτή προνοούσε ότι η Ενάγουσα θα παρείχε στην Εναγομένη υπηρεσίες που αφορούσαν την ετοιμασία αεροστεγών προϊόντων μιας χρήσης και η Εναγόμενη θα κατέβαλλε στην Ενάγουσα το ποσό των ΛΚ80 (€136,68) για κάθε υπηρεσία για κάθε αεροπορική πτήση. Η Ενάγουσα ξεκίνησε απρόσκοπτα να παρέχει τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες στην Εναγομένη μέχρι την 2.1.2006 αφού η Εναγόμενη με επιστολή της ημερ. 20.12.2005 ενημέρωσε την Ενάγουσα ότι οι εν λόγω Συμφωνίες θα τερματίζονταν στις 2.1.2006 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6). Στην εν λόγω επιστολή η Εναγόμενη προέβαλε ως λόγο τερματισμού υπερχρεώσεις της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα απάντησε με διπλοσυστημένη επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 29.12.2005 δια της οποίας αρνήθηκαν πλήρως το περιεχόμενο και τους ισχυρισμούς της εν λόγω επιστολής και κάλεσε την Εναγόμενη να συμμορφωθεί με τις συμβατικές της υποχρεώσεις (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8). Η Εναγόμενη αγνόησε πλήρως την επιστολή της Ενάγουσας και προχώρησε στον ουσιαστικό τερματισμό των Συμφωνιών μη αποδεχόμενη την παροχή των υπηρεσιών της Ενάγουσας. Κατά την ημερομηνία τερματισμού η Εναγόμενη όφειλε στην Ενάγουσα το συνολικό ποσό των ΛΚ31.375 σύμφωνα με σχετικές καταστάσεις λογαριασμών στις οποίες η Ενάγουσα καταχωρούσε τις χρεοπιστώσεις που γίνονταν σύμφωνα με τα τιμολόγια που εκδίδονταν και τις πληρωμές που λάμβανε από την Εναγόμενη. Οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμών και το χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσιαζόταν στις 31.12.2005 έτυχε αναγνώρισης και αποδοχής από την Εναγόμενη δια σχετικής γραπτής αναφοράς και υπογραφής επί των εν λόγω καταστάσεων. Το συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο που παρέμενε οφειλόμενο και αναγνωρίστηκε ήταν το ποσό των ΛΚ30.639,20. Η διαφορά που προκύπτει μεταξύ του ποσού των ΛΚ30.639,20 και του ποσού των ΛΚ31.375 αφορά ανάλογη χρέωση που έλαβε χώρα στις 3.1.2006 και παρουσιάζεται ως τελευταία εγγραφή επί της σχετικής κατάστασης λογαριασμού. Οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού κατατίθενται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9 και ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10 αντίστοιχα. Η Ενάγουσα ενημέρωσε γραπτώς την Εναγόμενη δια επιστολών της με ημερ. 11.1.2006 και 12.1.2006 και απαίτησε την εξόφληση του χρεωστικού υπόλοιπου (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11 και ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12 αντίστοιχα). Η Εναγόμενη προέβη σε πληρωμές έναντι του χρέους τους με αποτέλεσμα το υπόλοιπο να μειωθεί σε ΛΚ9.184 γεγονός το οποίο είναι παραδεκτό από την Εναγόμενη. Ενώ η Εναγόμενη στην αρχή είχαν δικαιολογήσει την απόφαση τους για τερματισμό των επίδικων Συμφωνιών προβάλλοντας τη θέση ότι η Ενάγουσα υπερχρεώνει και/ή ότι οι χρεώσεις της δεν δικαιολογούνταν (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6) στη συνέχεια με επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 24.2.2006 δικαιολόγησαν την απόφαση τους στο γεγονός ότι είχε μειωθεί ουσιαστικά ο κύκλος εργασιών τους λόγω του τραγικού δυστυχήματος του αεροπλάνου της HELIOS (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13). Η Ενάγουσα δεν έχει κανένα στοιχείο επί του ισχυρισμού για μη ικανοποιητική και/ή πλημμελή παροχή υπηρεσιών και/ή υπερχρέωση από την Ενάγουσα. Οι υπηρεσίες παρέχοντο πάντα σύμφωνα με τις οδηγίες της Εναγόμενης η οποία ουδέποτε εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο, γεγονός το οποίο φαίνεται και από την αποδοχή και υπογραφή του ΤΕΚΜΗΡΙΩΝ 9 και 10. Σε απάντηση του ισχυρισμού της Εναγόμενης ότι μετά το ατύχημα της ΗΛΙΟΣ τον Αύγουστο του 2005 οι εργασίες της μειώθηκαν κατακόρυφα επισημαίνεται ότι η ΗΛΙΟΣ συνέχισε τις πτήσεις της και τα δρομολόγια της με τη νέα ονομασία Α JET μέχρι και τον Οκτώβριο του 2006. Η Ενάγουσα εκ του αντισυμβατικού και παράνομου τερματισμού των επίδικων Συμφωνιών από την Εναγομένη έχουν υποστεί σοβαρές ζημιές και απώλειες αφού έχουν στερηθεί των κερδών που θα εισέπρατταν αν οι Συμφωνίες διατηρούνται για τη χρονική διάρκεια που είχε συμβατικά καθορισθεί. Ως προς την Πρώτη Συμφωνία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3): Το κάθε άτομο που η Ενάγουσα εργοδοτούσε για την εξυπηρέτηση της Εναγόμενης είχε μισθό ΛΚ250 το μήνα και εργαζόταν 24 μέρες το μήνα. Το κέρδος από κάθε άτομο για την Ενάγουσα ήταν ΛΚ5,70 για κάθε εργάσιμη μέρα. Με βάση την περίοδο Ιανουαρίου - Δεκεμβρίου 2005 η Ενάγουσα τροφοδότησε την Εναγόμενη με 3596 άτομα ως το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14. Αν στα επόμενα δύο χρόνια μέχρι τη λήξη της Συμφωνίας η Ενάγουσα τροφοδοτούσε την Εναγόμενη με τον ίδιο αριθμό ατόμων το κέρδος θα ήταν: 3596 Χ 5,70 Χ 2 χρόνια = ΛΚ40.994,40 (€70.043,09) Ωστόσο, επειδή στην Έκθεση Απαίτησης (παρά. 8(Α)) υπάρχει αριθμητικό λάθος στην χρονική διάρκεια της Συμφωνίας η Ενάγουσα περιορίζει την αξίωση της ως η Έκθεση Απαίτηση. Ως προς την Δεύτερη Συμφωνία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4): Στην περίοδο Φεβρουαρίου - Δεκεμβρίου 2005 ο αριθμός των πτήσεων της εταιρεία ΗΛΙΟΣ ήταν 1619. Το κόστος της κάθε πτήσης για την Ενάγουσα ήταν ΛΚ29,45. Η χρέωση για κάθε πτήση ήταν ΛΚ80. Το κέρδος για την Ενάγουσα από κάθε πτήση ήταν ΛΚ50,55. Αν η νέα χρονιά μέχρι τη λήξη της Συμφωνίας είχε τον ίδιο αριθμό πτήσεων τότε το κέρδος για την Ενάγουσα θα ήταν: 1619 Χ 50,55 = ΛΚ81.840,45 (139.832,71) Ο κύκλος πτήσεων της ΗΛΙΟΣ (AJET) συνεχίστηκε και η Εναγόμενη συνέχισε να τροφοδοτεί την ΗΛΙΟΣ (AJET) και μετά τον τερματισμό των Συμφωνιών μέχρι και τον Οκτώβριο του 2006. Κατατέθηκε δε, ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15 σχετική κατάσταση που περιγράφει τις πτήσεις που τέλεσε η ΗΛΙΟΣ για την περίοδο Ιανουαρίου - Οκτωβρίου 2006 (890 περίπου πτήσεις). Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ1 ο οποίος είναι ένας εκ των διευθυντών των Εναγόντων και είχε συνάψει τις επίδικες Συμφωνίες, σε ό,τι αφορά το προσωπικό που παρείχετο στους Εναγόμενους με βάση τη συμφωνία προβλέπετο κατά μέσο όρο 8 άτομα την ημέρα χωρίς αυτό να δεσμεύει την εταιρεία να ζητά περισσότερα άτομα από τους Ενάγοντες. Αρνήθηκε την υποβολή ότι δεν παρείχαν 8 άτομα και πρόσθεσε ότι ίσως να παρείχαν και περισσότερα. Ερωτηθείς που φαίνεται αυτό ανέφερε ότι αυτά είναι θέματα λογιστηρίου της εταιρείας και ότι μπορεί να ανατρέξει ένας στο pay roll. Επεσήμανε, επίσης, ότι υπάρχουν και πληρωμές που γίνονταν βάσει της Συμφωνίας. Επανέλαβε ότι οι Ενάγοντες παρείχαν 8, ίσως και περισσότερα άτομα, που τους ζητούσε η διεύθυνση των Εναγομένων για να διεκπεραιώνει την εργασία που ανέλαβαν εξού και το γεγονός ότι εκδίδοντο τιμολόγια κάθε 15 ημέρες και γίνονταν πληρωμές αναλόγως των ατόμων. Στην υποβολή ότι δεν παρείχαν οι Ενάγοντες στους Εναγόμενους πλήρη στοιχεία για το προσωπικό με σκοπό την υπερχρέωση για υπηρεσίες που δεν παρέχοντο, απάντησε ότι προσκομίζονταν τα άτομα στους Εναγόμενους και αυτοί τους έβαζαν υπέγραφαν λίστες. Βάσει αυτών οι Ενάγοντες χρέωναν και, κατόπιν ελέγχου των λιστών, οι Εναγόμενοι πλήρωναν τους Ενάγοντες. Στην υποβολή ότι η Συμφωνία τερματίστηκε γιατί οι Ενάγοντες λειτουργούσαν αντισυμβατικά και υπερχρέωναν τους Εναγόμενους ο ΜΕ1 απάντησε ότι στο ένα χρόνο που συνεργάστηκαν άψογα οι δύο πλευρές κανείς δεν τον ενημέρωσε για κάτι τέτοιο. Ερωτηθείς σε σχέση με την παράγραφο 24 της κατάθεσης του (ΕΓΓΡΑΦΟ 1) και στο συνολικό κόστος που είχε κάθε υπάλληλος για κάθε εργάσιμη ημέρα εξήγησε ότι είχε γίνει συμφωνία με τους Εναγόμενους για τη χρέωση λαμβάνοντας υπόψη όλα τα κόστη των Εναγόντων και επιπλέον το κέρδος τους. Αντεξεταζόμενος σε σχέση με την κατάσταση (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14) η οποία προήλθε από τους Ενάγοντες εξήγησε ότι ετοιμάστηκε στην πορεία όταν οι Εναγόμενοι ήρθαν σε επαφή με τους Ενάγοντες για να βρεθεί μια λύση και είχαν ζητήσει από τους Ενάγοντες να τους δείξουν αριθμό ατόμων στο χρονικό διάστημα μέχρι που διεκόπη η συνεργασία. Εξήγησε ότι στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14 στη δεύτερη σελίδα η πρώτη στήλη δείχνει την κατάσταση με βάση τη Συμφωνία και η δεύτερη στήλη την κατάσταση βάσει αναγκών. Στη διάρκεια των μηνών αιχμής οι Εναγόμενοι ζητούσαν από τους Ενάγοντες επιπλέον άτομα για άλλες εργασίες. Σε άλλη ερώτηση εξήγησε ότι η επίδικη Συμφωνία αναφερόταν σε άτομα στο χώρο των Εναγομένων που θα έκαμναν τις συγκεκριμένες εργασίες. Οι Ενάγοντες εξυπηρετούσαν ανάγκες των Εναγομένων βάσει των υποδείξεων που τους έλεγαν οι Εναγόμενοι με βάση τη Συμφωνία. Δεν μπορούσαν οι Ενάγοντες να ξεχωρίσουν τα άτομα για κάθε ξεχωριστή πτήση. Επανέλαβε ότι με το που πήγαινε το προσωπικό υπέγραφε σε μια κατάσταση. Οι Ενάγοντες κάθε 15 ημέρες πρόσθεταν τον αριθμό των ατόμων και εξέδιδαν τιμολόγια τα οποία παρουσίαζαν στους Εναγόμενους και, εν συνεχεία, γινόταν έλεγχος από τους Εναγόμενους. Αρνήθηκε τον ισχυρισμό για υπερχρεώσεις τονίζοντας ότι για ένα χρόνο δεν θα μπορούσαν οι Εναγόμενοι να τους πληρώνουν ενώ υπάρχει υπερχρέωση. Στην υποβολή ότι οι Εναγόμενοι είδαν τις υπερχρεώσεις και γι' αυτό τερμάτισαν τη Συμφωνία ο ΜΕ1 διερωτήθηκε σε ποιο τιμολόγιο υπάρχει υπερχρέωση και για ποιο λόγο οι Εναγόμενοι δεν τους είχαν στείλει μια επιστολή ή, έστω μια προφορική αναφορά, και ήρθαν μια συγκεκριμένη μέρα και τερμάτισαν τη Συμφωνία παράνομα και χωρίς να τους πουν το λόγο. Στην υποβολή ότι οι Ενάγοντες πληρώνονταν για υπηρεσίες προσωπικού που δεν τις παρείχαν απάντησε ξανά ότι οι Ενάγοντες χρέωναν μόνο τα άτομα που προσκόμιζαν στους Εναγόμενους και τιμολογούσαν πραγματικό αριθμό ατόμων που δικαιούνται βάσει συμφωνίας. Στην υποβολή ότι οι Ενάγοντες ζητούσαν να πληρωθούν και πληρώθηκαν για υπηρεσίες που δεν τους ζητήθηκαν αρνήθηκε και ζήτησε να του υποδειχθεί μια υπηρεσία. Σε ό,τι αφορά τα ΤΕΚΜΗΡΙΑ 9 και 10 που αφορούν καταστάσεις λογαριασμού εξήγησε ότι τα τιμολόγια που αναφέρονται σε αυτά βρίσκονται στους λογιστές των Εναγόντων και δεν τα έχει προσκομίσει γιατί οι Εναγόμενοι τα έχουν αποδεχθεί και βάσει αυτής της αποδοχής δόθηκε στους Ενάγοντες ένα ποσό και έμεινε ένα υπόλοιπο που έχουν αποδεχτεί. Σε άλλο σημείο ανέφερε ότι θέλει να πιστεύει ότι οι Εναγόμενοι έχουν ελέγξει, εγκρίνει και υπογράψει και στη συνέχεια τους πλήρωσαν ένα μέρος και υπολείπεται κάποιο άλλο. Σε άλλο σημείο ανέφερε ότι οι Εναγόμενοι ακόμα και τώρα αποδέχονται να πληρώσουν αυτό που έμεινε ως υπόλοιπο. Σε άλλη ερώτηση που αφορούσε τη Συμφωνία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) διευκρίνισε ότι τα blue bags και τα standard units τα αγόραζαν οι Ενάγοντες και τα τροφοδοτούσαν στους Εναγόμενους. Συγκεκριμένα προσωπικό των Εναγόντων που δεν είχε σχέση με την άλλη συμφωνία τα ετοίμαζε για να μπούν και να λειτουργήσει η πτήση. Η ετοιμασία αυτή γινόταν στο χώρο των Εναγόντων. Η ευθύνη των Εναγόντων ήταν να έχουν την πτήση έτοιμη και να ελεχθεί από τους υπαλλήλους των Εναγομένων. Σε άλλο σημείο και σε ερώτηση που αφορούσε το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 5 διευκρίνισε ότι τιμολόγια εκδίδονταν από τους Ενάγοντες κάθε 15 ημέρες και οι Ενάγοντες πληρώνονταν χωρίς καθυστέρηση. Μαρτυρία ΜΕ2 Η Μ.Ε.2 εργαζόταν στην Ενάγουσα το 2005. Ξεκίνησε να εργάζεται αρχές του 2005. Προηγουμένως εργαζόταν στην Εναγόμενη ως εποχιακή υπάλληλος. Η Ενάγουσα είχε συνάψει συμφωνία με την Εναγόμενη για να παρέχει υπηρεσίες που αφορούσαν την παροχή αεροστεγών προϊόντων (dry store) και standard units π.χ. νεσκαφέ, ζάχαρη, γάλα, για κάθε αεροπορική πτήση. Στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 καταγράφονται τα blue bags και standard units που η Μ.Ε.2 ετοίμαζε για κάθε πτήση. Η διαδικασία ήταν ως εξής: Τα blue bags και standard units έρχονταν στο Κίτι όπου η Ενάγουσα ενοικίαζε υποστατικό δηλαδή τα λερωμένα και χρησιμοποιημένα αντικείμενα, τα άδειαζε και τα καθάριζε και έβαλε καινούργια βάση του καταλόγου που είχε και μετά αυτά παραδίδονταν στον οδηγό για να πάρει στην Εναγόμενη. Τόσο τα blue bags όσο και τα standard units σφραγίζονταν με ειδική σφραγίδα με νούμερο που γραφόταν στη λίστα. Τα αναλώσιμα τα προμηθεύετο η Ενάγουσα από προμηθευτές της που τα έφερναν στο Κίτι και η Μ.Ε.2 τα παραλάμβανε εκεί. Η Μ.Ε.2 πάντα εργαζόταν στο υποστατικό της Ενάγουσας στο Κίτι. Η Μ.Ε.2 ήταν υπεύθυνη για την ετοιμασία των blue bags και standard units. Συχνά είχε βοηθούς γιατί δεν μπορούσε μόνη της. Ο όγκος δουλειάς της εξαρτάτο από τον αριθμό πτήσεων. Στη διαδικασία αυτή η Εναγόμενη δεν είχε εμπλοκή. Ο μισθός της ήταν ΛΚ250 μηνιαίως. Εργάστηκε στην Ενάγουσα μέχρι το Φεβρουάριο του 2006. Σε κάποια φάση τους είχαν πει ότι είχε σταματήσει η συνεργασία με την Εναγόμενη και είχε μειωθεί η δουλειά οπόταν τερματίστηκε η εργασία της και η Μ.Ε.2 εργοδοτήθηκε ξανά στην Εναγόμενη κάνοντας την ίδια εργασία. Η διεκπεραίωση της εργασίας της γινόταν στο κτίριο της Εναγόμενης. Εργάστηκε στην Εναγόμενη μέχρι το 2006/2007. Αρχές του 2006 που εργοδοτήθηκε από την Εναγόμενη μέχρι τον τερματισμό της εργασίας τα οι υπηρεσίες που παρείχε σε σχέση με blue bags και standard units αφορούσαν μόνο πτήσεις της ΗΛΙΟΣ. Η Εναγόμενη είχε μια - δύο άλλες αεροπορικές εταιρείες αλλά η Μ.Ε.2 ασχολείτο μόνο με τις πτήσεις της ΗΛΙΟΣ. Κατά τη διάρκεια της εργοδότησης της από την Ενάγουσα δεν είχε ποτέ παράπονο για την εργασία της ούτε υπήρξε οποιοδήποτε περιστατικό ή παράπονο για τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Ούτε και μετά, όταν εργοδοτήθηκε από την Εναγόμενη, είχε οποιαδήποτε πληροφόρηση εντός της Εναγόμενης για την προσφορά υπηρεσιών και το επίπεδο τους προηγούμενους όταν εργαζόταν στην Ενάγουσα. Αντεξεταζόμενη η ΜΕ2 ανέφερε ότι εργαζόταν στους Ενάγοντες αρχές του 2005. Ο χώρος εργασίας της ήταν σε υποστατικό στο Κίτι που ενοικίαζαν οι Ενάγοντες. Για τη δουλειά της είχε και βοηθούς γιατί δεν μπορούσε να την κάνει μόνη της. Εργαζόταν 5 ημέρες εβδομαδιαίως με ωράριο από το πρωί μέχρι 4-5μμ. Ετοίμαζε τις πτήσεις για την επόμενη μέρα. Αρνήθηκε την υποβολή ότι τη δουλειά της την έκαμνε μαζί με τον Μιχάλη Χ''Γεωργίου. Όταν σταμάτησε από τους Ενάγοντες συνέχισε την ίδια δουλειά στα υποστατικά των Εναγομένων στη Δρομολαξιά. Επανέλαβε ότι όσον καιρό εργαζόταν στους Ενάγοντες εργαζόταν στο Κίτι και δεν εργάζετο μαζί της υπάλληλος των Εναγομένων. Οι βοηθοί που είχε ήταν ξένοι υπαλλήλοι των Εναγόντων. Σε άλλη ερώτηση είπε ότι σταμάτησε να εργάζεται από τους Ενάγοντες γιατί αυτοί τερμάτισαν τη συμφωνία με τους Εναγόμενους. Όσον αφορά τη διαδικασία που ακολουθείτο εξήγησε ότι καθάριζαν τα λερωμένα που έρχονταν πίσω από τις διάφορες πτήσεις. Έπρεπε συγκεκριμένα να τα αδειάσουν και μετά να τα ετοιμάσουν από την αρχή. Ο οδηγός τους έφερνε τα blue bags και τα standard units. Μαρτυρία ΜΕ3 Η Μ.Ε.3 εργάζεται σε ελεγκτικό γραφείο ως λογίστρια και ταυτόχρονα είναι υπεύθυνη για τη διατήρηση των βιβλίων διαφόρων εταιρειών των οποίων ο λογιστικός έλεγχος λαμβάνει χώρα από το γραφείο τους. Μεταξύ αυτών των εταιρειών είναι και η Ενάγουσα. Κατά το έτος 2005 δεν εργαζόταν στο ελεγκτικό γραφείο που ανέφερε και τα βιβλία της Ενάγουσας ήταν υπό τον έλεγχο άλλου ατόμου που σήμερα δεν εργοδοτείται από το γραφείο τους. Προσωπικά ανέλαβε τα λογιστικά γραφεία της Ενάγουσας το χρόνο που ξεκίνησε την εργοδότηση της στο ελεγκτικό γραφείο από Δεκέμβριο του 2007. Πρόσφατα και, κατόπιν εντολής των προϊσταμένων της, ανέλαβε, να ανατρέξει στα λογιστικά βιβλία της Ενάγουσας για το έτος 2005 με σκοπό να διεκπεραιώσει συγκεκριμένη εργασία. Παρέλαβε τις δύο επίδικες Συμφωνίες ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 και ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 αντίστοιχα. Σε σχέση με το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 θα έπρεπε να εντοπίσει διάφορα τιμολόγια αγοράς και/ή έγγραφα έτσι ώστε να καταλήξει σε συμπεράσματα αναφορικά με το κόστος αγοράς των προϊόντων που αναγράφονται στη δεύτερη σελίδα του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 4. Ανατρέχοντας στα σχετικά box files που αφορούσαν το έτος 2005 κατάφερε να εντοπίσει διάφορα τιμολόγια που αφορούν αγορές των προϊόντων που αφορούν τα προϊόντα που αναφέρονται στη σελίδα 2 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 4 και κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16 δέσμη αντιγράφων των εν λόγω τιμολογίων. Τα τελικά συμπεράσματα της Μ.Ε.3 παρουσιάζονται σε σχετική κατάσταση που ετοίμασε (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 17) η οποία χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο έχει τίτλο BLUE BAG και το δεύτερο STANDARD UNITS. Στην πέμπτη στήλη των καταστάσεων αυτών κάτω από τη λέξη «προϊόν» περιγράφει εξαντλητικά τα προϊόντα που καταγράφονται στην δεύτερη σελίδα του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 4. Από την κατάσταση που ετοίμασε η Μ.Ε.3 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 17) προκύπτει ότι: · Το συνολικό κόστος των προϊόντων που περιγράφονται στη σελίδα 2 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 4 κάτω από τον τίτλο BLUE BAG ανέρχεται σε ποσό ΛΚ8,978. · Ενώ το κόστος των προϊόντων κάτω από τον τίτλο STANDARD UNITS ανέρχεται στο ποσό των ΛΚ21,166. · Το συνολικό κόστος όλων των προϊόντων της σελίδας 2 του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 4 ανέρχεται στο ποσό των ΛΚ30,141. Επίσης, από τη Μ.Ε.3 ζητήθηκε να εντοπίσει όλα τα τιμολόγια που εκδόθηκαν από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη για την περίοδο από 27.1.2005 μέχρι 2.1.2006 και αφορούν την παροχή υπηρεσιών που σχετίζονται με το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4. Κατέθεσε δε, ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 19 σχετική δέσμη η οποία συμπεριλαμβάνει όλα τα τιμολόγια. Το κάθε τιμολόγιο που περιλαμβάνεται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 19 αποτελείται από το αντίγραφο του εκδοθέντος τιμολόγιου και συνοδεύεται από κατάσταση η οποία περιγράφει τις πτήσεις για τις οποίες παρασχέθηκε η τιμολογηθείσα υπηρεσία με αναφορά στην ημερομηνία της πτήσης και τον αριθμό της. Η Μ.Ε.3 κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 20Α και ΤΕΚΜΗΡΙΟ 20Β αντίγραφα δύο επιταγών που εκδόθηκαν από την Εναγόμενη προς την Ενάγουσα στις 24.2.2006. Οι εν λόγω επιταγές συνολικού ποσού ΛΚ21.148,40 εκδόθηκαν έναντι των χρεωστικών υπολοίπων που παρουσιάζονται στις καταστάσεις λογαριασμών ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9 και ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10. Σε σχέση με τη Συμφωνία ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 πήρε οδηγίες να ανατρέξει στα box files του 2005 και να εντοπίσει στοιχεία τα οποία αφορούν την τιμολόγηση της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη ως, επίσης, να υπολογίσει το μισθοδοτικό κόστος που η Ενάγουσα είχε ανά υπάλληλο για σκοπούς παροχής της υπηρεσίας που περιγράφεται στην εν λόγω Συμφωνία. Αναφορικά με το κόστος της Ενάγουσας για κάθε υπάλληλο που προσφερόταν στην Εναγόμενη στα πλαίσια της Συμφωνίας ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 πήρε οδηγίες να υπολογίσει το κόστος ανά ημέρα εργασίας. Σύμφωνα με τη σχετική κατάσταση που υποβλήθηκε στο Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων για το μήνα Ιούλιο 2005 φαίνεται ότι ο μισθός του κάθε υπαλλήλου ήταν ΛΚ25 μηνιαίως. Εξόσον είχε πληροφορηθεί η Μ.Ε.3 από το Μ.Ε.1 ο κάθε υπάλληλος που εργοδοτείτο για τους σκοπούς της Συμφωνίας ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 εργαζόταν 24 μέρες το μήνα με αποτέλεσμα η ημερήσια μισθοδοσία του να ανέρχεται στο ποσό των ΛΚ10,41. Επιπλέον, το ημερήσιο κόστος στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων για κάθε υπάλληλο ήταν ΛΚ2,56. Στον αριθμό αυτό κατέληξε διαιρώντας την συνολική εισφορά στο Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων δια του αριθμού των υπαλλήλων και διαιρώντας περαιτέρω διά 24 που ήταν οι εργάσιμες μέρες του κάθε υπαλλήλου. Ως εκ των πιο πάνω, το συνολικό ημερήσιο μισθοδοτικό κόστος του κάθε υπαλλήλου στα πλαίσια της Συμφωνίας ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 ήταν ΛΚ12,97. Κατέθεσε, επίσης, ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 22 σχετική δέσμη η οποία περιλαμβάνει όλα τα τιμολόγια τα οποία εκδόθηκαν από την Ενάγουσα προς την Εναγόμενη για την περίοδο από 1.1.2005 μέχρι 2.1.2006 και αφορούν την παροχή υπηρεσιών της Συμφωνίας ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3. Μαρτυρία ΜΕ4 Ο Μ.Ε.4 είναι Ανώτερος Λειτουργός Αεροπορικών Πτήσεων στο Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας στο οποίο εργάζεται από 15.2.1974. Το Τμήμα τους είναι αρμόδιο και υπεύθυνο για τη διατήρηση όλων των στοιχείων που αφορούν τις εισερχόμενες και εξερχόμενες αεροπορικές πτήσεις που λάμβαναν χώρα από και προς την Κυπριακή Δημοκρατία κατά την περίοδο 26.12.2005 - 30.11.2006. Έχει παραλάβει αντίγραφο του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 15. Έχει ελέγξει τα στοιχεία που περιγράφονται σ' αυτό και τα έχει επιβεβαιώσει με τα αντίστοιχα στοιχεία που διατηρούνται στα αρχεία της υπηρεσίας του και μπορεί να αναφέρει με απόλυτη βεβαιότητα ότι το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15 περιγράφει όλες τις πτήσεις που τέλεσε η Helios Airways, η οποία στη συνέχεια μετονομάστηκε σε A JET, για την περίοδο από 26.12.2005 μέχρι το κλείσιμο της. Έχουν επισημανθεί μόνο μερικές διαφορές στις ώρες και ημερομηνίες προσγείωσης/απογείωσης. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ4 και ερωτηθείς κατά πόσο είχε μαζί του το αρχείο στο οποίο αναφέρθηκε απάντησε καταφατικά. Σε άλλη ερώτηση ανέφερε ότι έχει ελέγξει τις πτήσεις που περιλαμβάνονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15 και συμπεριλαμβάνονται στο αρχείο που έχει μπροστά του το οποίο κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 24. Αρνήθηκε την υποβολή ότι το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15 δεν ανταποκρίνεται με το αρχείο που ανέφερε ο μάρτυρας και πρόσθεσε ότι οι πτήσεις είναι καταχωρημένες στο αρχείο με τον ίδιο αριθμό και στις ίδιες ημερομηνίες. Ερωτηθείς πόσες πτήσεις είχαν γίνει συνολικά την επίδικη περίοδο απάντησε ότι δεν θυμόταν ακριβώς. Σ' άλλη ερώτηση κατά πόσο μετά το δυστύχημα της ΗΛΙΟΣ είχαν ακυρωθεί πτήσεις απάντησε ότι φυσιολογικά πρέπει να ακυρώθηκαν. Πρόσθεσε ότι αυτό μπορεί να φανεί από το αρχείο όπου είναι καταχωρημένες οι πτήσεις που πραγματοποιήθηκαν. Απ' εκεί γίνονται οι χρεώσεις αεροσκαφών και επιβατών. Στην επανεξέταση διευκρίνισε ότι το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 24 αποτελεί μέρος των πτήσεων. Δεν περιλαμβάνονται οι πτήσεις της Πάφου γιατί είναι μόνο για τη Λάρνακα. Ενώ οι πτήσεις της A JET που είναι με διαφορετικό κωδικό είναι σε άλλες σελίδες. Στην ερώτηση κατά πόσο έχει ελέγξει το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15 μαζί με το αρχείο στο ηλεκτρονικό σύστημα απάντησε καταφατικά προσθέτοντας ότι υπάρχει μεταξύ των δύο απόλυτη αντιστοιχία στις πτήσεις. ΕΚΔΟΧΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Μαρτυρία ΜΥ1 Η ΜΥ1 προσελήφθη στην CLP CATERING LTD τον Απρίλιο του 2005 και μέχρι το 2006 εργαζόταν ως λογίστρια. Από τον Οκτώβριο του 2006 και μέχρι τις 2.12.09 εργαζόταν στην CLP CATERING LTD ως διευθύντρια μονάδας. Στις 3.12.09 η Εναγόμενη εταιρεία άλλαξε το όνομα της σε Newrest Catering Ltd οπόταν η ΜΥ1 συνέχισε να εργάζεται ως διευθύντρια μονάδας στην εταιρεία αυτή. Η εταιρεία αυτή, μεταξύ άλλων, παρέχει υπηρεσίες και προϊόντα σε αεροπορικές εταιρείες. Στα πλαίσια των εμπορικών της δραστηριοτήτων η CLP CATERING LTD σύναψε δύο συμφωνίες, η μια ημερ. 1.1.05 και η άλλη 27.1.05 με τους Ενάγοντες δια των οποίων οι Ενάγοντες θα παρείχαν υπεργολαβικά στην CLP CATERING LTD διάφορες υπηρεσίες. Η πρώτη συμφωνία ημερ. 1.1.05 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) ήταν διάρκειας τριών ετών από 1.1.05 μέχρι 31.12.07. Η Συμφωνία προνοούσε, μεταξύ άλλων, ότι οι Ενάγοντες θα παρείχαν τουλάχιστον 8 άτομα την ημέρα για σκοπούς καθαρισμού και άλλων σχετικών εργασιών, η δε CLP CATERING LTD θα κατέβαλλε το ποσό των ΛΚ18,50 ανά άτομο, ανά ημέρα. Οι Ενάγοντες για τις υπηρεσίες τους για τη συμφωνία ημερ. 1.1.05 εξέδιδαν σχετικά τιμολόγια (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 22) και η CLP CATERING LTD με τη σειρά της κατέβαλλε τα αντίστοιχα ποσά στους Ενάγοντες. Συγκεκριμένα έχουν εκδοθεί τιμολόγια για τη χρονική περίοδο 15.1.05 μέχρι 31.12.05. Τα εν λόγω τιμολόγια δεν παρείχαν καθαρή απόδειξη για τον αριθμό των υπηρεσιών που ζητούσαν οι Ενάγοντες να πληρωθούν ενώ χρέωναν και επιπλέον υπηρεσίες χωρίς την εντολή της CLP CATERING LTD αλλά και χωρίς να εξηγούν στα τιμολόγια για ποιο λόγο, πότε και που τις παρείχαν με αποτέλεσμα η CLP CATERING LTD να πληρώνει υπηρεσίες χωρίς να ξέρει αν αυτές πράγματι τις παρέχονταν όπως επίσης πλήρωνε και για επιπλέον υπηρεσίες που δεν έδωσε εντολή ή έγκριση να της παρασχεθούν. Με λίγα λόγια οι Ενάγοντες δεν παρείχαν στην CLP CATERING LTD οποιοδήποτε στοιχείο για τις υπηρεσίες που παραχωρούσαν ως δικαιολογητικό χρέωσης των υπηρεσιών αυτών στα τιμολόγια που εξέδιδαν. Το πιο πάνω γεγονός δεν ικανοποιούσε τη CLP CATERING LTD και έγιναν συναντήσεις από μέρους της εταιρείας μέσω του διευθυντή της Francis Uthourrisk ο οποίος είχε αναλάβει τη διεύθυνση της από τον Οκτώβριο του 2005 μέχρι αρχές του 2006 οπόταν τη διεύθυνση ανέλαβε ο κ. Κ. Λοΐζου. Ο κ. Francis Uthourrisk επανειλημμένα ζήτησε από τους Ενάγοντες να παρέχουν στη CLP CATERING LTD καθαρές αποδείξεις τόσο για τις παρεχόμενες υπηρεσίες όσο και για τις επιπλέον που χρέωναν κάτι που οι Ενάγοντες ουδέποτε έπραξαν. Λόγω της πιο πάνω συμπεριφοράς των Εναγόντων είχαν δημιουργηθεί υποψίες για τον αριθμό του προσωπικού που παρείχαν οι Ενάγοντες για τη συμφωνία ημερ. 1.1.05 και για το θέμα αυτό ρωτήθηκαν υπαλλήλοι της CLP CATERING LTD που δούλευαν στις εγκαταστάσεις της εταιρείας και έβλεπαν καθημερινά τους υπαλλήλους των Εναγόντων που εργάζονταν για την εν λόγω συμφωνία. Τα άτομα αυτά ανέφεραν ότι το προσωπικό των Εναγόντων που διεκπεραίωνε τις υπηρεσίες της συμφωνίας ημερ. 1.1.05 σε καμία περίπτωση ήταν 8 άτομα αλλά 4 με 5 αλλοδαποί εργάτες οι οποίοι τις περισσότερες φορές δεν δούλευαν όλοι μαζί. Η ΜΥ1 ανέλαβε να ελέγξει τις καταστάσεις λογαριασμών και τα τιμολόγια για να δει κατά πόσο γίνονταν υπερχρεώσεις και οποιαδήποτε άλλη ατασθαλία εκ μέρους των Εναγόντων σε σχέση με τις επίδικες συμφωνίες. Κατά τον έλεγχο της διαπίστωσε ότι το προσωπικό που διέθεταν οι Ενάγοντες δεν έφτανε και δεν μπορούσε να καλύψει τις υπηρεσίες που ισχυρίζονται ότι τους παρείχαν και για τις οποίες πληρώνονταν με την έκδοση τιμολογίων. Περαιτέρω διαπίστωσε ότι οι Ενάγοντες δεν τους παρείχαν τα συμφωνηθέντα άτομα αφού εκ των πραγμάτων δεν τα είχαν. Επίσης διαπίστωσε ότι οι Ενάγοντες εξακολουθούσαν να μην συμμορφώνονται στις υποδείξεις της CLP CATERING LTD, δηλαδή να παρέχουν καθαρές αποδείξεις για τις παρεχόμενες υπηρεσίες αλλά και για τις επιπλέον υπηρεσίες που χρέωναν χωρίς εντολή της CLP CATERING LTD. Στη συνέχεια και μετά που η CLP CATERING LTD είχε συνεννόηση με τους νομικούς τις συμβούλους αποφάσισε όπως αποδεχθεί και πληρώσει τα υπόλοιπα που αναφέρονταν στις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμών και γι' αυτό η ΜΥ1 υπέγραψε τις αναφερόμενες καταστάσεις. Η ΜΥ1 εξήγησε ότι είναι πολιτική των Εναγομένων να μην προχωρούν σε νομικές διαμάχες σε τέτοιου είδους υποθέσεις οι οποίες αφορούν τέτοιου ύψους ποσά και στις οποίες ενδέχεται τα έξοδα και ο χρόνος που θα δαπανηθεί να είναι τελικά ασύμφορος προς τους Εναγόμενους. Η παρούσα περίπτωση κρίθηκε ότι ενέπιπτε σε αυτή την πολιτική. Έτσι στην προκειμένη περίπτωση παρά η CLP CATERING LTD να προχωρήσει δικαστικώς αποφάσισε να αποδεχτεί τις καταστάσεις λογαριασμών, οι οποίες σε καμία περίπτωση δεν αντικατόπτριζαν τις υπηρεσίες που τους είχαν παρασχεθεί, και να τερματίσουν τις συμφωνίες τελειώνοντας, έτσι, κάθε συνεργασία με τους Ενάγοντες. Οι δύο συμφωνίες τερματίστηκαν με την αποστολή επιστολής τερματισμού ημερ. 20.12.05 με την οποία τερματιζόταν η μεταξύ των διαδίκων συνεργασία από τις 2.1.06. Η CLP CATERING LTD προχώρησε στην καταβολή μέρους του ποσού των καταστάσεων λογαριασμών, ήτοι ΛΚ31.375,20 παραμένοντας ένα χρεωστικό υπόλοιπο ύψους ΛΚ9.184 το οποίο είναι παραδεχτό εκ μέρους της CLP CATERING LTD.[1] Η αποδοχή και πληρωμή έγινε για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω και χωρίς αποδοχή της αντισυμβατική συμπεριφοράς των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες μετά τον τερματισμό της συνεργασίας απέστειλαν στην CLP CATERING LTD επιστολή (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14) με επισυνημμένη κατάσταση των υπηρεσιών που παρείχαν μέχρι τον τερματισμό της Συμφωνίας ημερ. 1.1.05 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) στην οποία τους ζητούσαν, με βάση δικούς τους υπολογισμούς τους οποίους οι Εναγόμενοι δεν αποδέχθηκαν και απορρίπτουν, για απώλεια κέρδους ύψους ΛΚ40.994,40. Αναφερόμενη σ' ένα παράδειγμα για το μήνα Ιούνιο του 2005 είπε ότι για να μπορούσαν οι Ενάγοντες να παρέχουν 420 υπηρεσίες σε 24 μέρες, όπως ισχυρίζονται, θα έπρεπε να είχαν πάνω από 17 άτομα προσωπικό. Επίσης τα τιμολόγια που εξέδωσαν για τη χρονική περίοδο που αναφέρει η κατάσταση δεν ταυτίζονται με τον αριθμό υπηρεσιών που λένε ότι παρείχαν σύμφωνα με την κατάσταση ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14. Δηλαδή, χρέωσαν στα τιμολόγια περισσότερες υπηρεσίες απ' όσες γράφει η κατάσταση υπηρεσιών που οι ίδιοι έδωσαν στους Εναγόμενους. Στη συνέχεια η ΜΥ1 προέβη σ' ένα υπολογισμό των υπηρεσιών που χρέωσαν οι Ενάγοντες προσθέτοντας το συνολικό ποσό για κάθε μήνα και διαιρώντας το στη συνέχεια με το ποσό ΛΚ18,50 που ήταν η χρέωση για κάθε υπηρεσία, με βάση τη Συμφωνία, για να καταλήξει ότι προκύπτει μια υπερχρέωση της τάξης του ποσού ΛΚ3089. Όσον αφορά τη Συμφωνία ημερ. 1.1.05 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) η ΜΥ1 επεσήμανε ότι το κόστος και το κέρδος για κάθε υπάλληλο που οι Ενάγοντες ισχυρίζονται στην αγωγή τους δεν ταυτίζονται με το κόστος και το κέρδος που ισχυρίσθηκε η ΜΕ3, λογιστής των Εναγόντων, ούτε με τα ποσά και το κέρδος που ισχυρίσθηκε ο ΜΕ1. Πέραν τούτου και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, η ΜΥ1 ανέφερε ότι εφόσον η CLP CATERING LTD νόμιμα τερμάτισε τη Συμφωνία ημερ. 1.1.05 και τη συνεργασία της με τους Ενάγοντες οι τελευταίοι δεν δικαιούνται κανένα ποσό ως απώλεια κέρδους. Όσον αφορά τη Συμφωνία ημερ. 27.1.05 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) η ΜΥ1, ανέφερε ότι είχε διάρκεια 2 ετών από 1.2.05 μέχρι 31.1.07 και με βάση αυτή τη Συμφωνία οι Ενάγοντες θα τους παρείχαν υπηρεσίες όσον αφορά τις πτήσεις της ΗΛΙΟΣ οι οποίες αφορούσαν την ετοιμασία προϊόντων που θα έμπαιναν στο αεροπλάνο για κάθε πτήση. Όσον αφορά τον τρόπο υπολογισμού της ισχυριζόμενης από τους Ενάγοντες απώλειας κερδών σε σχέση με τη Συμφωνία αυτή, τα ποσά και το κόστος που αξιώνονται στην αγωγή δεν ταυτίζονται με τα ποσά και το κόστος που ισχυρίζεται ο ΜΕ1 και η ΜΕ3. Η ΜΥ1 τόνισε ότι, ενώ στην αγωγή αναφέρεται ως συνολικό κόστος των προϊόντων της Συμφωνίας ημερ. 27.1.05 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) σε ποσό ΛΚ29,45 με το οποίο συμφωνεί ο ΜΕ1 στη μαρτυρία του, η ΜΕ3 ανέφερε ότι το συνολικό κόστος ήταν ΛΚ30,14, ενώ στην επιστολή των Εναγόντων ημερ. 7.12.05 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 28) που απέστειλαν προς τους Εναγόμενους κοστολογούν τα εν λόγω προϊόντα σε ποσό ΛΚ51,83 πλέον λειτουργικά έξοδα ΛΚ14, δηλαδή, συνολικό κόστος ΛΚ65,83. Προσπάθησαν, δηλαδή, να δείξουν οι Ενάγοντες όσο το δυνατό λιγότερο κόστος έτσι ώστε να αυξηθεί το κέρδος το οποίο ισχυρίζονται ότι απώλεσαν. Πέραν τούτου και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, η ΜΥ1 ανέφερε ότι εφόσον η CLP CATERING LTD νόμιμα τερμάτισε τη Συμφωνία ημερ. 27.1.05 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) και τη συνεργασία της με τους Ενάγοντες, οι τελευταίοι δεν δικαιούνται κανένα ποσό ως απώλεια κέρδους. Μετά το τραγικό δυστύχημα της ΗΛΙΟΣ στις 14.8.05 οι Ενάγοντες χρέωσαν τους Εναγόμενους πτήσεις οι οποίες δεν έγιναν από την ΗΛΙΟΣ λόγω του φόβου του δυστυχήματος αλλά ναυλώθηκαν πτήσεις από άλλες αεροπορικές εταιρείες οι οποίες χρησιμοποίησαν δικά τους εμπορεύματα, εξοπλισμό και υπηρεσίες. Η ΜΥ1 κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 29 σχετικές καταστάσεις του προγράμματος πτήσεων που αφορούσαν τις πτήσεις που έγιναν από 14 μέχρι 24 Αυγούστου 2005. Ο κύκλος εργασιών της CLP CATERING LTD μετά το τραγικό δυστύχημα της ΗΛΙΟΣ τον Αύγουστο του 2005 μειώθηκε. Επομένως, η CLP CATERING LTD μετά τον τερματισμό των επίδικων Συμφωνιών μπορούσε η ίδια να τροφοδοτεί και να παρέχει υπηρεσίες χρησιμοποιώντας δικό της προσωπικό στην ΗΛΙΟΣ και, μετέπειτα, την A JET AVIATION και δεν συνήψε άλλες συμφωνίες με άλλη εταιρεία. Η συνεργασία της CLP CATERING LTD με την ΗΛΙΟΣ και μετέπειτα με την A JET AVIATION διήρκησε μέχρι τον Νοέμβριο του 2006 όπου σταμάτησε οριστικά τη λειτουργία της. Κατέθεσε δε η ΜΥ1 ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 30 σχετικές καταστάσεις που δείχνουν τη μείωση του κύκλου εργασιών όσον αφορά τις πτήσεις και ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 31 τη γενική μείωση του κύκλου εργασιών όσον αφορά τα εισοδήματα της CLP CATERING LTD. Περαιτέρω στην A JET AVIATION οι υπηρεσίες που παρέχονταν ήταν "Buy on Board Services", δηλαδή, την ετοιμασία τρόλεϊ για πώληση διαφόρων ειδών κατά τη διάρκεια της πτήσης και επιπλέον δεν παρείχαν οι Ενάγοντες σ' όλες τις πτήσεις της A JET AVIATION φαγητό και τα προϊόντα που αναφέρονται στη σελίδα 2 της Συμφωνίας ημερ. 27.1.05, ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4. Επομένως, οι ανάγκες και για προσωπικό είχαν μειωθεί. Μετά τον τερματισμό της συνεργασίας η CLP CATERING LTD ζήτησε από τους Ενάγοντες να της επιστραφούν 6000 trolley rubbish bags αξίας ΛΚ1042. Οι Ενάγοντες με επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 11.1.06, ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11 και με e-mail που απέστειλαν στους Εναγόμενους στις 2.1.06, ΤΕΚΜΗΡΙΟ 32 παραδέχονται ότι κατακρατούσαν δικά τους εμπορεύματα και ότι προτίθεντο να τους τα επιστρέψουν, πράγμα που ουδέποτε έκαναν. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι μέσα στα καθήκοντα της ήταν να ελέγχει καταστάσεις λογαριασμών πιστωτών και γενικά τις πωλήσεις της εταιρείας, έπαιρνε τις καταστάσεις των προμηθευτών και τις έλεγχε με τα βιβλία της εταιρείας. Προτού αναλάβει ως λογίστρια τον Απρίλιο του 2005 απ' ό,τι ξέρει οι Εναγόμενοι είχαν εξωτερικούς λογιστές. Ερωτηθείσα κατά πόσο δεν ελέγχονταν προηγουμένως οι καταστάσεις λογαριασμού απάντησε αρνητικά. Πρόσθεσε ότι δύο χρόνια πριν αναλάβει υπήρχε στο λογιστήριο μια ακαταστασία. Η ΜΥ1 δεν γνώριζε για τις επίδικες Συμφωνίες που έγιναν τον Ιανουάριο του 2005 παρά μόνο όταν ανέλαβε ως διευθυντής και ήλθε η υπόθεση στα χέρια της. Ενόσω βρισκόταν στο λογιστήριο δεν είχε ιδέα για τις Συμφωνίες. Προϊστάμενος της ήταν ο Λούης Λοΐζου και αργότερα ο Κώστας Λοΐζου, για ένα δε χρονικό διάστημα δύο μηνών ο Francis Uthourrisk. H ίδια εργαζόταν στο γραφείο μαζί με τη Γιάννα Λούκα. Ερωτηθείσα κατά πόσο για την περίοδο Ιανουαρίου - Απριλίου του 2005 υπήρχαν τιμολόγια που εκδόθηκαν με βάση τις επίδικες Συμφωνίες και τα οποία είχαν πληρωθεί απάντησε καταφατικά. Ερωτηθείσα κατά πόσο είχε εντοπίσει τον Απρίλιο του 2005 στα τιμολόγια και καταστάσεις λογαριασμού αν υπάρχει πρόβλημα με τους Ενάγοντες απάντησε αρνητικά. Ερωτηθείσα να αναφερθεί στη διαδικασία διεκπεραίωσης μετά την παραλαβή των τιμολογίων των Εναγόντων ανέφερε ότι τα τιμολόγια των Εναγόντων τα έπαιρνε ο διευθυντής των Εναγομένων και εξέδιδε επιταγές η Γιάννα Λουκά. Μετά τον Απρίλιο του 2005 συνέχισε να εκδίδει επιταγές η Γιάννα Λουκά και, επίσης, και η ίδια η ΜΥ1 ανάλογα με το φόρτο εργασίας. Δηλαδή τα τιμολόγια παραλαμβάνονταν από το διευθυντή ο οποίος τα έδινε στο λογιστήριο και το λογιστήριο εξέδιδε τις επιταγές. Ερωτηθείσα να εξηγήσει την αναφορά της στην παράγραφο 5 της γραπτής δήλωσης της ότι η Συμφωνία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) προνοούσε ότι οι Ενάγοντες θα παρείχαν τουλάχιστον 8 άτομα την ημέρα για σκοπούς καθαρισμού απάντησε ότι αυτό προκύπτει από την επίδικη συμφωνία όπως τουλάχιστον η ίδια την ερμηνεύει και διαφώνησε με την υποβολή ότι αυτό που αναφέρεται στη δήλωση της είναι αυθαίρετο. Ερωτηθείσα κατά πόσο ο διευθυντής των Εναγομένων έτυχε να της πει σε σχέση με τα τιμολόγια που είχαν εκδώσει οι Ενάγοντες ότι υπάρχει πρόβλημα είτε λόγω υπερχρέωσης είτε λόγω έλλειψης διευκρινίσεων απάντησε αρνητικά. Πρόσθεσε ότι περαιτέρω έλεγχοι έγιναν όταν ανέλαβε ο Francis Uthourrisk. Ερωτηθείσα κατά πόσο κατά την περίοδο από τον Απρίλιο μέχρι Οκτώβριο του 2005 είχε εγερθεί οποιοδήποτε θέμα όταν έρχονταν στο λογιστήριο τα τιμολόγια των Εναγόντων απάντησε ότι η ίδια δεν έβλεπε τιμολόγια αλλά καταστάσεις λογαριασμού και ότι τα τιμολόγια πήγαιναν στη Γιάννα Λουκά η οποία τα περνούσε στο σύστημα και πλήρωνε είτε η ίδια, είτε η Γιάννα, ανάλογα με το φόρτο εργασίας. Ερωτηθείσα κατά πόσο είχε την ευχέρεια να ελέγξει αν ήταν ορθά ή είχαν υπερχρεώσεις, απάντησε αρνητικά προσθέτοντας ότι όταν ήλθε ο Francis Uthourrisk έγινε ο έλεγχος. Ερωτηθείσα κατά πόσο αυτή τη χρονική περίοδο ο διευθυντής ή η Γιάννα είχαν εγείρει θέμα για τα τιμολόγια απάντησε ότι δεν γνώριζε. Ερωτηθείσα να εξηγήσει τι εννοεί με την αναφορά της στις παραγράφους 8 και 9 της κατάθεσης της, ΕΓΓΡΑΦΟ 4, "υπηρεσίες" απάντησε ότι κάθε υπηρεσία ισοδυναμούσε με ένα άτομο ανά ημέρα και συγκεκριμένα για οκτώ ωρών εργασία. Ερωτηθείσα σε σχέση με την παράγραφο 10 της γραπτής της κατάθεσης (ΕΓΓΡΑΦΟ 4) διευκρίνισε ότι δεν ήταν παρούσα στις συναντήσεις που έγιναν μεταξύ ΜΕ1 από πλευράς Εναγόντων και των κ.κ. Francis Uthourrisk, Chicon και Κώστα Λοΐζου εκ μέρους των Εναγομένων. Δεν υπάρχουν πρακτικά αυτών των συναντήσεων. Ο Francis Uthourrisk ήρθε στην Κύπρο τον Οκτώβριου του 2005 και έμεινε δύο μήνες την περίοδο που είχε δώσει παραίτηση ο διευθυντής Λούης Λοΐζου. Συγκεκριμένα ως διευθυντής τότε ανέλαβε ο Κώστας Λοΐζου και ο Francis Uthourrisk ξεκίνησε έλεγχο για να αναλάβει ο Κώστας Λοΐζου που ήταν αρχάριος. Ερωτηθείσα κατά πόσο από την περίοδο 15.10.05 μέχρι τέλος Δεκεμβρίου 2005 είχαν οι Εναγόμενοι πληρώσει τιμολόγια που εξέδωσαν οι Ενάγοντες περίπου ΛΚ38.000 για το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9 και περίπου ΛΚ27.000 για το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10 και συνολικά ποσό ΛΚ65.000 απάντησε καταφατικά. Ερωτηθείσα να εξηγήσει το πώς καταβλήθηκε αυτό το ποσό ενώ υπήρχε υποψία υπερχρέωσης και γινόταν έλεγχος από τους Εναγόμενους απάντησε ότι οι Εναγόμενοι δεν ήθελαν να πάνε Δικαστήριο και σταμάτησαν τη Συμφωνία. Πρόσθεσε ότι και σε άλλες περιπτώσεις είχαν σταματήσει συνεργασία αλλά πλήρωναν τους συνεργάτες τους. Ερωτηθείσα κατά πόσο ο έλεγχος κατέληξε σε κάποιο αποτέλεσμα απάντησε καταφατικά. Ερωτηθείσα κατά πόσο υπάρχει κάτι που να καταγράφει τα αποτελέσματα του ελέγχου απάντησε ότι πρέπει να ρωτήσει το "management" και πρέπει να υπάρχει. Ερωτηθείσα να διευκρινίσει κατά πόσο οι διάφορες αναφορές στις παραγράφους 8 και 9 της κατάθεσης της (ΕΓΓΡΑΦΟ 4) για παράπονα και προβλήματα που υπήρχαν ήταν αποτέλεσμα του ελέγχου μετά που ήλθε ο Francis Uthourrisk απάντησε καταφατικά. Αναφερόμενη στον έλεγχο που έγινε από τον Francis Uthourrisk είπε ότι φαινόταν ο αριθμός των προσώπων που οι Ενάγοντες παρείχαν στους Εναγόμενους καθημερινά και επρόκειτο για 4 με 5 άτομα maximum. Ερωτηθείσα να πει το λόγο γιατί δεν έστειλε μια επιστολή από το Γενάρη μέχρι το Απρίλη του 2005 και να κάνει διαμαρτυρία στους Ενάγοντες για το θέμα απάντησε ότι δεν ήταν ο ρόλος της να κάνει έλεγχο η ίδια και ότι υπήρχε διευθυντής. Πρόσθεσε ότι όταν έφυγε ο διευθυντής όλος ο κόσμος μίλησε. Αντεξεταζόμενη επί της παραγράφου 8 της κατάθεσης της (ΕΓΓΡΑΦΟ 4) και ερωτηθείσα κατά πόσο τα άτομα που εργάζονταν από μέρους των Εναγόντων εφόσον έρχονταν στο χώρο των Εναγομένων στη Δρομολαξιά θα ήταν εύκολο να ελέγχει κάποιος τον αριθμό τους και το τι έκαμναν και παρά τούτο για 10 μήνες οι Εναγόμενοι πλήρωναν τις υπηρεσίες τους χωρίς να εγερθεί οποιοδήποτε παράπονο ή θέμα, η ΜΥ1 συμφώνησε πως έτσι γινόταν και με αυτό τον τρόπο δούλευε η Εναγόμενη Εταιρεία. Πρόσθεσε ότι μέχρι να βρει τα πόδια της έπρεπε η εταιρεία να πληρώνει τους προμηθευτές της για να μπορεί να κάνει τις πτήσεις της και να εξυπηρετεί τους πελάτες της. Ερωτηθείσα πως ο Francis Uthourrisk κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι Εναγόμενοι πλήρωναν για υπηρεσίες για τις οποίες δεν είχαν δώσει εντολή, απάντησε ότι οι υπάλληλοι και ο Francis Uthourrisk έβλεπε τα άτομα που εισέρχονταν στο κτίριο και γνώριζε πως γινόταν αυτή η κατάσταση. Ερωτηθείσα πως ο Francis Uthourrisk κατάφερε να εντοπίσει για την περίοδο Ιανουάριο μέχρι Οκτώβριο 2005 αν υπήρχαν υπηρεσίες που παρασχέθηκαν από τους Ενάγοντες προς τους Εναγόμενους χωρίς να δοθούν οδηγίες από τους Εναγόμενους, απάντησε ότι οι ίδιοι οι υπάλληλοι της Εναγόμενης εταιρείας, οι οδηγοί, γνώριζαν πολύ καλά και ήσαν στο χώρο και έβλεπαν τον αριθμό των υπαλλήλων. Ερωτηθείσα να πει κατά πόσο αυτοί οι υπαλλήλοι ήξεραν τι οδηγίες έδινε ο διευθυντής των Εναγομένων, είπε ότι οι υπαλλήλοι έβλεπαν πόσα άτομα παρείχαν την υπηρεσία καθημερινώς και έβλεπαν 4 με 5 άτομα την ημέρα. Ερωτηθείσα κατά πόσο ο έλεγχος που αναφέρεται στην παραγράφους 15-18 της κατάθεσης της (ΕΓΓΡΑΦΟ 4) ήταν περαιτέρω έλεγχος από αυτό που είχε κάνει ο Francis Uthourrisk απάντησε ότι δεν ήταν το ίδιο πράγμα. Σε άλλη ερώτηση η ΜΥ1 ανέφερε ότι πριν να αναλάβει διευθυντής δεν είχε σχέση με την υπόθεση και ότι είχε ενημερωθεί από την Εμμανουέλλα Καπαγιαννίδη ότι είχαν γίνει συναντήσεις και ότι είχε κριθεί σωστό να πληρωθούν τα υπόλοιπα. Δεν θυμάται ποιος της είχε δώσει οδηγίες να υπογράψει τις καταστάσεις λογαριασμών όπως αναφέρεται στην παράγραφο 18 της κατάθεσης της (ΕΓΓΡΑΦΟ 4). Ερωτηθείσα πόσο καιρό της πήρε για να προχωρήσει στην υπογραφή των επιδίκων καταστάσεων λογαριασμού απάντησε ότι δεν θυμόταν αλλά θα πήρε κάποιο χρονικό διάστημα. Σε άλλη ερώτηση δέχτηκε ότι μετά που παρέλαβε τις καταστάσεις λογαριασμού ακολούθησαν ενέργειες όπως έλεγχος και σύγκρισή με τιμολόγια και επαφή με την Εμμανουέλλα και λήψη οδηγιών για να υπογράψει. Η απόφαση για τερματισμό της Συμφωνίας λήφθηκε μετά που υπεγράφησαν οι καταστάσεις λογαριασμών. Ερωτηθείσα πως γίνεται ο τερματισμός να έγινε στις 20.12.05 πολύ πιο πριν από την τελευταία εγγραφή στις καταστάσεις λογαριασμού απάντησε ότι δεν γνώριζε. Στην υποβολή ότι ήταν αδύνατο οι καταστάσεις λογαριασμού να της είχαν παραδοθεί πριν τις 3.1.06 διότι οι τελευταίες εγγραφές σ' αυτές είναι 31.12.05 και 3.1.06 απάντησε ότι μπορούσε να γίνει. Αρνήθηκε την υποβολή ότι δεν έγινε οποιαδήποτε επικοινωνία μεταξύ των Εναγομένων και των ατόμων που αναφέρονται στην παράγραφο 13 της κατάθεσης της ΜΥ1 (ΕΓΓΡΑΦΟ 4) αναφορικά με τα άτομα που εργάζονταν για τη Συμφωνία ΤΕΚΜΗΡΙΟ3. Αρνήθηκε, επίσης, την υποβολή ότι τα άτομα αυτά δεν είχαν την ικανότητα να ελέγχουν και να γνωρίζουν πόσα άτομα παρείχαν οι Ενάγοντες. Ερωτηθείσα κατά πόσο αυτά τα άτομα οδηγούσαν αυτοκίνητα και αν ένα μεγάλο μέρος της μέρας του το περνούσαν στο τιμόνι απάντησε ότι δεν ήταν όλη την ημέρα και σε άλλο σημείο ανέφερε ότι τα άτομα αυτά πηγαινοέρχονταν και ήταν μέσα στην παραγωγή. Σε άλλη ερώτηση ανέφερε ότι δεν υπήρχαν νυκτερινές βάρδιες για το πλυντήριο και ότι οι πτήσεις ετοιμάζονταν την ημέρα. Διευκρίνισε ότι οι νυκτερινές πτήσεις διεκπεραιώνονταν χωρίς την εμπλοκή των Εναγόντων. Ερωτηθείσα κατά πόσο στην επιστολή των δικηγόρων των Εναγομένων (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13) γινόταν αναφορά στο επίπεδο ή την ποιότητα των παρασχεθεισών υπηρεσιών απάντησε αρνητικά. Ερωτηθείσα κατά πόσο συμφωνεί ότι στην επιστολή αυτή ο λόγος που προβάλλεται είναι η μείωση του κύκλου εργασιών αρχικά διαφώνησε ότι προκύπτει ένα τέτοιο συμπέρασμα για το λόγο τερματισμού της Συμφωνίας και στη συνέχεια ανέφερε ότι ήταν άλλος ο λόγος που η επιστολή διατυπώθηκε με τον τρόπο που φαίνεται. Αρνήθηκε ότι από την επιστολή αυτή προκύπτει έκδηλα ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα στο επίπεδο υπηρεσιών από τους Ενάγοντες. Ερωτηθείσα σε σχέση με την παράγραφο 22 της κατάθεσης της (ΕΓΓΡΑΦΟ 4) και το χρεωστικό υπόλοιπο ύψους ΛΚ9.184 και για το λόγο που δεν το πλήρωσαν μέχρι σήμερα οι Εναγόμενοι απάντησε ότι δεν θα εξοφλήσεις κάποιο όταν σου κινά αγωγή. Όταν της τέθηκε ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε το Μάρτιο του 2006 και οι καταστάσεις είχαν παραληφθεί 9.12.05 ανέφερε ότι οι ίδιοι ακολουθούν οδηγίες. Ερωτηθείσα σε σχέση με το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14 και πως ήρθε στη γνώση της απάντησε ότι το είχε δει από καιρό και στην υποβολή ότι αυτό το έγγραφο είχε ετοιμαστεί από τους Ενάγοντες στα πλαίσια ετοιμασίας Ακρόασης ως έγγραφο που θα κατατίθετο στο Δικαστήριο αλλά δεν στάληκε στους Εναγόμενους απάντησε ότι το είχε δει μετά το τερματισμό της συνεργασίας και πριν να έρθει στο Δικαστήριο. Όσον αφορά τους υπολογισμούς της στην παράγραφο 25 της κατάθεσης της (ΕΓΓΡΑΦΟ 4) κατά πόσο τους είχε κάνει για πρώτη φορά όταν ετοιμάζετο για το Δικαστήριο απάντησε ότι αυτοί είχαν γίνει προηγουμένως μαζί με τον Francis Uthourrisk. Αρνήθηκε την υποβολή ότι είναι λάθος οι υπολογισμοί της εφόσον ο μέσος όρος παρασχεθεισών υπηρεσιών προκύπτει από τη διαίρεση του συνόλου των υπηρεσιών διά του συνολικού αριθμού των ημερών του μήνα δηλαδή 30 ή 31 ημέρες ανάλογα συμπεριλαμβανομένων και 3 βαρδιών για τους καλοκαιρινούς μήνες. Διευκρίνισε ότι 24 ημέρες που χρησιμοποίησε αφορούσε ημερομίσθια κάθε υπαλλήλου και όχι το σύνολο τον αριθμό ημερών ανά μήνα. Αρνήθηκε την υποβολή ότι τα τιμολόγια (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 22) που εκδίδονταν από τους Ενάγοντες δίδονταν με συνοδευτική αναλυτική κατάσταση στο διευθυντή των Εναγομένων και πρόσθεσε ότι έβλεπε τα τιμολόγια γιατί τα πλήρωνε και αυτά που είδε δεν συνοδεύονταν με άλλα έγγραφα. Αρνήθηκε την υποβολή ότι καμία υπερχρέωση έγινε εξού και ουδέποτε οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν την πληρωμή των τιμολογίων και επανέλαβε ότι τα τιμολόγια πληρώνονταν για τους λόγους που ανέφερε. Ερωτηθείσα γιατί τερμάτισαν το Δεκέμβριο και τι είχε συμβεί το Δεκέμβριο εφόσον στη διάρκεια του ελέγχου χωρίς καμία ένσταση πληρώνονταν τα τιμολόγια απάντησε ότι τότε όλα ξεκαθάρισαν κατά τον έλεγχο του κ. Francis Uthourrisk. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η Αγάθη Λοΐζου ουδέποτε είχε έλθει στο χώρο των Εναγομένων πριν να εργοδοτηθεί από τους Εναγόμενους. Αρνήθηκε επίσης την υποβολή ότι ήταν η Αγάθη Λοΐζου που είχε ηγετικό ρόλο στη διεκπεραίωση των υποχρεώσεων των Εναγόντων με βάση τη Συμφωνία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) στα υποστατικά των Εναγόντων. Αρνήθηκε ότι τα blue bags και τα s-unit και την ετοιμασία τους λάμβανε χώρα στα υποστατικά των Εναγόντων. Αντεξεταζόμενη σε σχέση με το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 28 και ερωτηθείσα κατά πόσο αποτελεί αντίγραφο αντίστοιχης σελίδας του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 4 απάντησε ότι δεν γνωρίζει, ενώ στην υποβολή ότι η δεύτερη σελίδα του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 28 δεν είναι ίδια με τη δεύτερη σελίδα του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ 4 απάντησε ότι η ίδια είχε δει ότι ήταν η ίδια. Διαφώνησε με την υποβολή ότι η ίδια δεν θα μπορούσε να συνδέσει τις δύο αυτές σελίδες και ότι δεν ασχολήθηκε ποτέ με το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 28 και ότι δεν θα μπορούσε να το ερμηνεύσει. Ερωτηθείσα να πει πως γνώριζε για την αξία των trolley rubbish bags που αναφέρει στην παράγραφο 48 της κατάθεσης της (ΕΓΓΡΑΦΟ 4) απάντησε ότι όταν ανέλαβε ο Κώστας Λοΐζου έγινε μια καταμέτρηση προϊόντων που δόθηκαν πίσω και πάνω στην ίδια λίστα υπάρχει έντυπο που αναφέρει ότι αυτά τα αντικείμενα δεν επεστράφηκαν και υπολογίστηκε η αξία βάσει της τιμής που χρέωναν οι Ενάγοντες. Αυτό το έγγραφο πρέπει να είναι στα αρχεία της εταιρείας. Ερωτηθείσα κατά πόσο έστειλε επιστολή και αξίωνε την επιστροφή αυτών των αντικειμένων απάντησε ότι πρέπει να ρωτηθεί ο ΜΕ1 και ο Κώστας Λοΐζου. Αντεξεταζόμενη η ΜΥ1 της υπεδείχθη ότι με βάση το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 30 που αφορά κατάσταση που κατέθεσε αναφορικά με τις πτήσεις της ΗΛΙΟΣ για τις οποίες οι Εναγόμενοι παρείχαν υπηρεσίες δέχθηκε ότι για το 2005 ο συνολικός αριθμός των πτήσεων της ΗΛΙΟΣ ανήλθε στις 1669 ενώ για το 2006 ο συνολικός αριθμός των πτήσεων της ΗΛΙΟΣ συμπεριλαμβανομένων και των πτήσεων της ΗΛΙΟΣ υπό την επωνυμία A JET ανήλθε σε 1813 (1020+793). Ερωτηθείσα δε να πει κατά πόσο ήταν μεγαλύτερος ο αριθμός των πτήσεων που πραγματοποιήθηκε το 2006 από το 2005 απάντησε ότι δεν γνώριζε προσθέτοντας ότι ειδικά από τη μέρα που έπεσε το αεροπλάνο της ΗΛΙΟΣ είχε μειωθεί ο όγκος των πτήσεων. Στη συνέχεια, ωστόσο, όταν της τέθηκε εκ νέου το ερώτημα κατά πόσο οι Εναγόμενοι είχαν εξυπηρετήσει το 2006 1813 πτήσεις της ΗΛΙΟΣ, δηλαδή, ένα μεγαλύτερο αριθμό πτήσεων απ' ό,τι το 2005, απάντησε καταφατικά. Σ' άλλο δε σημείο όταν ρωτήθηκε κατά πόσο οι Εναγόμενοι είχαν τροφοδοτήσει μεγαλύτερο αριθμό πτήσεων το 2006 απάντησε καταφατικά. Σ' άλλο σημείο της αντεξέτασης της ανέφερε ότι στην A JET οι Εναγόμενοι παρείχαν διαφορετική υπηρεσία η οποία δεν είχε σχέση με την υπηρεσία της Ενάγουσας και ότι υπήρξε μείωση σε λεφτά -εννοώντας, προφανώς, το εισόδημα των Εναγομένων- αλλά, δέχτηκε ότι δεν υπήρξε μείωση σε αριθμό πτήσεων. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι η διαφορά στις υπηρεσίες που ήταν "Buy on board services" ήταν όταν έγινε η A JET δηλαδή μετά τον Ιούλιο του 2006. Στη θέση που της τέθηκε ότι, ως αποτέλεσμα, πριν τον Ιούνιο του 2006 δεν είχε επηρεάσει το πιο πάνω γεγονός τη μείωση του κύκλου εργασιών των Εναγομένων, απάντησε καταφατικά. Στην ερώτηση ότι αυτό το γεγονός δεν είχε σχέση με τον τερματισμό των επιδίκων συμφωνιών το 2005, απάντησε αρνητικά προσθέτοντας ότι ήταν και ο φόβος μήπως έκλεινε η εταιρεία ΗΛΙΟΣ πιο νωρίς. Όσον αφορά το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15 που περιγράφει όλες τις πτήσεις που τέλεσε η εταιρεία ΗΛΙΟΣ για την περίοδο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου 2006 η ΜΥ1 ανέφερε ότι δεν το έλεγξε η ίδια και ούτε νομίζει ότι ελέχθηκε από οποιονδήποτε άλλο από την Εναγόμενη εταιρεία. Ερωτηθείσα κατά πόσο είχε εντοπίσει οποιαδήποτε στοιχεία στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 29 (Φύλλο Προγράμματος) που κατέθεσε και αποτελεί σχετικές καταστάσεις του προγράμματος πτήσεων που διατηρούσε η Εναγόμενη που έγιναν από τις 14 μέχρι 24.8.05 για να υποστηρίξει ότι κάποιες πτήσεις της ΗΛΙΟΣ δεν έγιναν που συγκρούονται με το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15, απάντησε ότι "πρέπει να το δεις φύλλο με φύλλο". Μαρτυρία ΜΥ2 Ο ΜΥ2 εργάζεται στους Εναγόμενους από 1.8.01. Ξεκίνησε ως οδηγός. Το 2005 ήταν οδηγός. Δούλευε στις εγκαταστάσεις της εταιρείας και στο αεροδρόμιο. Βοηθούσε ακόμη και στη μονάδα. Γνώριζε ότι η Ενάγουσα είχε προσωπικό στους Εναγόμενους στο πλυντήριο. Κατά τις μέρες από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή δούλευαν 5 άτομα ενώ τις υπόλοιπες μέρες δούλευαν 4 άτομα. Το ωράριο ήταν από 7.45πμ μέχρι 4.00μμ. χωρίς βάρδιες. Ετοιμαζόταν το "dry store" για εξυπηρέτηση των πτήσεων της ΗΛΙΟΣ. Με αυτή την εργασία ασχολείτο η Αγάθη Λοΐζου και τη βοηθούσε ο Μιχάλης Χ''Γεωργίου. Τον Οκτώβριο, Νοέμβριο του 2005 ήλθαν ο Francis Uthurrist και ο Chicon να ελέγξουν κάποια πράγματα στην Εναγομένη εταιρεία και, συγκεκριμένα, αναφορικά με τα άτομα και τον αριθμό τους που δούλευαν εκ μέρους της Ενάγουσας. Στον Chicon ο ΜΥ2, όπως και άλλοι υπαλλήλοι της εταιρείας του ανέφεραν όλα που ήξεραν σχετικά. Δεν ήταν μόνο ο ΜΥ2 που είχε ρωτηθεί για το ζήτημα αυτό. Είδε ότι έγιναν συναντήσεις του Chicon και του Francis Uthurrist με άτομα της Ενάγουσας. Αυτό έγινε γιατί ευρισκόμενος ο ΜΥ2 στο χώρο εργασίας του περνώντας είδε πολλές συναντήσεις τους. Μετά το δυστύχημα της ΗΛΙΟΣ στις 14.8.05 μέχρι το τέλος Αυγούστου, αρχές Σεπτεμβρίου 2005 ακυρώθηκαν πάρα πολλές πτήσεις της ΗΛΙΟΣ γιατί ο κόσμος δεν ταξίδευε και ενοικιάστηκαν αεροπλάνα. Αυτά δεν τα εξυπηρετούσε πλέον η Ενάγουσα. Το τι έκαμναν οι Εναγόμενοι ήταν να τροφοδοτούν τα αεροσκάφη με φαγητό με τα δικά τους τρόλεϊ. Ο ΜΥ2 ανέφερε ότι είχε ακουστεί κατά την περίοδο Οκτωβρίου, Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου του 2005 ότι υπήρχαν υπερχρεώσεις από τους Ενάγοντες. Αντεξεταζόμενος είπε ότι από τους Εναγόμενους σταμάτησε ένας διευθυντής ο Λούης Λοΐζου το 2005. Στη θέση του θα αναλάμβανε ο Κώστας Λοΐζου αλλά συνέχισε ο Francis Uthurrist για ένα χρονικό διάστημα για να καθοδηγήσει τον Κώστα Λοΐζου. Επέμενε ότι είχε δει να γίνονται συναντήσεις μεταξύ του ΜΕ1, του Chicon και του Francis Uthurrist πάνω στα γραφεία της εταιρείας. Οι συναντήσεις αυτές ήταν πέρα της μιας. Ο ίδιος ευρισκόταν στα γραφεία για να παίρνει πληροφορίες και κάποια πράγματα από το λογιστήριο. Στις συναντήσεις μπορεί να είχε και άλλα άτομα. Διευκρίνισε ότι μέσα στο πλαίσιο των καθηκόντων του σπαταλά πολύ χρόνο στο αεροδρόμιο για οδήγηση αυτοκινήτων εντός του αεροδρομίου και μεταφορά αντικειμένων από τα αυτοκίνητα και τοποθέτηση τους εντός των αεροσκαφών. Η δουλειά του, όπως το έθεσε χαρακτηριστικά, "δεν είναι ένα πράμα". Μπορεί να πάει στο αεροδρόμιο να μιλήσει, μπορεί να βοηθήσει στην τροφοδοσία, μπορεί να ρωτήσει αεροσυνοδό αν είναι ευχαριστημένος κτλ. Αρνήθηκε, ωστόσο, ότι περνά πολύ χρόνο εκτός του γραφείου. Ερωτηθείς αν ο Francis Uthurrist έπαιρνε σημειώσεις όταν τον ρωτούσε απάντησε καταφατικά. Ερωτηθείς αν τα άτομα που υπήρχαν από μέρους της Ενάγουσας από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή μπορεί να ήταν 4 ή 6 απάντησε ότι ήταν συνήθως 5 και το maximum 5. Ερωτηθείς κατά πόσο μπορούσε σ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας Ενάγουσας με Εναγομένη να πει για κάθε μέρα αν είχε αυτά τα άτομα, απάντησε καταφατικά. Έτυχε Σαββατοκυρίακα που δούλεψαν άτομα από μέρους της Ενάγουσας. Μπορεί να υπήρχαν έκτακτες πτήσεις και χρειάζονταν εξυπηρέτηση. Σε έκτακτες περιπτώσεις έτυχε να δει 3-4 άτομα από την Ενάγουσα να δουλεύουν. Στην υποβολή ότι τα Σαββατοκυρίακα υπήρχαν πτήσεις που έπρεπε να εξυπηρετηθούν και ότι, επομένως, ήταν αναγκαία η παρουσία προσωπικού από την Ενάγουσα, απάντησε "όχι πάντα". Την ίδια απάντηση έδωσε και στην υποβολή ότι προσωπικό από την Ενάγουσα εργαζόταν και Σαββατοκυρίακα για σκοπούς εξυπηρέτησης των προγραμματισμένων πτήσεων και των πτήσεων της Δευτέρας. Στην ερώτηση ότι, ανεξάρτητα από τον αριθμό ατόμων που εργάζονταν εκ μέρους της Ενάγουσας η δουλειά τους διεκπεραιώνετο, απάντησε καταφατικά λέγοντας ότι σ' όλα τα πόστα βοηθούσαν όλοι. Στην υποβολή ότι μέχρι και τον Οκτώβριο του 2005 πριν να έλθει ο Francis Uthurrist δεν υπήρχε πρόβλημα για τις υπηρεσίες της Ενάγουσας απάντησε ότι προβλήματα δημιουργούνταν αλλά οι ίδιοι, δεν ήσαν οι αρμόδιοι να ασχοληθούν. Σ' ό,τι αφορά τις συνέπειες του δυστυχήματος της ΗΛΙΟΣ απάντησε ότι ακυρώθηκαν πτήσεις και οι πτήσεις έγιναν με άλλα αεροπλάνα, είχε, όμως και ακυρώσεις. Αυτά τα αεροπλάνα τα τροφοδοτούσαν με δικά τους τρόλεϊ. Ερωτηθείς κατά πόσο οι Εναγόμενοι τροφοδοτούσαν τις πτήσεις της ΗΛΙΟΣ απάντησε ότι η εταιρεία ΗΛΙΟΣ ναύλωνε ξένες εταιρείες που, μέχρι την τελευταία στιγμή, οι Εναγόμενοι δεν ήξεραν ποια θα ερχόταν και δεν είχαν το δικό τους εξοπλισμό γι' αυτό μετέφεραν οι Εναγόμενοι τα δικά τους τρόλεϊ και άδειαζαν τα τρόλεϊ των εταιρειών. Ερωτηθείς αν συνεχίστηκε η παρουσία ατόμων της Ενάγουσας στα υποστατικά των Εναγομένων μετά το δυστύχημα της ΗΛΙΟΣ απάντησε καταφατικά. Αρνήθηκε την υποβολή ότι η Αγάθη Λοΐζου είχε ξεκινήσει εργασία μαζί με τους Εναγόμενους μετά που λύθηκε η συνεργασία μεταξύ των διαδίκων και ανέφερε ότι ξεκίνησε δουλειά στους Εναγόμενους και μετά πήγε στην Ενάγουσα και ότι, μετά που ο σύζυγος της έγινε διευθυντής στην Εναγόμενη, επέστρεψε και η ίδια στην Εναγόμενη. Αρνήθηκε την υποβολή ότι καθ' όλο το χρόνο της συνεργασίας των διαδίκων η Αγάθη εργαζόταν στα υποστατικά των Εναγόντων. Αρνήθηκε ότι το καλοκαίρι Ιούνιο, Ιούλιο Αύγουστο που η εργασία τους ήταν αυξημένη η Ενάγουσα έφερνε περισσότερα άτομα. Μαρτυρία ΜΥ3 Η ΜΥ3 δουλεύει στην Newrest από τον Ιούνιο του 2008 και είναι υπεύθυνη στο λογιστήριο. Ασχολείται με τα λογιστικά και βοηθά στην παράδοση των αποτελεσμάτων κάθε μήνα. Της ζητήθηκε από τη ΜΥ1 να βρει στοιχεία σχετικά με 6000 trolleys αξίας ΛΚ1042 που ο Ενάγοντες τιμολόγησαν τους Εναγόμενους και δεν επεστράφηκαν ποτέ. Η έρευνα της βασίστηκε στο λογιστικό πρόγραμμα και τα πιο παλιά αρχεία. Για το μήνα Φεβρουάριο του 2006 με βάση τις καταστάσεις λογαριασμού προκύπτει ότι αφαιρέθηκαν 6000 trolleys. Πρόκειται για αποθέματα του συγκεκριμένου μήνα και κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 33 κατάσταση που τιτλοφορείται "supplier statement" όπου στη σελίδα 3 αυτού και στην ημερομηνία 28.2.06 γίνεται αναφορά στα trolleys για το ποσό των ΛΚ1042. Κατέθεσε επίσης ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 34 κατάσταση αποθεμάτων για το μήνα που ενδιαφέρει δηλαδή Φεβρουάριο του 2006 όπου αναγράφεται ότι οι Ενάγοντες δεν είχα επιστρέψει στους Εναγόμενους 6000 trolleys που ενέπιπτε στο απόθεμα των Εναγομένων και γι' αυτό γινόταν χρέωση των Εναγόντων. Κατέθεσε επίσης ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 35 κατάσταση τιτλοφορούμενη "supplier statement" όπου αναγράφεται το οφειλόμενο υπόλοιπο των Εναγόντων που ήταν ΛΚ1042,80. Η ΜΥ3 ανέφερε ότι βρήκε ένα e-mail που έστειλε η ΜΥ1 και το οποίο αναφέρεται στα 6000 trolleys και στην κατάσταση με τις εγγραφές του αποθέματος. Σ' αυτό το email επισυνάπτεται κατάσταση τιτλοφορούμενη "supplier statement". Τα αποθέματα που αφορούσαν τα πιο πάνω trolleys δεν ήρθαν ποτέ στην Εναγόμενη εταιρεία και γι' αυτό διαγράφηκαν. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι για τη μη επιστροφή των trolleys βρήκε αυτά που ανέφερε. Αυτά που εντόπισε η ίδια θα μπορούσε να τα εντοπίσει και η ΜΥ1. Ερωτηθείσα κατά πόσο το γεγονός αν επιστράφηκαν ή όχι τα συγκεκριμένα trolleys προκύπτει μόνο από τις εγγραφές απάντησε καταφατικά. Σ' άλλη ερώτηση εξήγησε ότι με την παράδοση των αποτελεσμάτων του Φεβρουαρίου του 2006 γίνεται η ανάλογη εγγραφή για τη διόρθωση του αποθέματος. Ερωτηθείσα κατά πόσο αυτά τα στοιχεία δόθηκαν στην Ενάγουσα η οποία όφειλε να τα επιστρέψει απάντησε ότι δεν γνώριζε κάτι περισσότερο. Πρόσθεσε ότι εκείνο που γνωρίζει είναι ότι γι' αυτά η Εναγόμενη εταιρεία τιμολογήθηκε. Διευκρίνισε ωστόσο ότι δεν εντόπισε τιμολόγιο. Ερωτηθείσα ποιος καθόρισε για τα 6000 trolleys την αξία ΛΚ1.042 απάντησε ότι η αξία στα αποθέματα (stock) γίνεται βάσει τιμολογίου και ότι πρέπει να υπάρχει στους φακέλους τιμολόγιο. Ερωτηθείσα σε σχέση με το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 35 και το ποσό ΛΚ17.061,41 που καταγράφεται στην εγγραφή ημερομηνίας 17.2.06 απάντησε ότι είναι πληρωμή από Εναγομένους προς την Ενάγουσα όπως φαίνεται στην κατάσταση. Ερωτηθείσα για το αναφερόμενο υπόλοιπο ΛΚ18.104,21 απάντησε ότι είναι υπόλοιπο που όφειλε η Εναγόμενη προς την Ενάγουσα και έκανε πληρωμή για ποσό ΛΚ17.061,41 και έμεινε υπόλοιπο ΛΚ1.042,80. Σε άλλη ερώτηση ανέφερε ότι το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 34 έχει περιγραφή του αποθέματος με όλα τα αντικείμενα. Η Εναγόμενη έκαμνε καταγραφή αποθέματος για κάθε μήνα. Ερωτηθείσα που φαίνεται ότι τα 6000 trolleys αξίας ΛΚ1.042 δεν επεστράφηκαν απάντησε ότι κάθε μήνα γίνεται διόρθωση στο πραγματικό υπόλοιπο του αποθέματος (stock). Ερωτηθείσα κατά πόσο στην προκειμένη περίπτωση παρουσιάζεται απόθεμα των Εναγομένων 6000 trolleys αξίας ΛΚ1.042 και τίποτε άλλο απάντησε καταφατικά. Μαρτυρία ΜΥ4 Ο ΜΥ4 δουλεύει στην Newrest από το 1998. Επισκέφθηκε την Κύπρο τον Οκτώβριο του 2005 μετά που στάληκε από το αφεντικό του τον Chicon. Τον είχε στείλει επειγόντως στην Κύπρο γιατί οι Εναγόμενοι είχαν τερματίσει τη συμφωνία του υπευθύνου της μονάδας Λούη Λοΐζου και ανέλαβε ο Κώστας Λοΐζου. Ο Chicon τον είχε στείλει για να βοηθήσει τον Κώστα Λοΐζου στη μεταβατική περίοδο και να κάνει έλεγχο στα έξοδα της εταιρείας. Στην Κύπρο ο ΜΥ4 ήταν σ' επαφή με την ΜΥ1 η οποία ήταν λογίστρια, τη Γιάννα και τον Ανδρέα τον οδηγό ως, επίσης, και τον Λάμπρο Λάμπρου επικεφαλή της παραγωγής, τον Λουκά Λουκά μάγειρα. Ήλθε για να κάνει έλεγχο στα λογιστικά έξοδα της εταιρείας και να βοηθήσει το διευθυντή που αναλάμβανε τα καθήκοντα του. Ο ρόλος του ΜΥ4 ήταν να ελέγξει το απόθεμα(stock), την ποσότητα και την αξία και αν το απόθεμα ήταν σωστό, αν η αξία στο απόθεμα ήταν η πραγματική, αν ανταποκρίνετο στην πραγματική αξία το απόθεμα. Επίσης ήταν υπεύθυνος να ελέγξει τα συμβόλαια με τους προμηθευτές και τι είδους συμφωνίες υπήρχαν. Η Εναγόμενη είχε Συμφωνίες για πλύσιμο πιάτων και για προετοιμασία ειδών μαγειρικής και "dry store", ξηρών ειδών καταναλώσεως ή αναψυκτικών ή άλλων ποτών. Αναγνώρισε δε τις επίδικες Συμφωνίες ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 και ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4. Είχε προβεί σε ελέγχους σε σχέση με τις Συμφωνίες αυτές, κυρίως, αναφορικά με τις υπηρεσίες πλυσίματος πιάτων. Έγιναν, επίσης, έλεγχοι και σε σχέση με το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 19 και το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 22. Ζήτησε δε από την ΜΥ1 να κάνει έλεγχο για κάθε τιμολόγιο. Ως αποτέλεσμα των ελέγχων βρήκε ότι τα τιμολόγια δεν υποστηρίζονταν από περαιτέρω έγγραφα που να δείχνουν ότι οι υπηρεσίες είχαν παρασχεθεί. Υπήρχε Συμφωνία για ένα αριθμό ατόμων κάθε μέρα αλλά οι χρεώσεις ήσαν μεγαλύτερες από αυτές που είχαν συμφωνηθεί. Για τα αποτελέσματα του ελέγχου της ΜΥ1 ο ΜΥ4 συνάντησε τον ΜΕ1 στα γραφεία της Εναγομένης εταιρείας. Παρόντες στις συναντήσεις αυτές ήταν ο ίδιος, ο ΜΕ1, ο Κώστας Λοΐζου τουλάχιστον στις δύο από τις τρεις συναντήσεις που έγιναν. Στις συναντήσεις αυτές ο ΜΥ4 ζητούσε τις αναγκαίες αποδείξεις για τις υπηρεσίες για να έχει καθαρό και αποτελεσματικό έλεγχο. Ζήτησε να μειωθούν κάποιες τιμές που τις θεωρούσε ψηλές. Επίσης υπέβαλε ερωτήσεις στο ΜΕ1 για το πώς χρέωνε τις υπηρεσίες, πως τιμολογούσε. Ο ΜΕ1 ήθελε να συνεχίσει η Συμφωνία με τους Εναγόμενους και θα έδινε στον ΜΥ4 όλες τις σχετικές αποδείξεις. Κατά τη διάρκεια των ελέγχων στους μήνες Νοέμβριο, Δεκέμβριο του 2005 συνέχιζε η συνεργασία των Εναγομένων με τους Ενάγοντες. Οι Εναγόμενοι είχαν πελάτες στους οποίους παρείχαν υπηρεσίες και θα έπρεπε να συνεχίσουν τη συνεργασία με τους Ενάγοντες. Όταν έκαναν τις συναντήσεις στη Δρομολαξιά ο χώρος και η διαδρομή μέχρι να πάνε στην αίθουσα συναντήσεων ήταν ορατός και από άλλους υπαλλήλους των Εναγομένων και ήταν κατά τη διάρκεια των εργασίμων ωρών και γι' αυτό μεγάλο μέρος του προσωπικού τους είδε. Η καντίνα του προσωπικού είναι κοντά στα γραφεία. Ερωτηθείς αν έκανε άλλους ελέγχους για τις υπηρεσίες πλυσίματος, απάντησε καταφατικά προσθέτοντας ότι προσπάθησε να μιλήσει με το προσωπικό αλλά κανείς δεν μιλούσε Αγγλικά. Το προσωπικό δεν ήταν Κύπριοι. Μιλούσαν Ρώσικα. Ρώτησε προσωπικό των Εναγομένων, οδηγούς και ανθρώπους στην παραγωγή να του πουν πόσα άτομα εργάζονταν κάθε μέρα και του ανέφεραν ότι εργάζονταν 3-5 άτομα το maximum ενώ θα έρεπε να υπάρχουν 8 άτομα για να δουλεύουν εκεί. Ερωτηθείς κατά πόσο θα μπορούσαν 4-5 άτομα να καλύψουν τη Συμφωνία για τα πλύσιμο και τις υπηρεσίες που αναφέρονται και χρεώθηκαν στα τιμολόγια απάντησε αρνητικά. Αυτό το ανέφερε στο ΜΕ1 κατά τη διάρκεια των συναντήσεων τους για να αλλάξει ο τρόπος που συνεργάζονταν. Ερωτηθείς κατά πόσο γνώριζε αν οι αλλοδαποί υπαλλήλοι των Εναγόντων δούλευαν βάρδιες απάντησε ότι δούλευαν από το πρωί μέχρι νωρίς το απόγευμα και ότι υπήρχε μόνο μια βάρδια. Σ' άλλη ερώτηση ανέφερε ότι οι υπάλληλοι των Εναγόντων σε σχέση με τις υπηρεσίες πλυσίματος δεν δούλευαν τα Σαββατοκυρίακα. Οι Εναγόμενοι είχαν αρκετό εξοπλισμό καθαρισμού για να καλύψουν τις ανάγκες των πτήσεων. Όσον αφορά τα αυτοκίνητα των Εναγομένων δεν τα έπλεναν οι υπαλλήλοι των Εναγόντων αλλά οι οδηγοί τους μετά από κάθε χρήση. Δεν είδε ποτέ υπαλλήλους των Εναγόντων να καθαρίζουν την κουζίνα όπου έτρωγε το προσωπικό, οι υπαλλήλοι των Εναγομένων. Όταν υπεδείχθησαν στον ΜΥ4 οι καταστάσεις λογαριασμού ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9 και ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10 απάντησε ότι τις είχε δει και τις είχε μελετήσει πριν την αποστολή της επιστολής τερματισμού. Όταν τις πήραν ο ΜΥ4 ζήτησε από την ΜΥ1 να τα ελέγξει και στη συνέχεια αποφάσισαν να πληρώσουν γιατί δεν ήθελαν να έλθουν σε διαμάχη με τους προμηθευτές. Κάτι τέτοιο δεν είναι η πολιτική τους. Μόλις ξεκίνησαν ελέγχους διαπίστωσαν ότι για πολλές περιπτώσεις δεν είχαν τις αντίστοιχες αποδείξεις για τις υπηρεσίες. Αποφάσισαν στη συνέχεια να λάβουν δράση καθώς οι συναντήσεις του με τον ΜΕ1 δεν είχαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Επικοινώνησαν με τους δικηγόρους τους και, τελικώς, αποφάσισαν ως ένδειξη καλής διάθεσης να πληρώσουν το λογαριασμό που εκκρεμούσε και να τερματίσουν τη Συμφωνία με επιστολή ημερ. 20.12.05 που απέστειλαν στους Ενάγοντες (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6). Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε την υποβολή ότι μέρος της εργασίας που είχαν να κάνουν οι Ενάγοντες με βάση τη Συμφωνία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) λάμβανε χώρα στα υποστατικά των Εναγόντων προσθέτοντας ότι δεν ήταν ενήμερος και δεν γνώριζε, προσθέτοντας ότι ενόσω αυτός ήταν εκεί όλα γίνονταν στις εγκαταστάσεις των Εναγομένων. Ερωτηθείς κατά πόσο από την ημέρα έναρξης των δύο Συμφωνιών μέχρι που ήρθε στην Κύπρο είχε ενημέρωση για οποιαδήποτε προβλήματα στη σχέση των δύο μερών απάντησε ότι δεν γνώριζε. Σε άλλη ερώτηση ανέφερε ότι περί τα μέσα Οκτωβρίου του 2005 άρχισε βασικά να ερευνά τη Συμφωνία (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) και η κατάληξη των ερευνών του ήταν ότι είχαν τιμολογηθεί από τους Ενάγοντες αλλά δεν υπήρχαν αποδείξεις για υπηρεσίες και αριθμό ατόμων που απασχολούνταν. Πρόσθεσε ότι είχε την υποψία για υπερτιμολογήσεις χωρίς οι Εναγόμενοι να έχουν τις σχετικές αποδείξεις. Του πήρε μια περίοδο που διήρκεσε από τον Οκτώβριο, Νοέμβριο μέχρι και μέσα Δεκεμβρίου για να καταλήξει γιατί έπρεπε να δει όχι μόνο μια περίοδο αλλά διάφορα χρονικά διαστήματα. Ερωτηθείς κατά πόσο πριν τα μέσα Δεκεμβρίου 2005 δεν είχε καταλήξει γι' αυτά που ανέφερε πριν, απάντησε ότι τα είχε προσέξει και γι' αυτό είχε πολλές συναντήσεις με τον ΜΕ1 για να διασαφηνίσει την κατάσταση. Ερωτηθείς κατά πόσο οι Εναγόμενοι πλήρωναν τα τιμολόγια που εξέδιδαν οι Ενάγοντες κατά τη διάρκεια που γινόταν ο έλεγχος του ΜΥ4 απάντησε καταφατικά. Ερωτηθείς κατά πόσο δεν ήταν παράξενο να πληρώνεται κάποιος για τον οποίο υπήρχε έρευνα αναφορικά με υπερτιμολογήσεις απάντησε ότι δεν είχαν οι Εναγόμενοι άλλη επιλογή γιατί ήσαν συνδεδεμένοι με τους Ενάγοντες για την παροχή των υπηρεσιών και έπρεπε να βρει τις αποδείξεις. Πρόσθεσε ότι, εάν οι Εναγόμενοι σταματούσαν να πληρώνουν, οι Ενάγοντες θα μπορούσε να σταματούσαν τις υπηρεσίες τους και μετά οι Εναγόμενοι δεν θα μπορούσαν να παρέχουν υπηρεσίες στους πελάτες τους. Διευκρίνισε ότι το ότι πλήρωναν τους Ενάγοντες δεν σήμαινε ότι είχαν αποδεχτεί τις υπηρεσίες και γι' αυτό το λόγο ο ίδιος είχε συναντήσεις με τον ΜΕ1 για να διευκρινίσει τι γινόταν. Μέσα Δεκεμβρίου βρέθηκε η εναλλακτική λύση και τερμάτισαν. Ερωτηθείς κατά πόσο για την περίοδο από 11.10.05 μέχρι 30.11.05 με βάση τις καταστάσεις λογαριασμών ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9 και ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10 η Εναγόμενη είχε πληρώσει τους Ενάγοντες συνολικά το ποσό των ΛΚ77.158 απάντησε ότι πιθανό να ήταν αυτό το ποσό αλλά δεν θυμόταν. Κληθείς να σχολιάσει το γεγονός ότι πληρώθηκε γι' αυτή τι μικρή περίοδο ένα τέτοιο μεγάλο ποσό ενώ γινόταν έλεγχος για υπερχρεώσεις απάντησε ότι δεν εκπλήττεται για το ύψος του ποσού αν ληφθεί υπόψη ότι ήταν μετά το τέλος της θερινής περιόδου που είναι το ανώτερο σημείο δραστηριότητας προσθέτοντας ότι παράλληλα γινόταν έλεγχος. Ερωτηθείς κατά πόσο καθ' όλη τη διάρκεια της παρουσίας του στους Ενάγοντες στις εγκαταστάσεις στη Δρομολοξιά οι Ενάγοντες κάθε 15 ημέρες εξέδιδαν και παρέδιδαν τιμολόγια στους Εναγόμενους απάντησε ότι αυτό ήταν πιθανό. Ο ίδιος δεν είχε άμεση επαφή με τα τιμολόγια τα οποία τα χειρίζονταν ο Κώστας Λοΐζου και η ΜΥ1 ως λογιστές. Γι' αυτό το λόγο ο ΜΥ4 είχε ζητήσει από τη ΜΥ1 να κάνει έλεγχο για να δουν αν υπήρχαν αποδείξεις για υπηρεσίες. Πρόσθεσε ότι δεν μπορούσαν να σταματήσουν να πληρώνουν τα τιμολόγια γιατί έπρεπε να συνεχίσουν να παραχωρούν υπηρεσίες στους πελάτες τους. Ερωτηθείς κατά πόσο είχε εγείρει οποιαδήποτε ένσταση ενώ έκανε έρευνα για υπερχρεώσεις και για τιμολόγια που δεν είχαν τα αναγκαία αποδεικτικά απάντησε ότι ήταν γι' αυτό το λόγο που είχε πολλές συναντήσεις με το ΜΕ1. Ερωτηθείς κατά πόσο πριν τις 20.12.05 είχε σταλεί οποιαδήποτε επιστολή με τους προβληματισμούς του απάντησε ότι δεν υπήρξε γραπτό παράπονο αλλά συναντήσεις με το ΜΕ1 και θεωρούσε καλύτερα να έχει άμεση επικοινωνία. Εξήγησε ότι επρόκειτο για μια κρίσιμη κατάσταση όπου ο διευθυντής που είχε συνάψει τη Συμφωνία είχε φύγει και ήταν δύσκολο να ληφθεί το ιστορικό. Ερωτηθείς αν δεν γνώριζε αν δίδονταν τα αποδεικτικά για τις υπηρεσίες που παρέχονταν από τους Ενάγοντες στον προηγούμενο διευθυντή των Εναγομένων Λούη Λοΐζου απάντησε ότι δεν γνώριζε. Σε άλλη ερώτηση είπε ότι τις καταστάσεις λογαριασμού ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9 και ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10 τα παρέλαβε στις 9.12.05. Υποθέτει δε ότι η ΜΥ1 τα αποδέχτηκε εκείνη την ημερομηνία. Ερωτηθείς πως εφόσον παραλήφθηκαν στις 9.12.05 και την ίδια ημέρα εγκρίθηκαν υπήρχε χρόνος να γίνει έλεγχος και διαβουλεύσεις με δικηγόρους και να καταλήξουν οι Εναγόμενοι να τα κάνουν αποδεχτά με βάση την πολιτική τους να μην πηγαίνουν στο Δικαστήριο, απάντησε ότι από τα μέσα Οκτωβρίου είχαν ξεκινήσει να ερευνούν και είχαν πολλές συναντήσεις, όταν δε έλαβαν τις καταστάσεις αποφάσισαν να πληρώσουν, δεν συμβουλευτήκαν τους δικηγόρους τους και αν είχαν κάτι θα το διεκδικούσαν μετά. Γι' αυτό αποφάσισαν να στείλουν επιστολή τερματισμού. Πρόσθεσε ότι το ότι πλήρωσαν δεν σήμαινε ότι είχαν αποδεχθεί τις υπηρεσίες εφόσον δεν είχαν γι' αυτές αποδείξεις αλλά δεν ήθελαν να εμπλακούν σε νομική διαφορά και επικοινώνησαν με το δικηγόρο τους και έστειλαν επιστολή τερματισμού. Σε άλλη ερώτηση κατά πόσο στις 9.12.05 που παραλήφθηκαν οι καταστάσεις λογαριασμού είχαν εγκριθεί την ίδια ημέρα απάντησε ότι δεν γνώριζε αν τις είχαν αποδεχθεί την ίδια ημέρα διότι έπρεπε να γίνουν διάφοροι ελέγχοι. Διευκρίνισε ότι εκείνη την περίοδο ήταν λογιστές ο Κώστας Λοΐζου και η ΜΥ1 και ο ίδιος λειτουργούσε ως επιβλέπων από τα κεντρικά. Δεν ήταν ο ίδιος υπεύθυνος για την καθημερινή διαχείριση της εταιρίας. Ερωτηθείς κατά πόσο η αποδοχή των καταστάσεων λογαριασμών έγινε με τη συγκατάθεση του απάντησε αρνητικά προσθέτοντας ότι ήταν εκεί για να ελέγχει τους λογαριασμούς αλλά δεν ήταν υπεύθυνος για την καθημερινή διαχείριση της εταιρίας. Επανέλαβε ότι υπεύθυνοι για το λογιστήριο ήταν ο Κώστας Λοΐζου ο διευθυντής και η ΜΥ1. Ερωτηθείς κατά πόσο ένα θέμα στις συναντήσεις του με τον ΜΕ1 ήταν η εισήγηση του ή παράκληση του για μείωση των χρεώσεων λόγω του ατυχήματος της ΗΛΙΟΣ απάντησε καταφατικά. Ερωτηθείς κατά πόσο κατά το χρόνο των συναντήσεων του με τον ΜΥ1 η πρόθεση του ήταν να συνεχίσουν οι Εναγόμενοι συνεργασία με τους Ενάγοντες υπό κάποιους όρους πχ μείωση χρεώσεων απάντησε καταφατικά λέγοντας ότι ήταν μια επιλογή και δεν είχε εναλλακτική, ήταν ο μόνος τρόπος να συνεχίσει να εργάζεται με τον ΜΕ1. Ερωτηθείς κατά πόσο, παρά το ότι γνώριζε ότι ο ΜΕ1 δεν πρόσφερε τις υπηρεσίες που έπρεπε, εντούτοις οι Εναγόμενοι ήταν έτοιμοι να συνεχίσουν τη συνεργασία μαζί του απάντησε "ναι και όχι" προσθέτοντας ότι είχε φτάσει σε μια ξένη χώρα, είχα αλλαγή διευθυντή και ο ίδιος προσπαθούσε να κερδίσει λίγο χρόνο για να ερευνήσει. Πρόσθεσε ότι οι Εναγόμενοι ήταν στα χέρια του ΜΕ1 και δεν είχαν εναλλακτική λύση γι' αυτό ο ίδιος έπρεπε να βρει τον τρόπο να συνεχίσει τη συνεργασία με τον ΜΕ1 χωρίς να διακόψει άμεσα. Στην υποβολή ότι οι Εναγόμενοι δεν είχαν καμία πρόθεση να διακόψουν τη συνεργασία πλην της μείωσης των χρεώσεων απάντησε καταφατικά λέγοντας ότι η πρόθεση του ήταν να μειώσει τις χρεώσεις δεδομένης της υπερχρέωσης. Πρόσθεσε ότι ήθελε να πιέσουν το ΜΕ1 για μια καλύτερη συμφωνία. Στην περίοδο Οκτωβρίου μέχρι Δεκέμβρη προσπαθούσε να διερευνήσει τα γεγονότα και να έχει μια καλύτερη εικόνα, και δεν μπορούσε βασιζόμενος πάνω στα λόγια 2-3 ατόμων να πάρει την απόφαση του, χρειαζόταν κάποιο χρόνο. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ΄ αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν, η πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα κ.τ.λ.[2]. Προτού προχωρήσω να αξιολογώ τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, θέλω να τονίζω ότι η αξιολόγηση μου δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό.[3] Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1 Αξιολογώντας εν πρώτοις τη μαρτυρία του ΜΕ1 ενός εκ των διευθυντών της Ενάγουσας λέγω ότι ήταν σαφής και θετική. Ο μάρτυρας αυτός αναφέρθηκε με άνεση και φυσικότητα στη φύση των δραστηριοτήτων της εταιρείας του και τη συνεργασία που είχε με την Εναγομένη εταιρεία μέσω της σύναψης δύο συμφωνιών δια των οποίων η Ενάγουσα παρείχε υπεργολαβικά στην Εναγομένη διάφορες υπηρεσίες σχετικές με τις δραστηριότητες της Εναγομένης. Ο ΜΕ1 αναφέρθηκε επίσης με σαφήνεια στην εξέλιξη που υπήρξε στη συνεργασία των διαδίκων και την αποστολή στις 20.12.05 επιστολής τερματισμού των επίδικων συμφωνιών στην Ενάγουσα από την Εναγομένη. Ο ΜΕ1 κατέθεσε στο Δικαστήριο σχετικές καταστάσεις λογαριασμού για να αποδείξει το χρεωστικό υπόλοιπο που είχε παραμείνει οφειλόμενο από την Εναγόμενη εταιρεία και το οποίο, όπως επεσήμανε, έτυχε αναγνώρισης και αποδοχής από την Εναγομένη δια σχετικής γραπτής αναφοράς και υπογραφής επί των εν λόγω καταστάσεων. Ο ΜΕ1 ήταν απόλυτα ξεκάθαρος και επεξηγηματικός σε σχέση με τις οικονομικές εκκρεμότητες που υπήρχαν κατά το στάδιο του τερματισμού των επίδικων συμφωνιών από την Εναγομένη και αναφορικά με το τελικά οφειλόμενο υπόλοιπο όπως αυτό αποκρυσταλλώθηκε μετά που έγιναν πληρωμές από την Εναγόμενη έναντι του χρέους της. Ο ΜΕ1 αναφερόμενος στους λόγους τερματισμού που η Εναγόμενη είχε προβάλει με επιστολή της ημερ. 20.12.05 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6) και στη συνέχεια με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 24.2.06 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13) αφού επεσήμανε την αντιφατικότητα που υπήρξε ανάμεσα σ' αυτές τις επιστολές, ήταν κατηγορηματικός ότι σ' ό,τι αφορά τον ισχυρισμό της Εναγομένης για μη ικανοποιητική και/ή πλημμελή παροχή υπηρεσιών και/ή υπερχρεώσεις από την Ενάγουσα κανένα στοιχείο δεν δόθηκε στην Ενάγουσα και ότι οι υπηρεσίες της Ενάγουσας παρείχοντο πάντα σύμφωνα με τις οδηγίες της Εναγομένης η οποία ουδέποτε είχε εκφράσει οποιοδήποτε παράπονο. Ο ΜΕ1 αντέκρουσε, επίσης, τον ισχυρισμό της Εναγομένης περί κατακόρυφης μείωσης των εργασιών της μετά το ατύχημα της ΗΛΙΟΣ τον Αύγουστο του 2005 επισημαίνοντας ότι η ΗΛΙΟΣ είχε συνεχίσει τις πτήσεις της και τα δρομολόγια της με την νέα ονομασία A JET μέχρι και τον Οκτώβριο του 2006 καταθέτοντας για το σκοπό αυτό σχετική κατάσταση που περιγράφει τις πτήσεις που τέλεσε η ΗΛΙΟΣ για την περίοδο Ιανουαρίου - Οκτωβρίου 2006 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15). Σ' ό,τι αφορά την απαίτηση της Ενάγουσας για αποζημιώσεις ένεκα του τερματισμού των επιδίκων Συμφωνιών ο ΜΕ1 στηριζόμενος στις πρόνοιες των επιδίκων Συμφωνιών παρέθεσε συγκεκριμένα στοιχεία προς υποστήριξη της θέσης του ότι η Ενάγουσα είχε στερηθεί των κερδών που θα εισέπραττε αν οι επίδικες Συμφωνίες διατηρούνταν σε ισχύ για τη χρονική περίοδο που είχε συμβατικά καθορισθεί. Αντεξεταζόμενος ο ΜΕ1 ήταν κατηγορηματικός ότι παρείχαν τον αριθμό των ατόμων που προέβλεπε η μια εκ των δύο επιδίκων συμφωνιών και ίσως και περισσότερα άτομα που τους ζητούσε η διεύθυνση της Εναγομένης για να διεκπεραιώσει την εργασία τονίζοντας ότι εκδίδονταν τιμολόγια κάθε 15 ημέρες και γίνονταν πληρωμές αναλόγως των ατόμων. Αρνήθηκε δε ότι δεν παρείχαν στην Εναγομένη πλήρη στοιχεία για το προσωπικό με σκοπό την υπερχρέωση για υπηρεσίες που δεν προσφέρονταν επισημαίνοντας ότι τα άτομα προσκομίζονταν στην Εναγομένη και η τελευταία τους έβαλε και υπέγραφαν λίστες και ότι βάσει αυτών η Ενάγουσα χρέωνε και αφού μεσολαβούσε έλεγχος των λιστών η Εναγομένη πλήρωνε την Ενάγουσα. Ήταν, επίσης, σαφής και κατηγορηματικός ότι στον ένα χρόνο που συνεργάστηκαν οι δύο πλευρές κανείς δεν τον είχε ενημερώσει ότι η Ενάγουσα λειτουργούσε αντισυμβατικά και ότι υπερχρέωνε την Εναγομένη. Μάλιστα, ο ΜΕ1 διερωτήθηκε, εύλογα μπορώ να πω, για ποιο λόγο η Εναγομένη δεν είχε στείλει στην Ενάγουσα μια επιστολή ή έστω να κάνει προς αυτή μια προφορική αναφορά παρά μόνο ήλθε μια συγκεκριμένη μέρα και τερμάτισε της συμφωνίες. Επιπλέον σ' ό,τι αφορά τον ισχυρισμό της Εναγομένης για υπερχρεώσεις επεσήμανε και το γεγονός ότι δεν θα μπορούσε η Εναγομένη για ένα χρόνο να πληρώνει την Ενάγουσα καθ' ην στιγμή υπήρχαν υπερχρεώσεις. Καθ' όλη τη διάρκεια της αντεξέτασης του ο ΜΕ1 παρέμεινε σταθερός και συνεπής στη μαρτυρία του χωρίς να τη διαφοροποιήσει σε οποιοδήποτε σημείο. Έδωσε άμεσες και σαφείς απαντήσεις σε σωρεία ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν ενώ καθόσον αφορά τις ερωτήσεις και υποβολές περί χρέωσης και πληρωμής υπηρεσιών που δεν ζητήθηκαν από την Εναγομένη αρνούμενος ότι έγινε κάτι τέτοιο από την Ενάγουσα ζήτησε να του υποδειχθεί μια τέτοια υπηρεσία. Επισημαίνω δε στο σημείο αυτό ότι οι ερωτήσεις και οι υποβολές που του τέθηκαν σχετικά με ισχυρισμούς της Εναγομένης για υπερχρεώσεις και χρεώσεις υπηρεσιών που δεν είχαν ζητηθεί ήσαν γενικές και αόριστες και χωρίς να γίνεται αναφορά από το συνήγορο της Εναγομένης σε οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία και δεδομένα. Εξετάζοντας λοιπόν τη μαρτυρία του ΜΕ1 στο σύνολο της τη θεωρώ πλήρως αξιόπιστη και ειλικρινή και την αποδέχομαι. Να πω όμως και κάτι τελευταίο. Τα όσα κατέθεσε σχετικά με το κόστος των Εναγόντων στις δύο επίδικες Συμφωνίες στο βαθμό που διαφέρουν από τα όσα κατέθεσε η ΜΕ3 δεν θα γίνουν αποδεκτά και θεωρώ, για τους λόγους που εξηγώ στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της ΜΕ3, ότι τα ποσά αυτά έχουν με ακρίβεια προσδιοριστεί από την ΜΕ3 η οποία είχε αναλάβει αυτή την εργασία. Περαιτέρω επισημαίνω ότι ο ΜΕ1 αναφερόμενος στο κόστος των Εναγόντων είχε, όπως εξάλλου το ανέφερε και ο ίδιος, στηριχθεί στα στοιχεία του λογιστηρίου. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ2 Αξιολογώντας στη συνέχεια τη μαρτυρία της ΜΕ2 λέγω ότι ήταν σαφής και θετική. Η ΜΕ2 περιέγραψε με άνεση και φυσικότητα την εργασία που έκανε και τη διαδικασία που ακολούθησε ούσα υπάλληλος της Ενάγουσας κατά τον ουσιώδη χρόνο και η οποία εργασία είχε σχέση με τη διεκπεραίωση των συμβατικών υποχρεώσεων της Ενάγουσας με βάση τη Συμφωνία για παροχή στην Εναγόμενη αεροστεγών προϊόντων. Η ΜΕ2 ήταν σαφής στην τοποθέτηση της ότι κατά τη διάρκεια της εργοδότησης της από την Ενάγουσα δεν υπήρξε οποιοδήποτε περιστατικό ή παράπονο για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και ούτε κάτι τέτοιο πληροφορήθηκε αργότερα όταν είχε πλέον η ίδια εργοδοτηθεί από την Εναγόμενη. Η μαρτυρία της ΜΕ2 παρέμεινε σταθερή και συνεπής και κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της χωρίς να διαφοροποιείται σ' οποιοδήποτε σημείο αυτής. Κατά την άποψη μου η ΜΕ2 ήταν μια απόλυτα ειλικρινής μάρτυρας η οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο αυτά που γνώριζε και, επομένως, αποδέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολο της. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ3 Εξετάζοντας στη συνέχεια τη μαρτυρία της ΜΕ3 επισημαίνω από την αρχή ότι ήταν σαφής και θετική. Ανέλαβε υπό την ιδιότητα της ως λογίστρια και υπεύθυνη για τη διατήρηση των βιβλίων της Ενάγουσας εταιρείας να ανατρέξει στα λογιστικά βιβλία της Ενάγουσας για το έτος 2005 με σκοπό να διεκπεραιώσει συγκεκριμένη εργασία. Για τη Συμφωνία ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4 ανέλαβε να καταλήξει σε συμπέρασμα αναφορικά με το κόστος αγοράς των προϊόντων που αφορούσε η εν λόγω Συμφωνία κάτι που την οδήγησε στον εντοπισμό των διαφόρων τιμολογίων που αφορούσαν αγορές αυτών των προϊόντων και κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 16 δέσμη αντιγράφων των εν λόγω τιμολογίων. Τα τελικά της συμπεράσματα τα παρουσίασε σε σχετική κατάσταση που ετοίμασε, το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 17 όπου καταγράφεται το συνολικό κόστος. Αναφορικά με τη Συμφωνία ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 ανέλαβε να υπολογίσει το μισθοδοτικό κόστος της Ενάγουσας που είχε ανά υπάλληλο και ανά ημέρα εργασίας για σκοπούς παροχής της υπηρεσίας που περιγράφεται στην εν λόγω Συμφωνία καταλήγοντας, με βάση τα στοιχεία που περισυνέλεξε και ανέφερε, στο συνολικό ημερήσιο μισθοδοτικό κόστος του κάθε υπαλλήλου. Η ΜΕ3 με σαφήνεια και με κάθε επεξήγηση και τεκμηρίωση αναφέρθηκε στον τρόπο που εργάσθηκε, τα στοιχεία και δεδομένα που έλαβε υπόψη της και το τελικό της αποτέλεσμα. Καθ' όλη τη διάρκεια της κύριας εξέτασης ήταν πλήρως διαφωτιστική και επεξηγηματική σε σχέση με την εργασία που ανέλαβε να διεκπεραιώσει και τα τελικά της συμπεράσματα και υπολογισμούς. Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της παρέμεινε σταθερή και συνεπής στην εκδοχή της. Πρέπει δε να επισημάνω ότι στη διάρκεια της αντεξέτασης της τέθηκαν γενικόλογες και αόριστες υποβολές του τύπου ότι ο τρόπος υπολογισμού που ακολούθησε και τα τελικά της συμπεράσματα είναι λανθασμένα και ότι τα συμπεράσματα της εργασίας της δεν έχουν αποδειχτική αξία, ή ότι δεν μπορεί το κόστος να καθορισθεί από τα τιμολόγια, υποβολές τις οποίες η ΜΕ3 απέρριψε αποστομωτικά και χωρίς οποιαδήποτε δυσκολία ή ενδοιασμό. Η ΜΕ3 επανέλαβε ξεκάθαρα τον τρόπο που προέβη στους υπολογισμούς της και τα στοιχεία που έλαβε υπόψη για να καταλήξει στα τελικά της συμπεράσματα καθορίζοντας μάλιστα για παράδειγμα για το κόστος μισθού των υπαλλήλων της Ενάγουσας και τη συγκεκριμένη μαθηματική πράξη που διενήργησε δίδοντας με αυτό τον τρόπο κάθε διευκρίνιση και επεξήγηση που μπορούσε να κριθεί αναγκαία. Καθ' ακολουθία όλων των πιο πάνω η μαρτύρια της ΜΕ3 κρίνεται απόλυτα τεκμηριωμένη και, ως τέτοια, γίνεται αποδεκτή καθ' ολοκληρίαν. Να πω και κάτι τελευταίο. Δεν έχει διαφύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι μεταξύ της μαρτυρίας της ΜΕ3 και του ΜΕ1 υπήρξαν κάποιες μικρές διαφορές στα ποσά που αναφέρονταν στο κόστος των Εναγόντων και στο κέρδος που προέκυπτε από την κάθε μια από τις δύο επίδικες Συμφωνίες. Θεωρώ, όμως, ότι τον ορθό προσδιορισμό των σχετικών ποσών έκανε η ΜΕ3 λόγω της ιδιότητας της και του γεγονότος ότι ήταν η ίδια που είχε διεκπεραιώσει τη σχετική εργασία και όχι ο ΜΕ1. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ4 Εξετάζοντας στη συνέχεια τη μαρτυρία του ΜΕ4 η οποία συνίστατο στην επιβεβαίωση των στοιχείων που περιέχονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15 αναφορικά με τις πτήσεις της ΗΛΙΟΣ για την περίοδο 26.12.05-30.11.06, αφού τα έλεγξε με τα αντίστοιχα στοιχεία που διατηρούνται στα αρχεία της υπηρεσίας του στο Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας για την επίδικη περίοδο με αποτέλεσμα να καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15 περιγράφει όλες τις πτήσεις που τέλεσε η ΗΛΙΟΣ η οποία στη συνέχεια μετονομάσθηκε σε A JET για την εν λόγω περίοδο, λέγω ότι ήταν απόλυτα σαφής και θετική. Μάλιστα, αντεξεταζόμενος ο ΜΕ4 και ερωτηθείς κατά πόσο είχε μαζί του το αρχείο, αφού απάντησε καταφατικά, το κατέθεσε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 25 τονίζοντας ότι οι πτήσεις είναι καταχωρημένες στο αρχείο με τον ίδιο αριθμό και στις ίδιες ημερομηνίες όπως το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15. Επαναλαμβάνω ο ΜΕ4 ήταν απόλυτα ξεκάθαρος στην τοποθέτηση ότι, έχοντας ελέγξει το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15 μαζί με το αρχείο, υπήρξε μεταξύ των δύο απόλυτη αντιστοιχία στις πτήσεις. Κατά τη γνώμη μου ο ΜΕ4 ήταν ένας απόλυτα αντικειμενικός και αμερόληπτος μάρτυρας ο οποίος με βάση την ιδιότητα και τα καθήκοντα του στο Τμήμα Πολιτικής Αεροπορίας κατέθεσε με ειλικρίνεια τα στοιχεία που του ζητήθηκαν και, επομένως, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ1 Αξιολογώντας στη συνέχεια τη μαρτυρία της ΜΥ1 θα ήθελα από την αρχή να επισημάνω ότι ένα μέρος της κυρίας της εξέτασης επικεντρώθηκε στο σχολιασμό μαρτυρίας που είχε προσαχθεί από πλευράς Ενάγουσας μέσω των μαρτύρων ΜΕ1 και ΜΕ3 και τεκμηρίων που κατατέθηκαν από τους εν λόγω μάρτυρες παρά μια αυθόρμητη παράθεση γεγονότων που είχαν να κάνουν με την παρούσα υπόθεση. Αντί, δηλαδή, να επικεντρωθεί αποκλειστικά στην παρουσίαση των όσων η ίδια γνώριζε για τα γεγονότα που έλαβαν χώρα και είχαν σχέση με τις επίδικες Συμφωνίες και γενικότερα τη συνεργασία των διαδίκων μέχρι και την ημερομηνία τερματισμού των εν λόγω Συμφωνιών καταπιάστηκε και με ζητήματα όπως ο τρόπος που ο ΜΕ1 αιτιολόγησε τα ποσά και το κόστος για τη Συμφωνία ημερ. 27.1.05 και τα οποία αξιώνει η Ενάγουσα στην αγωγή της και κατά πόσο αυτά ταυτίζονται ή διαφέρουν μ' εκείνα που κατέθεσε στη μαρτυρία της η ΜΕ3, λογίστρια της Ενάγουσας ή με αυτά που αξιώνονται στην αγωγή.[4] Προχωρούμε στη συνέχεια να εξετάσουμε τη βασική εκδοχή που προώθησε στο Δικαστήριο και η οποία βασικά συνίστατο στο ότι η ίδια, έχοντας αναλάβει να ελέγξει τις καταστάσεις λογαριασμού ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9 και 10 μαζί με τα τιμολόγια, διαπίστωσε ότι το προσωπικό που η Ενάγουσα διέθετε δεν επαρκούσε και δεν μπορούσε να καλύψει τις υπηρεσίες που ισχυρίζετο ότι παρείχαν στην Εναγομένη, ότι χρέωνε επιπλέον εργασίες χωρίς εντολή της Εναγομένης και ότι δεν παρείχε η Ενάγουσα καθαρές αποδείξεις στην Ενάγουσα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες.[5] Μέσα στα πλαίσια αυτής της εκδοχής ανέφερε ότι η Εναγομένη σε συνεννόηση με τους νομικούς της συμβούλους αποφάσισε να αποδεχθεί και να πληρώσει τα υπόλοιπα που αναφέρονταν στις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμών και γι' αυτό η ίδια υπέγραψε τις υπό αναφορά καταστάσεις. Παράλληλα ανέφερε ότι η Εναγόμενη μέσω του τότε Διευθυντή της Francis Uthourrisk, ο οποίος είχε αναλάβει προσωρινά τη διεύθυνση της Εναγομένης από το χρονικό διάστημα τον Οκτώβριο 2005 μέχρι αρχές του 2006, έκανε διεξοδικούς ελέγχους με το λογιστήριο και συναντήσεις με την Ενάγουσα υποδεικνύοντας και ζητώντας επανειλημμένα από την Ενάγουσα όπως παρέχει στην Εναγομένη καθαρές αποδείξεις για τις παρεχόμενες υπηρεσίες όσο και για τις επιπλέον υπηρεσίες που χρέωναν χωρίς την εντολή της Εναγομένης πράγμα που η Ενάγουσα ουδέποτε έπραξε. Εκείνο, ωστόσο, που είναι άξιο απορίας και προκαλεί εύλογα, κατά την άποψη μου, προβληματισμό αναφορικά με την πιο πάνω εκδοχή είναι το γεγονός ότι καθ' όλη τη διάρκεια της διεξαγωγής της εν λόγω έρευνας η Εναγομένη εξακολουθούσε να διατηρεί σχέσεις συνεργασίας με την Ενάγουσα προβαίνοντας κανονικά και στις πληρωμές των σχετικών τιμολογίων που εκδίδονταν από την Ενάγουσα. Συγκεκριμένα σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9 κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 3.10.05 - 12.12.05 είχαν εκδοθεί συνολικά 8 τιμολόγια και έναντι αυτών καταβλήθηκε από την Εναγομένη στην Ενάγουσα το συνολικό ποσό των €38.660,53. Επίσης, σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των 3.10.05 - 15.12.05 είχαν εκδοθεί συνολικά 13 τιμολόγια και καταβλήθηκε έναντι αυτών το ποσό των €38.499,23 από την Εναγομένη προς την Ενάγουσα. Με λίγα λόγια διαρκούσης της διενέργειας των πιο πάνω αναφερόμενων ελέγχων η Εναγομένη έκανε αποδεκτά 21 τιμολόγια που είχε εκδώσει η Ενάγουσα και κατέβαλε μάλιστα το συνολικό ποσό των ΛΚ77.000 περίπου (€131.500 περίπου). Επιπλέον άξιον απορίας είναι και ότι, ενώ η ΜΥ1 είχε αναφέρει ότι τα άτομα που εργάζονταν από μέρους της Ενάγουσας έρχονταν στο χώρο της Εναγομένης στη Δρομολαξιά και ότι ήταν εύκολο να ελέγχει κανείς τον αριθμό τους και το τι έκαμναν, εντούτοις δεν μπόρεσε να δώσει κάποια εξήγηση στο γεγονός ότι για 10 μήνες η Εναγομένη πλήρωνε τις υπηρεσίες τους χωρίς ποτέ να εγερθεί οποιοδήποτε παράπονο ή θέμα λέγοντας, απλώς, χωρίς, επαναλαμβάνω, να δίδει μια πειστική εξήγηση ότι με αυτό τον τρόπο δούλευε η Εναγομένη εταιρεία και ότι έπρεπε να πληρώνει του προμηθευτές της για να μπορεί να κάνει τις πτήσεις της και να εξυπηρετεί τους πελάτες της. Το ζήτημα όμως το οποίο δημιουργεί πολλά ερωτηματικά που αφορούν την αξιοπιστία της βασικής εκδοχής που η ΜΥ1 προώθησε στο Δικαστήριο είναι το ότι οι καταστάσεις λογαριασμού της Ενάγουσας ΤΕΚΜΗΡΙΑ 9 και 10 υπεγράφησαν από την ΜΥ1 στις 9.12.05- η ίδια ισχυρίσθηκε ότι τις υπέγραψε και στα εν λόγω Τεκμήρια η ημερομηνία η οποία αναγράφεται είναι 9.12.05 - αποδεχόμενη μ' αυτό τον τρόπο η Εναγόμενη να πληρώσει τα υπόλοιπα που αναφέρονταν στις εν λόγω καταστάσεις. Το πρώτο ερώτημα που εγείρεται είναι πως και οι εν λόγω καταστάσεις παρουσιάστηκαν στις 9.12.05 λαμβάνοντας υπόψη τις τελευταίες εγγραφές που περιέχονται στις εν λόγω καταστάσεις. Για παράδειγμα το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9 αναφέρεται σε χρεώσεις για παρασχεθείσες υπηρεσίες μέχρι και την 31.12.05, ενώ η άλλη κατάσταση ΤΕΚΜΗΡΙΟ 10 αναφέρεται σε χρεώσεις για παρασχεθείσες υπηρεσίες μέχρι και την 3.1.06. Και είναι γι' αυτό το λόγο που εγείρεται περαιτέρω το ερώτημα κατά πόσο τελικώς οι εν λόγω καταστάσεις δεν θα μπορούσαν στην πραγματικότητα να είχαν παρουσιαστεί στην Εναγομένη πριν τις 3.1.06 και ότι άρα παρουσιάστηκαν σε χρονικό διάστημα μετά που είχε μεσολαβήσει ο τερματισμός των επίδικων συμφωνιών στις 20.12.05 και, επομένως, για λόγους που δεν είχαν σχέση με αυτές τις χρεώσεις. Το δεύτερο ερώτημα που εγείρεται είναι πως οι εν λόγω καταστάσεις παρουσιάστηκαν στις 9.12.05 και έγιναν αποδεκτές εφόσον, με βάση την εκδοχή της ΜΥ1, είχαν μεσολαβήσει έλεγχοι και ενέργειες όπως έλεγχος και σύγκριση με τιμολόγια και επαφή με εκπρόσωπο της Εναγομένης - την Εμμανουέλλα Καπαγιαννίδη - για λήψη οδηγιών για να τους υπογράψει η ΜΥ1. Στην αντεξέταση της η ΜΥ1 όταν ρωτήθηκε για το χρόνο που της πήρε για να προχωρήσει στην υπογραφή των εν λόγω καταστάσεων λογαριασμών είχε απαντήσει ότι θα πήρε κάποιο χρονικό διάστημα. Έτσι και εδώ εγείρεται το περαιτέρω ερώτημα μήπως, τελικώς, δεν έγινε οποιοσδήποτε έλεγχος των καταστάσεων λογαριασμού με τα τιμολόγια και μήπως η Εναγόμενη προχώρησε στον τερματισμό των επίδικων συμφωνιών στις 20.12.05 αυθαίρετα και χωρίς να έχει μεσολαβήσει οποιοσδήποτε έλεγχος ο οποίος να οδήγησε σε διαπιστώσεις περί υπερχρεώσεων και/ή άλλων αντισυμβατικών ενεργειών της Ενάγουσας; Όλα αυτά τα αναφέρω γιατί, όπως προέκυψε, η εκδοχή της Εναγομένης που προωθήθηκε μέσω της ΜΥ1 ήταν ότι κατόπιν των ελέγχων που διενήργησε ελέγχοντας τις καταστάσεις λογαριασμού ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9 και 10 και τα τιμολόγια, είχε καταλήξει ότι η Ενάγουσα δεν παρείχε τα άτομα που είχε συμφωνήσει, ότι χρέωνε επιπλέον υπηρεσίες χωρίς εντολή της Εναγομένης και ότι δεν παρείχαν καθαρές αποδείξεις στην Εναγομένη για τις παρεχόμενες υπηρεσίες, με αποτέλεσμα, κατόπιν συνεννόησης και με τους νομικούς της συμβούλους η Εναγομένη, να προχωρήσει μεν στην αποδοχή των εν λόγω λογαριασμών λόγω της πολιτικής της Εναγομένης να μην προχωρεί σε νομικές διαμάχες σε τέτοιου είδους υποθέσεις αλλά, παράλληλα, να τερματίσει τις Συμφωνίες με την Ενάγουσα τελειώνοντας έτσι κάθε συνεργασία μαζί της. Με άλλα λόγια, όπως παρουσιάσθηκε στην εκδοχή της ΜΥ1 ο τερματισμός των επιδίκων Συμφωνιών ήταν το αποτέλεσμα του ελέγχου που διενήργησε η ίδια στις καταστάσεις λογαριασμού ΤΕΚΜΗΡΙΑ 9 και 10 και στα τιμολόγια. Ένα άλλο ζήτημα που τέθηκε κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της ΜΥ1 ήταν ο ισχυρισμός της ότι η Ενάγουσα για τις υπηρεσίες της για τη Συμφωνία ημερ. 1.1.05 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) εξέδιδε σχετικά τιμολόγια (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 22) και η Εναγομένη με τη σειρά της κατέβαλλε τα αντίστοιχα ποσά στην Ενάγουσα και ότι τα εν λόγω τιμολόγια δεν παρείχαν καθαρή απόδειξη για τον αριθμό των υπηρεσιών που ζητούσε η Ενάγουσα να πληρωθεί, ενώ χρέωνε και επιπλέον υπηρεσίες χωρίς την εντολή της Εναγομένης αλλά και χωρίς να εξηγά στα τιμολόγια της η Ενάγουσα για ποιο λόγο, πότε και που παρείχαν τις υπηρεσίες, δηλαδή, χωρίς να υπάρχουν δικαιολογητικά χρέωσης των εν λόγω υπηρεσιών στα τιμολόγια που εξέδιδε η Ενάγουσα. Εκείνο, όμως, που σε κανένα σημείο δεν επεξηγήθηκε από την ΜΥ1 είναι ο λόγος που η Εναγομένη προέβαινε στην αποδοχή και πληρωμή των εκδοθέντων από την Ενάγουσα τιμολογίων χωρίς ποτέ να εκφράσει η Εναγόμενη οποιοδήποτε παράπονο ή προβληματισμό αναφορικά με το περιεχόμενο των τιμολογίων ενώ αυτά από την αρχή εκδίδονταν σ' αυτή τη μορφή όπως παρουσιάζονται στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ 22 παρά μόνο σε πολύ μεταγενέστερο στάδιο και λίγο πριν επισυμβεί ο τερματισμός των επιδίκων Συμφωνιών στις 20.12.05. Να πω και κάτι άλλο σε σχέση με τη μαρτυρία της ΜΥ1. Αρκετά ζητήματα που ανέφερε και που αφορούσαν κυρίως τα σχόλια και τις παρατηρήσεις της επί της κατάστασης υπηρεσιών που οι Ενάγοντες παρείχαν στους Εναγόμενους (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14) σε σχέση με τη Συμφωνία ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 ουδέποτε τέθηκαν στο ΜΕ1 για να τοποθετηθεί και να δώσει και ο ίδιος τις δικές του θέσεις και εξηγήσεις[6]. Το ίδιο ισχύει και για τα σχόλια και παρατηρήσεις που έκανε σε σχέση με το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 14 σε σύγκριση και σε συνάρτηση με τα τιμολόγια που εξέδωσαν οι Ενάγοντες για να καταλήξει σε συμπέρασμα υπερχρέωσης συνολικά 16 υπηρεσιών για το μήνα Οκτώβριο του 2005[7]. Είναι γνωστές οι συνέπειες από την παράλειψη αντεξέτασης ενός μάρτυρα σε ουσιαστικά ζητήματα. Παραπέμπω στην υπόθεση Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1 ΑΑΔ 785: ".. Στην απουσία δέουσας εξήγησης της παράλειψης (αντεξέτασης) το Δικαστήριο μπορεί εύλογα να μη λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς επί γεγονότων που διετυπώθηκαν στους μάρτυρες της άλλης πλευράς λόγω του ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στον αντίδικο να αντικρούσει με μαρτυρία τους ισχυρισμούς αυτούς. Στην απουσία μιας τέτοιας αντιπαράθεσης το Δικαστήριο μένει μόνο με τη μια πλευρά της ιστορίας και μπορεί για το λόγο αυτό να την απορρίψει ως μονόπλευρη και ασύμβατη με το δικαίωμα της άλλης πλευράς να έχει την κατάλληλη ευκαιρία να παρουσιάσει την υπόθεση της επί του σημείου". Παραπέμπω επίσης στην υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd v.Acuac In
(2002)1 ΑΑΔ 1527: "Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι κατά την αντεξέταση τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα". Στην πιο πάνω υπόθεση η παράλειψη αντεξέτασης με κάποια συγκεκριμένη πτυχή της υπεράσπισης ήταν, σύμφωνα με το Δικαστήριο, καθοριστική και σήμαινε το τέλος του ζητήματος. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης, επί των αμφισβητουμένων της υπόθεσης σημείων, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία και, συνεπακόλουθα, την εκδοχή της ΜΥ
- Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΥ2 Αξιολογώντας τη μαρτυρία του ΜΥ2 διαπίστωσα ότι, παρά τα γεγονός ότι εργάζετο ως οδηγός στην Εναγόμενη εταιρεία και είχε διάφορα καθήκοντα τόσο εντός όσο και εκτός της μονάδας της εταιρείας, προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο ότι ήταν σε θέση να γνωρίζει σε όλη τη διάρκεια της Ενάγουσας με την Εναγόμενη από τον Ιανουάριο του 2005 μέχρι τον Οκτώβριο του 2005 και για κάθε μέρα που μεσολάβησε τον συγκεκριμένο αριθμό ατόμων που υπήρχαν από μέρους της Ενάγουσας στα πλαίσια των υπηρεσιών που πρόσφερνε η Ενάγουσας προς την Εναγόμενη. Και τούτο παρά το γεγονός ότι, όπως ο ίδιος το είχε θέσει, η δουλειά του δεν ήταν ένα πράγμα και ότι μπορούσε να πηγαίνει στο αεροδρόμιο, να βοηθά στην τροφοδοσία, να ομιλεί με τους αεροσυνοδούς και να περνά αρκετό χρόνο στο αεροδρόμιο για οδήγηση αυτοκινήτων εντός του αεροδρομίου και μεταφορά αντικειμένων από τα αυτοκίνητα και τοποθέτηση τους εντός των αεροσκαφών. Δεν θεωρώ με άλλα λόγια λογικοφανή, ούτε αληθοφανή την εκδοχή που προσπάθησε να προωθήσει ενώπιον του Δικαστηρίου και, ειδικότερα, τον συγκεκριμένο αριθμό ατόμων που δούλευαν από το προσωπικό της Ενάγουσας στο πλυντήριο και για τις άλλες συναφείς υπηρεσίες που προσέφερναν οι Ενάγοντες καθ' ην στιγμή ο ίδιος είχε τις δικές του αρμοδιότητες και καθήκοντα και υποχρεώσεις και δεν είχε κανένα ιδιαίτερο λόγο να παρατηρεί σε καθημερινή βάση το πόσα άτομα δούλευαν από μέρους των Εναγόντων. Μάλιστα δεν είχε κανένα δισταγμό ή ενδοιασμό όταν ρωτήθηκε σχετικά στην κύρια εξέταση να αναφέρει γεγονότα για τα οποία δεν είχε, όπως ήταν φανερό, οποιαδήποτε προσωπική γνώση και αντίληψη και αναφέρομαι στην αναφορά που έκαμε ότι είχε ακουστεί ότι υπήρχαν υπερχρεώσεις. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης κρίνω ότι δεν μπορώ να στηριχθώ στη μαρτυρία του ΜΥ2 για τα όσα επιχείρησε να αναφέρει και τα οποία θα μπορούσαν να ήταν βοηθητικά και υποστηρικτικά της εκδοχής των Εναγομένων στους οποίους εργάζεται από την 1.8.
- Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ3 Αξιολογώντας στη συνέχεια τη μαρτυρία της ΜΥ3 η οποία συνίστατο στις διαπιστώσεις που είχε κάνει με βάση τις σχετικές εγγραφές που εντόπισε στα αρχεία των Εναγομένων και την κατάθεση των ΤΕΚΜΗΡΙΩΝ 33, 34 και 35, διαπιστώνω ότι ήταν σαφής και θετική. Εξήγησε ξεκάθαρα ότι στην κατάσταση ΤΕΚΜΗΡΙΟ 33 υπάρχει σχετική καταγραφή για τα συγκεκριμένα trolleys και για το ποσό ΛΚ1042 και από το ΤΕΚΜΗΡΙΟ 34, που αποτελεί κατάσταση αποθεμάτων για το μήνα που ενδιέφερε, δηλαδή το Φεβρουάριο 2006, προκύπτει ως απόθεμα των Εναγομένων τα 6000 trolleys τα οποία δεν είχαν επιστραφεί στους Εναγομένους με αποτέλεσμα να διαγραφούν. Λαμβάνοντας υπόψη την ιδιότητα και τα καθήκοντα της που είναι αυτά της υπεύθυνης λογιστηρίου που ασχολείτο με τα λογιστικά και βοηθούσε στην παράδοση των αποτελεσμάτων για κάθε μήνα και τα όσα Τεκμήρια κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου καταλήγω ότι ήταν σε θέση να αναφέρει αυτά που ανέφερε και να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τα αποθέματα που αφορούσαν τα συγκεκριμένα trolleys επειδή δεν είχαν επιστραφεί στους Εναγόμενους είχαν διαγραφεί. Ήταν ξεκάθαρη ότι από τις εγγραφές και λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός το οποίο η ίδια ήταν σε θέση να γνωρίζει, ότι με την παράδοση των αποτελεσμάτων του κάθε μήνα γίνεται και η ανάλογη εγγραφή για τη διόρθωση του αποθέματος, προέκυπτε το γεγονός αν είχαν επιστραφεί ή όχι τα συγκεκριμένα trolleys. Όσον αφορά την αξία αυτών των trolleys και αυτό έχει διαπιστωθεί μέσω των Τεκμηρίων που κατέθεσε από τα στοιχεία της εταιρείας της και μάλιστα η ίδια ανέφερε αντεξεταζόμενη ότι στα αποθέματα τα 6000 trolleys είχαν τη συγκεκριμένη αξία που αναγράφετο, δηλαδή, ΛΚ
- Όταν ρωτήθηκε στην αντεξέταση ποιος είχε καθορίσει αυτή την αξία η ίδια ήταν σε θέση να εξηγήσει τη διαδικασία που ακολουθείται σε τέτοιες περιπτώσεις και απάντησε ξεκάθαρα ότι η αξία στα αποθέματα (stocks) γίνεται βάσει τιμολογίου και ότι, παρά το ότι η ίδια δεν είχε εντοπίσει τιμολόγιο, πρέπει να υπήρχε στους φακέλους τιμολόγιο. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω αξιολόγησης η μαρτυρία της ΜΥ3 κρίνεται ειλικρινής και αξιόπιστη και την αποδέχομαι στο σύνολο της. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ4 Αξιολογώντας τη μαρτυρία του ΜΥ4 λέγω από την αρχή ότι αν και η βασική του θέση υπήρξε ότι, ως αποτέλεσμα των ελέγχων που είχε διενεργήσει αναφορικά με τις επίδικες συμφωνίες, οι χρεώσεις ήσαν μεγαλύτερες από αυτές που είχαν συμφωνηθεί και ότι τα τιμολόγια δεν υποστηρίζονταν από τις αναγκαίες αποδείξεις για τις υπηρεσίες που είχαν παρασχεθεί από τους Ενάγοντες, εν τούτοις κανένα συγκεκριμένο και απτό στοιχείο ή στοιχεία δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ούτως ώστε να τεκμηριώσει και να αποδείξει μια τέτοια εκδοχή. Οι αναφορές του για το θέμα αυτό ήταν εντελώς γενικόλογες και αόριστες χωρίς, επαναλαμβάνω, την παράθεση συγκεκριμένων και απτών στοιχείων. Περιορίστηκε γενικά και αόριστα στο να διατυπώνει τη θέση περί υπερχρεώσεων από μέρους των Εναγόντων και/ή χρεώσεων χωρίς αποδεικτικά στοιχεία χωρίς, ωστόσο, να τεκμηριώνει και να αποδεικνύει τη θέση αυτή με, επαναλαμβάνω, απτά και συγκεκριμένα στοιχεία και παρά το γεγονός ότι είχε ισχυρισθεί ότι είχε ένα "report" αναφορικά με τα αποτελέσματα των ερευνών του. Έπειτα, ενώ ένας θα ανέμενε για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα η πλευρά των Εναγομένων να είχε εγείρει θέμα και να διαμαρτυρηθεί προς την πλευρά των Εναγομένων πριν τις 20.12.05 που στάληκε η επιστολή τερματισμού, καμία επιστολή, κανένα γραπτό παράπονο ή ένσταση δεν έγινε από τους Εναγόμενους προς τους Ενάγοντες σε σχέση με το θέμα των υπερχρεώσεων και της έλλειψης παράθεσης στα τιμολόγια των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων, όπως, εξάλλου, παραδέχτηκε ο ΜΥ
- Μάλιστα εκείνο το οποίο είναι αξιοπρόσεκτο και φαίνεται παράδοξο είναι το γεγονός ότι, παρά το ότι ο ΜΥ4, με βάση την εκδοχή του, ως αποτέλεσμα των ελέγχων που είχε διενεργήσει είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι γίνονταν από τους Ενάγοντες υπερχρεώσεις και ότι τα τιμολόγια που εξέδιδαν δεν υποστηρίζονταν από περαιτέρω έγγραφα που να δείχνουν ότι οι υπηρεσίες είχαν παρασχεθεί, εν τούτοις ένα θέμα στις συναντήσεις του με το ΜΕ1 ήταν η εισήγηση του ΜΕ1 ή η παράκληση του για μείωση των χρεώσεων λόγω του ατυχήματος της ΗΛΙΟΣ, παραδεχόμενος ότι οι Εναγόμενοι δεν είχαν καμία πρόθεση να διακόψουν τη συνεργασία πλην της μείωσης των χρεώσεων και ότι ήθελε να πιέσουν τον ΜΕ1 για μια καλύτερη συμφωνία. Κάτι τέτοιο, βεβαίως, θέτει υπό σοβαρή αμφισβήτηση και αμφιβολία τους λόγους που επικαλέστηκαν οι Εναγόμενοι τερματίζοντας τις επίδικες συμφωνίες (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6). Όπως ανέφερα στο στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας της ΜΥ1 και στην περίπτωση του ΜΥ4 είναι άξιο απορίας και δημιουργεί εύλογα, κατά τη γνώμη μου, ερωτηματικά αναφορικά με την εκδοχή που προώθησε ενώπιον του Δικαστηρίου ο ΜΥ4 το γεγονός ότι καθ' όλη τη διάρκεια της διενέργειας των ελέγχων και της έρευνας που διεξήγαγε η Εναγόμενη εξακολουθούσε να προβαίνει αδιαλείπτως και χωρίς να διατυπώνει οποιαδήποτε επιφύλαξη ή ένσταση ή διαμαρτυρία προς την πλευρά της Ενάγουσας στην πληρωμή των τιμολογίων που εκδίδονταν από την Ενάγουσα με αποτέλεσμα για τη χρονική περίοδο από 3.10.05 μέχρι 12.12.05 να έχουν εκδοθεί συνολικά 8 τιμολόγια για το συνολικό ποσό των €38.660,53 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 9) και για την περίοδο από 3.10.05 μέχρι 15.12.05 άλλα 13 τιμολόγια και η Ενάγουσα να κάνει αποδεκτά και τα 21 τιμολόγια καταβάλλοντας μάλιστα το σημαντικό ποσό των ΛΚ77.000 (€131.500). Έπειτα η εξήγηση που ο ΜΥ4 προσπάθησε να προωθήσει στο Δικαστήριο για το λόγο που οι Εναγόμενοι πλήρωσαν ένα τέτοιο ποσό για τιμολόγια που είχαν εκδώσει οι Ενάγοντες διαρκούσης της έρευνας που έκαμναν οι Εναγόμενοι, ότι, δηλαδή δεν ήθελαν να εμπλακούν σε νομική διαμάχη με τους Ενάγοντες και ότι μια τέτοια πληρωμή δεν συνιστούσε αποδοχή των υπηρεσιών, δεν μου φάνηκε ούτε λογικοφανής, ούτε αληθοφανής. Ομοίως και η θέση που υποστήριξε ο ΜΥ4 ότι, αν σταματούσαν οι Εναγόμενοι να πληρώνουν τους Ενάγοντες οι τελευταίοι πιθανόν να σταματούσαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους με συνέπεια οι Εναγόμενοι να μην μπορούν να εξυπηρετούν τους πελάτες τους δεν πείθει. Η συνέχιση πληρωμής και η εξόφληση αριθμού τιμολογίων των Εναγόντων χωρίς σε οποιοδήποτε στάδιο να τεθεί οποιαδήποτε διαμαρτυρία, ένσταση ή επιφύλαξη από μέρους των Εναγομένων σε σχέση με υπερχρεώσεις που γίνονταν ή τις υπηρεσίες που αναφέρονταν σε τιμολόγια χωρίς τα αναγκαία αποδεικτικά στοιχεία παρά μόνο μια επαφή του ΜΥ4 και του ΜΕ1 και μια προσπάθεια του πρώτου για μείωση των χρεώσεων χωρίς να επιζητείται από τους Εναγόμενους η διακοπή της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων θέτει, κατά την άποψη μου, υπό σοβαρή αμφιβολία - το λιγότερο που μπορεί να λεχθεί - την αξιοπιστία της όλης εκδοχής που προωθήθηκε στο Δικαστήριο τόσο μέσω του ΜΥ4 όσο και μέσω της ΜΕ
- Κατ' ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης, επί των αμφισβητουμένων της υπόθεσης σημείων, δεν αποδέχομαι την εκδοχή του ΜΥ
- Ένα τελευταίο σχόλιο για την εκδοχή της πλευράς των Εναγομένων. Αν η πλευρά των Εναγομένων ήθελε με σοβαρότητα να υποστηρίξει ότι κάποιες συγκεκριμένες χρεώσεις των Εναγόντων δεν ήταν επιτρεπτές και/ή ότι επιβλήθηκαν κατά παράβαση των επιδίκων Συμφωνιών και/ή ότι κάποιες υπηρεσίες χρεώθηκαν χωρίς να είχαν ζητηθεί από τους Εναγόμενους, όφειλαν να υποδείξουν συγκεκριμένα στο Δικαστήριο ποιες ήταν αυτές οι χρεώσεις και υπηρεσίες. Παράλληλα δε αυτά θα έπρεπε να είχαν τεθεί κατά συγκεκριμένο τρόπο στον ΜΕ1 ενώ αυτός αντεξετάζετο για να μπορέσει να τοποθετηθεί και να δώσει τις δικές του εξηγήσεις και απαντήσεις. Η απλή, γενική και αόριστη αναφορά σε υπερχρεώσεις και/ή χρεώσεις για υπηρεσίες που δεν είχαν ζητηθεί δεν είναι αρκετή, κατά τη γνώμη μου, για να τεκμηριώσει την εκδοχή των Εναγομένων όπως αυτή παρουσιάστηκε και προωθήθηκε μέσω της ΜΥ1 και του ΜΥ4 στο Δικαστήριο. Σ' ό,τι αφορά την αγωγή υπ' αρ. 874/06 επισημαίνεται ότι η πλευρά των Εναγόντων δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη της Απαίτησης της. Ταυτόχρονα δεν έχει ασχοληθεί καθόλου με το περιεχόμενο της Ανταπαίτησης των Εναγομένων. Σε κανένα στάδιο η πλευρά των Εναγόντων δεν έχει σχολιάσει την Ανταπαίτηση των Εναγομένων. Η μόνη μαρτυρία η οποία έχει προσκομιστεί σε σχέση με την Ανταπαίτηση προήλθε από την πλευρά των Εναγομένων και, συγκεκριμένα, μέσω των μαρτύρων ΜΥ1 και ΜΥ
- Επομένως δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση του συνηγόρου των Εναγόντων ότι επειδή Τεκμήρια που είχαν σχέση με την Ανταπαίτηση και αναφέρθηκαν στα πλαίσια προσκόμισης της μαρτυρίας των Εναγομένων δεν τέθηκαν υπόψη του ΜΕ1 όταν αυτός αντεξετάζετο, δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψη, εφόσον ο ΜΕ1 ουδεμία αναφορά έκανε στο περιεχόμενο της Ανταπαίτησης των Εναγομένων. Υπενθυμίζω ότι υπήρξε συνεκδίκαση των αγωγών που αναφέρονται στον τίτλο της παρούσας απόφασης όπως, επίσης, και της Απαίτησης και Ανταπαίτησης στην Αγωγή υπ' αρ. 874/
- ΕΥΡΗΜΑΤΑ Κατ' ακολουθία της πιο πάνω αξιολόγησης διατυπώνονται τα ακόλουθα ευρήματα: ü Η Ενάγουσα εταιρεία καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με την παροχή υπηρεσιών προσωπικού και/ή ετοιμασίας αεροστεγών προϊόντων (preparation of dry stores and amenity services) και/ή με άλλες συναφείς εργασίες που αφορούν εμπορικές πτήσεις η οποία εμπορεύετο υπό την εμπορική επωνυμία M&M Caterhome. ü Η Εναγόμενη εταιρεία καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με την παροχή υπηρεσιών και/ή προϊόντων σε αεροπορικές πτήσεις αεροπορικών εταιρειών και/ή διατηρούσε διάφορα τμήματα τροφοδοσίας αεροπορικών εταιρειών όπως μεταξύ άλλων τμήματα κουζίνας, πλυσταριού, αποθηκών και/ή τμήματα ετοιμασίας και μεταφοράς φαγητών σε δίσκους που προορίζονταν σε αεροπλάνων συγκεκριμένων αεροπορικών εταιρειών για συγκριμένες πτήσεις. ü Η Ενάγουσα συνήψε δύο συμφωνίες με την Εναγόμενη δια των οποίων η Ενάγουσα θα παρείχε υπεργολαβικά στην Εναγόμενη διάφορες υπηρεσίες σχετικές με τις δραστηριότητες της. ü Η Πρώτη Συμφωνία ημερ. 1.1.2005 ήταν διάρκειας τριών ετών με ημερομηνία έναρξης την 1.1.2005 και ημερομηνία λήξης την 31.12.2007 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3). ü Η Συμφωνία αυτή προνοούσε ότι η Ενάγουσα θα παρείχε στην Εναγόμενη τουλάχιστον οκτώ άτομα για σκοπούς καθαρισμού του εξοπλισμού της Εναγόμενης και η Εναγόμενη θα κατέβαλλε στην Ενάγουσα το ποσό των ΛΚ18,50 (€31,60) ανά άτομο την ημέρα. ü Η Δεύτερη Συμφωνία ημερ. 27.1.2005 ήταν διάρκειας δύο ετών με ημερομηνία έναρξης την 1.1.2005 και ημερομηνία λήξης την 31.1.2007 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4). ü Η Συμφωνία αυτή προνοούσε ότι η Ενάγουσα θα παρείχε στην Εναγομένη υπηρεσίες που αφορούσαν την ετοιμασία αεροστεγών προϊόντων μιας χρήσης και η Εναγόμενη θα κατέβαλλε στην Ενάγουσα το ποσό των ΛΚ80 (€136,68) για κάθε υπηρεσία για κάθε αεροπορική πτήση. ü Η Εναγόμενη με επιστολή της ημερ. 20.12.2005 ενημέρωσε την Ενάγουσα ότι οι εν λόγω Συμφωνίες θα τερματίζονταν στις 2.1.2006 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6). Στην εν λόγω επιστολή η Εναγόμενη προέβαλε ως λόγο τερματισμού υπερχρεώσεις της Ενάγουσας. ü Η Ενάγουσα απάντησε με διπλοσυστημένη επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 29.12.2005 δια της οποίας αρνήθηκαν πλήρως το περιεχόμενο και τους ισχυρισμούς της εν λόγω επιστολής και κάλεσε την Εναγόμενη να συμμορφωθεί με τις συμβατικές της υποχρεώσεις (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 8). ü Κατά την ημερομηνία τερματισμού η Εναγόμενη όφειλε στην Ενάγουσα το συνολικό ποσό των ΛΚ31.375 σύμφωνα με σχετικές καταστάσεις λογαριασμών στις οποίες η Ενάγουσα καταχωρούσε τις χρεοπιστώσεις που γίνονταν σύμφωνα με τα τιμολόγια που εκδίδονταν και τις πληρωμές που λάμβανε από την Εναγόμενη. Οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμών και το χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσιαζόταν στις 31.12.2005 έτυχε αναγνώρισης και αποδοχής από την Εναγόμενη δια σχετικής γραπτής αναφοράς και υπογραφής επί των εν λόγω καταστάσεων. Το συνολικό χρεωστικό υπόλοιπο που παρέμενε οφειλόμενο και αναγνωρίστηκε ήταν το ποσό των ΛΚ30.639,
- Η διαφορά που προκύπτει μεταξύ του ποσού των ΛΚ30.639,20 και του ποσού των ΛΚ31.375 αφορά ανάλογη χρέωση που έλαβε χώρα στις 3.1.2006 και παρουσιάζεται ως τελευταία εγγραφή επί της σχετικής κατάστασης λογαριασμού. ü Η Ενάγουσα ενημέρωσε γραπτώς την Εναγόμενη δια επιστολών της με ημερ. 11.1.2006 και 12.1.2006 και απαίτησε την εξόφληση του χρεωστικού υπόλοιπου (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 11 και ΤΕΚΜΗΡΙΟ 12 αντίστοιχα). ü Η Εναγόμενη προέβη σε πληρωμές έναντι του χρέους τους με αποτέλεσμα το υπόλοιπο να μειωθεί σε ΛΚ9.184 (€15.691,80). ü Ενώ η Εναγόμενη στην αρχή είχαν δικαιολογήσει την απόφαση τους για τερματισμό των επίδικων Συμφωνιών προβάλλοντας τη θέση ότι η Ενάγουσα υπερχρεώνει και/ή ότι οι χρεώσεις της δεν δικαιολογούνταν (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6) στη συνέχεια με επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 24.2.2006 δικαιολόγησαν την απόφαση τους στο γεγονός ότι είχε μειωθεί ουσιαστικά ο κύκλος εργασιών τους λόγω του τραγικού δυστυχήματος του αεροπλάνου της HELIOS (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 13). ü Το κόστος αγοράς όλων των προϊόντων που αναγράφονται στην δεύτερη σελίδα της συμφωνίας ημερ. 1.2.05 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) που αναφέρεται στα προϊόντα κάτω από τον τίτλο "BLUE BAG" και "STANDARD UNITS" ανήρχετο στο ποσό των ΛΚ30,
- ü Το κόστος της Ενάγουσας για κάθε υπάλληλο που προσφερόταν στην Εναγόμενη στα πλαίσια της συμφωνίας ημερ. 1.1.05 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 4) και συγκεκριμένα το συνολικό ημερήσιο μισθωτικό κόστος του κάθε υπαλλήλου στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας ανήρχετο στο ποσό ΛΚ12,
- ü Μετά το τραγικό ατύχημα της ΗΛΙΟΣ τον Αύγουστο του 2005 ο κύκλος πτήσεων και δρομολογίων της ΗΛΙΟΣ συνεχίστηκε με τη νέα ονομασία A JET μέχρι και τον Οκτώβριο του 2006 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 15). Η Εναγόμενη συνέχισε να τροφοδοτεί την ΗΛΙΟΣ και μετά τον τερματισμό των συμφωνιών μέχρι και τον Οκτώβριο του
- ü Οι υπηρεσίες των Εναγόντων παρείχονται πάντα σύμφωνα με τις οδηγίες των Εναγομένων οι οποίοι ουδέποτε εξέφρασαν οποιοδήποτε παράπονο καθ' όλη τη διάρκεια των επιδίκων Συμφωνιών μέχρι και το χρόνο του τερματισμού τους. ü Οι Ενάγοντες παρέλειψαν μέχρι σήμερα να επιστρέψουν προς τους Εναγόμενους 6000 trolleys rubbish bags αξίας ΛΚ1042,80 που αποτελούσε εμπόρευμα των Εναγομένων. ΕΞΕΤΑΣΗ ΕΡΩΤΗΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΕΓΕΙΡΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Δύο είναι τα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση. (αγωγή υπ' αρ. 891/06) Πρώτον κατά πόσον οι επίδικες Συμφωνίες έχουν τερματισθεί από τους Εναγομένους νόμιμα ή όχι. Δεύτερον σε περίπτωση που υπήρξε παράνομος τερματισμός των επιδίκων Συμφωνιών κατά πόσο δικαιολογούνται οι αξιούμενες από τους Ενάγοντες αποζημιώσεις. Κατ' ακολουθία της αξιολόγησης της παρασχεθείσας μαρτυρίας και των ευρημάτων του Δικαστηρίου προχωρώ να εξετάσω τη νομιμότητα του τερματισμού των επιδίκων Συμφωνιών δια της επιστολής τερματισμού ημερ. 20.12.05 (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 6) σύμφωνα με την οποία ω λόγοι τερματισμού αναφέρονται οι από μέρους των Εναγόντων χρεώσεις για επιπρόσθετες υπηρεσίες χωρίς να υπάρχει σχετική εντολή ή αποδεικτικά στοιχεία τέτοιων υπηρεσιών ως, επίσης και υπερχρεώσεις. Προς το σκοπό διατύπωσης των τελικών μου συμπερασμάτων αναφορικά με τη νομιμότητα ή μη του τερματισμού από μέρους των Εναγομένων των επιδίκων Συμφωνιών, έλαβα ιδιαίτερα υπόψη μου τα ακόλουθα δεδομένα και γεγονότα: ® Το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι προέβαιναν στην αποδοχή και πληρωμή των εκδοθέντων από τους Ενάγοντες τιμολογίων χωρίς ποτέ να εκφράσουν οποιοδήποτε παράπονο ή προβληματισμό αναφορικά με το περιεχόμενο των τιμολογίων παρά μόνο σε πολύ μεταγενέστερο στάδιο και λίγο πριν επισυμβεί ο τερματισμός των επιδίκων Συμφωνιών στις 20.12.
- ® Το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι προχώρησαν στην αποδοχή των χρεωστικών υπολοίπων χωρίς να λάβουν οποιοδήποτε μέτρο για να προστατεύσουν τους εαυτούς τους αποδεχόμενοι, μ' αυτό των τρόπο, ανεπιφύλαχτα, τις χρεώσεις των Εναγόντων προχωρώντας μάλιστα και στην καταβολή πληρωμής. ® Το γεγονός ότι οι υπηρεσίες των Εναγόντων παρέχονταν πάντα σύμφωνα με τις οδηγίες των Εναγομένων οι οποίοι ουδέποτε εξέφρασαν οποιοδήποτε παράπονο καθ' όλη της διάρκεια των επιδίκων Συμφωνιών μέχρι και το χρόνο του τερματισμού τους. ® Το γεγονός ότι ουδέν απτό και συγκεκριμένο στοιχείο, κανένας υπολογισμός και/ή απολογισμός κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με τα αποτελέσματα των ελέγχων που οι Εναγόμενοι διενήργησαν και στη βάση των οποίων είχαν καταλήξει σε συμπεράσματα περί έλλειψης αποδεικτικών στοιχείων για υπηρεσίες που είχαν χρεώσει οι Ενάγοντες ως και για υπερχρεώσεις από μέρους των Εναγόντων, δηλαδή για μεγαλύτερες χρεώσεις από αυτές που είχαν συμφωνηθεί. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι ο τερματισμός των επιδίκων Συμφωνιών μέσω της επιστολής ημερ. 20.12.05 δεν ήταν νόμιμος (lawful termination) ενόψει της απόρριψης από το Δικαστήριο των λόγων που οι Εναγόμενοι επικαλέστηκαν ως δικαιολογία για την ενέργεια του τερματισμού[8] και συνιστά παράβαση και/ή αποκήρυξη των εν λόγω Συμφωνιών από μέρους των Εναγομένων. Η εν λόγω παράβαση και/ή αποκήρυξη των επιδίκων Συμφωνιών δίδει το δικαίωμα στους Ενάγοντες να απαλλαγούν από αυτές διατηρώντας, ωστόσο, το δικαίωμα αξίωσης αποζημιώσεων για ζημιές ή απώλειες που έχουν υποστεί ως αποτέλεσμα αυτής της παράβασης. Ανοίγω εδώ μια παρένθεση για να αναφερθώ σύντομα στις περιπτώσεις όπου υπάρχει αποκήρυξη της συμφωνίας από ένα συμβαλλόμενο μέρος. Υπάρχει αποκήρυξη της συμφωνίας όταν το ένα συμβαλλόμενο μέρος με λέξεις ή συμπεριφορά δείχνει την πρόθεση του να μην εκπληρώσει ή ευθέως δηλώνει ότι δεν θα μπορέσει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε βάσει της συμφωνίας σε κάποιο ουσιαστικό της μέρος. Μια απόλυτη άρνηση ενός συμβαλλομένου μέρους να εκπληρώσει το δικό του μέρος στη συμφωνία, δίδει το δικαίωμα στο άλλο μέρος να θεωρήσει τον εαυτό του ότι απηλλάγη της συμφωνίας. Παραθέτω την ακόλουθη περικοπή από το σύγγραμμα CHITTY ON CONTRACTS General Principles 27η έκδοση σελ. 1161 παραγρ. 24-016:- "Renunciation: A renunciation of a contract occurs when one party by words or conduct evinces an intention not to perform, or expressly declares that he is or will be unable to perform, his obligations under the contract in some essential respect. An absolute refusal by one