Λάμπρος Γεωργίου Παπακωνσταντίνου κ.α. ν. Αγγελής Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2104/10, 5/12/2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A161 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2104/10
- Λάμπρος Γεωργίου Παπακωνσταντίνου
- Γεώργιος Γεωργίου
- Χαρίκλεια Γεωργίου
- Παπακωνσταντίνος & Υιοί Λιμιτεδ Ενάγοντες- Καθ΄ ων η Αίτηση και
- Αγγελής Γεωργίου
- Consortia Europe Limited
- Hawksford Industries Cy Ltd Εναγόμενοι - Αιτητές Αίτηση Ημερομηνίας 9.8.2011 Ημερομηνία: 5/12/2011 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κα Κολατσή (για να ακούσει απόφαση ο κ. Λεοντίου). Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Κορομίας. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 11.5.2011, οι ενάγοντες, στα πλαίσια μονομερούς αίτησης την οποία προώθησαν, εξασφάλισαν διάταγμα με το οποίο τους παραχωρήθηκε άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής στην εναγόμενη αρ.2 εταιρεία εκτός δικαιοδοσίας, συγκεκριμένα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η ως άνω εναγόμενη αρ. 2 εταιρεία εμφανίστηκε στη διαδικασία υπό διαμαρτυρία, καταχωρώντας σχετικό επί τούτου σημείωμα εμφάνισης. Προχώρησε στη συνέχεια στην καταχώρηση και προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης, στα πλαίσια της οποίας αξιώνει:
- Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρούται και/ή παραμερίζεται ως αντικανονικό και/ή παράτυπο το εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 11/05/2011 με το οποίο χορηγήθηκε άδεια στους Ενάγοντες για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του κλητηρίου εντάλματος στους Εναγομένους.
- Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρούται και/ή να παραμερίζεται ως άκυρη και/ή παράτυπη και/ή κακή και/ή αντικανονική η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους Εναγομένους του κλητηρίου εντάλματος.
- Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή διάταγμα το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις.
- Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, πλέον Φ.Π.Α. Η ίδια η αίτηση ορίζει ως νομικό υπόβαθρο της τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας Δ.5 θ.1-2, θ.9-10, Δ.6 θ.1, Θ.4-9, Δ.16 θ.1-5, θ.9, Δ.39, Δ.
- θ.1-4, θ.7-9, θ.11-13, Δ.51 θ.2, θ.2Α & θ.6-7, το Άρθρο 30 του Συντάγματος, το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) 1348/2000 όπως αντικαταστάθηκε από τον (ΕΚ) 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, την Απόφαση του Δικαστηρίου (τρίτο τμήμα) της 8ης Μαΐου 2008 [αίτηση του Bundesgerichtshof (Γερμανία), για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως], την Υπόθεση C-14/07 Ingenieurburo Michael Weiss und Partner GbR v. Industrie- und Handelskammer Berlin, στη Δημοσίευση (2008/C 158/07) της 21/06/2008 της Επίσημης Εφημερίδας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρο 3 και 9, καθώς και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση καταγράφονται στο σώμα της. Ειδικότερα, προτάσσεται πως: (α) H δυνάμει του διατάγματος ημερομηνίας 11/05/2011 πρόνοια με την οποίαν δίδεται άδεια και επιτρέπεται η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός της δικαιοδοσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας αντί της ειδοποίησης αυτού, πάσχει ως αντικανονική στο πρόσωπό της και είναι αντίθετη με τις νενομισμένες και απαιτούμενες από τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας πρόνοιες ως προς την μορφή επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος σε μη Κύπριους υπηκόους και ως αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι/Αιτητές δικαιούνται στον παραμερισμό του εναντίον τους διατάγματος δικαιωματικά (ex debito justiae) προς όφελός τους. (β) Η επίδοση από τους Ενάγοντες του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας αντί της ειδοποίησης αυτού, υπόκειται σε ακυρότητα εφόσον αυτή έχει πραγματωθεί αντικανονικά και παράτυπα και κατά τρόπο που δεν είναι σύμφωνος με τις πρόνοιες των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. (γ) Επιπρόσθετα, κατά παράβαση των επιταγών του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αλλά και των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, οι Ενάγοντες παράλειψαν να συμπεριλάβουν στα επιδοθέντα προς τους Εναγόμενους 2 έγγραφα, μετάφραση της αίτησης ημερομηνίας 19/04/2011 δυνάμει της οποίας επιτεύχθηκε η έκδοση του εν λόγω διατάγματος καθώς και τη συνοδεύουσα αυτή ένορκη δήλωση. (δ) Περαιτέρω, οι Ενάγοντες κατά τρόπο αντικανονικό και αυθαίρετο επέδωσαν μόνο μέρος της Ένορκης Δήλωσης που υποστήριξε την αίτηση ημερομηνίας 14/09/2011 και στοιχειοθέτησε την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 11/05/2011 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, εφόσον δεν επέδωσαν μαζί με την Ένορκη αυτή Δήλωση και τα Τεκμήρια στα οποία αναφέρεται. (ε) Ως εκ των πιο πάνω αναφερθέντων η νομιμότητα της όλης διαδικασίας που οδήγησε και ακολούθησε την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 11/05/2011 πάσχει και είναι νομικά άκυρο ενώ ως αποτέλεσμα της μη επίδοσης σε αυτούς όλων των εκ των ισχυόντων θεσμών απαραίτητων εγγράφων ως ανωτέρω, οι Εναγόμενοι στερούνται του συνταγματικού δικαιώματός τους να είναι ενήμεροι για την πραγματοποιηθείσα εναντίον τους δικαστική διαδικασία, ως και του δικαιώματος τους να προβάλουν την θέση τους ενώπιον του δικαστηρίου ως προς τη διαδικασία αυτή, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε εν τη απουσία τους διάταγμα που επηρεάζει τα δικαιώματά τους. Την αίτηση συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση της Ευτυχίας Μόργκαν από τη Λεμεσό, ημερ. 4/8/
- Η κα. Μόργκαν, θέτοντας με την ως άνω δήλωση της το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων που υποστηρίζει την υπό συζήτηση αίτηση, επαναλαμβάνει ουσιαστικά τους ως άνω λόγους επί των οποίων η αίτηση εδράζεται. Οι ενάγοντες, (καθ' ων η αίτηση στα πλαίσια της παρούσας) καταχώρησαν ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης στην αίτηση. Ένσταση η οποία εδράζεται πέραν από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Περί Πολιτικής Δικονομίας, Δ.5 θθ.1,2,9 και 10, Δ.6 θθ.1,4,5,6,7,8 και 9, Δ.16 θ.9, Δ.39, Δ.48 και Δ.51, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο άρθρο 29, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρα 1Α, 3, 30 και 179, στους Κανονισμούς (ΕΚ) αρ. 1393/2007 και 805/2004, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως επίσης στις συμφυείς και εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης προβάλλονται στο σώμα της. Ειδικότερα, προτάσσεται πως: «
- H αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή δεν αποκαλύπτεται λόγος παραμερισμού και/ή ακύρωσης της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής και/ή του διατάγματος ημερομηνίας 11/05/
- Το διάταγμα ημερομηνίας 11/05/2011 εκδόθηκε στα πλαίσια της αρμοδιότητας και/ή των εξουσιών του Δικαστηρίου.
- Οι Ενάγοντες / Καθ΄ ων η Αίτηση ορθά και/ή νομότυπα επέδωσαν το κλητήριο ένταλμα και όχι την ειδοποίηση αυτού δυνάμει του διατάγματος ημερομηνίας 11/05/2011 και/ή του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 1393/
- Οι Ενάγοντες / Καθ΄ ων η Αίτηση ορθά και/ή νομότυπα δεν επέδωσαν μετάφραση της αίτησης ημερομηνίας 19/04/
- Οι Ενάγοντες / Καθ΄ ων η Αίτηση ορθά και/ή νομότυπα δεν επέδωσαν τα τεκμήρια της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την αίτηση ημερομηνίας 19/04/2011.» Ο δικηγόρος Ανδρέας Κορομίας, με την ένορκη δήλωση του ημερ. 13/10/2011, η οποία συνοδεύει την ένσταση, αφού απορρίπτει τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς στην ως άνω ένορκη δήλωση της Ευτυχίας Μόργκαν που υποστηρίζει την αίτηση, υποδεικνύει ότι οι ενάγοντες-καθ΄ ων η αίτηση έχουν συμμορφωθεί πλήρως με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 11/5/2011 και τις πρόνοιες του Κανονισμού ΕΚ.1393/
- Η επίδοση, προσθέτει, έγινε απολύτως ορθά και νομότυπα στις 14/7/2011 ως η συνημμένη στη δήλωση του βεβαίωση επίδοσης, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι η αιτήτρια εταιρεία καμία βλάβη ή ζημία υπέστη ούτε επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα της. Σε κάθε περίπτωση, υποδεικνύει, με βάση τις πρόνοιες του Κανονισμού ΕΚ 1393/2007, η εναγομένη 2 εταιρεία είχε δικαίωμα να αρνηθεί την επίδοση των εγγράφων λόγω της γλώσσας των εγγράφων, γεγονός το οποίο δεν επικαλέστηκε κατά τον χρόνο επίδοσης. Καταλήγοντας, επιζητεί την απόρριψη της αίτησης με έξοδα υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση. Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπό συζήτηση αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επέλεξαν να περιοριστούν σε αγορεύσεις, τις οποίες μάλιστα προνόησαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου, υιοθετώντας τις, στα πλαίσια των οποίων ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους παραπέμποντας σε σχετική με το ζήτημα νομολογία. Το Δικαστήριο έχει μελετήσει τις τοποθετήσεις των συνηγόρων με την επιβαλλόμενη προσοχή, σημειώνοντας τις αναφορές, τα επιχειρήματα και εισηγήσεις των δύο πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της συζήτησης της παρούσας αίτησης. Γίνεται κατανοητό ότι στα πλαίσια της παρούσας προσβάλλεται όχι μόνο το ίδιο το διάταγμα ημερ. 11/5/2011, ζήτημα που θα απασχολήσει στη συνέχεια της παρούσας, αλλά και η διαδικασία που ακολουθήθηκε μετά την έκδοση του, αφού ως τέθηκε χωρίς ουσιαστικά να αμφισβητηθεί, όχι μόνο δεν επιδόθηκε η μετάφραση της μονομερούς αίτησης ημερ. 19/4/2011 στα πλαίσια της οποίας εξεδόθη το ως άνω διάταγμα αλλά και η μετάφραση της ένορκης δήλωσης που συνόδευε τη συγκεκριμένη αίτηση. Περαιτέρω, οι καθ' ων η αίτηση παρέλειψαν να επιδώσουν τα τεκμήρια στα οποία αναφερόταν η ως άνω ένορκη δήλωση που υποστήριζε την αίτηση ημερ. 19/4/2011 των εναγόντων και τα οποία επισυναπτόταν σε αυτή. Η ως άνω πραγματικότητα, υποστηρίζει η πλευρά των αιτητών, παραβιάζει τις πρόνοιες των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας αλλά και των Ευρωπαϊκών Κανονισμών περί Επιδόσεως και Κοινοποιήσεως στα Κράτη Μέλη Δικαστικών και Εξωδίκων Πράξεων σε Αστικές ή Εμπορικές Υποθέσεις. Αντίθετα, η πλευρά των καθ' ων η αίτηση αναφερόμενη στο ζήτημα, υποστήριξε ότι ορθά δεν επέδωσαν μετάφραση της αίτησης ημερ. 19/4/2011, υποδεικνύοντας παράλληλα ότι ο Ε.Κ.1393/2007 παρέχει τη δυνατότητα στον εναγόμενο να αρνηθεί την επίδοση εφόσον η πράξη που επιδίδεται δεν έχει συνταχθεί ή δεν συνοδεύεται από μετάφραση σε γλώσσα την οποία ο παραλήπτης κατανοεί, πράγμα που οι εναγόμενοι - αιτητές στη συγκεκριμένη περίπτωση ουδέποτε έπραξαν. Σε κάθε περίπτωση, καταλήγουν, εάν το Δικαστήριο αποδεχόταν τη θέση ότι η μονομερής αίτηση ημερ. 19/4/2011 μαζί με την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει θα έπρεπε να είχαν μεταφραστεί, τούτο, όπως και η παράλειψη των εναγόντων να επιδώσουν μαζί με την ένορκη δήλωση και τα τεκμήρια στα οποία αυτή αναφέρεται και τη συνοδεύουν, αποτελούν απλή παρατυπία για την οποία καμία αδικία ή ανεπανόρθωτη ζημιά δεν προέκυψε στους εναγομένους - αιτητές. Η Δ.48 θ.13 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει: «Όποτε επιδίδεται δυνάμει των παρόντων Κανονισμών διάταγμα που εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση, επιδίδεται ταυτόχρονα και η μονομερής αίτηση μαζί με την ένορκο δήλωση που τυχόν τη συνόδευσε.» Ενόψει των πιο πάνω, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στις περιπτώσεις που εκδίδονται διατάγματα μετά από προώθηση μονομερούς αίτησης, είναι αναγκαίο, πέραν της επίδοσης του ίδιου του διατάγματος στην άλλη πλευρά, να επιδίδεται ταυτόχρονα και η αίτηση στα πλαίσια της οποίας τούτο εξεδόθη μαζί με την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα επαγόταν ανεπίτρεπτη παραγνώριση του ως άνω Διαδικαστικού Κανονισμού. Αυταπόδεικτος είναι ο σκοπός και η σημασία της ως άνω αναγκαιότητας. Η επίδοση πέραν του ίδιου του διατάγματος και της αίτησης και ένορκης δήλωσης στα πλαίσια της οποίας αυτό εξεδόθη, είναι απαραίτητη, ώστε το πρόσωπο στο οποίο επιδίδεται το διάταγμα να πληροφορείται επαρκώς τα όσα μονομερώς υποστηρίχθηκαν από την πλευρά των αιτητών και στα οποία το Δικαστήριο στηρίχθηκε για να εκδώσει το διάταγμα, έχοντας έτσι τη δυνατότητα, γνωρίζοντας πλέον το νομικό και πραγματικό υπόβαθρο που η άλλη πλευρά μετήλθε, να προβεί, αν βεβαίως το επιθυμεί, σε ανάλογα διαβήματα προσβολής και ακύρωσής του. Είναι γεγονός ότι η Δ.6.Θ.6., σε αντίθεση με τις περιπτώσεις που ρυθμίζει η Δ.6.Θ.7 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, δεν επιβάλλει την υποχρέωση μετάφρασης του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του στην επίσημη γλώσσα της χώρας όπου θα γίνει η επίδοση. Θα μπορούσε κάποιος σε συνέχεια τούτου, να υποστηρίξει ότι τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται, ούτε και για την μονομερή αίτηση και ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, η οποία προωθήθηκε για την εξασφάλιση του διατάγματος για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Τούτο, παρά το γεγονός κατά την αντίληψη μου πως για να εκπληρωθεί ο πιο πάνω σκοπός ενημέρωσης και πληροφόρησης της πλευράς προς την οποία γίνεται η επίδοση, τόσο η αίτηση όσο και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, με βάση την οποία εξεδόθη το διάταγμα, θα ήταν καθόλα λογικό να μεταφραστούν σε γλώσσα κατανοητή από την πλευρά του εναγομένου. Διαφορετική θεώρηση του ζητήματος, εύλογα θα μπορούσε να οδηγήσει τον ανεξάρτητο παρατηρητή να διερωτάται, προς τι η υποχρέωση επίδοσης όλων αυτών των εγγράφων, αφού ο διάδικος του οποίου σκοπείτε η ενημέρωση και η πληροφόρηση δεν θα αντιλαμβάνεται πιθανόν το περιεχόμενο τους. Σε κάθε περίπτωση πάντως, η έκδοση στο μεταξύ του Ε.Κ. 1393/2007, καθιστά κατά την αντίληψη μου τον όποιο προβληματισμό και την περαιτέρω συζήτηση του ως άνω ζητήματος στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης, εκ των πραγμάτων ξεπερασμένη. Ο ως άνω Ευρωπαϊκός Κανονισμός με την δεδομένη αυξημένη ισχύ του, ρυθμίζει ευθέως το ζήτημα. Τόσο στο εδάφιο 12 του προοιμίου, όσο και στο άρθρα 5 και 8 του Κανονισμού, (βλ. επίσης και σχετικό έντυπο στο παράρτημα II του Ε.Κ.1393/07) καθιστά φανερό ότι πράξεις (δικαστικές ή εξώδικες) που μέσω του επιδίδονται, θα πρέπει να συνοδεύονται από μετάφραση σε μία από τις ακόλουθες γλώσσες: «α) σε γλώσσα την οποία ο παραλήπτης κατανοεί ή β) στην επίσημη γλώσσα του κράτους μέλους παραλαβής στην περίπτωση δε που αυτό το κράτος έχει περισσότερες επίσημες γλώσσες στην επίσημη ή σε μία από τις επίσημες γλώσσες όπου πρόκειται να γίνει επίδοση ή κοινοποίηση αυτής της πράξης.» Το άρθρο 8 του Ε.Κ.1393/2007, προνοεί ταυτόχρονα για τη δυνατότητα του παραλήπτη να αρνηθεί την παραλαβή κατά τη χρονική στιγμή της επίδοσης ή κοινοποίησης, ως επίσης και για το γεγονός ότι ο παραλήπτης μπορεί να επιστρέψει την πράξη στην υπηρεσία παραλαβής εντός μιας εβδομάδας, εφόσον η πράξη που επιδίδεται ή κοινοποιείται δεν συνοδεύεται από μετάφραση. Παρά το γεγονός ότι δεν έχει επιδοθεί μετάφραση της αίτησης ημερομηνίας 19/4/2011 και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει, υποδεικνύει ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, ο παραλήπτης - αιτητής στα πλαίσια της παρούσας, ουδέποτε αρνήθηκε να παραλάβει τα σχετικά έγγραφα ούτε βέβαια εντός της χρονικής προθεσμίας που το άρθρο 8 του Ε.Κ.1393/07 τάσσει, επέστρεψε αυτά στην υπηρεσία παραλαβής. Με την ως άνω συμπεριφορά του, συνεχίζει, είναι φανερό ότι δεν τον απασχόλησε το ζήτημα στα χρονικά πλαίσια που ο ίδιος ο Κανονισμός προβλέπει, κατά τρόπο ασφαλώς που εμποδίζεται πλέον, σε αυτό το προχωρημένο στάδιο να προτάσσει το ζήτημα. Το Δικαστήριο δεν θα είχε οποιαδήποτε δυσκολία να υιοθετήσει την ως άνω θέση. Άλλωστε τα χρονικά πλαίσια που ο ίδιος ο κανονισμός θέτει για να αρνηθεί την επίδοση ένας διάδικος, συνεπεία του γεγονότος ότι τα έγγραφα δεν συνοδεύονται από μετάφραση, φαίνεται να είναι πλήρως εναρμονισμένα με τους σκοπούς του Κανονισμού για επιτάχυνση της διαβίβασης και της επίδοσης δικαστικών και εξωδίκων πράξεων μεταξύ των κρατών μελών. Τούτο όμως, προϋποθέτει ότι ο παραλήπτης έχει ενημερωθεί γραπτώς για αυτή του την επιλογή, (βλέπε άρθρο 8 εδ. 1 του Ε.Κ. 1393/2007) μέσω της τυποποιημένης έντυπης βεβαίωσης που εμφαίνεται στο παράρτημα ΙΙ του Ε.Κ. 1393/
- Στην υπό εξέταση περίπτωση, δεν τέθηκε οτιδήποτε υπόψη του Δικαστηρίου που να βεβαιώνει ότι έχει τηρηθεί η πιο πάνω προϋπόθεση. Αντίθετα, εξετάζοντας το έντυπο του παραρτήματος Ι του κανονισμού, που τιτλοφορείται «Βεβαίωση επίδοσης ή κοινοποίησης ή μη κοινοποίησης των πράξεων» το οποίο τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, σημειούμενο ως τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, διαφαίνεται ξεκάθαρα στο σημείο 2.3 του εν λόγο εντύπου ότι ο παραλήπτης δεν έτυχε της πιο πάνω απαιτούμενης έγγραφης ενημέρωσης για τα δικαιώματα και τις επιλογές που είχε για το ζήτημα. Παράλληλα, σε σχέση με τα τεκμήρια στα οποία η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερ. 19/4/2011 αναφέρεται και τα οποία η πλευρά των εναγόντων παρέλειψε να επιδώσει, δεν μπορεί ασφαλώς να υιοθετηθεί η θέση ότι η επίδοση των τεκμηρίων δεν ήταν αναγκαία. Ούτε μπορεί να γίνει αποδεκτή η δυνατότητα επιλογής σε ένα διάδικο, κατά το δοκούν, των εγγράφων ή μέρους αυτών που θα επιδώσει στην άλλη πλευρά, όταν τα αναγκαία προς επίδοση έγγραφα καθορίζονται από τον νόμο και τους κανονισμούς. Τέτοια τυχόν επιλογή και πρακτική επίδοσης μέρους μόνο ενός εγγράφου, αυτόδηλα πλήττει την νομιμότητα της επίδοσης. Η παράλειψη επίδοσης και των συγκεκριμένων τεκμηρίων, άλλωστε, δεν μπορεί παρά να επηρεάζει τα δικαιώματα της άλλης πλευράς, στερώντας ουσιαστικά από αυτή τη δυνατότητα να γνωρίζει τις θέσεις των εναγόντων τις οποίες προώθησαν και στη βάση προφανώς των οποίων εξασφάλισαν, μονομερώς, το σχετικό διάταγμα. Πολύ περισσότερο στη συγκεκριμένη περίπτωση που το κλητήριο ένταλμα, το οποίο επιδόθηκε τελικά στην πλευρά των αιτητών, επρόκειτο για γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Ούτε η εισήγηση των εναγόντων ότι η μη συμμόρφωση με τις πρόνοιες της Δ.48 θ.13, αποτελεί απλή παρατυπία, η οποία δύναται να διασωθεί με βάση τις πρόνοιες της Δ.64 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας μπορεί να υιοθετηθεί από το Δικαστήριο στην υπό συζήτηση περίπτωση. Στη βάση άλλωστε των περιστατικών που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, το ενδεχόμενο αυτό αισθάνομαι ότι δεν θα μπορούσε καν να απασχολήσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας. Είναι γεγονός ότι σύμφωνα με τη νομολογία των Δικαστηρίων μας, με τη Δ.64 των Διαδικαστικών Κανονισμών, ως σήμερα ισχύει, υπήρξε κατάργηση της διάκρισης μεταξύ παρατυπίας και ακυρότητας νομικών διαδικασιών. Όπως όμως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Πετρίχου ν. Χ" Ιωσήφ
(1998)1 ΑΑΔ 81, η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς. Στην υπόθεση Αθανασιάδης ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 ΑΑΔ 945, υποδείχθηκε πως ακόμη και μία απλή παρατυπία δεν μπορεί να παρακαμφθεί από το Δικαστήριο στην περίπτωση που η άλλη πλευρά δεν παραιτήθηκε των δικαιωμάτων της και υπέβαλε ένσταση για την παράτυπη διαδικασία. Το Ανώτατο Δικαστήριο, κατ' επανάληψη έχει υποδείξει ότι η συγκεκριμένη διαταγή δεν παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να προβαίνει, αυτεπάγγελτα, σε διορθωτικές κινήσεις. Τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο. Η Δ.64 των Διαδικαστικών Κανονισμών παρέχει ουσιαστικά ένα διαδικαστικό μέσο, το οποίο μπορεί να μετέλθει και να χρησιμοποιήσει ένας διάδικος για να θεραπεύσει παρατυπίες σε μία διαδικασία, εφόσον βεβαίως πάντα αυτές κρίνονται θεραπεύσιμες (Olympia Designs (Properties) Ltd v. Unique U.K. INC, Πολ. Έφεση 72/08 ημερ. 4/8/2010 και Dasaki Ent. Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης (Aρ. 2)
(2009)1 ΑΑΔ
- Στην υπό συζήτηση περίπτωση, ακόμα και αν το Δικαστήριο έκρινε, κατ' εφαρμογή των αρχών της νομολογίας για το ζήτημα, ότι η ως άνω παράληψη ως παρατυπία είναι θεραπεύσιμη, με δεδομένο ότι το ζήτημα ηγέρθηκε ως λόγος ένστασης από την πλευρά των αιτητών, χωρίς να ληφθούν έγκαιρα οποιαδήποτε μέτρα άρσης αυτής της παρατυπίας από την πλευρά που όφειλε να ενεργήσει προς τούτο, αναπόδραστη φαίνεται να είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου όσον αφορά την ακυρότητα της επίδοσης. Πέρα όμως από όσα πιο πάνω σημειώνονται, στην υπό εξέταση περίπτωση ως πιο πάνω έχει σημειωθεί, δεν υπήρξε παράβαση μόνο των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, δυνάμενη κάτω από συγκεκριμένες πάντα προϋποθέσεις να χαρακτηριστεί απλή παρατυπία και να θεραπευτή κατ' επίκληση της Δ.
- Υπήρξε, ως αμέσως πιο πάνω έχει διαφανεί και παράβαση προνοιών του Ε.Κ.1393/2007, κατά τρόπο που ούτος ή άλλως η εμβέλεια της Δ.64 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας δεν καλύπτει για σκοπούς θεραπείας. Στρέφοντας το Δικαστήριο την προσοχή του τους δύο πρώτους λόγους επί των οποίων εδράζεται η αίτηση, σε αντιπαραβολή θεωρούμενους με την ένσταση των καθ' ων η αίτηση επί τούτων, έχοντας παράλληλα σημειώσει την επιχειρηματολογία των δύο πλευρών για το ζήτημα, καταδεικνύεται ότι η διάσταση απόψεων μεταξύ των δύο πλευρών αναφορικά με τις πρόνοιες του Ε.Κ.1393/07 και τις πιθανές επιπτώσεις που η εφαρμογή του έχει, ειδικότερα σε σχέση με την Δ.6 θ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας, αποτελεί ουσιαστικά την ουσία της διελκυστίνδας των δύο πλευρών για το ζήτημα. Οι ενάγοντες, προτάσσουν οι αιτητές, αντί της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, ως επιβάλλει η Δ.6 θ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας που ρυθμίζει την υπό συζήτηση περίπτωση, επέδωσαν το ίδιο το κλητήριο ένταλμα της αγωγής. Το διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο επέτρεψε την πιο πάνω αντικανονική και παράτυπη επίδοση θα πρέπει συνακόλουθα δικαιωματικά να παραμεριστεί (ex debito justiae). Αντίθετα, οι καθ' ων η αίτηση υποδεικνύουν ότι ο Ε.Κ.1393/07, ουσιαστικά καταργεί την δικονομική πρόνοια της Δ.6 θ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας, καθιστώντας πλέον μοναδικό έγγραφο για σκοπούς επίδοσης το ίδιο το κλητήριο ένταλμα και όχι την ειδοποίηση του, ως ο ως άνω Διαδικαστικός Κανονισμός προβλέπει. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατά το στάδιο που ανέπτυσσαν την επιχειρηματολογία τους για το πιο πάνω ζήτημα, δεν έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου οποιαδήποτε δεσμευτική νομολογία των Δικαστηρίων μας, στα πλαίσια της οποίας να απασχόλησε και να συζητήθηκε ειδικά το ως άνω ζήτημα. Ούτε η έρευνα του Δικαστηρίου οδήγησε στον εντοπισμό καθοδηγητικής απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου για το ειδικότερο αυτό ζήτημα. Εντοπίστηκαν ωστόσο πρωτόδικες αποφάσεις, στα πλαίσια των οποίων φαίνεται να απασχόλησε και το ως άνω ζήτημα, οι οποίες, για τους λόγους που στην κάθε μία εξηγείται, άγονται σε διαφορετική κατάληξη. Έχω με πολλή προσοχή μελετήσει και εξετάσει, πέραν της επιχειρηματολογίας των δύο πλευρών για το ως άνω ζήτημα και τον λόγο των πρωτόδικων αποφάσεων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου και οι οποίες ασχολούνται με το ειδικότερο αυτό θέμα. Ευθύς εξαρχής θα πρέπει να δηλώσω ότι η θεώρηση μου σε σχέση με το ειδικότερο ζήτημα του σκοπού που τάχθηκε να εξυπηρετήσει ο Ε.Κ. 1393/2007, ως έχει εκφραστεί στην απόφαση μου ημερ. 16/6/2010, που εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης υπ. αριθμό 91/09, του Ε.Δ. Λάρνακας, για εγγραφή και/ή αναγνώριση απόφασης αλλοδαπού Δικαστηρίου, όπου το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να τοποθετηθεί και σχετικά με την επίδραση που δυνατό να έχει στην εφαρμογή της Δ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας ο Ε.Κ. 1293/2007, δεν έχει διαφοροποιηθεί. Σε κάθε περίπτωση, στα πλαίσια του ευρύτερου προβληματισμού του Δικαστηρίου κατά την εξέταση της παρούσας αίτησης, σκόπιμο κρίνεται να αναφερθούν επιπρόσθετα και τα ακόλουθα. Η Δ.6 θ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει: «When the defendant is neither a British subject nor in British Dominions, notice of the writ, and not the writ itself, is to be served upon him. Such notice shall be in Form 6.» Γίνεται βέβαια αντιληπτό πως για σκοπούς συμμόρφωσης με το Σύνταγμα, μετά την σύσταση πλέον της ανεξάρτητης Κυπριακής Δημοκρατίας, οι όροι «British subject» και «British Dominions» στον ως άνω Κανονισμό, δεν μπορεί παρά να έχουν την έννοια του «Κύπριος υπήκοος» και «Κυπριακή Επικράτεια/Δικαιοδοσία» αντίστοιχα. Ως έχει νομολογηθεί, η παραχώρηση από ένα Δικαστήριο της άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, συνιστά ουσιαστικά επέκταση της δικαιοδοσίας αυτού του Δικαστηρίου και αναπόφευκτα επέμβαση στην κυριαρχία και δικαιοδοσία ενός άλλου κράτους. Θεωρήθηκε μάλιστα ότι ουσιαστικά συνιστά καταπάτηση κυριαρχικών δικαιωμάτων της άλλης χώρας. Αυτός είναι και ο λόγος που η εξουσία αυτή θα πρέπει να ασκείται πάντα με προσοχή και σύμφωνα με τις αρχές της διακρατικής αβρότητας. Πρέπει να λαμβάνει χαρακτήρα, όπως έχει υποδειχθεί σε πληθώρα αποφάσεων, τόσο στο πνεύμα όσο και στο λόγο, διακρατικής φιλοφρονητικής χειρονομίας. Κατ' επανάληψη έχουν επεξηγηθεί τόσο στην Κυπριακή όσο και στην Αγγλική νομολογία οι λόγοι για τους οποίους στην περίπτωση που ρυθμίζεται από τη Δ.6 θ.6, θα πρέπει να αποστέλλεται ειδοποίηση κλητηρίου και όχι το ίδιο το κλητήριο ένταλμα. Στην υπόθεση George Monro Ltd v. American Cyanamid and Chemical Corporation
(1944)1 K.B. 432, στη σελ. 437, όπου ουσιαστικά γίνεται ανάλυση του O.11 r.6 των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, ο οποίος αποτέλεσε τη βάση για την αντίστοιχη Δ.6 θ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας που εξακολουθούν μέχρι σήμερα να ισχύουν στη Δημοκρατία μας, υποδείχθηκε μεταξύ άλλων: "Service out of the jurisdiction at the instance of our Courts is necessarily prima facie an interference with the exclusive jurisdiction of the sovereignty of the foreign country where service is to be effected. .... As a matter of international comity it seems to me important to make sure that no such service shall be allowed unless it is clearly within both the letter and the spirit of Or. XI". Στην υπόθεση Philippou v. Littner Hampton Ltd
(1984)1 CLR 716, στη σελ. 726, υποδείχθηκε μεταξύ άλλων από το Δικαστήριο, ότι: "By a notice a foreign national residing out of the jurisdiction is notified that an action was commenced against him in our Courts and he is required, after the receipt of the notice, to defend the said action, whereas a writ is a command on the defendant, after service of the writ, within the time specified to enter an appearance. There is a significant difference between a command and a courteous notice." Ομοίως, στην υπόθεση Τηλέτυπος Α.Ε. ν. Mega Channel Management Ltd
(2004)1Γ ΑΑΔ 1863, υποδείχθηκε ανάμεσα σε άλλα πως: "Τα Δικαστήρια ασκούν, συνήθως, δικαιοδοσία μέσα στα γεωγραφικά όρια της χώρας τους. Δεν απευθύνεται επομένως εντολή δια του κλητηρίου εντάλματος σε διάδικο που μένει στο εξωτερικό να εμφανιστεί ενώπιον τους. Γι΄αυτό και επιδίδεται ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος, που αποτελεί μια διακρατική φιλοφρονητική χειρονομία να ειδοποιείται ο διάδικος που μένει στο εξωτερικό πως εκκρεμεί κάποια διαδικασία εις βάρος του στη χώρα από την οποία εκδίδεται η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος." Είναι γεγονός ότι στην Αγγλία, μετά τις τελευταίες τροποποιήσεις των Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, δεν εκδίδονται πλέον κλητήρια εντάλματα με την μορφή αλλά και το λεκτικό που στα προηγούμενα χρόνια ίσχυε. Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 5η έκδοση, τόμος 11 παρ.18: ".. Whereas previously a writ, summons, or other originating process was issued in order to commence proceedings now they are started by the court issuing, at the request of a claimant, a 'claim' in the prescribed form. A 'claimant' is a person who makes a claim, and a 'defendant' is a person against whom a claim is made. Any person who, pursuant to, or by virtue of, rules of court or any other statutory provision, has been served with notice of proceedings or has intervened in them is a 'party'. Στην Αγγλία είναι προφανές ότι η ως άνω διαφοροποίηση του λεκτικού του εντύπου της απαίτησης (claim) πλέον, το οποίο απευθύνεται σε ένα εναγόμενο, ήταν εκείνο που κατέστησε την αναγκαιότητα επίδοσης ειδοποίησης του κλητηρίου προς εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού αχρείαστη. Κρίθηκε, πλέον, ότι το ίδιο το έντυπο της απαίτησης, ως έχει διαμορφωθεί το λεκτικό του, εξυπηρετεί από μόνο του ή και δεν πλήττει τις ως άνω αρχές. Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 37 παρ. 171 ειδικότερα στην υποσημείωση 6 αναφέρονται για το ζήτημα ότι: "The practice of serving notice of the writ out of the jurisdiction instead of a copy of the writ itself except in Scotland, Northern Ireland, the isle of Man and the Channel islands, as a guise of not offending the susceptibilities of foreign countries, has been abrogated, because the modern form of the writ of summons omits any reference to the style and title of the Sovereign and the royal command to the defendant to enter an appearance to the writ within a specified time. Accordingly the former rule (Ord.11, r.3) which had authorized the service of a notice of the writ out of the jurisdiction has been revoked, so that a copy of the writ itself, and not the writ, must be served abroad, and the related prescribed forms (i.e. RSC App.A, Form 6, and App.B, Form 2A) have also been revoked." Όπως ρητά υποδεικνύεται στην υποσημείωση 1 της παρ. 306 του τόμου 8, στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5η έκδοση: "The omission of the Royal Command ´has made it compatible with international comity to allow service out of the jurisdiction of a copy of the writ itself, instead of such service to be effected under the guise of a ´notice of the writ.´ Supreme Court Practice 1982 para 6/1/1C" Η ανάγκη επίδειξης συμπεριφοράς που να διαπνέεται από διακρατική αβροφροσύνη, κατά τον τρόπο που πιο πάνω έχει εξηγηθεί, εξακολουθεί πάντα να υπάρχει. Το ίδιο αναγκαίος, διαχρονικά, είναι και ο σεβασμός των κυριαρχικών δικαιωμάτων μιας άλλης χώρας. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να θεωρείται ότι η αναγκαιότητα εξυπηρέτησης των πιο πάνω αρχών όπως έχει επεξηγηθεί από την ως άνω νομολογία των Δικαστηρίων μας αλλά και Αγγλικών Δικαστηρίων ατονεί. Στην Κυπριακή Δημοκρατία δεν υπήρξε οποιαδήποτε τροποποίηση ή διαφοροποίηση των Διαδικαστικών Κανονισμών για το ζήτημα. Οι τύποι και το περιεχόμενο των κλητήριων ενταλμάτων που οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί περί Πολιτικής Δικονομίας προβλέπουν, προκαθορίζονται ( Τύπος 1 και 2). Εξακολουθεί και σήμερα να απαιτείται η αναγραφή στα κλητήρια εντάλματα της αναφοράς "Τhis is to command you that within 10 days after the service of this writ you enter an appearance in an action against you by .." ή όπως έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά "διατάττεσθε διά του παρόντος όπως εντός 10 ημερών από της επιδόσεως του ως άνω παρόντος κλητηρίου καταχωρήσετε εμφάνιση εν αγωγή ήτοις εκινήθη εναντίον ημών υπό του ..". Το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που οι ενάγοντες καταχώρησαν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, είναι προφανές ότι συντάχθηκε σε πλήρη συμμόρφωση με τον σχετικό τύπο που οι Διαδικαστικοί κανονισμοί προβλέπουν. Με δεδομένο ότι οι ως άνω αρχές που απορρέουν από την νομολογία μας εξακολουθούν να ισχύουν, η όποια επέκταση της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων της Δημοκρατίας μέσω της επίδοσης κλητηρίου σε μη Κύπριους στο εξωτερικό, θα πρέπει να γίνεται με σεβασμό στις αρχές της διακρατικής αβρότητας και χωρίς να συνιστά καταπάτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων ενός τρίτου κράτους. Τούτο, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η Κυπριακή Δημοκρατία εξακολουθεί, μέσω των κλητήριων ενταλμάτων που εκδίδονται στη χώρα να διατάσσει ένα πρόσωπο να εμφανιστεί ενώπιον των Δικαστηρίων της σε συγκεκριμένο χρόνο, εξηγούν κατά την αντίληψη μου την αναγκαιότητα εφαρμογής της Δ.6 θ.6 και γιατί παρέμεινε μέχρι σήμερα αλώβητη, χωρίς να τροποποιηθεί ή να αντικατασταθεί από το αρμόδιο προς τούτο θεσμικό όργανο. Τέτοια ζητήματα και παράμετροι δεν ετίθεντο προφανώς όταν το Ανώτατο Δικαστήριο, από μακρού χρόνου, προχωρούσε στην τροποποίηση της Δ.60 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, με την οποία εξομοίωνε τους διαδίκους που διαμένουν συνήθως σε κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τους διαδίκους που διαμένουν συνήθως στην Δημοκρατία για σκοπούς εξέτασης αιτήματος παραχώρησης ασφάλειας εξόδων. Υπάρχει ασφαλώς η δυνατότητα η ως άνω διαταγή των Διαδικαστικών Κανονισμών να παρακαμφθεί, παρά το γεγονός ότι δεν έχει προηγηθεί η ρητή κατάργησή της. Τούτο είναι δυνατό εάν θεωρηθεί ότι αποτελεί διάταξη που σύμφωνα με το άρθρο 1(Α) του Συντάγματος, όπως έχει εισαχθεί με την 5η τροποποίηση του Συντάγματος μέσω του Ν.127(Ι)/2006, δεν επιτρέπει στη Δημοκρατία να λειτουργεί ομαλά ως κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ασκώντας όλα τα δικαιώματα και συμμορφούμενη προς όλες τις υποχρεώσεις ενός τέτοιου κράτους μέλους. Κατά τον ίδιο τρόπο αν ένα ζήτημα ρυθμίζεται διαφορετικά από την «υπέρτερη», ως έχει χαρακτηριστεί, Ευρωπαϊκή νομοθεσία. Δεν εμποδίζεται η εφαρμογή άλλωστε της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας από οποιοδήποτε νομοθέτημα της Δημοκρατίας, ακόμα και από το ίδιο το Σύνταγμα της χώρας. Αυτή ακριβώς είναι και η εισήγηση της πλευράς των εναγόντων-καθ΄ ων η αίτηση. Ότι δηλαδή η εφαρμογή του Ε.Κ.1393/07 ουσιαστικά έχει καταργήσει την Δ.6 θ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας. Τυγχάνει συνακόλουθα εξεταστέος ο σκοπός του ως άνω Ευρωπαϊκού Κανονισμού, οι πρόνοιες και γενικότερα η έκταση εφαρμογής του. Ως είχα ήδη την ευκαιρία να επισημάνω στην απόφαση μου ημερ. 16/6/2010, στα πλαίσια της Αίτησης υπ. αρ. 91/09 (ανωτέρω), τα οποία με κάθε σεβασμό ενθέτω επαναλαμβάνοντας τα και στην παρούσα: "Σκοπός του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007 ως διακηρύσσεται ήδη από το προοίμιο του, είναι να βελτιώσει και να επιταχύνει τη διαβίβαση και την επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις μεταξύ των κρατών μελών. Ο ως άνω Κανονισμός δεν καθορίζει τα δικαστικά ή εξωδικαστικά έγγραφα που σε κάθε περίπτωση μέσω του θα πρέπει να επιδίδονται. Ούτε την μορφή και πως αυτά θα είναι διαμορφωμένα για να αποσταλούν για σκοπούς επίδοσης. Τα έγγραφα που πρέπει να διαβιβαστούν για επίδοση μέσω του Κανονισμού, συναρτώνται κάθε φορά με τη φύση και τις ανάγκες της κάθε περίπτωσης, ζήτημα ασφαλώς που αποφασίζεται με βάση τα ισχύοντα στο κάθε κράτος μέλος. Η αρμόδια αρχή διαβίβασης των εγγράφων, βεβαιώνεται απλά ότι τα έγγραφα που τις διαβιβάζονται, όποιες και να είναι αυτές οι «Δικαστικές Πράξεις» όπως χαρακτηριστικά αναφέρονται στον ως άνω κανονισμό, θα επιδοθούν με βάση τις πρόνοιες, τον τρόπο και την ασφάλεια που εξασφαλίζεται από τον σχετικό κανονισμό. Ο Κανονισμός αποτελεί ουσιαστικά το μέσο, το εργαλείο για να επιτευχθεί η καλύτερη και ταχύτερη διαβίβαση των δικαστικών και εξώδικων πράξεων μεταξύ των κρατών μελών. Τα τυποποιημένα έντυπα που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα του Κανονισμού (ΕΚ) 1393/2007, όπως υποδεικνύεται στο εδάφιο
(11)του προοιμίου του εν λόγω κανονισμού (βλ. επίσης άρθρο 4 εδ.
(3)και
(5)του Κανονισμού), που απαιτείται να συνοδεύουν αυτές τις δικαστικές ή εξώδικες πράξεις, χρησιμοποιούνται προς το σκοπό διευκόλυνσης αυτής της διαβίβασης, επίδοσης ή κοινοποίησης των δικαστικών ή εξώδικων πράξεων μεταξύ των κρατών μελών." Ο ίδιος ο Κανονισμός εξάλλου στο άρθρο 19.1 αναγνωρίζει τη δυνατότητα διαβίβασης προς επίδοση «εισαγωγικό δίκης έγγραφο ή άλλη ισοδύναμη πράξη», αναφορά που στο Αγγλικό κείμενο συναντάται ως «writ of summons or an equivalent document». Δεν εμποδίζει δηλαδή την οποιαδήποτε χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία δεσμεύεται από τον εν λόγω Κανονισμό, να προωθήσει για επίδοση μέσω του συγκεκριμένου Κανονισμού έγγραφα «πράξεις» ή «document», που σύμφωνα πάντα με το δικό της εσωτερικό δικονομικό δίκαιο θεωρούνται ισοδύναμα-αντάξια-ίδιας σημασίας με εισαγωγικό έγγραφο δίκης, ως η έννοια του όρου περιλαμβάνεται στον κανονισμό. Πολύ περισσότερο, ο ως άνω κανονισμός δεν επεμβαίνει στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών μελών για να προκαθορίσει ποιες είναι αυτές η δικαστικές ή εξωδικαστικές πράξεις που στη βάση του εσωτερικού δικαίου κάθε κράτους μέλους προβλέπονται και θεσμοθετούνται. Ο Ε.Κ.1393/2007 στοχευμένα ως ο ίδιος ορίζει, επιχειρεί να διευκολύνει την επίδοση αυτών των πράξεων των κρατών μελών (δικαστικών και εξωδίκων), όποιες και αν είναι αυτές σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο κάθε κράτους μέλους, με τους τρόπους την ταχύτητα και την ασφάλεια που σε αυτόν προβλέπεται. Στη βάση όλων όσων έχουν αναφερθεί εξάλλου στις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, στις υποθέσεις C-474/93, Hengst Import BV v Anna María Campese και C-14/07, Ingenieurburo Michael Weiss und Partner Gbr v Industrie-Und Handelskammer Berlin, για το ζήτημα της έννοιας του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου, τις οποίες η ευπαίδευτη συνήγορος των αιτητών έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου, εισαγωγικό της δίκης έγγραφο είναι εκείνο του οποίου η επίδοση ή κοινοποίηση στον εναγόμενο που γίνεται έγκαιρα, νομότυπα και εμπρόθεσμα, παρέχει στον τελευταίο τη δυνατότητα να προβάλει τα δικαιώματα του πριν την έκδοση εκτελεστής απόφασης. Το ότι σε κάθε χώρα μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξακολουθούν να ισχύουν, ακόμα, διαφορετικοί δικονομικοί κανόνες, είναι δεδομένο. Ο ίδιος ο Ε.Κ. 1393/07 κατ' επανάληψη φαίνεται να αναγνωρίζει τούτο. Η Κυπριακή Δημοκρατία με βάση τους δικούς της δικονομικούς κανονισμούς, καθόρισε ακριβώς ότι στις περιπτώσεις αλλοδαπού υπηκόου που βρίσκεται εκτός της δικαιοδοσίας της Δημοκρατίας, θα επιδίδεται, αντί του ίδιου του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής η ειδοποίηση αυτού του κλητηρίου. Έχω την άποψη ότι η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος, στις περιπτώσεις που με βάση τους σχετικούς Διαδικαστικούς Κανονισμούς επιτρέπεται και επιβάλλεται να επιδοθεί αντί του ίδιου του κλητήριου εντάλματος, για τους λόγους που πιο πάνω έχουν εξηγηθεί, αποτελεί το εσωτερικά θεσμικά προβλεπόμενο μέσο με την επίδοση του οποίου γνωστοποιείται στον εναγόμενο η ύπαρξη της δικαστικής διαδικασίας σε βάρος του, παρέχοντας του τη δυνατότητα να προβάλει τα δικαιώματα του στα πλαίσια της διαδικασίας που του γνωστοποιείται ότι εκκρεμεί σε βάρος του πριν από την έκδοση εκτελεστής απόφασης. Δεν βλέπω λόγο γιατί η ειδοποίηση του κλητηρίου, το περιεχόμενο της οποίας εκ των προτέρων καθορίζει η Κυπριακή έννομη τάξη, ( βλέπε Τύπος αρ.6 ως προβλέπεται από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς) και η οποία περιέχει όλες εκείνες τις πληροφορίες που η ως άνω Ευρωπαϊκή νομολογία καθόρισε, να μην μπορεί να θεωρηθεί ότι εμπίπτει στην έννοια της «ισοδύναμης πράξης» ή όπως αναφέρεται στο Αγγλικό κείμενο «equivalent document» όπως ο όρος περιλαμβάνεται στο σχετικό κανονισμό, δυνάμενη να επιδοθεί μέσω του Ε.Κ.1393/2007. Δεν πρέπει άλλωστε να διαλανθάνει της προσοχής πως σύμφωνα με το εσωτερικό δίκαιο στη Δημοκρατία, μετά την επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου, η πλευρά του ενάγοντα δεν έχει υποχρέωση να επιδώσει στον εναγόμενο ξανά ή ξεχωριστά κλητήριο ένταλμα ή οτιδήποτε άλλο για να καταστεί δυνατή η περαιτέρω προώθηση της υπόθεσης του. Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νου, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι σε καμία περίπτωση ο Ε.Κ.1393/07, ο οποίος ως ο ίδιος διακηρύσσει έχει στοχευμένα ψηφιστεί προς εξυπηρέτηση συγκεκριμένων σκοπών, δεν έρχεται σε σύγκρουση, πολύ περισσότερο δεν καταργεί την Δ.6 θ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας ή αφαιρεί οτιδήποτε από τους σκοπούς που αυτή εξυπηρετεί, κατά τρόπο μάλιστα που να προβάλλει πλέον ως μοναδική επιλογή η παράκαμψη του εν λόγο Διαδικαστικού Κανονισμού και η επίδοση σε πρόσωπα που βρίσκεται στο εξωτερικό και τα οποία δεν είναι Κύπριοι πολίτες, αντί της ειδοποίησης που αυτή προβλέπει του ίδιου του κλητηρίου εντάλματος. Με δεδομένη τη μη τροποποίηση ή αντικατάσταση του συγκεκριμένου Διαδικαστικού Κανονισμού από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, ως το θεσμικό όργανο που έχει τη δυνατότητα να πράξει τούτο εξετάζοντας ίσως και την αναγκαιότητα ύπαρξης πλέον αυτής της διάταξης με την σημερινή της μορφή, δεν βλέπω πως το παρών πρωτοβάθμιο Δικαστήριο θα μπορούσε να παραβλέψει τις πρόνοιες της Δ.6 Θ.6, τις αρχές και τους σκοπούς που αυτή εξυπηρετεί. Με δεδομένους τους σκοπούς που ως πιο πάνω έχουν αναφερθεί ότι έχει ταχθεί να εξυπηρετήσει η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος, της μορφής που εξακολουθούν να έχουν τα κλητήρια εντάλματα που εκδίδονται στην Κυπριακή Δημοκρατία και ασφαλώς της μη κατάργησης της Δ.6 θ.6 από το αρμόδιο προς τούτο όργανο της Δημοκρατίας, χωρίς παράλληλα να εντοπίζεται οποιαδήποτε σύγκρουση της Δ.6 θ.6 με τον Ε.Κ.1393/2007, αισθάνομαι πραγματικά ότι η επέκταση της συζήτησης εκ μέρους του παρόντος Δικαστηρίου, θα απέληγε να θεωρηθεί ανώφελη για την παρούσα απόφαση ακαδημαϊκή συζήτηση. Διατρέχοντας πάντα τον κίνδυνο της αχρείαστης φλυαρίας εκ μέρους του Δικαστηρίου, είναι πιστεύω αναγκαίο να επισημανθεί, έστω και επιγραμματικά, πως δεν αφήνει ασφαλώς αδιάφορο το Δικαστήριο η έννοια του ενιαίου Ευρωπαϊκού χώρου και η προσπάθεια υλοποίησης αυτής της ιδέας. Ούτε παραβλέπω το επιχείρημα ότι στα πλαίσια της προσπάθειας πραγμάτωσης της ιδέας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης, δυνατό να ανακύπτουν ερωτήματα για την αναγκαιότητα ύπαρξης κάποιων διαδικασιών μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ευκταίο όμως, από μόνο του, δεν είναι δυνατό να καθορίζει την πορεία των πραγμάτων και την θέση των Δικαστηρίων πέραν και ανεξάρτητα από το εκάστοτε ισχύον νομικό πλαίσιο. Ούτε για χάρη του οποιοδήποτε στόχου, τα Δικαστήρια θα πρέπει να παραγνωρίζουν νομοθεσίες, κανονισμούς και αρχές που εξακολουθούν και σήμερα να ισχύουν. Δικαιούνται αν μη τι άλλο οι διάδικοι, να προσβλέπουν και να βασίζονται στο αξίωμα της ασφάλειας του δικαίου, το οποίο πραγματώνεται και εμπεδώνεται, μεταξύ άλλων, και όταν οι νόμοι και κανονισμοί που δεν έχουν καταργηθεί ή τροποποιηθεί από το αρμόδιο προς τούτο όργανο, όχι μόνο εξακολουθούν να ισχύουν αλλά και να εφαρμόζονται. Η ανάγκη επίδειξης συμπεριφοράς που να διαπνέεται από διακρατική αβροφροσύνη κατά την επέκταση της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων μέσω της επίδοσης κλητήριου σε μη Κύπριο που βρίσκεται στο εξωτερικό, κατά τρόπο που να μην πλήττεται η κρατική κυριαρχία του άλλου κράτους, δεν φαίνεται εν πάση περιπτώσει να υποχωρεί από το γεγονός και μόνο ότι η επίδοση αυτή επιχειρείται να γίνει σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης που δεσμεύεται από τον κανονισμό Ε.Κ.1393/2007 και η οποία δεν αφορά Κύπριο. Τέτοιο συμπέρασμα δεν εξάγεται ούτε από τις συνθήκες εγκαθίδρυσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ούτε βέβαια, μέχρι σήμερα τουλάχιστο, από οποιαδήποτε άλλη Ευρωπαϊκή νομοθεσία. Για το ζήτημα που εδώ τουλάχιστο ενδιαφέρει, κανένα από τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχει μέχρι σήμερα, ρητά ή έστω σιωπηρά, διακηρύξει γενικά ή και ειδικά διαμηνύσει προς την Κυπριακή Δημοκρατία ότι δεν τα απασχολεί η τήρηση των αρχών που εξυπηρετούνται, ως πιο πάνω έχουν αναφερθεί, από την Δ.6 θ.6 των Διαδικαστικών Κανονισμών. Τούτο, προφανώς, δεν είναι άσχετο με τους λόγους που οδήγησαν και το Ηνωμένο Βασίλειο να διαμορφώσει τα δικαστικά έντυπα του (claim) κατά τρόπο που να συνάδουν και να εξυπηρετούν τις πιο πάνω αρχές. Τα κράτη μέλη της ένωσης εξακολουθούν μέχρι σήμερα να αποτελούν ξεχωριστά κράτη, αναγνωρισμένα από το Διεθνές Δίκαιο ως τέτοια. Έχοντας ήδη πιο πάνω σημειώσει τις παραλείψεις των εναγόντων σε σχέση με την επίδοση που επιτεύχθηκε εκτός δικαιοδοσίας, ως επίσης όλα όσα πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω αναφορικά με το περιεχόμενο του διατάγματος, αναπόδραστη φαίνεται η επιτυχία της αίτησης. Το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 11/5/2011 και η μέσω αυτού επίδοση στους εναγομένους αρ. 2 του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής εκτός δικαιοδοσίας, ακυρώνονται και παραμερίζονται. Σε σχέση με τα έξοδα της διαδικασίας, έχοντας υπόψη ότι για το ζήτημα της ακύρωσης του διατάγματος ενόψει του λόγου ότι χορηγήθηκε άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και όχι της ειδοποίησης υπάρχουν αντικρουόμενες πρωτόδικες αποφάσεις, κρίνεται ορθότερο, να επιδικασθούν μεν προς όφελος της πλευράς των επιτυχόντων αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, μειωμένα όμως κατά το ήμισυ. (Υπ.) ......... Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο