← Κύπρος

Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας ν. Ανδρέα Αναστάση Μιχαήλ κ.α., Αγ. Αρ. : 5919/99, 9 Δεκεμβρίου, 2011

Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας ν. Ανδρέα Αναστάση Μιχαήλ κ.α., Αγ. Αρ. : 5919/99, 9 Δεκεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2011:A163 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. Αγ. Αρ. : 5919/99 Μεταξύ: Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας Αιτητές και

  1. Ανδρέα Αναστάση Μιχαήλ
  2. Παναγιώτη Μιχαήλ
  3. Γεώργιου Μανδρίτη
  4. Χριστάκη Μιχαήλ
  5. Βασούλας Μανδρίτη-Μιχαήλ Καθ' ων η αίτηση ------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 16/05/2011 για ανανέωση της απόφασης ημερομηνίας 28/02/2000 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 9 Δεκεμβρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές: κ. Φούλιας Για Καθ' ου η Αίτηση 2: κ. Μαυρομμάτης Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Αιτητές αιτήθηκαν στις 16/05/2011 διάταγμα που να επιτρέπει την ανανέωση και εκτέλεση της απόφασης ημερομηνίας 28/02/2000, λόγω της παρέλευσης δέκα ετών από την ημέρα έκδοσής της. Η Αίτηση για εκτέλεση της απόφασης υποστηρίχθηκε από την Ένορκη Δήλωση του κ. Ευριπίδη Πέτρου, ο οποίος είναι υπάλληλος των Αιτητών και είχε εξουσιοδοτηθεί στην κατάρτιση της Ένορκης Δήλωσης. Επί των γεγονότων αναφέρει ότι, στις 28/02/2000 είχε εκδοθεί απόφαση εναντίων των Εναγομένων για το ποσό των Λ.Κ.24.595- ή το ισάξιο ποσό σε ευρώ €42.023,05 πλέον τόκο 8% από 07/04/1999 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον το ποσό των Λ.Κ.294,50 έξοδα της αγωγής. Παρά την έκδοση της απόφασης, οι Εναγόμενοι εξακολουθούν να οφείλουν το ποσό των €129.115,
  6. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, από την έκδοση της απόφασης και συγκεκριμένα στις 23/06/2000, εκδόθηκε εναντίον του Καθ' ου η αίτηση 1 διάταγμα μηνιαίων δόσεων για το ποσό των €854,30 πλέον τα έξοδα της αίτησης. Στις 13/12/2004 εκδόθηκε εναντίον του Καθ' ου η αίτηση 3 διάταγμα μηνιαίων δόσεων για το ποσό των €34,17 πλέον τα έξοδα της αίτησης. Στις 13/12/2004, εκδόθηκε εναντίον του Καθ' ου η αίτηση 5 διάταγμα μηνιαίων δόσεων για το ποσό των €68,34 πλέον τα έξοδα της αίτησης. Στις 24/04/2003 κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας αίτηση για εκποίηση του ενυπόθηκου κτήματος Υπ. Αρ. ΑΝΠ 59/03 και στις 18/11/2005 καταχωρήθηκε ΜΕΜΟ στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας, Υπ. Αρ. ΕΒ1183/05 εναντίον του Εναγόμενου
  7. Καταλήγει δε, ότι η αδράνεια οφείλεται στο γεγονός ότι οι Εναγόμενοι είχαν επισκεφτεί τους Ενάγοντες και τους είχαν ζητήσει χρόνο, τον οποίο τους παραχώρησαν για να μην τους καταστρέψουν. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά από την ανανέωση της απόφασης και ότι γνώριζαν πάντοτε ότι ήταν πρόθεση των Εναγόντων να εκτελέσουν την απόφαση. Ως νομικό έρεισμα της Αίτησης καταγράφηκε η Δ.40 θ.8, Δ.48 θ.1-4,8 και
  8. Η πλευρά των Αιτητών καταχώρισε συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση με την οποία δηλωνόταν στο Δικαστήριο πέραν των συγκεκριμένων μέτρων εκτέλεσης που καταγράφτηκαν στην αρχική Ένορκη Δήλωση είχαν ληφθεί κα άλλα μέτρα εκτέλεσης. Στις 02/02/2001 εκδόθηκε ένταλμα είσπραξης του ποσού των Λ.Κ.2.000- εναντίον του Εναγομένου 1, λόγω του ότι δεν είχε συμμορφωθεί με το διάταγμα μηνιαίων δόσεων για την περίοδο 01/11/2000 μέχρι 01/02/
  9. Στις 12/05/2005 είχε εκδοθεί εναντίον του Εναγόμενου 2 ένταλμα είσπραξης του ποσού των Λ.Κ.200- πλέον Λ.Κ.42- ως χρηματική ποινή λόγω του ότι δεν είχε συμμορφωθεί με το διάταγμα μηνιαίων δόσεων για την περίοδο 01/12/2004 μέχρι 01/03/
  10. Επαναλαμβάνει τα όσα είχε αναφέρει στην αρχική Ένορκη Δήλωση και προσθέτει ότι στις 28/05/2005 οι δικηγόροι των Εναγόντων είχαν ζητήσει διευκρινήσεις για το θέμα της εκποίησης της υποθήκης και έλαβαν απάντηση στις 06/06/2005 με την οποία πληροφορούνταν ότι υπήρχε μεγάλος αριθμός προγενέστερων αιτήσεων και οι αιτήσεις προωθούνταν με σειρά προτεραιότητας. Εξέδωσαν το ένταλμα 011061 για την εκποίηση της κινητής περιουσίας των Εναγομένων. Ο Καθ' ου η αίτηση 2 καταχώρησε Ένσταση στην Αίτηση, στην οποία απαρίθμησαν έξι

(6)λόγους ένστασης. Οι λόγοι ένστασης που κατέγραψε ήταν οι ακόλουθοι: Ότι η αίτηση δεν ικανοποιεί και/ή δεν πληροί τις προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος και η νομολογία, δεν δίδεται από τους Ενάγοντες-Αιτητές καμιά δικαιολογία και/ή εξήγηση γιατί αδράνησαν και δεν ενδιαφέρθηκαν να προχωρήσουν σε ανανέωση της απόφασης για τουλάχιστον έξι χρόνια, δεν αναφέρουν πιο μέτρο εκτέλεσης πρόκειται να προωθήσουν εναντίον του Καθ' ου η αίτηση 2, δεν δίδεται καμιά αναφορά στην αίτηση και/ή εξήγηση για το υπόλοιπο του δανείου λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι το ποσό της απόφασης εκτροχιάστηκε σε μεγάλο βαθμό λόγω της αδράνειας και αδιαφορίας των Εναγόντων-Αιτητών οι οποίοι δεν προώθησαν όλα τα μέτρα εκτέλεσης σε βάρος του πρωτοφειλέτη και ιδιαίτερα την εκποίηση της υποθήκης Υ.1116/99 καθώς επίσης και ότι η αίτηση παραβιάζει τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Ως νομικό έρεισμα της Ένστασης καταγράφηκαν η Δ.9, Δ.12, Δ.25, Δ.40 θ.8, Δ.48 θ.1-4, 8 και 9 και η Δ.64, το Δίκαιο της Επιείκειας, στη νομολογία και στις συμφυείς και αναφαίρετες εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Ένσταση υποστηρίχθηκε από Ένορκες Δηλώσεις του Καθ' ου η αίτηση
  1. Στην Ένορκη Δήλωση του Καθ' ου η αίτηση 2, κ. Παναγιώτη Μιχαήλ, καταγράφεται ότι στις 28/02/2000 είχε εκδοθεί απόφαση για το ποσό των Λ.Κ.24.595- πλέον τόκο 8% από 07/04/1999 μέχρι εξόφλησης πλέον έξοδα. Οι Ενάγοντες εναντίον του προώθησαν μόνο αίτηση μηνιαίων δόσεων στην οποία εκδόθηκε, στις 13/12/2004, διάταγμα για το ποσό των Λ.Κ.20-. Ο ίδιος διαπίστωσε ότι ενώ το αρχικό ποσό της απόφασης ήταν €42.023,05 πλέον τόκο 8% από 07/04/1999 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον το ποσό των Λ.Κ.294,50 έξοδα της αγωγής, διεκδικούν τώρα το ποσό των €129.115,49, το οποίο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Με βάση τους δικούς του υπολογισμούς και υπό την προϋπόθεση ότι δεν είχε πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό έναντι της δικαστικής απόφασης, το σημερινό υπόλοιπο έπρεπε να είναι €80.000-. Κατά τη γνώμη του, οι Αιτητές όφειλαν να εξηγήσουν πώς έφτασαν στο συγκεκριμένο υπόλοιπο αλλά και να αναφερθούν σε τυχόν πληρωμές που είχαν γίνει. Κατά τη δική του άποψη, οι Αιτητές είχαν από τις 23/06/2000 διάταγμα μηνιαίων δόσεων εναντίον του Εναγόμενου-Καθ' ου η αίτηση 1 για το ποσό των €854,30, το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει στην οριστική εξόφληση του χρέους αν αξιοποιείτο. Επιπρόσθετα, είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές αφού είχαν προς όφελός του υποθήκη κτήματος του Εναγόμενου-Καθ' ου η αίτηση 1 και παρά το ότι το Δικαστήριο διέταξε την εκποίηση της υποθήκης Υ.1116/99, κανείς δεν γνωρίζει την κατάληξη, αφού δεν γίνεται αναφορά στην Ένορκη Δήλωση του κ. Ευριπίδη Πέτρου για την εξέλιξη της αίτησης εκποίησης. Είναι η εισήγησή του ότι όφειλαν οι Ενάγοντες-Αιτητές να λάβουν άμεσα μέτρα για να εισπράξουν το λαβείν τους. Αντί αυτού υπέδειξαν υπέρμετρη καθυστέρηση στη λήψη εκείνων των μέτρων που θα οδηγούσαν στην εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. Ο ίδιος δεν ζήτησε από τους Ενάγοντες-Αιτητές χρόνο, όπως ισχυρίζεται στην παράγραφο 6 της Ενόρκου Δηλώσεως του ο κ. Ευριπίδης Πέτρου. Αντίθετα, ο ίδιος είχε αξιώσει ευθύς εξ αρχής να ληφθούν όλα τα δέοντα μέτρα ώστε να εξοφληθεί το εξ αποφάσεως χρέος ακόμα και με την καταναγκαστική πώληση του ενυπόθηκου. Κατά τη δική του άποψη, η αδράνεια και η αδιαφορία των Εναγόντων-Αιτητών του προκάλεσε σοβαρή ζημιά, αφού αξιώνουν από τον ίδιο την καταβολή τριπλάσιου ποσού από αυτό που καταγράφει η απόφαση. Αν ενεργούσαν με σπουδή πολύ πιθανόν να μην υπήρχε οποιοδήποτε χρέος. Καταλήγει ότι οι δικές του προσωπικές συνθήκες έχουν αλλάξει προς το χειρότερο, αφού έχει τέσσερα ανήλικα τέκνα ενώ έχει και χρέη ύψους €450.000-. Και οι δύο συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με αγορεύσεις τις οποίες το Δικαστήριο έχει κατά νου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.40 θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «
  2. Where six years have elapsed since the judgment or date of the order, or where any change has been taken place by death or otherwise in the parties entitled or liable to execution, the party alleging himself to be entitled to execution may apply to the court or a Judge for leave to issue execution accordingly. And such court or Judge may, if satisfied that the party so applying is entitled to issue execution, make an order to that effect, or may order that any issue or question necessary to determine the rights of the parties shall be tried in any of the ways in which any question in the action may be tried. And in either case the court or Judge may impose such terms as to costs or otherwise as shall be just.» Σε μετάφραση: «Όταν έχουν παρέλθει έξι χρόνια από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος ή όπου έχει επέλθει αλλαγή λόγω θανάτου ή άλλως πως στους διαδίκους που δικαιούνται ή είναι υπόλογοι σε εκτέλεση, ο διάδικος που ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση, δύναται να αιτηθεί στο Δικαστήριο ή σε δικαστή για άδεια εκτέλεσης. Και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται, αν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος που αιτείται (για την άδεια) δικαιούται σε εκτέλεση, να εκδώσει σχετικό διάταγμα ή να διατάξει όπως οποιοδήποτε ζήτημα ή ερώτημα το οποίο είναι καθοριστικό των δικαιωμάτων των διαδίκων δικαστεί με ένα από τους τρόπους που δύναται ένα ερώτημα να δικαστεί σε μια αγωγή. Και σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως πως που θα θεωρήσει δίκαιους». Μέτρα εκτέλεσης μπορούν να ληφθούν σε οποιοδήποτε χρόνο εντός, τώρα δέκα χρόνων από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης ή του διατάγματος. Μετά την παρέλευση δέκα ετών, θα πρέπει να εξασφαλιστεί άδεια από το Δικαστήριο για το σκοπό αυτό. Η χρήση της λέξης «may» στη Δ.40 θ.8, καθορίζει ότι το θέμα της χορήγησης ή όχι άδειας για εκτέλεση μετά την παρέλευση δέκα ετών, επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά (βλ. W.T. Lamb & Sons v. Rider
(1948)2 ALL ER 402 και Halsbury´s Law of England, 3rd Edition, Volume 16, σελ. 7). Η αδελφή Δικαστής κα Μηλιώτου, στην απόφασή της στην Αγωγή Αρ.785/98, ΣΠΕ Κοντέας ν. Δημήτρη Θεοδώρου κ.α., ημερομηνίας 21/01/2011, εξέτασε με πολύ λεπτομέρεια το συγκεκριμένο θέμα και συμφωνώ απόλυτα με τα όσα έχει καταγράψει. Συγκεκριμένα αναφέρει τα ακόλουθα: «Παρά το ότι η Δ.40 θ.8 δεν καθορίζει ποιά είναι τα στοιχεία που θα πρέπει να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου από το διάδικο που αιτείται την άδεια, στη σελ.1020 της Αγγλικής Ετήσιας Πρακτικής του 1958 (The Annual Practice 1958) διαβάζουμε τα ακόλουθα σε σχέση με την παλαιά Δ.42 θ.23 των Αγγλικών Θεσμών, με την οποία η δική μας Δ.40 θ.8 είναι πανομοιότυπη: «. application for leave to issue execution on a judgment more than six years old should be made to a Master in chambers ex parte, on an affidavit of facts by the party applying, or his solicitor, stating
(1)the date of the judgment, amount of original judgment debt, and amount still remaining due;
(2)showing that the applicant is entitled to execution, i.e. that there has been no change of parties, or devolution of interest, or, if any such, the precise nature of it, and
(3)showing causes of delay. The Master will, however, generally direct a summons to issue»». Ως προς την ακολουθητέα διαδικασία, η δική μας Δ.48 θ.8
(1)(kk) καθιστά ορθότερη την επίδοση της αίτησης για άδεια εκτέλεσης στους Καθ' ων η αίτηση, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτή η γνωστοποίηση σε αυτούς της διαδικασίας εκτέλεσης, του ποσού που εξακολουθείτε να οφείλεται, ως επίσης όλων των θεμάτων που πρέπει να αναφέρονται στη συνοδευτική της αίτησης ένορκη δήλωση, δίδοντάς τους συνάμα και το δικαίωμα να καθορίσουν τη θέση τους και να προβάλουν στο Δικαστήριο κάθε τι που δυνητικώς θα μπορούσε να αποτελέσει αξιολογήσιμο στοιχείο στην απόφαση του Δικαστηρίου να εγκρίνει την αιτηθείσα άδεια. Όπως τονίστηκε στην Lamb (ανωτέρω), σελ.405, ενώπιον του Δικαστηρίου θα πρέπει να τίθεται επαρκής μαρτυρία («sufficient evidence») που να δικαιολογεί την έκδοση της αιτούμενης άδειας εκτέλεσης. Θεωρώ ότι τα στοιχεία και δεδομένα που στο Annual Practice (ανωτέρω), καθορίζονται ως τα απαιτούμενα να περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για άδεια εκτέλεσης, είναι τα ελάχιστα δεδομένα που θα επιτρέψουν την εξέταση αιτήματος για χορήγηση άδειας εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης μετά την πάροδο έξι ετών από την έκδοσή της. Για να γίνει αντιληπτή η σημασία της αναγκαιότητας επεξήγησης από τον εξ αποφάσεως πιστωτή του λόγου της καθυστέρησης ή των λόγων για τους οποίους δεν έγινε κατορθωτή η ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους κατά την αρχική περίοδο των έξι ετών ή μέσα σε οποιαδήποτε άλλη περίοδο, για την οποία χορηγήθηκε άδεια εκτέλεσης, θα πρέπει να τονιστεί ότι δεν είναι δικαίωμα του εξ αποφάσεως πιστωτή η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης μετά τα έξι χρόνια. .................................................................................................. Όπως τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Panaou v. Hadjichristofi
(1963)2 C.L.R. 19, σελ. 23, η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης είναι ζήτημα που εμπίπτει στην εποπτεία και έλεγχο του Δικαστηρίου. Το ίδιο ισχύει και για τα διατάγματα που εκδίδει (βλ. Jays PVC Pipes PVT Ltd v. Intertrust Shipping Corporation
(1989)1(E) A.A.Δ. 548. .................................................................................................. Θα πρέπει, όμως, να γνωρίζει ο εξ αποφάσεως πιστωτής ότι η πιο πάνω δυνατότητα δεν είναι απεριόριστη και ανεξέλεγκτη και πως σε περίπτωση που δεν εξοφληθεί η δικαστική απόφαση εντός έξι ετών από την έκδοσή της, θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι δεν επέδειξε οποιαδήποτε αδικαιολόγητη αδράνεια και να δικαιολογήσει γενικότερα τη μέχρι πρότινος συμπεριφορά του. Στην Duer v. Frazer (ανωτέρω), διακηρύχθηκε η αρχή ότι το Δικαστήριο δεν παρατείνει συνήθως την περίοδο των έξι χρόνων, εκτός αν ικανοποιηθεί ότι τούτο είναι εμφανώς δίκαιο (demonstrably just). Το βάρος απόδειξης εναπόκειται στον εξ αποφάσεως πιστωτή. Κάθε υπόθεση θα κρίνεται από τα δικά της περιστατικά, αλλά, στην απουσία πολύ ειδικών περιστάσεων, το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη τέτοια θέματα, όπως την εξήγηση που δίδεται από τον εξ αποφάσεως πιστωτή γιατί δεν προέβηκε σε μέτρα εκτέλεσης εντός της αρχικής περιόδου των έξι ετών ή εντός οποιασδήποτε περαιτέρω περιόδου, ή το λόγο που καθυστέρησε μετά τη λήξη της πιο πάνω περιόδου να αιτηθεί για παράταση του χρόνου, καθώς και οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό υπέστη ο εξ αποφάσεως πιστωτής από την καθυστέρηση, συμπεριλαμβανομένης, ιδιαίτερα, οποιασδήποτε αλλαγής έχει επέλθει στην κατάστασή του από την καθυστέρηση αυτή. Όσο μακρύτερη είναι η περίοδος που παρήλθε από την απόφαση, τόσο πιο εύκολα το Δικαστήριο θα βρει επηρεασμό στον εξ αποφάσεως οφειλέτη. Στην Duer v. Frazer, το Αγγλικό Εφετείο αποδοκίμασε την αναποτελεσματικότητα του εξ αποφάσεως πιστωτή και των πρακτόρων του να εντοπίσουν τον εξ αποφάσεως οφειλέτη από το 1984 που εκδόθηκε η απόφαση μέχρι το 1997 και απέρριψε τη θέση τους ότι ο οφειλέτης απέκρυβε την ύπαρξή του και τα περιουσιακά του στοιχεία από τον πιστωτή. Περαιτέρω, δεν ικανοποιήθηκε ότι δόθηκε επαρκής δικαιολογία για την αδράνεια του πιστωτή να αιτηθεί για άδεια εκτέλεσης από το 1997 που εντοπίστηκε ο οφειλέτης μέχρι το 2000 που αιτήθηκε την άδεια εκτέλεσης. Μέχρι το 1997, ο οφειλέτης δεν γνώριζε ότι ο πιστωτής εξακολουθούσε να προτίθεται και δεν είχε εγκαταλείψει την ιδέα της εκτέλεσης της απόφασης, ο οποίος αντιμετώπιζε στο μεταξύ σοβαρά προβλήματα υγείας. Υπό τις περιστάσεις, το Αγγλικό Εφετείο αποφάσισε ότι ο πιστωτής δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους του και επιβεβαίωσε την απόφαση του πρωτόδικου δικαστή να μην χορηγήσει άδεια για εκτέλεση της απόφασης μετά την περίοδο των έξι ετών. ................................ Στην υπόθεση The Society of Lloyd´s v. Jean Pierre Longtin
(2005)EWHC 2491, όπου δόθηκε άδεια εκτέλεσης, επαναδιατυπώθηκε ο κανόνας ότι το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση είναι κατά πόσον οι εξ αποφάσεως πιστωτές αποδεικνύουν την ύπαρξη τέτοιων γεγονότων που φέρουν την υπόθεση εκτός του γενικού κανόνα, ότι άδεια εκτέλεσης δεν θα δίδεται μετά την παρέλευση έξι ετών. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας θα πρέπει να ασκείται με γνώμονα την άσκηση δικαιοσύνης μεταξύ των μερών, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστατικών της υπόθεσης.» Με βάση τις πιο πάνω καταγραφείσες νομολογιακές αρχές, οι Αιτητές έχουν και το σχετικό βάρος απόδειξης, να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τα περιστατικά της υπόθεσης που τη θέτουν εκτός του γενικού κανόνα, σύμφωνα με τον οποίο δεν επιτρέπεται η άδεια εκτέλεσης μετά τα δέκα χρόνια. Η Ένορκη Δήλωση καθώς και η συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση του κ. Ευριπίδη Πέτρου καταγράφει ότι λήφθηκαν μέτρα προς εκτέλεση της απόφασης, δηλαδή στις 23/06/2000 και 13/12/2004 είχαν εκδοθεί διατάγματα αποπληρωμής του χρέους εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, ότι στις 24/04/2003 κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Λάρνακας αίτηση για εκποίηση του ενυπόθηκου κτήματος και ότι στις 18/11/2005 καταχωρίστηκαν ΜΕΜΟ σε περιουσία του Καθ΄ ου η Αίτηση 4. Στάλθηκε και μια επιστολή στις 18/04/2005 σε σχέση με την εκποίηση του ενυπόθηκου κτήματος και έκτοτε καμία άλλη ενέργεια δεν είχε γίνει. Από το 2005 δεν έγινε καμία ενέργεια προς το Κτηματολόγιο για την συγκεκριμένη εκποίηση. Θεωρώ ότι η παρούσα υπόθεση συγκαταλέγεται στις περιπτώσεις που οι Αιτητές δεν προέβηκαν στη λήψη οποιοδήποτε μέτρων εκτέλεσης για έξι χρόνια εναντίων των Καθ' ων η Αίτηση 1-5. Τόσο στην αρχική Ένορκη Δήλωση του κ. Πέτρου, καθώς και στη συμπληρωματική Ένορκη Δήλωσή του, δεν παρατίθενται οποιαδήποτε γεγονότα ή στοιχεία, από τα οποία θα μπορούσε το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί, έντεκα
(11)χρόνια μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης, κατά πόσον οι Αιτητές έπραξαν τα δέοντα και αμέσως προς την κατεύθυνση της ικανοποίησης του εξ αποφάσεως χρέους. Επιπρόσθετα, γίνεται μια γενική αναφορά στο οφειλόμενο ποσό, χωρίς να επεξηγηθεί πώς προέκυψε το ποσό των €129.115,49. Ακόμη και στη συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά για το πώς προέκυψε το συγκεκριμένο ποσό αλλά ούτε και έχει επισυναφτεί οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού που να υποστηρίζει τη θέση των Αιτητών. Η εξήγηση που παρατίθεται, θεωρώ ότι καθιστά, δίχως άλλο, έκθετη σε απόρριψη την Αίτηση, γιατί δεν έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου τα ελάχιστα προαπαιτούμενα που να επιτρέπουν την εξέτασή της και την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οκτώ
(8)χρόνια αδράνειας δεν μπορούν να δικαιολογηθούν με τη δικαιολογία ότι οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν ζητήσει από τους Αιτητές να τους δοθεί χρόνος να τακτοποιήσουν την απόφαση, θέση που απορρίπτει ο Εναγόμενος-Καθ' ου η αίτηση
  1. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι οι Αιτητές είναι «τραπεζικός» οργανισμός. Καταλήγω λοιπόν, ότι ένεκα του ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιόν μου τα δεδομένα επί των οποίων θα ήταν δυνατή η άσκηση δικαστικά της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, δεν είναι σε θέση το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ της χορήγησης της αιτούμενης άδειας στην έκταση που αφορά τον Καθ' ου η Αίτηση
  2. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η Αίτηση ημερομηνίας 16/05/2011, στην έκταση που αφορά τον Καθ' ου η Αίτηση 2, απορρίπτεται. Εκδίδεται διάταγμα ανανέωσης και εκτέλεσης της απόφασης, στην έκταση που αυτή αφορά τους Καθ' ων η Αίτηση 1, 3, 4 και
  3. Τα έξοδα της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση 2 και εναντίον των Αιτητών. (Υπ.) ........................................... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.